← Κύπρος

MIRSAND LIMITED ν. IMIRA ENTERTAINEMENT BSL, Γενική Αίτηση: 194/21, 24/8/2021

MIRSAND LIMITED ν. IMIRA ENTERTAINEMENT BSL, Γενική Αίτηση: 194/21, 24/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A434 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Γενική Αίτηση: 194/21 Μεταξύ: MIRSAND LIMITED Ενάγοντες και IMIRA ENTERTAINEMENT BSL από την Ισπανία Εναγόμενοι -------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 08/06/21 για παραχώρηση άδειας για σφράγιση και καταχώρηση κλητηρίου εντάλματος) Ημερομηνία: 24 Αυγούστου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες αιτητές: κα Γ. Κωνσταντινίδου για B. Lazic & Co LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 08/06/21, οι ενάγοντες αιτητές, εταιρεία που είναι εγγεγραμμένη στη Κύπρο με έδρα στη Λευκωσία και η οποία ασχολείται με την παραγωγή διαφημίσεων και την διεθνή παραγωγή ταινιών μεγάλου μήκους, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν, κυρίως στη βάση των προνοιών της Δ.2 Θ.2, 3 και 6, άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση και καταχώρηση κλητηρίου εντάλματος εναντίον των εναγομένων, οι οποίοι είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ισπανία και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της διανομής και παραγωγής παιδικού και οικογενειακού ψυχαγωγικού περιεχομένου για την παγκόσμια τηλεόραση και την ψηφιακή αγορά. Σύμφωνα με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση και το προτιθέμενο προς καταχώρηση ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που επισυνάπτεται σε αυτή, ενάγοντες και εναγόμενοι σύναψαν γραπτή συμφωνία στις 22/09/15 σύμφωνα με την οποία οι πρώτοι, ως ιδιοκτήτες συγκεκριμένου παιδικού τηλεοπτικού προγράμματος, θα παρείχαν στους δεύτερους αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων διανομής του εν λόγω προγράμματος. Θέση των εναγόντων είναι ότι «για τις πιο πάνω υπηρεσίες εξέδωσαν προς τους εναγόμενους διάφορα τιμολόγια τα οποία εστάληκαν στους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι πλήρωσαν προς τους ενάγοντες διάφορα ποσά μέχρι και την 06.03.

  1. Οι εναγόμενοι έχουν παραλείψει να αποπληρώσουν τα τιμολόγια τα οποία οι ενάγοντες τους έχουν αποστείλει με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να οφείλουν να πληρώσουν προς τους ενάγοντες το ποσό ύψους €51.174,86.». Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες, σύμφωνα με το αιτητικό της προτιθέμενης ειδικής οπισθογράφησης, προτίθενται να αξιώσουν από τους εναγόμενους «ποσό εκ €51.174,86 δυνάμει τιμολογίων ως ανωτέρω αναφέρεται, νόμιμους τόκους, έξοδα αγωγής πλέον ΦΠΑ». Σημειώνω εδώ ότι το μόνο έγγραφο που επισυναπτόταν ως τεκμήριο στην Ε/Δ που υποστήριζε αρχικά την αίτηση ήταν το προτιθέμενο προς καταχώρηση ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση αλλά και τo φερόμενο διασυνοριακό χαρακτήρα της κατ' ισχυρισμό συνεργασίας των διαδίκων, από την οποία παρουσιάζονταν να πηγάζουν και τα κατ' ισχυρισμό απλήρωτα τιμολόγια των εναγόντων, ζητήθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των τελευταίων όπως προσκομίσουν την φερόμενη γραπτή συμφωνία των διαδίκων ημερ. 22/09/15 ώστε να εξεταστεί λεπτομερέστερα το θέμα της δικαιοδοσίας που εγείρεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Συμμορφούμενη με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, η πλευρά των εναγόντων καταχώρησε συμπληρωματική Ε/Δ στην οποία επεσύναψε τόσο τη γραπτή συμφωνία της 22/09/15 όσο και την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε αναφορικά με το φερόμενο χρέος, στα πλαίσια της οποίας οι εναγόμενοι παρουσιάζονται να παραδέχτηκαν την οφειλή τους. Έχοντας λοιπόν διεξέλθει της γραπτής συμφωνίας των μερών, η οποία είναι στην αγγλική γλώσσα, καθώς επίσης και των Ε/Δ που υποστηρίζουν την αίτηση, διαπιστώθηκαν τα εξής: Α. Δεν αναφερόταν στη συμφωνία της 22/09/15 ή στις Ε/Δ των εναγόντων ο τόπος σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Β. Η Κύπρος δεν συγκαταλεγόταν στις χώρες που ρητά αναφέρονταν στη συμφωνία της 22/09/15 ότι η εν λόγω συμφωνία θα εκτελείτο. Γ. Στην επίδικη συμφωνία δεν αναφερόταν ο τόπος πληρωμής των εναγόντων και ούτε παρουσιάστηκαν τα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί αναφορικά με τις «υπηρεσίες των εναγόντων» κάποια από τα οποία φέρεται να πληρώθηκαν και κάποια όχι. Δ. Στην επίδικη συμφωνία υπήρχε ρήτρα δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα ρήτρα η οποία προνοούσε τα εξής: «Οποιαδήποτε διαφωνία με βάση την παρούσα συμφωνία θα επιλύεται σύμφωνα με τους νόμους της Αγγλίας και Ουαλίας. Όλες οι διαφορές θα πρέπει πρώτα να επιλύονται μέσω διαπραγματεύσεων. Αν μια συγκεκριμένη διαφορά δεν επιλυθεί μέσω διαπραγμάτευσης τότε θα επιλύεται στην Κύπρο. Νομοθεσία διαδικασίας - Αγγλίας και Ουαλίας. Δικονομικό δίκαιο- Αγγλικό» (ελεύθερη μετάφραση) Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, το Δικαστήριο έθεσε στους συνηγόρους τον προβληματισμό κατά πόσο είχαν τελικά δικαιοδοσία τα κυπριακά Δικαστήρια να επιλύσουν την φερόμενη ως επίδικη διαφορά της συγκεκριμένης αγωγής. Αυτό γιατί, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη της υπό στοιχείο Δ ανωτέρω διαπίστωσης, ήτοι ότι στη συμφωνία των μερών υπήρχε ρήτρα σε σχέση με το θεσμικό πλαίσιο της διαδικασίας και δικονομίας που θα πρέπει να εφαρμοστεί για την επίλυση οποιασδήποτε συμβατικής διαφοράς, τα μέρη φαίνεται να είχαν ουσιαστικά συμφωνήσει να αποκλείσουν για σκοπούς επίλυσης των συμβατικών τους διαφορών, οποιοδήποτε Δικαστήριο δεν εφαρμόζει τη δικονομία και τη διαδικασία που νομοθετικά εφαρμόζεται στην Αγγλία και στην Ουαλία, όπως είναι δηλαδή τα κυπριακά Δικαστήρια που εφαρμόζουν αποκλειστικά τη δικονομία και διαδικασία των κυπριακών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας . Ζήτησαν τότε οι συνήγοροι χρόνο και να μελετήσουν το θέμα αλλά και για να παρουσιάσουν γραπτώς την επιχειρηματολογία τους αν τελικά θα αποφάσιζαν, όπως και αποφάσισαν, να επιμείνουν στο υπό κρίση αίτημα για σφράγιση. Στην εμπεριστατωμένη λοιπόν αγόρευση που κατέθεσαν, οι συνήγοροι των εναγόντων έκαμαν αναφορά σε διάφορες αποφάσεις που πραγματεύτηκαν το θέμα της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων εκεί όπου υπήρχε συμβατική ρήτρα δικαιοδοσίας και αυτό για να καταλήξουν στο ότι, επειδή στην επίδικη σύμβαση υπάρχει ρήτρα που καθορίζει την Κύπρο ως τόπο επίλυσης της όποιας συμβατικής διαφοράς ήθελε προκύψει, τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της προτιθέμενης αγωγής και συνεπώς θα πρέπει να δοθεί η αιτούμενη σφράγιση. Κρίνω σκόπιμο εδώ να επισημάνω ότι στην αγόρευση των συνηγόρων αναφέρεται ότι όταν το Δικαστήριο τους έθεσε τον ανωτέρω δικαιοδοτικό προβληματισμό, τους έδωσε δύο επιλογές, είτε να αποσύρουν την αίτηση είτε να αγορεύσουν προς υποστήριξη της. Η ωμή όμως αυτή αναφορά των συνηγόρων δυστυχώς δεν αντικατοπτρίζει το τι ακριβώς είναι που τους ανέφερε το Δικαστήριο, αφού εκείνο που λέχθηκε ήταν ότι αν τελικά μελετώντας το θέμα οι συνήγοροι διαπίστωναν ότι όντως υπήρχε κάποιο ανυπέρβλητο δικαιοδοτικό εμπόδιο συνεπεία των όσων ρητά συμφώνησαν οι ενάγοντες με τους εναγόμενους, τότε ίσως να ήταν πιο φρόνιμο να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια καταχώρησης αγωγής και να εξεταστεί το ενδεχόμενο να ακολουθηθεί η διαδικασία της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) 1896/
  2. Αυτό διότι η επίδικη διαφορά παρουσιάζεται να συνιστά μια αστική και εμπορική συνεργασία διασυνοριακού χαρακτήρα, η οποία παρουσιάζεται να αποτυπώνεται σε γραπτά τιμολόγια και στην οποία μάλιστα φαίνεται, σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες και την αλληλογραφία που επεσύναψαν στην αίτηση τους, να υπάρχει και αναγνώριση της επίδικης οφειλής από τους εναγόμενους[1]. Είναι θεωρώ περιττό να επισημάνω εδώ ότι η διαδικασία της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής κινείται σε πιο ελαστικές δικαιοδοτικές γραμμές από τα αυστηρά δικαιοδοτικά όρια που θέτουν η Δ.2 και ο Ν.14/
  3. Άλλωστε, και το αναφέρω τούτο καθαρά για σκοπούς προβληματισμού, το 2015 που συνήφθη η επίδικη σύμβαση τουλάχιστο, το ευρωπαϊκό δίκαιο ήταν ενσωματωμένο στο δίκαιο και δικονομία της Αγγλίας και Ουαλίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, εφόσον οι ενάγοντες επέμειναν στην προώθηση της παρούσας αίτησης, εξέτασα τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα της χορήγησης άδειας για σφράγιση κλητηρίου εντάλματος (βλ. μεταξύ άλλων TLAIS ENTERPRISES LTD ν. HER MAJESTY/S REVENUE & CUSTOMS (EX HER MAJESTY/S CUSTOMS AND EXCISE), Πολιτική Έφεση Αρ. 109/2009, 18/3/2015, ANS SECRETARIES LTD ν. ORIANDA MANAGEMENT FZ LLC κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 362/2009, 3/7/2014 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Unitica Enterprises Limited

(2004)1 ΑΑΔ 730). Σημειώνω τα εξής: Η αρχική εικόνα που παρουσίασαν με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες ήταν ότι αυτοί προσέφεραν στους εναγόμενους συμβατικές υπηρεσίες από την Κύπρο, χώρα στην οποία και πληρώνονταν αλλά και ανέμεναν να πληρωθούν σύμφωνα με τα σχετικά τιμολόγια που εξέδιδαν κατά καιρούς. Αυτή άλλωστε είναι η εικόνα που σκιαγραφείται και από το προτιθέμενο κλητήριο ένταλμα. Αν και δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ούτε οι κατ' ισχυρισμό πληρωμές που έκαμαν οι εναγόμενοι αλλά ούτε και τα τιμολόγια των εναγόντων, ή έστω τα τιμολόγια που φέρονται να είναι απλήρωτα, εντούτοις η πιο πάνω εικόνα που παρουσίασαν οι ενάγοντες έδινε την εντύπωση ότι η υπό κρίση περίπτωση ενέπιπτε, το λιγότερο, στη δικαιοδοτική αρχή του «come to the money», σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι οφειλέτεςς, αν και αλλοδαπή εταιρεία, είχαν υποχρέωση να αναζητήσουν το δανειστή τους και να τον πληρώσουν, είτε στον τόπο της εργασίας του είτε στον τόπο της διαμονής του (βλ. Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203 και Sartas Importers - Distributors Ltd ν. Ανδρέα Μαρουλλή
(2003)1 ΑΑΔ 1446). Η πιο πάνω εικόνα όμως άλλαξε όταν το Δικαστήριο ζήτησε από τους ενάγοντες να προσκομίσουν τη σύμβαση της 22/09/15 την οποία επικαλούντο ως βάση για τις αξιώσεις τους. Αυτό όχι μόνο γιατί από την εν λόγω σύμβαση δεν διαφαινόταν η Κύπρος να συνιστά τον τόπο συνομολόγησης ή τον τόπο εκτέλεσης της σύμβασης αλλά κυρίως γιατί τα αντισυμβαλλόμενα μέρη φαίνεται να είχαν προβεί με αυτή σε συγκεκριμένη συμφωνία ως προς το δικαιοδοτικό πλαίσιο εντός του οποίου θα έπρεπε να επιλυθούν οι όποιες συμβατικές διαφορές ήθελαν προκύψουν μεταξύ τους. Υπό το φως της συγκεκριμένης ρήτρας πλέον, η πλευρά των εναγόντων υποστήριξε ότι με βάση τη ρήτρα αυτή, οι αντισυμβαλλόμενοι συμφώνησαν ουσιαστικά όπως χορηγήσουν στα κυπριακά Δικαστήρια αποκλειστική δικαιοδοσία επίλυσης των συμβατικών διαφορών τους και δη των επίδικων κατά τους ενάγοντες διαφορών. Με κάθε σεβασμό όμως θα διαφωνήσω με τη θέση αυτή των εναγόντων για τους λόγους που θα προχωρήσω να εξηγήσω. Η συγκεκριμένη συμβατική ρήτρα αποτελείται από δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος, στο οποίο γίνεται αναφορά μόνο στον τόπο όπου τα μέρη συμφώνησαν να επιλύσουν τις συμβατικές διαφορές τους, ήτοι στην Κύπρο, δεν κάμνει καμία αναφορά στα κυπριακά Δικαστήρια ή έστω στο μέσο που συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς επίλυσης των όποιων διαφορών ήθελε προκύψουν. Η θέση επομένως των εναγόντων ότι τα μέρη συμφώνησαν με την εν λόγω ρήτρα να δώσουν αποκλειστική δικαιοδοσία στα κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι ορθή. Επειδή όμως δεν θα μπορούσε να λεχθεί ούτε ότι έχει αποκλειστεί η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων συνεπεία της αναφοράς που γίνεται στη ρήτρα απλά στον τόπο επίλυσης των συμβατικών διαφορών των μερών, δεν θεωρώ ότι το συγκεκριμένο σκέλος της ρήτρας δημιουργεί από μόνο του οποιοδήποτε δικαιοδοτικό εμπόδιο. Το δεύτερο όμως σκέλος της ρήτρας δεν είναι τόσο «ελαστικό» και αυτό γιατί στο δεύτερο σκέλος αναφέρεται ρητά ότι για σκοπούς επίλυσης των όποιων διαφορών ήθελαν προκύψουν από την εν λόγω σύμβαση, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι έχουν προκύψει, τα μέρη συμφώνησαν όπως εφαρμοστεί το διαδικαστικό και δικονομικό καθεστώς που ισχύει δια Νόμου στην Αγγλία και Ουαλία ή τουλάχιστο το δια Νόμου καθεστώς που ίσχυε στις εν λόγω χώρες κατά τις 22/09/15 που συνομολογήθηκε η σύμβαση των μερών. Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται και το οποίο ήταν και το ερώτημα που έθεσα στους συνηγόρους των εναγόντων, είναι το αν υπό το φως αυτού του ρητού συμβατικού όρου, τα μέρη ουσιαστικά απέκλεισαν τη δικαιοδοσία οποιουδήποτε Δικαστηρίου το οποίο, όπως τα κυπριακά Δικαστήρια, δεν εφαρμόζει τη διαδικασία και δικονομία που εφαρμόζεται δια Νόμου στην Αγγλία και Ουαλία. Κατά την άποψη μου, στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Εξηγώ. Κατ' αρχή, είναι πάγια νομολογημένο ότι η δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων εντοπίζεται στο νομοθέτημα που τα δημιούργησε και το οποίο διέπει τα της σύστασης και λειτουργίας τους (βλ. Philippou v. Philippou and others
(1986)1 CLR 689). Στην περίπτωση των κυπριακών Επαρχιακών Δικαστηρίων δε, η δικαιοδοσία τους, καθώς και το δίκαιο και η δικονομία που αυτά εφαρμόζουν, διέπονται από τις ρητές δικαιοδοτικές πρόνοιες του Ν.14/60 και τους κυπριακούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τα οποία νομοθετήματα βεβαίως δεν ισχύουν στην Αγγλία. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240: «Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα δικαστήρια με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Άρθρο 152 του Συντάγματος. Τόσο η δικαιοδοσία όσο και οι εξουσίες των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται στο νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 158 του Συντάγματος. Ο νόμος που διέπει τη σύσταση και καθορίζει τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων είναι ο Περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς). Η πολιτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου καθορίζεται στο Άρθρο 22 του Νόμου. Με το άρθρο αυτό καθορίζεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η δικαιοδοσία των μελών του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που καθορίζονται στο άρθρο 22 αρμοδιότητα η οποία ασκείται από τα μέλη του στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που τους παρέχεται. [Βλ. Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341,346 και Πασχαλίδης και Άλλοι ν. Γιασεμίδη και Άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1330]. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται μόνο με την καθ' ύλην αλλά και με την κατά τόπον αρμοδιότητα του, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 21 του Ν. 14/60. Σύμφωνα με τους όρους του δικαιοδοτικού νόμου η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας. (Βλ. Kyriakos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). Σε αντίθεση με τα δικαιοδοτικά παρέκκλιση από τα δικονομικά εχέγγυα δεν αποστερεί το δικαστήριο δικαιοδοσίας να επιληφθεί αγωγής εκτός αν η αγωγή είναι εξ υπαρχής άκυρη. (Βλ. Δ.64 Θ.1 και Ν. P. Lanitis v. Panayides
(1986)1 C.L.R. 490). Γι' αυτό το δικαίωμα του αντιδίκου να ζητήσει τον παραμερισμό αντικανονικού μέτρου μπορεί να εγκαταλειφθεί με την άνευ όρων εμφάνιση, όπως η περίπτωση αντικανονικής επίδοσης. Οι αγγλικές αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Ανδρέου που υποστηρίζουν ότι το τοπικό στοιχείο δεν άπτεται της ουσίας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο ενόψει της δικαιοδοτικής βάσης των Επαρχιακών Δικαστηρίων όπως καθορίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο. (Έγινε αναφορά μεταξύ άλλων στην Oulton v. Radcliffe [1874] L.R. 9 CP 189 - The English and Empire Digest, Replacement Volume 16
(1981)reissue, και The Annual Practice, 1952, σελ. 1546). Σύμφωνα τώρα με το αρ. 29 του Ν.14/60, το οποίο είναι και το νομοθέτημα από το οποίο πηγάζει η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων, οι αγγλικοί νόμοι που είναι δεσμευτικοί για τα εν λόγω Δικαστήρια, είναι μόνο οι νόμοι που εφαρμόζονταν στην Κύπρο αμέσως πριν την 16ην Αυγoύστoυ, 1960 (βλ. αρ.18) και μόνο οι νόμοι οποίοι δεν είναι ασυμβίβαστοι με το Σύνταγμα ή που δεν αντικαταστάθηκαν από μεταγενέστερους κυπριακούς νόμους. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ ότι από το 1953 που οι κυπριακοί Θεσμοί αναθεωρήθηκαν για τελευταία φορά υπό το φως των μέχρι τότε εν ισχύ αγγλικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[2], τους οποίους «παλαιούς» αγγλικούς θεσμούς οι κυπριακοί Θεσμοί ενσωμάτωναν σε μεγάλο βαθμό, η πολιτική δικονομία και διαδικασία στην Αγγλία έτυχε αρκετών μεταρρυθμίσεων, με την πιο ριζική αυτή του 1999 (Wolf Reform), όταν και εισήχθηκαν στο αγγλικό δίκαιο αρκετές νέες διαδικασίες οι οποίες δεν υπήρχαν στους προηγούμενους αγγλικούς Θεσμούς, ενώ κάποιες από τις «παλιές διαδικασίες», οι οποίες εντοπίζονταν παλαιότερα στη δικονομία και των δύο χωρών, καταργήθηκαν (βλ. JCS BTA Bank v Ablyazov and Khazhaev [2011] EWHC 2988 (Comm) at par.34, Cecil v Bayat [2011] 1 WLR 3086 και BNP Paribas SA v OJSC "Russian Machines" and others [2012] EWHC 1023 (Comm) οι οποίες αφορούσαν στη δυνατότητα που έχει πλέον ένας ενάγοντας σε αγγλικό Δικαστήριο δυνάμει της εκεί ισχύουσας CPR 6.15
(2), να επιδόσει την αγωγή του με υποκατάστατο τρόπο στον εναγόμενο χωρίς σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου και στη συνέχεια να αιτηθεί εκ των υστέρων την επικύρωση της επίδοσης και την κήρυξή της ως «καλή επίδοση», διαδικασία η οποία ούτε ανταποκρίνεται αλλά ούτε και έχει οποιαδήποτε σχέση με την ισχύουσα κυπριακή διαδικασία). Πέραν και ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, όπως έχει αρκετές φορές υποδειχθεί από την κυπριακή νομολογία, παρά τις ομοιότητες και ενίοτε τον κοινό πυρήνα που το κυπριακό δικονομικό και διαδικαστικό πλαίσιο έχει, ή τουλάχιστο είχε με το αντίστοιχο αγγλικό πλαίσιο, εντούτοις τα δύο δεν κινούνταν πάντοτε στην ίδια γραμμή, ούτε και εφαρμόζονταν πάντα οι ίδιες διαδικασίες. Σημειώνω εδώ μεταξύ άλλων τις περιπτώσεις στην Orianda, Unitica και Tlais ανωτέρω, όπου υποδείχθηκαν κάποιες από τις πιο ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της εκάστοτε εφαρμοστέας δικονομίας και διαδικασίας σε Κύπρο και Αγγλία αλλά και τις περιπτώσεις στις Eταιρεία Διαθέσεως Tσιμέντων Bασιλικού Aπόλλων Λτδ. ν. Aνδρέα Kαθητζιώτη
(1998)1 ΑΑΔ 687 και Zερβός Ιωάννης και Άλλος ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 38 όπου υποδείχθηκαν διαφορές και στο εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο - π.χ. θέματα αντιπαροχής στο δίκαιο των συμβάσεων. Αναφέρω εδώ παρενθετικά ότι όπως υποδεικνύεται και στην Unitica ανωτέρω, στην Αγγλία, σε κάποιες περιπτώσεις δεν ίσχυε ούτε από πριν η αντίστοιχη διαδικασία της χορήγησης άδειας για σφράγιση κλητηρίου εντάλματος, όπως είναι η φύση της παρούσας αίτησης δηλαδή, αφού εκεί, στην Αγγλία δηλαδή, το κλητήριο μπορούσε να εκδοθεί κανονικά (issued) και στη συνέχεια να εξασφαλιστεί άδεια του Δικαστηρίου για έκδοση παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ) το οποίο θα ήταν και το κλητήριο που θα σφραγίζετο και θα επιδίδετο εκτός δικαιοδοσίας. Αν αυτή όμως η διαδικασία εφαρμοζόταν και στην Κύπρο όπου η Δ.2 προνοεί για εξ αρχής λήψη άδειας για σφράγιση, τότε θα οδηγούμασταν ουσιαστικά σε μια διαδικασία επανασφράγισης ή διπλοσφράγισης του κλητηρίου («resealing» or «double sealing»), κάτι που προφανώς δεν είναι λογικό (βλ. Ahmed Mohamed A. Naghi & Sons Company (Naghi) v Stork Middle East Limited κ.α, Αρ. Αγωγής Ε.Δ Λ/σιας 1031/03, 23/10/03) και Orianda ανωτέρω). Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη ότι τα κυπριακά Δικαστήρια δεν εφαρμόζουν και δεν μπορούν να εφαρμόσουν την θέσμια αγγλική δικονομία και διαδικασία, και ότι ανέκαθεν, ή τουλάχιστον από της θέσπισης της περί Δικαστηρίων Νομοθεσίας και των κυπριακών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας
(1953), τα κυπριακά Δικαστήρια επιβάλλεται, ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της ύπαρξης τους, να εφαρμόζουν τη διαδικασία και δικονομία που προβλέπουν οι κυπριακοί Νόμοι, η οποία νομοθεσία είναι και ανεξάρτητη από την αγγλική αλλά και εντελώς διαφορετική σε κάποιες περιπτώσεις, το παρόν κυπριακό Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει την συμφωνηθείσα αγγλική δικονομία και διαδικασία ώστε να επιλύσει την όποια συμβατική διαφορά έχει προκύψει μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων. Άλλωστε ας μη μας διαφεύγει ότι με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες δεν είναι την αγγλική δικονομία που επικαλούνται για να προωθήσουν τις αξιώσεις τους αλλά την κυπριακή, και συγκεκριμένα τη διαδικασία σφράγισης που προβλέπεται στη Δ.2 των κυπριακών Θεσμών. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να εφαρμοστεί η κυπριακή δικονομία για να «γεννηθεί» και να προωθηθεί μια αγωγή, η οποία όμως θα πρέπει να διέπεται εξ' αρχής από την αγγλική δικονομία και διαδικασία; Δεν έχω βεβαίως παραγνωρίσει την αρχή ότι τα κυπριακά δικαστήρια εκλαμβάνουν το ξένο νόμο ως απλό πραγματικό γεγονός και ότι όταν ο εν λόγω ξένος νόμος αποδειχτεί με επαρκή μαρτυρία, τότε μπορεί να εφαρμοστεί στα δεδομένα μιας υπόθεσης από ένα κυπριακό Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων BULLOCK κ.α. v. GORSOAN LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε40/2013, 20/7/2021 και Trafalgar Developments Ltd κ.ά. ν. Uralchem Holdings P.L.G., ECLI:CY:AD:2019:A49, Πολιτική Έφεση Αρ. 331/2017, ημερομηνίας 21/2/2019). Όμως στην παρούσα περίπτωση τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Αυτό όχι μόνο γιατί η παρούσα περίπτωση δεν αφορά σε εφαρμογή αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου αλλά σε εφαρμογή αλλοδαπής δικονομίας και διαδικασίας, κάτι που δεν φαίνεται να επιτρέπεται με βάση το Ν.14/60, αλλά και γιατί ούτε στα δικόγραφα αλλά ούτε και στις Ε/Δ των εναγόντων έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο αγγλικό δικονομικό δίκαιο που θα πρέπει να εφαρμοστεί δυνάμει της συγκεκριμένης συμβατικής ρήτρας που επικαλούνται οι τελευταίοι. Όπως λέχθηκε στην Royal Bank of Scotland Plc v. Geodrill Co. Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 753 στην οποία παρέπεμψαν με επιδοκιμασία οι Bullock και Trafalgar ανωτέρω, από το δεδομένο ότι τα κυπριακά δικαστήρια εκλαμβάνουν το ξένο νόμο ως απλό πραγματικό γεγονός, «.προκύπτει η υποχρέωση του διαδίκου, που επικαλείται τις διατάξεις του, να τις αναφέρει στο δικόγραφο του, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό των έγγραφων προτάσεων, για να μπορούν να καταστούν αντικείμενο απόδειξης αργότερα κατά τη δίκη. Ο κανόνας είναι επιτακτικός. Μόνο στην περίπτωση παραδοχής από τον αντίδικο του περιεχομένου του ισχύοντος στη ξένη χώρα δικαίου συγχωρείται η παρέκκλιση: Letco Company Limited & Άλλος v. Σωκράτη Ζ. Ηλιάδη & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 435, Parkasho ν. Singh [1967] 1 All E.R. 737, Dicey & Morris "The Conflict of Laws", 10η έκδοση, τόμος 2, σελ. 1206-1208.το μέσο γνώσης του αλλοδαπού δικαίου είναι βασικά οι γνώμες των νομομαθών.(και).το βάρος απόδειξης του αλλοδαπού νόμου βαρύνει το διάδικο που βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του σε αυτόν». Επομένως, ακόμη και αν μπορούσε με κάποιο τρόπο να επιτραπεί να εφαρμοστεί από κυπριακό Δικαστήριο η αγγλική δικονομία και πρακτική, η παρούσα αίτηση και πάλι θα οδηγείτο σε απόρριψη, εφόσον όπως στην Royal Bank of Scotland έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ενόψει της απουσίας οποιασδήποτε αναφοράς στην προτιθέμενη έκθεση απαίτησης ή μαρτυρίας στις υποστηρικτικές Ε/Δ των εναγόντων, ως προς τις σχετικές πρόνοιες του αγγλικού δικαίου, η όποια «.προσπάθεια του δικαστηρίου να ερμηνεύσει το κείμενο του αγγλικού νόμου (θα) ήταν. απαράδεκτη». Με άλλα λόγια, οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ούτε το κατά πόσο με βάση την ισχύουσα αγγλική δικονομία θα έπρεπε, για σκοπούς καταχώρησης αγωγής εναντίον των εναγομένων, να ακολουθηθεί η ίδια ή παρόμοια διαδικασία με αυτή που προνοείται στην κυπριακή Δ.2. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ούτε η αρχή ότι όπου δεν αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνώμονα το αλλοδαπό δίκαιο ως πραγματικό γεγονός, το Δικαστήριο στην Κύπρο θεωρεί ότι το δίκαιο είναι το ίδιο με το Κυπριακό. Το τεκμήριο όμως αυτό της αυτόματης εφαρμογής του κυπριακού Δικαίου δεν συνιστά πανάκεια για την παράλειψη ενός διαδίκου που βασίζεται στο αλλοδαπό δίκαιο να συμμορφωθεί με την υποχρέωση του να το αποδείξει (βλ. Bullock ανωτέρω). Το αναφέρω τούτο διότι η κυπριακή νομολογία διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης που διαπιστώνεται ανυπερθέτως ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας και της περίπτωσης που σχετίζεται με τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να αναστέλλει μια διαδικασία λόγω ύπαρξης καταλληλότερου forum (βλ. Cyprus Trading Corporation Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168). Αυτό γιατί στην πρώτη περίπτωση το βάρος απόδειξης της καταλληλότητας το έχει, σύμφωνα με την υπόθεση The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641, ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη συμβαίνει το αντίθετο (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 219, 231). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Φρήσλαντ Ελλάς ΑΕΒΕ ν. Clappas Trading House Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1200, «όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας δυνάμει της οποίας καθορίζεται ρήτρα δικαιοδοσίας, αυτή έχει ισχύ και κατά κανόνα εφαρμόζεται εκτός αν ο ενάγων αποδείξει ότι συντρέχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι οι οποίοι καθιστούν δικαιολογημένη τη μη εφαρμογή της». Επισημαίνω εδώ στην εν λόγω υπόθεση υποδείχθηκε ότι όπου εγείρονται δικαιοδοτικά θέματα της συγκεκριμένης φύσης, αυτά θα πρέπει να αποφασίζονται κατά τα πρώτα στάδια της διαδικασίας, Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω λοιπόν, καταλήγω στο εξής. Εφόσον η απαίτηση των εναγόντων παρουσιάζεται εκ του προτιθέμενου κλητηρίου και των Ε/Δ που καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης, να αφορά ρητά και περιοριστικά σε αμοιβή για παρασχεθείσες υπηρεσίες δυνάμει γραπτής σύμβασης ημερ. 22/09/15, με την εν λόγω σύμβαση να περιέχει συγκεκριμένη ρήτρα σύμφωνα με την οποία κάθε συμβατική διαφορά που ήθελε προκύψει θα πρέπει να επιλυθεί στην Κύπρο αλλά κατ' εφαρμογή της δικονομίας και διαδικασίας που προβλέπει η αγγλική νομοθεσία, τα κυπριακά Δικαστήρια δεν μπορούν να επιληφθούν της αγωγής που προτίθενται να καταχωρήσουν οι ενάγοντες και οι τελευταίοι δεν έχουν καταφέρει να ικανοποιήσουν για το αντίθετο. Ούτε όμως έχουν καταδείξει οι ενάγοντες ότι συντρέχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι για να μην εφαρμοστεί η συγκεκριμένη ρήτρα, την οποία αλλωστε, είναι οι ίδιοι που στο τέλος την επικαλέστηκαν για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω και το εξής. Η σύμβαση της 22/09/15 παρουσιάζεται να συνιστά μια απλή συμφωνία αντιπροσωπείας (agency agreement), στα πλαίσια της οποίας οι ενάγοντες, ως αποκλειστικοί ιδιοκτήτες (owner) συγκεκριμένης ιδιοκτησίας, πνευματικής ουσιαστικά φύσης, διόρισαν τους εναγόμενους ως αποκλειστικούς αντιπροσώπους τους για να συνάπτουν σε διεθνές επίπεδο συμφωνίες με τρίτα πρόσωπα για την εμπορική εκμετάλλευση της συγκεκριμένης πνευματικής ιδιοκτησίας. Η αμοιβή που θα λάμβαναν οι εναγόμενοι φαίνεται ότι θα ήταν υπό τη μορφή προμήθειας επί των ποσών που αυτοί θα εισέπρατταν από τα τρίτα πρόσωπα ως αντιπρόσωποι των εναγόντων και ο τρόπος με τον οποίο θα πληρωνόταν η εν λόγω προμήθεια, θα ήταν δια της κατακράτησης ποσοστού επί των εισπραχθέντων ποσών. Ειδικότερα, αυτό που φαίνεται να είχε συμφωνηθεί στις 22/09/15 ήταν ότι οι εναγόμενοι θα απέστελλαν στο λογιστήριο των εναγόντων κατά τακτά χρονικά διαστήματα καταστάσεις και λογαριασμούς των εισπράξεων που έκαμαν, ώστε να υπολογιστεί τόσο το ύψος της προμήθειας που θα δικαιούντο να κατακρατήσουν όσο και το ποσό που θα όφειλαν να επιστρέψουν στους ενάγοντες και ακολούθως το λογιστήριο της τελευταίων θα εξέδιδε τιμολόγια σε σχέση με το τελικό ποσό που θα έπρεπε να τους επιστραφεί. Με άλλα λόγια, από τη σύμβαση της 22/09/15 δεν φαίνεται οι ενάγοντες να δικαιούνται σε χρήματα από τους εναγόμενους διότι τους παρείχαν υπηρεσίες ως προβάλλεται στο προτιθέμενο κλητήριο ένταλμα και στις Ε/Δ που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση, αλλά διότι οι τελευταίοι κατακρατούν χρήματα τα οποία εισέπραξαν για λογαριασμό των εναγόντων και τα οποία έπρεπε να επιστρέψουν. Αν είναι όμως αυτή η πραγματική φύση της διαφοράς των μερών, τότε ίσως να μπορούσε να επιχειρηματολογηθεί ότι τα αγώγιμα δικαιώματα που έχουν οι ενάγοντες εναντίον των εναγομένων δεν περιορίζονται μόνο στο δίκαιο των συμβάσεων και συνεπώς, ενδεχομένως να μην περιορίζονται ούτε και από τη συμβατική ρήτρα δικαιοδοσίας. Έχω προβληματιστεί λοιπόν ως προς το κατά πόσο θα μπορούσε να εξεταστεί υπό αυτή τη σκοπιά το ενδεχόμενο χορήγησης άδειας στους ενάγοντες για σφράγιση και καταχώρηση αγωγής εναντίον των εναγομένων, όμως έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κάτι τέτοιο δεν ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις, κυρίως λόγω του ρητού και συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο οι ενάγοντες επέλεξαν να προωθήσουν τις θέσεις τους εναντίον των εναγομένων. Συνεπώς, όπως και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει άδεια να καταχωρηθεί και να σφραγιστεί το συγκεκριμένο κλητήριο ένταλμα με τις συγκεκριμένες αξιώσεις και τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς που εκεί αναφέρονται. Η παρούσα αίτηση λοιπόν δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. αρ. 2 του περί Διαδικασίας Ευρωπαϊκής Διαταγής Πληρωμής Διαδικαστικού Κανονισμού 7/2008 [2] AGAR/AL PRODUCTS UNION ν. DSR LINES
(1979)1 CLR 194 - «Order 2, rule 2 is based and is in fact identical with the corresponding English order 2, rule 4, of the Rules of the Supreme Court of England, 1883, as revised up to 1953 (vide Annual Practice, 1953), the time when the last edition of our Rules of Court was revised and published under Cap 12, of Vol. 2 of the Rules of Court. The English RuIes, however, were revised in 1962 (R.S.C. Revision 1962) and in 1965 by the Rules of the R.S.C. 1965 which are in force till to-day. Order 2, rule 4 of the English Rules was substituted by Order 6, rule 7
(1)which added a proviso to the original rule» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.