← Κύπρος

Μηνά ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 842/18, 31/8/2021

Μηνά ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 842/18, 31/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A439 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 842/18 Μεταξύ: XXXXX Μηνά Ενάγοντας και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου Εναγόμενη -------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Αυγούστου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Λ. Διομήδους με και Α. Καλλή για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για εναγόμενη: Π.Γ. Πολυβίου με κα Μ. Αντωνίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ και κ. Γ. Χριστοφίδης με κα Κ. Ορφανίδου για Ορφανίδη, Χριστοφίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σ.Δ.- Επειδή οι αναφορές που γίνονται στο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής σε σχέση με το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου είναι στον ενικό αριθμό και στο θηλυκό γένος, προς αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης θα διατηρηθεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης αυτός ο τρόπος αναφοράς σε σχέση με τον εν λόγω διάδικο) Η παρούσα απόφαση αφορά στο θέμα της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της πιο πάνω αγωγής, θέμα το οποίο ήγειρε με το δικόγραφο της η πλευρά της εναγόμενης και το οποίο, κατόπιν αίτησης της τελευταίας, έδωσα μετά από ακρόαση άδεια όπως εκδικαστεί προδικαστικά (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 30/07/21). Για σκοπούς ευκολότερης κατανόησης του υπό εξέταση θέματος, θα παραθέσω αυτούσιο το απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση της 30/07/21, στο οποίο συνοψίζονται τόσο οι εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις όσο και οι θέσεις που προβλήθηκαν σε σχέση με το συγκεκριμένο δικαιοδοτικό θέμα που ηγέρθηκε: «Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησε στις 28/03/18, ο ενάγοντας, ο οποίος είχε θέσει υποψηφιότητά για το αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τις εκλογές που διεξήχθησαν το 2018, ισχυρίζεται, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης (Ε/Α), ότι η εναγόμενη, η οποία είναι Οργανισμός Δημόσιου Δικαίου καθ' ιδρυμένος δυνάμει του περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμου Κεφ. 300Α, «.Ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπόχρεη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, να παρέχει ακριβοδίκαιη μεταχείριση σε άτομα τα οποία εμπίπτουν στην έννοια του υποψήφιου προέδρου κατά τη χρονική περίοδο των τελευταίων 6 μηνών πριν την επόμενη ημέρα της πρώτης ημερομηνίας των εκλογών που ήταν στις 29.1.2018.». Είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι, ενώ αυτός ενέπιπτε κατά τον ουσιώδη χρόνο στον ορισμό που το Κεφ.300Α προνοεί σε σχέση με το ποιος μπορούσε να θεωρηθεί για σκοπούς του Νόμου ως «υποψήφιος πρόεδρος» στις τότε τότε Προεδρικέ Εκλογές, εντούτοις η εναγόμενη, καθ' όλο το χρονικό διάστημα των τελευταίων 6 μηνών πριν τις προεδρικές εκλογές της 28/01/18 (Πρώτος Γύρος Εκλογών) και της 04/02/18 (Δεύτερος Γύρος Εκλογών), «.Αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και/ή αμέλησε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Νόμου και συνεπώς παρέβηκε την υποχρέωσή της και/ή το θέσμιο καθήκον της να παρέχει ακριβοδίκαιη μεταχείριση μεταξύ του ενάγοντα και άλλων υποψηφίων προέδρων...». Σημειώνω εδώ ότι τη θέση του αυτή ο ενάγοντας την εξειδικεύει στην Ε/Α του παραθέτοντας αριθμό σχετικών λεπτομερειών τις οποίες όμως δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Ισχυρίζεται περαιτέρω στην Ε/Α του ο ενάγοντας, ότι στις 29/11/17, 11/12/17 και 16/01/18, μετέφερε γραπτώς στην εναγόμενη το παράπονο του ως προς το ότι παραβίαζε τις υποχρεώσεις που της επέβαλλε το Κεφ.300Α σε σχέση με το άτομο του, ήτοι ως υποψήφιος πρόεδρος εν τη έννοια του Νόμου, εντούτοις αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, «.Αμέλησε και ή παρέλειψε και ή συνέχισε να αρνείται να αλλάξει τη στάση της και να ακολουθήσει τις διατάξεις του νόμου, όσον αφορά την ισότιμη και ακριβοδίκαιη μεταχείριση των υποψηφίων προέδρων στην οποία μάλιστα περίπτωση, ο νόμος με λεπτομέρειες και επιμέλεια, επιβάλλει καθήκοντα στην Εναγόμενη για κάτι τόσο σημαντικό προς τη Δημοκρατία.». Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών του λοιπόν, ο ενάγοντας αξιώνει με την παρούσα αγωγή, δήλωση του Δικαστηρίου ότι «η Εναγόμενη παρέβηκε των θέσμιων καθηκόντων της λόγω της όλης συμπεριφοράς της και ειδικά λόγω της μη ισότιμης προβολής και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης μεταξύ ενάγοντα και των άλλων Υποψηφίων Προέδρων», δήλωση του Δικαστηρίου ότι «.η Εναγόμενη παράνομα δεν πρόβαλε τον Ενάγοντα στον ίδιο βαθμό και με το ίδιο μέτρο που προέβαλε άλλους υποψήφιους...(και) ότι παράνομα δεν έτυχε ίσης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης με άλλους υποψήφιους από την εναγόμενη.», δήλωση του Δικαστηρίου ότι «.η εναγόμενη παραβίασε συνεχώς το δικαίωμα του για ισότιμη και ακριβοδίκαιη μεταχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 3, του Μέρους Ι του Κεφ.300, καθώς και για ίση προβολή του, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του Μέρους Ι του Κεφ.300 και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα και/ή προνόμιο και/ή συμφέρον και/ή πλεονέκτημα που προνοείται από το Κεφ.300Α.», μη - χρηματικές αποζημιώσεις (non pecuniary damages) ύψους €50.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κριθεί εύλογο για την παραβίαση του δικαιώματός του για ισότιμη και ακριβοδίκαιη μεταχείριση ως υποψήφιος πρόεδρος καθώς και για το πλήγμα που κατ' ισχυρισμό δέχτηκε η προεκλογική του εκστρατεία λόγω του ότι στερήθηκε την ευκαιρία για ίση προβολή με άλλους υποψήφιους προέδρους, διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη να προβεί σε μη ισότιμη και ακριβοδίκαιη μεταχείριση του σε μελλοντικές εκλογές, και τέλος, ειδικές ζημιές συνολικού ύψους €35.728 συνεπεία του ότι αναγκάστηκε, λόγω της συμπεριφοράς της εναγόμενης, να δαπανήσει ο ίδιος το συγκεκριμένο κονδύλι ώστε να προωθήσει προεκλογικά τον εαυτό του και το κόμμα του - Οργάνωση Αγωνιστών Δικαιοσύνης. Στην αντίπερα όχθη η εναγόμενη, η οποία καταχώρησε την υπεράσπισή της στις 03/09/18, εγείρει με το δικόγραφό της αριθμό προδικαστικών ενστάσεων, οι οποίες περιστρέφονται τόσο γύρω από τη θέση ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε ή οποιοδήποτε καλό και νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της με την παρούσα αγωγή, όσο και γύρω από τη θέση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη δικαιοδοσίας να εκδικάσει τα παράπονα που προβάλλει ο ενάγοντας. Αυτό κατά την εναγόμενη διότι, τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι συνθέτουν και δημιουργούν τα κατ' ισχυρισμό αγώγιμα δικαιώματά του εναντίον της, συνιστούν θέματα που ανάγονται αποκλειστικά στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου. Σύμφωνα με την εναγόμενη, αυτό που ουσιαστικά προσπαθεί να πράξει με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας, είναι να προσβάλει στο Επαρχιακό Δικαστήριο την εγκυρότητα και νομιμότητα της διοικητικής απόφασης που αυτή έλαβε στις 06/12/2017, με την οποία ενημέρωσε τον τελευταίο ότι δεν θεωρούσε ότι ενέπιπτε τότε στον όρο «υποψήφιος πρόεδρος» του Κεφ.300Α και κατ' επέκταση ότι δεν δικαιούτο στη μεταχείριση που ο εν λόγω Νόμος προνοεί για τους «υποψηφίους προέδρους». Συνεπώς, καταλήγει η εναγόμενη, ακόμη και αν υπήρχε κάποιας μορφής διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και της ιδίας σε σχέση με τον τρόπο που εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες του Κεφ.300Α, διαφορά η οποία σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει, τέτοια διαφορά θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Αρ.146.6Σ. Εφόσον όμως ο ενάγοντας δεν καταχώρησε ποτέ τέτοια προσφυγή εντός της προβλεπόμενης για τούτο προθεσμίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι δικαιοδοτικά αναρμόδιο να εξετάσει τα παράπονα που αυτός προβάλλει και να του επιδικάσει τις θεραπείες που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Επί της ουσίας της αγωγής, η εναγόμενη αρνείται ότι παραβίασε οποιοδήποτε δικαίωμα παρέχει το Κεφ.300Α στον ενάγοντα, και ισχυρίζεται ότι φέρθηκε στον τελευταίο με τρόπο ακριβοδίκαιο, παρά το γεγονός ότι αυτός δεν ενέπιπτε στην έννοια «υποψήφιος πρόεδρος» του Νόμου. Τη θέση της αυτή η εναγόμενη την εξειδικεύει στο δικόγραφο της με την παράθεση αριθμού λεπτομερειών αναφορικά με τις ευκαιρίες που ισχυρίζεται ότι δόθηκαν από πλευράς της στον ενάγοντα για να προωθήσει τις θέσεις του στο κοινό. Απορρίπτει συνεπώς η εναγόμενη όλες τις αξιώσεις του ενάγοντα, ως αβάσιμες, ανυπόστατες και αντινομικές. Της καταχώρησης της Υπεράσπισης ακολούθησε η καταχώρηση Απάντησης από πλευράς ενάγοντα, με την οποία ο τελευταίος απορρίπτει τις ενστάσεις και τους ισχυρισμούς της εναγόμενης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Ε/Α του.. Σύμφωνα με την εναγόμενη, το κατά πόσο κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως «υποψήφιος πρόεδρος» για σκοπούς του Κεφ.300Α, συνιστά θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως και μόνο με προσφυγή δυνάμει του αρ.146.6Σ μπορεί η άσκηση αυτή να ελεγχθεί. Εφόσον λοιπόν για την περίπτωση του ενάγοντα, αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, άσκησε στις 06/02/17 τη διακριτική της ευχέρεια ως η αρμόδια διοίκηση και ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι «..Το Διοικητικό Συμβούλιο κατέληξε ότι δεν ικανοποιείτε τις προϋποθέσεις του σχετικού Νόμου, με αποτέλεσμα να μην θεωρείσθε «Υποψήφιος Πρόεδρος» εν τη έννοια του νόμου...(και).να μην έχετε δικαίωμα στην ίδια ραδιοτηλεοπτική κάλυψη που έχουν οι άλλοι υποψήφιοι, τους οποίους το ΡΙΚ έχει αναγνωρίσει ως «Υποψήφιους Προέδρους».», αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, έπρεπε να καταχωρήσει προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο αν ένιωθε ότι είχε αδικηθεί. Δεν το έπραξε όμως και συνεπώς δεν μπορεί τώρα που έχει παρέλθει η προθεσμία για καταχώρηση προσφυγής, να επιδιώκει να ελεγχθεί η νομιμότητα και εγκυρότητα της διοικητικής απόφασης μέσω της πολιτικής αγωγής που έχει καταχωρήσει, ήτοι από αναρμόδιο Δικαστήριο και εκτός των πλαισίων της δικαιοδοτικά κατάλληλης διαδικασίας. Σημειώνω εδώ ότι η απόφαση που επικαλείται η εναγόμενη ότι έλαβε στις 06/12/17, έχει επισυναφτεί στην αίτηση ως Τεκμήριο. Η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας τρεις συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι ένστασης του ενάγοντα περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από . καθώς επίσης και γύρω από το ότι «Οι αιτίες αγωγής βρίσκονται υπό την αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 40, του Κεφ.300Α». Εν συντομία, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση . προβάλλονται και διάφορες άλλες θέσεις, τόσο νομικές όσο και πραγματικές, αναφορικά με το κατά πόσο ο ενάγοντας θεωρείτο ή όχι «υποψήφιος» εν τη εννοία του Κεφ.300Α καθώς επίσης και σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και εμβέλειας του αρ. 40 του Νόμου, το οποίο αναφέρεται σε καταχώρηση «αγωγής»[1].» Χωρίς να έχω πρόθεση να επαναλάβω εαυτόν, υπενθυμίζω απλά εν συντομία τις δύο αντιμαχόμενες θέσεις, κάμνοντας παράλληλα αναφορά και στις ικανές και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Από τη μια η εναγόμενη υποστηρίζει ότι, εφόσον ο ακρογωνιαίος λίθος επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αγωγή είναι η θέση του ενάγοντα ότι θα πρέπει το παρόν Δικαστήριο να κρίνει το ίδιο, κατόπιν εξέτασης της μαρτυρίας, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός ήταν «υποψήφιος πρόεδρος» εν τη εννοία του Κεφ.300Α ώστε στη συνέχεια να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ως τέτοιος «υποψήφιος πρόεδρος» δικαιούτο να λάβει τη σχετική κάλυψη που ο Νόμος επέβαλλε στην εναγόμενη να του παράσχει και που η τελευταία δεν το έπραξε, το παρόν Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη δικαιοδοσίας, εφόσον το κατά πόσο κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως «υποψήφιος πρόεδρος» για σκοπούς του Κεφ.300Α, συνιστά θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως και μόνο με προσφυγή δυνάμει του αρ.146.6Σ μπορεί η άσκηση αυτή να ελεγχθεί. Αιχμή του δόρατος των θέσεων του κ. Πολυβίου ήταν τα όσα λέχθηκαν μεταξύ άλλων στις Γεωργιάδης ν. Ρ.Ι.Κ.

(1987)3 Α.Α.Δ. 2000 και Iωσηφίδης Xρίστος ν. Pαδιοφωνικού Iδρύματος Kύπρου
(2006)3 ΑΑΔ 677, τα οποία υιοθετήθηκαν με πλήρη επιδοκιμασία σε αριθμό μεταγενέστερων αποφάσεων (βλ. π.χ. ECLI:CY:AD:2020:C335, ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 126/13, 6/10/2020 (Ολομέλεια Ανωτάτου), ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 300/2003, 6 Φεβρουαρίου, 2004, Mαυρογένης Γιώργιος ν. Pαδιοφωνικού Iδρύματος Kύπρου
(1993)4 ΑΑΔ 186, ΜΑΚΑΡΙΑ ΑΝΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 149/2013, 6/9/2013, ΠΡΑΞΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 128/2013, 30/1/2013). Στη Γεωργιάδης λοιπόν, η οποία, όπως αναφέρθηκε στις Μαυρογένης και Ιωσηφίδης
(2004)ανωτέρω, έχει επικυρωθεί κατ' έφεση (βλ. Γεωργιάδης ν. Ρ.Ι.Κ., Α.Ε. 765/11.1.88), ο μ.Α. Λοϊζου Δ. όπως ήταν τότε, ανέφερε, ως μονομέλεια, τα εξής: «.Η όλη υπόθεση στρέφεται γύρω από την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του Περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, (Τροποποιητικού) Νόμου του 1987 (Νόμος Αρ. 212 του 1987) που στη συνέχεια θα αναφέρεται σαν ο Νόμος. Ραδιοτηλεοπτική κάλυψη, σύμφωνα με το Νόμο, δικαιούται ένας που είναι ή και θεωρείται σαν υποψήφιος Πρόεδρος. Ο όρος δε «υποψήφιος Πρόεδρος» ορίζεται από το Άρθρο 2 του Νόμου. Ως προς την εφαρμογή του Νόμου ασφαλώς το καθ' ου η αίτηση Ίδρυμα είναι το αρμόδιο όργανο να αποφασίσει κατά πόσο άτομο που εξαγγέλει δημόσια πρόθεση υποβολής υποψηφιότητας για ανάδειξη του σαν Προέδρου, ικανοποιεί μια η περισσότερες από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης στο σχετικό ορισμό του Άρθρου 2, υποκείμενης βέβαια μιας τέτοιας απόφασης στον αναθεωρητικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Έχω τη γνώμη ότι το κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να θεωρηθεί σαν 'υποψήφιος πρόεδρος' μέσα στην έννοια του Νόμου είναι θέμα που πέφτει αποκλειστικά μέσα στη διακριτική ευχέρεια του Ιδρύματος. Έχω καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα παρόλο που ο Νόμος σιωπά πάνω στο θέμα της διακριτικής ευχέρειας, και τούτο γιατί 'πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχεται ότι μη δημιουργουμένης δια του νόμου σαφούς και επιτακτικής δια τη διοίκηση υποχρεώσεως εις ορισμένη ενέργεια αυτής, τεκμαίρεται ότι σε αυτήν ανήκει η διακριτική αυτής εξουσία'. (Ίδε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας 07/29). Εφόσον δε η επίδικη απόφαση πάρθηκε κατά την άσκηση διακριτικής εξουσίας, θα πρέπει να τύχει δικαστικού ελέγχου με βάση τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της ασκήσεως της διοικητικής ευχέρειας της διοικήσεως. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στο 'Γενικό Διοικητικό Δίκαιο' Δευτέρα ΄Εκδοση του Π.Δ. Δαγτόγλου σελίδες 126 και μετά. Ειδικότερη αναφορά μπορεί να γίνει στη σελίδα 127 που αναφέρονται τα πιο κάτω: 'Ο δικαστικός έλεγχος της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως αφορά την εξέταση των εξής σημείων: (ια) αν ο νόμος όντως παρεχώρησε διακριτική ευχέρεια στην διοίκηση και μάλιστα στο μέτρο που ασκήθηκε. (ιβ) αν η διοίκηση όντως άσκησε την παραχωρηθείσα ευχέρεια. (ιγ) αν η διοίκηση διέπραξε 'κακή χρήση' ή υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής εξουσίας' γιατί δεν ετήρησε τα όρια που της έθεσε ο συγκεκριμένος νόμος ή που προκύπτουν από το Σύνταγμα και τις γενικές αρχές του δικαίου. (ιδ) αν η διοίκηση κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας έκανε 'κατάχρηση εξουσίας'.' Συμπληρωματικά αξίζει να λεχθεί ότι το έργο του Δικαστή, δεν είναι να υποκαταστήσει αλλά απλώς να ελέγξει την κρίση της διοικήσεως. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω αρχές που βγαίνουν μέσα από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος και αποτελούν γενικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου, έχουν τύχει εφαρμογής σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Ίδε Τσαγγάρης ν. Της Δημοκρατίας
(1975)3 Α.Α.Δ. 518, Fashions House v. Της Δημοκρατίας
(1973)3 Α.Α.Δ. 231, και Γεωργάκης ν. Της Δημοκρατίας
(1977)3 Α.Α.Δ. 1). Με βάση όλα τα στοιχεία που κατατέθηκαν ενώπιόν μου και που ο αιτητής είχε υποβάλει στο καθ΄ ου η αίτηση ΄Ιδρυμα προς υποστήριξη του αιτήματος του, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Ιδρύματος είναι καθόλα νόμιμη και σύμφωνη με τις αρχές του Διοικητικού Δικαίου που εξετέθηκαν πιο πάνω και τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου και του Συντάγματος. Όλα τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι ο αιτητής δεν πληροί καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, και επομένως ορθά το καθ΄ ου η αίτηση Ίδρυμα απέρριψε το αίτημα του για ραδιοτηλεοπτική κάλυψη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Αξίζει δε να τονισθεί ότι άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια με σοβαρότητα και σεβασμό προς το θεσμό που καθιερώνει ο Νόμος και με τρόπο συνάδοντα προς την ορθή αντίληψη της αποστολής του.» Στη μεταγενέστερη Iωσηφίδης
(2006), ο μ. Ρ. Γαβριηλίδης Δ ως ήταν τότε, εκδίδοντας την ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (αναθεωρητική δικαιοδοσία - πενταμελής σύνθεση), ανέφερε τα εξής: «.Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Αρτεμίδη, Δ., της ήταν τότε, στην ΠΑΚΟΠ κ.ά. ν. ΡΙΚ κ.ά.
(1992)4 Α.Α.Δ. 1992, στη σελίδα 1998, είναι σχετικό: «Ο Νόμος εναποθέτει εύλογα αυτή τη λειτουργία και κρίση στο συμβούλιο του ιδρύματος. Η ιδιότητα του, ως υπεύθυνου για τη λειτουργία του μεγαλύτερου μέσου ενημέρωσης το καθιστά κατά τεκμήριο το επαρκέστερο, αλλά ταυτόχρονα αναμένεται να είναι και ο αντικειμενικότερος κριτής, κατά πόσο ένα κόμμα, ένωση ή ομάδα προσώπων εμπίπτει στον ορισμό του πολιτικού κόμματος της καθορίζεται στο Νόμο. Η κρίση αυτή είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο δεν υποκαθιστά, ιδιαίτερα στο χώρο των πολιτικών πραγμάτων, τη δική του άποψη με αυτή του ιδρύματος. Λέγω πολύ δύσκολο, για να επιφυλαχθεί στο Δικαστήριο η αρμοδιότητα να επέμβει όπου έκδηλα παρατηρείται κατάχρηση της της εξουσίας ή αποδεικνύεται πασιφανής προσβολή της παγκοίνως επικρατούσας άποψης.» Τα ίδια ισχύουν, mutatis mutandis, και αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο πρόσωπο που διεκδικεί την προεδρία της Δημοκρατίας, εμπίπτει ή όχι στον όρο «Υποψήφιος Πρόεδρος» σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2(δ) του Νόμου. Όσον αφορά το λόγο έφεσης που αναφέρεται στην «παράλειψη των καθ' ων η αίτηση να καλύψουν την προεκλογική εκστρατεία του αιτητή κατά την περίοδο 2.12.2002 έως 14.1.2003», θεωρούμε ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι απόλυτα ορθή. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Οι νομοθετικές διατάξεις της οποίες επικαλείται ο αιτητής - τα αρ. 3 και 4 του πιο πάνω Νόμου - αναφέρονται σε κάλυψη της προεκλογικής εκστρατείας «υποψηφίου Προέδρου». Στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Ρ.Ι.Κ.
(2003)3 A.A.Δ. 213 (απόφαση Πική, Π.) λέχθηκαν τα εξής: «Ο Νόμος θέτει τα κριτήρια για τη θεώρηση διεκδικητή του αξιώματος του Προέδρου ως 'Υποψηφίου Προέδρου' για της σκοπούς ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης. Δικαίωμα για τέτοια κάλυψη γεννάται από απόφαση του Συμβουλίου του ΡΙΚ ότι ο υποψήφιος ικανοποιεί τα τιθέμενα κριτήρια. Ό,τι προσβάλλεται με την προσφυγή είναι κατ' ουσία η μη θεώρηση ή μη μεταχείριση του εφεσείοντος ως 'Υποψηφίου Προέδρου' κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου.» Στην παρούσα υπόθεση με την προσβαλλόμενη με το Αιτητικό
(1)απόφαση κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ικανοποιεί τα τιθέμενα κριτήρια. Δεν έχει επομένως γεννηθεί δικαίωμα για κάλυψη του. Η προσφυγή στρέφεται κατά παράλειψης. Έχει νομολογηθεί ότι παράλειψη εντός της έννοιας του αρ. 141.1 του Συντάγματος σημαίνει παράλειψη να κάμεις κάτι που απαιτείται από το Νόμο. Εφόσον με την προσβαλλόμενη με το Αιτητικό
(1)απόφαση κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ικανοποιεί τα κριτήρια που απαιτούνται από το Νόμο και επομένως δεν είχε δικαίωμα κάλυψης δεν γεννάται ζήτημα οποιασδήποτε παράλειψης των καθ' ων η αίτηση.»» Κατέληξε συνεπώς ο κ. Πολυβίου, μετά και από διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο, ότι σύμφωνα με τις πιο πάνω αποφάσεις «.ο υποψήφιος πρόεδρος είναι μια έννοια που γεννάται από απόφαση του ΡΙΚ, δηλαδή δεν υπάρχει υποψήφιος πρόεδρος in abstracto.για σκοπούς του Νόμου αναγνωρίζεσαι από το ΡΙΚ ως υποψήφιος πρόεδρος ή δεν αναγνωρίζεσαι. Όταν αναγνωριστείς ως υποψήφιος πρόεδρος έχεις τα προνόμια που παραθέτει ο νόμος, εάν δεν αναγνωριστείς, τότε υπάρχει διοικητική απόφαση ότι δεν σε αναγνωρίζω και επομένως δεν δικαιούσαι στα όσα προνοεί ο νόμος. Αλλά φυσικά έχεις δικαίωμα προσφυγής.εάν γίνει προσφυγή σε σχέση με το θέμα υποψηφίου προέδρου ή οποιαδήποτε άλλη διοικητική απόφαση και το σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ότι το ΡΙΚ κακώς έπραξε και ακυρώσει τότε ενεργοποιούνται οι άλλες διατάξεις του 146 που ενδεχομένως να επιτρέψουν την αναζήτηση και επιδίωξη αποζημιώσεων.αλλά η αποκλειστική δικαιοδοσία αναφέρεται στη διαπίστωση της νομιμότητας της πράξης.το αρ.40 αναφέρεται σε παραβίαση εκτέλεσης καθήκοντος. Αυτό εξετάζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο στην περίπτωση των διοικητικών πράξεων, εάν (όμως) κινήσεις αγωγή του γενικού διευθυντή για αμέλεια.αυτό είναι άλλο θέμα, δεν είναι διοικητικό δίκαιο.επομένως, το σεβαστό Δικαστήριο έχει πολύ σωστά διαπιστώσει την αλληλουχία μεταξύ του 146 και του αστικού δικαίου. πρέπει να προηγηθεί απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου.από εκεί και εκεί τα άλλα έπονται.». Στην αντιπέρα όχθη ο κ. Διομήδους, με την εξ' ίσου ικανή αγόρευση του, υποστήριξε ουσιαστικά ότι το όλο θέμα θα πρέπει να προσεγγιστεί υπό το πρίσμα του αρ.40 του Νόμου, οι πρόνοιες του οποίου παραπέμπουν ρητά και ξεκάθαρα σε δικαίωμα καταχώρησης αγωγής «.εναντίον του Ιδρύματος. αναφορικά με οποιαδήποτε ισχυριζόμενη αμέλεια ή παράλειψη κατά την εκτέλεση του Νόμου αυτού, καθήκοντος ή εξουσίας.». Οι εν λόγω πρόνοιες, υποστήριξε ο συνήγορος, οι οποίες υπήρχαν βέβαια εξ' αρχής στο Νόμο, ουδέποτε εξετάστηκαν στα πλαίσια των αποφάσεων που παρέπεμψε η πλευρά της εναγόμενης αλλά ούτε και το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής τους εξετάστηκε ποτέ από οποιοδήποτε Δικαστήριο. Εφόσον όμως υποθέσεις όπως η ALECOS CONSTANTINIDES v. THE CYPRUS BROADCASTING CORPORATION
(1963)5 RSCC 34 καταδεικνύουν, σύμφωνα με το συνήγορο, ότι οι πρόνοιες του Κεφ.300Α δημιουργούν δικαιώματα που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, συνάγεται ότι όλα ουσιαστικά τα θέματα που καλύπτει ο Νόμος, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος συνεπεία αμέλειας ή άλλως πώς, δύνανται, κατ' εφαρμογή του αρ.40, να αποφασιστούν και στα πλαίσια αγωγής. Εξέτασα με προσοχή τα όσα ενδιαφέροντα τέθηκαν ενώπιον μου και θα πρέπει να αναφέρω από το παρόν στάδιο ότι, όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, το εγειρόμενο θέμα δεν είναι καθόλου εύκολο να αποφασιστεί, από νομικής τουλάχιστο σκοπιάς. Βεβαίως, όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην Βύρωνας Κώστας ν. Kυπριακής Δημοκρατίας
(1999)3 ΑΑΔ 77, «.Επίμοχθο, όμως, όσο και αν είναι (το έργο του Δικαστηρίου), πρέπει να το εκπληρώσουμε.». Σημειώνω λοιπόν τα εξής. Έχοντας διεξέλθει των ισχυρισμών που προβάλλει ο ενάγοντας στην Ε/Α του για να σκιαγραφήσει το αγώγιμο δικαίωμα που ισχυρίζεται ότι έχει εναντίον της εναγόμενης, οι οποίοι είναι και οι ισχυρισμοί που προσδιορίζουν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων ΦΙΛΙΠΠΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 280/2013, 16/11/2020), είναι θεωρώ ξεκάθαρο ότι ο «πυρήνας» της αγωγής (βλ. Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389) παρουσιάζεται από τον ίδιο τον ενάγοντα να είναι η θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός ήταν και έπρεπε να θεωρηθεί από την εναγόμενη ότι ήταν, «υποψήφιος πρόεδρος» εν τη εννοία του Κεφ.300Α. Αυτό είναι ουσιαστικά και το πρωταρχικό ζήτημα που ο ενάγοντας θα καλέσει το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει με την παρούσα αγωγή. Εφόσον όμως είναι αυτός ο πυρήνας της αγωγής, τότε σύμφωνα με το λόγο (ratio) όλων των αποφάσεων στις οποίες παρέπεμψε ο κ. Πολυβίου, τα όσα παρουσιάζονται να συνθέτουν την παρούσα αγωγή και τα αγώγιμα δικαιώματα που προωθεί με αυτή ο ενάγοντας, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής εξέτασης ή κρίσης στα πλαίσια μιας πολιτικής αγωγής αφού εκφεύγουν της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αυτό γιατί, σύμφωνα με τις Γεωργιάδης και Ιωσηφίδης
(2006)ανωτέρω), το λόγο των οποίων θα παραφράσω, επειδή το ΡΙΚ είναι όχι μόνο ο αντικειμενικότερος κριτής να αποφασίσει κατά πόσο άτομο που εξαγγέλλει δημόσια πρόθεση υποβολής υποψηφιότητας για ανάδειξη του σαν Προέδρου, ικανοποιεί μια η περισσότερες από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης στο σχετικό ορισμό του αρ.2 του Νόμου, αλλά και το αποκλειστικά αρμόδιο όργανο να αποφασίσει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας ως διοικητικό όργανο, κατά πόσο ένα άτομο μπορεί ή όχι να θεωρηθεί σαν 'υποψήφιος πρόεδρος' μέσα στην έννοια του Νόμου, το δικαίωμα στην ραδιοτηλεοπτική κάλυψη που προνοεί ο Νόμος και το οποίο προωθεί με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας, γεννάται μόνο κατόπιν διοικητικής απόφασης του ΡΙΚ με την οποία αναγνωρίζεται στο συγκεκριμένο άτομο η εν λόγω ιδιότητα. Η στάση τώρα αυτή του ΡΙΚ ως προς το κατά πόσο κάποιος είναι ή όχι υποψήφιος πρόεδρος εν τη έννοια του Νόμου, συνιστά απόφαση που λαμβάνεται στα πλαίσια άσκησης της διοικητικής λειτουργίας και ευχέρειας του ΡΙΚ και συνεπώς ελέγχεται δικαστικά μόνο με βάση τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της άσκησης της διοικητικής ευχέρειας της διοίκησης σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Συνεπώς, εφόσον σύμφωνα με το λόγο των Γεωργιάδης και Ιωσηφίδης
(2006)ανωτέρω, η απόφαση του ΡΙΚ για αναγνώριση κάποιου ως υποψηφίου προέδρου εν τη εννοία του Νόμου, είναι εκτελεστού χαρακτήρα και ουσιαστικά γενεσιουργός των θέσμιων δικαιωμάτων που προωθεί με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας (βλ. π.χ. Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας
(1992)3 ΑΑΔ 160), για να δικαιούται κάποιο πρόσωπο, όπως ο τελευταίος, να εγείρει πολιτική αγωγή εναντίον του ΡΙΚ για να διεκδικήσει τα εν λόγω δικαιώματα, θα έπρεπε, είτε να είχε προηγηθεί απόφαση του ΡΙΚ με την οποία να του είχε αναγνωριστεί η ιδιότητα του υποψηφίου προέδρου εν τη εννοία του Νόμου. Κατά τον ίδιο και ανάλογο τρόπο, σε περίπτωση που το ΡΙΚ δεν αναγνώρισε το εν λόγω πρόσωπο ως υποψήφιο πρόεδρο εν τη εννοία του Κεφ.300Α, είτε λόγω παράλειψης να το πράξει είτε λόγω συνειδητής απόφασης του, τότε το αγώγιμο δικαίωμα του κάθε προσώπου που θεωρεί ότι έχει ζημιωθεί από αυτή την παράλειψη ή απόφαση, γεννάται μόνο αν Δικαστήριο που ασκεί δικαιοδοσία δυνάμει του Αρ.146Σ δηλώσει τελεσίδικα και αμετάκλητα αντίθετη κρίση από αυτή του ΡΙΚ ή ακυρώσει την απόφαση του τελευταίου (βλ. μεταξύ άλλων Δημοκρατία ν. Success Advert. Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 153, Φιλίππου ανωτέρω και Takis P.Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Γ ΑΑΔ, 1424). Η πλευρά του ενάγοντα τώρα με κάλεσε ουσιαστικά να «επανεξετάσω» το λόγο (ratio) των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006)υπό το φως των προνοιών του αρ.40 του Νόμου. Αυτό γιατί οι εν λόγω πρόνοιες, οι οποίες αναφέρονται σε καταχώρηση αγωγής εναντίον του ΡΙΚ για τυχόν παραλείψεις του να εκτελέσει τα εκ του Κεφ.300Α καθήκοντα του, και δη αγωγής εν τη εννοία των Ν.14/60, Κεφ. 6 και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. αναφορές σε «καταχώρηση αγωγής», «βάση αγωγής» και «ενάγοντας»), δεν φαίνεται να εξετάστηκαν ή να λήφθηκαν υπόψη όταν εκφράζονταν οι δικαστικές κρίσεις στις Γεωργιάδη, Ιωσηφίδη αλλά και στις άλλες αποφάσεις που παραπέμπει η εναγόμενη αναφορικά με το ποιος είναι ο δικαιοδοτικά αρμόδιος κριτής της έννοιας υποψήφιος πρόεδρος που προνοεί το Κεφ.300Α. Το ερώτημα βεβαίως που προκύπτει ευθέως συνεπεία της πιο πάνω θέσης του κ. Διομήδους, είναι το κατά πόσο ο λόγος των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006)καθώς επίσης και των όσων αποφάσεων υιοθέτησαν ή ταυτίζονται με το λόγο αυτό, συνιστά ή όχι δεσμευτικό νομολογιακό προηγούμενο για το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία. Αυτό γιατί αν ο επί του προκειμένου λόγος (ratio) συνιστά όντως δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο νομολογία (stare decisis), τότε η οποιαδήποτε επανεξέταση του λόγου αυτού, έστω και αν υπάρχουν λόγοι που τη δικαιολογούν, δεν μπορεί να γίνει από το παρόν πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά μόνο από Δικαστήριο ίσου τουλάχιστο βαθμού δεσμευτικότητας με το Δικαστήριο που τις εξέδωσε. Ευνόητο είναι βέβαια ότι αν πρόκειται όντως για δεσμευτική νομολογία, τότε το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το συγκεκριμένο λόγο (ratio) ως έχει, ανεξάρτητα του αν θεωρεί ή προβληματίζεται ως προς το κατά πόσο αποφασίστηκε εσφαλμένα ή όχι (βλ. μεταξύ άλλων MICHAEL DEMETRIOU ZAVOS ν. THE POLICE
(1963)1 CLR 57, REPUBLIC (MINISTER OF FINANCE AND ANOTHER) ν. DEMETRIOS DEMETRIADES
(1977)3 CLR 213, BYRON PAVLIDES ν. REPUBLIC (COMMISSIONER OF INCOME TAX AND ANOTHER)
(1967)3 CLR 217, Δημοκρατία ν. Θαλασσινού
(1991)3 ΑΑΔ 203 και Μαυρογένης ν. Βουλής κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315). Εδώ όμως είναι που έγκειται και η νομική «δυσκολία» του υπό εξέταση θέματος. Εξηγώ Όλες οι πιο πάνω αποφάσεις που αναφέρθηκαν στο δικαιοδοτικό θέμα που εγείρεται στην παρούσα πολιτική αγωγή, και τις οποίες αποφάσεις η πλευρά της εναγόμενης επικαλείται για να υποστηρίξει τις θέσεις της, ενώ η πλευρά του ενάγοντα ζητά όπως «επανεξεταστούν», συνιστούν αποφάσεις οι οποίες λήφθηκαν αποκλειστικά στα πλαίσια της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Αρ.146Σ. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι τόσο η Γεωργιάδης όσο και άλλες αποφάσεις που αργότερα υιοθέτησαν το λόγο της (βλ. π.χ. Ιωσηφίδης
(2004), Μαυρογένης
(1993), Στυλιανού και Αντωνιάδου ανωτέρω), συνιστούν αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συνεπώς δεν συνιστούν δεσμευτικό νομολογιακό προηγούμενο, είναι όμως υψηλής πειστικής αξίας (persuasive value), γεγονός που καθιστά την παρέκκλιση από αυτές επιτρεπτή μόνο σε περίπτωση ρητής διαφωνίας με το λόγο (ratio) τους (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20 και σύγγραμμα «Το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο, οι κανόνες της Επιείκειας και η εφαρμογή τους στην Κύπρο» υπό Γ.Μ. Πική σελ. 49 - 61 και 70 - 73). Την ίδια στιγμή όμως, η Ιωσηφίδης
(2006)καθώς επίσης και οι Στυλιανου ανωτέρω (Ολομέλεια Ανωτάτου), η ΠΑΚΟΠ κ.ά. ν. ΡΙΚ κ.ά.
(1992)4 Α.Α.Δ. 1992 και η Ιωσηφίδης ν. Ρ.Ι.Κ.
(2003)3 A.A.Δ. 213, οι οποίες είτε υιοθέτησαν το λόγο των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006)είτε κινήθηκαν στις ίδιες γραμμές, συνιστούν αποφάσεις που εκδόθηκαν σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο και επομένως η βαρύτητα τους τουλάχιστο, είναι σαφώς μεγαλύτερη. Είναι όμως δεσμευτικές οι εν λόγω αποφάσεις για το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία; Όπως έχει νομολογηθεί, οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται από Δικαστήριο που ασκεί δικαιοδοσία και αρμοδιότητα δυνάμει του Αρ.146Σ, είναι, ανεξαρτήτως βαθμού, δεσμευτική δυνάμει του Αρ.148Σ, έναντι όλων (erga omnes), μόνο όμως στο βαθμό που αφορά τη συγκεκριμένη διοικητική πράξη, απόφαση ή παράλειψη που συνιστά το αντικείμενο της υπό εξέταση διοικητικής προσφυγής καθώς επίσης και τους συγκεκριμένους διαδίκους που το εν λόγω διοικητικό Δικαστήριο έχει ενώπιον του. Μάλιστα δε, ακόμη και όταν το Δικαστήριο που ασκεί διοικητική δικαιοδοσία δυνάμει του Αρ.146Σ κρίνει ότι οι πρόνοιες ενός Νόμου είναι αντισυνταγματικές, η απόφαση του αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι το Αρ.146Σ δεν παρέχει δικαιοδοσία ακύρωσης Νόμων ως αντισυνταγματικών ή έκδοσης αποφάσεων επί συνταγματικότητας καθολικής και γενικής εφαρμογής, δεν δεσμεύει κανένα άλλο πρόσωπο ή Δικαστήριο παρά μόνο το ίδιο και τα ενώπιον του θέματα και διαδίκους (βλ. Pavlides και Demetriades ανωτέρω). Η πιο πάνω αρχή της μη καθολικής δεσμευτικότητας αποφάσεων παρά μόνο σε σχέση με τους συγκεκριμένους διάδικους και το ζήτημα που αφορά αποκλειστικά σε αυτούς, φαίνεται να έχει τις ρίζες της στον συνταγματικό διαχωρισμό μεταξύ των δύο εντελώς διαφορετικών δικαιοδοσιών που εκ του Συντάγματος θεσπίστηκαν να ασκούν, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο από τη μια και το Ανώτατο Δικαστήριο από την άλλη και οι οποίες δικαιοδοσίες, όπως επεσήμανε ο μ.Α.Λοΐζου ΔΔ στην Θαλασσινού
(1991)ανωτέρω, «.με τον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμο του 1964, (Νόμος, Αρ. 33 του 1964) έχουν συγχωνευθεί σε ένα Δικαστήριο το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά η αντιστοιχεία ισχύει.». Σημειώνω εδώ ότι σε παρόμοιο σχόλιο προέβη και ο μ. Μ. Τριανταφυλλίδης Δ στην περιβόητη υπόθεση THE ATTORNEY-GENERAL OF THE REPUBLIC ν. MUSTAFA IBRAHIM AND OTHERS
(1964)1 CLR 195, όπου στη δική του απόφαση ανέφερε ότι ένας εκ των λόγων που ο Ν.33/64 δεν προσέκρουε στο Σύνταγμα, ήταν διότι «.σύμφωνα με το άρθρο 9 (του Ν.33/64), τα άρθρα 146 και 152 (Άρθρα του Συντάγματος τα οποία αφορούν στις δικαιοδοσίες των δύο Δικαστηρίων) δεν έχουν ούτε καταργηθεί ούτε παρεμβληθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Οι αρμοδιότητες που προβλέπονται σε αυτά παραμένουν ανέπαφες. Έχει προβλεφθεί μόνο η άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών από το Ανώτατο Δικαστήριο (μαζί με άλλες αρμοδιότητες του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου) λόγω της αδυναμίας λειτουργίας του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ανώτατου Δικαστηρίου..» (ελεύθερη μετάφραση). Από μεταγενέστερες της Ibrahim αποφάσεις δε, προκύπτει ότι η πιο πάνω αρχή της μη καθολικής δεσμευτικότητας η οποία προέρχεται από το συνταγματικό διαχωρισμό των δύο Δικαστηρίων, δεν περιορίζεται μόνο σε αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που ασκείται δυνάμει του Αρ.146Σ αλλά εκτείνεται και σε όλες τις αποφάσεις που εκδίδονται στα πλαίσια των ειδικών δικαιοδοσιών που ασκεί πλέον το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Συντάγματος και του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου (Ν.33/64), ήτοι των δικαιοδοσιών που προηγουμένως ασκούσε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (βλ. Demetriades ανωτέρω καθώς και τη Μαυρογένης
(1996)η οποία συνιστά απόφαση που εκδόθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό την ιδιότητα του Εκλογοδικείου. Ενδεικτικές τώρα του βαθμού δεσμευτικότητας των αποφάσεων που λαμβάνονταν προηγουμένως από το Ανώτατο Συνταγματικό, και από το 1964 και εντεύθεν, από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' εφαρμογή του Ν.33/64 είναι οι Zavos, Pavlides και Demetriades ανωτέρω. Στην Pavlides, το λόγο της οποίας υιοθέτησε στη συνέχεια η πλειοψηφία της Πλήρους Ολομέλειας ως Εκλογοδικείο στην Μαυρογένης
(1996), λέχθηκε ότι όταν το Αρ. 148Σ εφαρμόζεται σε απόφαση η οποία εκδίδεται βάσει του Αρ. 146Σ, το αποτέλεσμα είναι ότι, είναι αυτή τούτη η απόφαση στη συγκεκριμένη προσφυγή η οποία είναι δεσμευτική σε όλα τα δικαστήρια, όργανα ή αρχές και πρόσωπα στη Δημοκρατία και κάτω από το Άρθρο 148, δεν μπορεί να καταστεί ο,τιδήποτε δεσμευτικό το οποίο δεν εμπίπτει εντός της «δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας» του Άρθρου 146. Με άλλα λόγια, η απόφαση που λαμβάνεται στα πλαίσια του αρ.146Σ είναι δεσμευτική έναντι όλων ως προς το αποτέλεσμα της καθώς επίσης και για οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο ήθελε στη συνέχεια κληθεί να ασκήσει τη δική του δικαιοδοσία επί θεμάτων που συνδέονται με, ή προκύπτουν από, τα συγκεκριμένα ζητήματα που ηγέρθηκαν σε σχέση με τους συγκεκριμένους διαδίκους στη συγκεκριμένη προσφυγή. Δεν μπορεί δηλαδή κάποιο πρόσωπο που δεν καταχώρησε προσφυγή εναντίον μιας διοικητικής πράξης, να επικαλεστεί σε πολιτικό Δικαστήριο ως δεσμευτικό προηγούμενο προς όφελος του την ακύρωση που κάποιο άλλο πρόσωπο πέτυχε στα πλαίσια προσφυγής που εκείνο καταχώρησε δυνάμει του Αρ.146Σ. Και κατ' ανάλογο τρόπο, η διοίκηση δεν μπορεί να επικαλεστεί σε πολιτικό Δικαστήριο ως δεσμευτικό προηγούμενο προς όφελος εκείνης, μίαν απόφαση που λήφθηκε στα πλαίσια του Αρ.146Σ με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή που καταχώρησε εναντίον της κάποιο πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα που ήγειρε εναντίον της αγωγή. Βεβαίως, εκεί και όπου επιβάλλεται όπως κάποιος ενάγοντας πετύχει ακυρωτική απόφαση δυνάμει του Αρ.146 προτού καταχωρήσει μια αγωγή εναντίον της διοίκησης, η μη καταχώρηση τέτοιας προσφυγής δεν εμποδίζει τη διοίκηση από του να υποστηρίξει επιτυχώς τη θνησιγένεια της αγωγής. Στη Zavos τώρα, η οποία αποφασίστηκε πριν το Ν.33/64, ήτοι όταν το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ασκούσε το ίδιο τις εξουσίες του, είχε λεχθεί από το ποινικό Εφετείο ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται από το Ανώτατο Συνταγματικό δεν έχουν καθολική εφαρμογή και δεσμευτικότητα στα πρωτόδικα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική και ποινική δικαιοδοσία και τα οποία, εκ του Συντάγματος υπάγονται μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις είναι βέβαια δεσμευτικές γι' αυτά. Παρά ταύτα, οι αποφάσεις του Ανώτατου Συνταγματικού αναγνωρίστηκαν ως δεσμευτικές για το Δικαστήριο που ζήτησε τη γνωμοδότηση του εν λόγω Δικαστηρίου σε σχέση με τα ενώπιον του θέματα, και όπως μεταγενέστερα λέχθηκε στην Demetriades η οποία αποφασίστηκε το 1977 από την Ολομέλεια του Ανωτάτου, ήτοι όταν πλέον οι εξουσίες του Ανωτάτου Συνταγματικού ασκούνταν από το Ανώτατο Δικαστήριο, ως δεσμευτικές και για το όποιο πρωτόδικο Δικαστήριο υπάγεται πλέον στη συγκεκριμένη ειδική δικαιοδοσία, όπως είναι π.χ. η δικαιοδοσία που, από το 1964 και εντεύθεν, ασκείται από μονομελή σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι υπό αυτή την έννοια που λέχθηκε περαιτέρω στη Demetriades ότι οι αποφάσεις που εκδίδονταν από το Ανώτατο Συνταγματικό και πλέον από το Ανώτατο Δικαστήριο, θα πρέπει να θεωρούνται από τα κατώτερα Δικαστήρια της αντίστοιχης δικαιοδοσίας ως αποφάσεις ίσου βαθμού και δεσμευτικότητας με τις αποφάσεις που εκδίδει το Ανώτατο Δικαστήριο ως Εφετείο, ήτοι να θεωρούνται ως δεσμευτικές για τα κατώτερα Δικαστήρια της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τα πρωτόδικα πολιτικά και ποινικά Δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις του Εφετείου - «.such a judgment must be treated for the purposes of the doctrine of judicial precedent as being governed by the same principle that applied to the cases of Courts of first instance being bound by the decisions of Appellate Tribunals.» Επισημαίνω εδώ ότι στη Zavos, το ποινικό Εφετείο διαφώνησε με τη γνωμοδότηση που είχε δώσει στη συγκεκριμένη υπόθεση το Ανώτατο Συνταγματικό, και αν και εξέτασε και αποφάσισε την έφεση θεωρώντας τον πρωτόδικο Δικαστή και τα εκεί επίδικα θέματα δεσμευμένα από την εν λόγω γνωμοδότηση συνεπεία του αρ.144Σ, εντούτοις προχώρησε και εξέφρασε τη δική του νομική κρίση για το συγκεκριμένο θέμα, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα στα πρωτόδικα ποινικά Δικαστήρια που εκ του Συντάγματος υπάγονται σε αυτό και δεσμεύονται από τις αποφάσεις του, όπως μην θεωρήσουν δεσμευτική την συγκεκριμένη γνωμοδότηση του Ανώτατου Συνταγματικού και όπως στο μέλλον μην ακολουθήσουν τη συγκεκριμένη γνωμοδότηση αλλά την απόφαση του Εφετείου. Πώς λοιπόν είναι που θα πρέπει τα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική και ποινική δικαιοδοσία ν' αντιμετωπίζουν τις αποφάσεις που εκδίδονται σε οποιοδήποτε βαθμό στα πλαίσια του Αρ.146Σ, όταν οι εν λόγω αποφάσεις δεν προσκομίζονται απλά για σκοπούς απόδειξης του αποτελέσματος τους, ή διότι αφορούν στους συγκεκριμένους διαδίκους, όταν δηλαδή δεν είναι δεσμευτικές έναντι όλων δυνάμει του Αρ.148Σ; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δύναται θεωρώ να εξαχθεί από τον τρόπο με τον οποίο ο μ. Μ. Τριανταφυλλίδης αναφέρθηκε σε τέτοιες αποφάσεις ως Πρόεδρος του Εφετείου στην Πολιτική Έφεση DIR. OF CUSTOMS ν. GRECIAN HOTEL
(1985)1 CLR 476, , ήτοι ως αποφάσεις που είναι «χρήσιμες» για σκοπούς κατανόησης των εφαρμοστέων στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετικών αρχών του διοικητικού δικαίου - «.As this was an instance of revocation of an unlawful administrative decision it is useful, as regards the general principles of administrative law applicable thereto, to refer to.». Συνοψίζοντας και εφαρμόζοντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση σημειώνω τα ακόλουθα. Εφόσον ούτε από την έρευνα των ευπαίδευτων συνηγόρων αλλά ούτε και από την έρευνα του Δικαστηρίου εντοπίστηκε οποιαδήποτε απόφαση από πολιτικό Εφετείο που να υιοθετεί ως μέρος του δικού της λόγου το λόγο των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006), ή που ο δικός της λόγος σε σχέση με το υπό συζήτηση δικαιοδοτικό θέμα, να συμπλέει με τις εν λόγω αποφάσεις, οπόταν και ο λόγος του Εφετείου θα ήταν πλέον δεσμευτικός για το παρόν Δικαστήριο, και εφόσον για τη συγκεκριμένη περίπτωση του συγκεκριμένου ενάγοντα δεν λήφθηκε ποτέ οποιαδήποτε απόφαση στα πλαίσια του Αρ.146Σ ώστε να τίθεται θέμα δεσμευτικότητας δυνάμει του Αρ. 148Σ, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι δεσμεύομαι κατά τρόπο stare decisis από το λόγο των αποφάσεων που επικαλείται η εναγόμενη. Την ίδια στιγμή όμως, η αναμφίβολα υψηλή πειστική αξία που οι εν λόγω αποφάσεις έχουν, σε συνδυασμό με τη «χρησιμότητα» τους ως προς το πώς είναι που αντιμετωπίζεται το συγκεκριμένο θέμα με βάση τις αρχές του διοικητικού δικαίου, δεν μου επιτρέπουν ούτε να αγνοήσω το λόγο τους αλλά ούτε και να παρεκκλίνω από το λόγο αυτό χωρίς κάποιο αποχρώντα λόγο. Αυτό είναι άλλωστε που επιβάλλει, έστω και στην απουσία δεσμευτικότητας, η ανάγκη για ύπαρξη βεβαιότητας του δικαίου (βλ. μεταξύ άλλων ΡΟΝΑΛΝΤ ΓΟΥΟΤΣ κ.α. ν. ΓΙΑΝΝΗ ΛΑΟΥΡΗ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 319/2008, 7/7/2014). Έχοντας λοιπόν διεξέλθει των επίμαχων προνοιών του Κεφ.300Α, περιλαμβανομένων και των προνοιών του αρ.40 που επικαλείται ο ενάγοντας, μου δημιουργούνται μεν κάποιοι προβληματισμοί οι οποίοι ίσως να δίδουν κάποια νομικά λογική υπόσταση στις θέσεις του τελευταίου, όμως οι προβληματισμοί αυτοί δεν ανάγονται ούτε σε διαφωνία μου με το λόγο των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006)αλλά ούτε και μπορούν να δικαιολογήσουν την επανεξέταση του συγκεκριμένου λόγου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και από το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο. Εξηγώ. Όντως οι πρόνοιες του αρ.40 αναφέρονται σε καταχώρηση πολιτικής αγωγής εναντίον του ΡΙΚ για παράλειψη εκτέλεσης των καθηκόντων που του επιβάλλει το Κεφ.300Α, είτε η εν λόγω παράλειψη ήταν συνειδητή είτε αποτέλεσμα αμέλειας. Η αναφορά όμως σε αγωγή δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και ότι όλα τα δικαιώματα που παρέχει ο νόμος είναι εξ' αρχής ιδιωτικής φύσης ή ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι το αρμόδιο Δικαστήριο να ελέγξει και να επιβάλλει τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου. Αυτό γιατί η αναφορά στο αρ.40 σε «αγωγή» μπορεί να αφορά σε δικαιώματα που εξ' αρχής εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, όπως ήταν τα επίδικα δικαιώματα στην CONSTANTINIDES
(1963)ανωτέρω, όμως μπορεί να αφορά και στα ιδιωτικά δικαιώματα που γεννούνται μόνο αν εξασφαλιστεί πρώτα σχετική απόφαση από Δικαστήριο που ασκεί δικαιοδοσία δυνάμει του Αρ.146Σ, οπόταν σε αυτή τη περίπτωση, το εν λόγω Δικαστήριο είναι, όπως λέχθηκε στις Γεωργιάδης και Ιωσηφίδης
(2006), το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να εξετάσει τις πράξεις ή τις παραλείψεις του ΡΙΚ σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Από μόνη της λοιπόν, η αναφορά στο αρ.40 σε «αγωγή» κανένα προβληματισμό δεν δημιουργεί για την ορθότητα του λόγου των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006). Εκείνο όμως που δημιουργεί κάποιο προβληματισμό είναι η πρόνοια παραγραφής που υπάρχει στο αρ.40 - «.Καμιά αγωγή εναντίον του Ιδρύματος.δεν είναι δυνατή ή εγείρεται σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός αν αρχίσει εντός έξι μηνών αμέσως μετά την επίδικη πράξη, αμέλεια ή παράλειψη ή, σε περίπτωση συνεχιζόμενης ζημιάς ή βλάβης, εντός δώδεκα μηνών αμέσως μετά το τέλος της..». Αυτό γιατί αν κατ' εφαρμογή του συγκεκριμένου λόγου θα πρέπει κάποιος να καταχωρήσει προσφυγή δυνάμει του Αρ.146Σ προτού να δικαιούται να καταχωρήσει αγωγή, τότε, λαμβανομένου υπόψη ότι η προθεσμία για καταχώρηση προσφυγής είναι οι 75 μέρες από την ημέρα γνωστοποίησης της απόφασης (2 ½ μήνες), η οποία γνωστοποίηση ουσιαστικά σηματοδοτεί και την έναρξη της περιόδου παραγραφής του αρ.40, αυτό σημαίνει ότι στον παραπονούμενο απομένει χρόνος μόλις 3 ½ μηνών για να καταχωρήσει την αγωγή του και αυτό βεβαίως νοουμένου ότι εντός του χρόνου αυτού καταστεί δυνατό να ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία. Και αν τώρα στο συλλογισμό αυτό συνυπολογιστούν και τα όσα λέχθηκαν στην Success Advert. Co Ltd
(1996)ανωτέρω, η «ολοκλήρωση» της διοικητικής διαδικασίας δεν επιτυγχάνεται με την έκδοση πρωτόδικης απόφασης στην προσφυγή αλλά μόνο «.όταν έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία υποβολής έφεσης, είτε όταν η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαιώσει την ακυρότητα της διοικητικής πράξης.». Κάτι τέτοιο όμως δεν συνεπάγεται μόνο πρακτικά προβλήματα αλλά και καθιστά ουσιαστικά τον παραπονούμενο όμηρο των ενεργειών της διοίκησης, η οποία όχι μόνο μπορεί να καταφύγει σε τακτικές καθυστέρησης εκδίκασης της προσφυγής αλλά μπορεί και να καταχωρήσει απλά μια έφεση εναντίον της ακυρωτικής απόφασης ώστε να «ροκανίσει» περισσότερο το χρόνο. Την ίδια στιγμή, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα δικαιώματα που παρέχει το Κεφ.300Α εμπίπτουν εξ' αρχής στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, αυτό συνεπάγεται και ότι ο χρόνος παραγραφής του αρ.40 ενδέχεται να μην μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο για όλες τις περιπτώσεις, αν σε κάποιες θα πρέπει να προηγηθεί η καταχώρηση προσφυγής. Τα όσα όμως αναφέρονται ανωτέρω ως προβληματισμοί του παρόντος Δικαστηρίου, δεν άπτονται κατ' ανάγκη της ορθότητας του λόγου των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006), αν μη τι άλλο διότι σ' εκείνες τις αποφάσεις, ένεκα της φύσης της διαδικασίας, ο χρόνος παραγραφής για την καταχώρηση αγωγής δεν θα μπορούσε να εξεταστεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, τα όσα περί παραγραφής αναφέρονται στο αρ.40 δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν τον αποχρώντα λόγο που χρειάζεται το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο για να διαφωνήσει με το λόγο των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006)αφού τα θέματα αυτά μπορούν πολύ απλά να αποτελέσουν το αντικείμενο εξέτασης του πώς θα πρέπει, υπό το φως του λόγου των συγκεκριμένων αποφάσεων, να ερμηνευτεί και να εφαρμοστεί η πρόνοια παραγραφής του αρ. 40, αναλόγως βέβαια και της κάθε περίπτωσης. Και σίγουρα, εφόσον θέμα παραγραφής δεν εγείρεται στην παρούσα περίπτωση, δεν προτίθεμαι να επεκταθώ επί αυτού. Πέραν και ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, θα πρέπει να επισημάνω και το εξής σημαντικό. Μπορεί μεν να μην υπάρχει οποιοδήποτε δεσμευτικό προηγούμενο για το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο σε σχέση με το συγκεκριμένο δικαιοδοτικό θέμα που ηγέρθηκε, υπάρχει όμως δεσμευτικό προηγούμενο ως προς το ότι «.Ο διαχωρισμός.μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος.η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο.» (βλ. Πολιτική Έφεση TAKIS P. MARKIDES ανωτέρω και την αναφορά που η εν λόγω αυθεντία κάνει στην Πολιτική Έφεση Λανίτη Λτδ και Άλλοι v. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 αλλά και στην Αναθεωρητική Έφεση Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453 την οποία υιοθέτησε ως μέρος του λόγου της). Ακόμη δηλαδή και αν το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο διαφωνούσε με το λόγο των Γεωργιάδη και Ιωσηφίδη
(2006), η δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο νομολογία δεν του επιτρέπει να ερμηνεύσει τις πρόνοιες του Κεφ.300Α ως παρέχουσες δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να εξετάσει τα ίδια θέματα που το ανώτατο επίπεδο του διοικητικού Δικαστηρίου έχει ήδη αποφασίσει ότι εμπίπτουν στη δική του δικαιοδοσία. Αυτό γιατί κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ουσιαστικά δικαστική κρίση, και δη πρωτόδικη, ότι, αντίθετα με τη δεσμευτική νομολογία, τελικά υπάρχουν περιπτώσεις όπου «.οι δύο δικαιοδοσίες εφάπτονται.». Βεβαίως, εφόσον σε επίπεδο Εφετείου δεν υπάρχει κανένας εκ των πιο πάνω «περιορισμών» που περιβάλλουν την άσκηση των εξουσιών των Επαρχιακών Δικαστηρίων (βλ. μεταξύ άλλων Demetriades, Zavos και Pavlides ανωτέρω), το Εφετείο φαίνεται στο τέλος της ημέρας να είναι και το επίπεδο στο οποίο θα πρέπει να οδηγηθεί το όλο θέμα ώστε να υπάρξει τελεσίδικη απόφαση επί αυτού. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, δεν θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση παρέχεται περιθώριο στο παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο να μην ακολουθήσει την ίδια γραμμή με τις Γεωργιάδης και Ιωσηφίδης
(2006)ως προς το ότι το ΡΙΚ είναι το αποκλειστικά αρμόδιο όργανο να αποφασίσει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσο ένα άτομο μπορεί ή όχι να θεωρηθεί σαν «υποψήφιος πρόεδρος» μέσα στην έννοια του Νόμου ώστε να δικαιούται στην προβλεπόμενη ραδιοτηλεοπτική κάλυψη, και ότι η στάση που θα τηρήσει το ΡΙΚ στο θέμα αυτό, ελέγχεται δικαστικά μόνο με βάση τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της άσκησης της διοικητικής ευχέρειας της διοίκησης σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Κατ' επέκταση, για να γεννηθεί οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ΡΙΚ σε σχέση με τη στάση που τήρησε απέναντι σε κάποιο πρόσωπο που θεωρεί τον εαυτό του ως «υποψήφιο πρόεδρο» εν τη εννοία του Κεφ.300Α, ως είναι δηλαδή η περίπτωση του εδώ ενάγοντα, θα έπρεπε είτε το ΡΙΚ να είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπο αυτό τη συγκεκριμένη ιδιότητα αλλά παρά ταύτα να μην του παρείχε την προβλεπόμενη κάλυψη, είτε να μην τον είχε αναγνωρίσει ως «υποψήφιο Πρόεδρο» εν τη εννοία του Νόμου και η στάση αυτή του ΡΙΚ να προσβλήθηκε με επιτυχία στα πλαίσια προσφυγής δυνάμει του Αρ.146Σ. Εφαρμόζοντας τώρα τα πιο πάνω στην περίπτωση του εδώ ενάγοντα, λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός ότι ο τελευταίος δεν αναγνωρίστηκε από το ΡΙΚ ως «υποψήφιος πρόεδρος» εν τη εννοία του Νόμου, ως ο ίδιος άλλωστε ισχυρίζεται, και αφ' ετέρου ότι δεν εξασφάλισε ποτέ προηγουμένως οποιαδήποτε απόφαση στα πλαίσια του Αρ.146Σ που να δηλώνει το αντίθετο, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής και να αποδώσει στον ενάγοντα τις θεραπείες που αξιώνει με αυτή. Αυτό διότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τους συγκεκριμένους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, εκείνο που ζητά ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή είναι ουσιαστικά όπως το Επαρχιακό Δικαστήριο ασκήσει τη δική του δικαιοδοσία για να εξετάσει και να αποφασίσει τα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του διοικητικού Δικαστηρίου, να εξετάσει και να αποφασίσει δηλαδή, όχι μόνο το αν αυτός ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο «υποψήφιος πρόεδρος» εν τη εννοία του Κεφ.300Α αλλά και το αν η επί του προκειμένου στάση που επέδειξε το ΡΙΚ απέναντι του, συνιστούσε έκνομη ουσιαστικά λειτουργία της διοίκησης. Η παρούσα αγωγή συνεπώς δεν μπορεί παρά να απορριφθεί από αυτό το στάδιο λόγω του ότι εκφεύγει της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ως τέτοια απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγομένης και εναντίον ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 40.-
(1)Καμιά αγωγή εναντίον του Ιδρύματος, του Προέδρου ή μελών του, του Γενικού Διευθυντή ή οποιουδήποτε υπαλλήλου του Ιδρύματος για οποιαδήποτε πράξη που έγινε, σύμφωνα ή προς εκτέλεση, ή προτιθέμενη εκτέλεση οποιουδήποτε Νόμου, ή οποιουδήποτε δημόσιου καθήκοντος ή εξουσίας, ή αναφορικά με οποιαδήποτε ισχυριζόμενη αμέλεια ή παράλειψη κατά την εκτέλεση του Νόμου αυτού, καθήκοντος ή εξουσίας, δεν είναι δυνατή ή εγείρεται σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός αν αρχίσει εντός έξι μηνών αμέσως μετά την επίδικη πράξη, αμέλεια ή παράλειψη ή, σε περίπτωση συνεχιζόμενης ζημιάς ή βλάβης, εντός δώδεκα μηνών αμέσως μετά το τέλος της.
(2)Καμιά αγωγή δεν αρχίζει εναντίον του Ιδρύματος μέχρι ένα μήνα τουλάχιστον μετά από την επίδοση προς το Ίδρυμα γραπτής ειδοποίησης περί της πρόθεσης να αρχίσει αυτή από τον προτιθέμενο ενάγοντα η αντιπρόσωπο του~ και η ειδοποίηση αυτή δηλώνει καθαρά και ευκρινώς τη βάση της αγωγής, τις λεπτομέρειες της αξίωσης, το όνομα και τόπο διαμονής του προτιθέμενου ενάγοντα και τη θεραπεία που απαιτεί. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.