Γ.Κ. ν. Σ.Δ., ανήλικου, δια των γονέων και φυσικών κηδεμόνων και πλησιέστερων φίλων και συγγενών αυτού Α.Δ. και Κ.Έ.Δ., από την Λευκωσία, Αρ. Αγωγής: 4383/2017, 25/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A442 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4383/2017 Μεταξύ: Γ.Κ. Ενάγοντα -και- Σ.Δ., ανήλικου, δια των γονέων και φυσικών κηδεμόνων και πλησιέστερων φίλων και συγγενών αυτού Α.Δ. και Κ.Έ.Δ., από την Λευκωσία Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 31.7.2020, για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 25.8.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κ. M. Γεωργίου Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: κ. E. Χειμώνας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή, ημερομηνίας 31.07.2021, με την οποία ζητεί όπως του επιτραπεί να προβεί σε τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησής του. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι εκτεταμένη και μεταξύ άλλων επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμών ως προς την έκταση των ειδικών ζημιών που κατ' ισχυρισμόν υπέστη ο Ενάγων. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.48 θ.θ. 1-9 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης της Επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στην πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Ο ομνύων αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και ισχυρίζεται ότι οι λεπτομέρειες ειδικών ζημιών περιήλθαν εις γνώση του στις 17.1.2020. Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η αίτηση στις 18.12.2020 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Με την ένστασή της η πλευρά του Εναγόμενου ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και ότι αυτή καταχωρείται με υπέρμετρη καθυστέρηση. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση/Εναγομένου συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του πατέρα του Εναγομένου. Διαδικασία - Γεγονότα Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v. Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ
- Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι στις 28.11.2017 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αγωγή. Στις 2.11.2018 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο και στις 4.12.2019 καταχωρήθηκε Υπεράσπιση εκ μέρους του Εναγομένου. Στις 21.2.2020 καταχωρήθηκε κλήση για οδηγίες και η απάντηση στην Υπεράσπιση. Σύμφωνα δε με το πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 28.7.2020, το δικόγραφο της απάντησης στην Υπεράσπιση κρίθηκε εμπρόθεσμο. Τέλος, στις 31.7.2020 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Νομική πτυχή - Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Τονίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση καταχωρήθηκε στο στάδιο μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 θ.
- Εντούτοις για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και τις τρεις κρίσιμες διατάξεις της νέας Διαταγής
- Η Δ.25 θ.θ. 1, 2 και 3 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: 1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Από το λεκτικό των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Όσο προχωρά η διαδικασία, το εύρος της ευχέρειας τροποποίησης στενεύει. Έτσι, στο στάδιο πριν την επίδοση του κλητηρίου, ο ενάγων μπορεί, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όποτε επιθυμεί και όσες φορές επιθυμεί να προβεί σε τροποποίηση αυτού. Στο επόμενο στάδιο, μετά την ανταλλαγή δικογράφων, και πριν την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, επιτρέπεται για μια φορά (άπαξ) η τροποποίηση δικογράφου χωρίς και πάλι την άδεια του Δικαστηρίου. Μετά όμως την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της Δ.25 θ.3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι για σκοπούς της νέας Διαταγής 25 θ.3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί πλήρως η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, αφού το λεκτικό της νέας Δ.25 θ.3 διαφοροποιείται ουσιωδώς από το λεκτικό της προηγούμενης Διαταγής
- Έτσι η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή, η οποία έχει ως βάση τις αρχές που διαπλάθηκαν από τη νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αντίθετα, κρίσιμο στην υπό συζήτηση υπόθεση είναι να διαπιστωθεί το κατά πόσο η παρούσα υπόθεση εμπίπτει σε μια εκ των δυο εξαιρέσεων που καθιερώνει η Δ.25 θ.3, ώστε να είναι εφικτή η τροποποίηση. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι τα γεγονότα που αποτέλεσαν το έναυσμα για τη συνειδητοποίηση της ανάγκης για τροποποίηση ήταν γνωστά στον Ενάγοντα από τις 17.1.2020, ήτοι πριν την καταχώρηση της κλήσεως για οδηγίες και της απάντησης στην Υπεράσπιση. Επίσης, προκύπτει ότι η δικογραφία έκλεισε με την καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση, το οποίο καταχωρήθηκε στις 21.2.
- Επομένως, τα γεγονότα επί των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί η τροποποίηση ήταν γνωστά στον Ενάγοντα πριν την συμπλήρωση της δικογραφίας. Συνεπώς, δεν εφαρμόζεται η δεύτερη εξαίρεση της Δ.25 θ.
- Απομένει, λοιπόν, να εξεταστεί το κατά πόσο στην παρούσα, η μη συμπερίληψη των επιδιωκομένων ισχυρισμών εμπίπτει στην έννοια του καλόπιστου λάθους. Όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω με την τροποποιημένη Δ.25 θ.3, η τροποποίηση δικογράφου είναι πλέον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Πλέον, για να είναι εφικτή η τροποποίηση, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η σκοπούμενη τροποποίηση στοχεύει στη διόρθωση «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας». Δηλαδή το υπό διόρθωση λάθος θα πρέπει να είναι καλόπιστο και να οφείλεται σε παραδρομή στη σύνταξη της δικογραφίας. Έτσι, η έννοια του λάθους, που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τροποποίησης, προσδιορίζεται από το λεκτικό της δικονομικής διάταξης, ως οφειλόμενο σε παραδρομή και σχετιζόμενο με τη σύνταξη της δικογραφίας. Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι, όταν το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, στις αποφάσεις Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2C.L.R. 429 και Γεωργίου v. Total Properties Ltd
(2011)1B
- Στην υπό εξέταση δικονομική Διάταξη το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές και συνδέει το καλόπιστο του λάθους σε λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Αν ο νομοθέτης ήθελε η Δ.25 θ.3 να επιτρέπει την οποιαδήποτε τροποποίηση και διόρθωση οποιουδήποτε λάθους σε οποιαδήποτε έκταση ή εξ οιασδήποτε αίτιας δεν θα περιόριζε το λεκτικό του Νόμου σε λάθος που προκύπτει στη σύνταξη της δικογραφίας. Στην υπό κρίση υπόθεση η πλευρά του Ενάγοντα δεν επικαλείται τέτοιο λάθος. Το μόνο που ισχυρίζεται ο ομνύων είναι ότι η όποια τυχόν καθυστέρηση οφείλεται σε παρερμηνεία των θεσμών. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Άλλωστε ούτε στην αγόρευση του Ενάγοντα γίνεται τέτοια εισήγηση. Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στην πρώτη εξαίρεση της Δ.
- θ.
- Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Υπ. ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο