← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. URBANCO DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2202/13, 31/8/2021

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. URBANCO DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2202/13, 31/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A445 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2202/13 ΜΕΤΑΞΥ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας -και-

  1. URBANCO DEVELOPMENTS LTD
  2. XXXXX ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ
  3. DATAMASTER LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Αυγούστου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Α. Κλεάνθους Για Εναγόμενους 1-3: κ. Σ. Ιερωνυμίδης μαζί με κ. Ε. Τονικίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή, η Ενάγουσα αξιοί το ποσό των €16.160,86 ως υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού XXXXX2735 πλέον τόκο 14%. Επίσης αξιοί το ποσό των €43.418,01 ως χρεωστικό υπόλοιπο της σύμβασης δανείου με αριθμό XXXXX4709, πλέον τόκο προς 14%. Επιπρόσθετα, αξιοί εναντίον της Εναγόμενης 1 και διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, ενάγονται υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητές της Εναγόμενης
  4. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ
  1. Η Ενάγουσα, στην έκθεση απαίτησής της, αναφέρθηκε στη συμφωνία ημερομηνίας 4.4.1997 και στους όρους αυτής. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 2 στις 4.4.1997 εγγυήθηκε το όποιο τυχόν οφειλόμενο μέχρι του ποσού των 2.000 Λ.Κ., πλέον τόκους, προμήθειες και έξοδα. Ήταν ρητός όρος της εν λόγω συμφωνίας εγγύησης ότι το όριο αυτής θα αυξανόταν σε περίπτωση αύξησης του ορίου των πιστωτικών διευκολύνσεων. Περαιτέρω, η Ενάγουσα δικογράφησε τον ισχυρισμό ότι στις 10.6.1998 παραχώρησε, υπό την εγγύηση του Εναγόμενου 2, περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 και αναφέρθηκε στους όρους αυτών. Επίσης, στην έκθεση απαίτησης η Ενάγουσα δικογράφησε και τον ισχυρισμό περί συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 13.9.2000 και πάλι υπό την εγγύηση του Εναγόμενου 2 και αναφέρθηκε στους όρους της επίδικης συμφωνίας. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 λάμβαναν ειδοποίηση σε σχέση με την αύξηση των εκάστοτε επιτοκίων και τραπεζικών προμηθειών. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι στις 11.6.2004, υπογράφηκε νέα σύμβαση για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στην Εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση του Εναγόμενου
  2. Η Ενάγουσα δικογράφησε τη συνομολόγηση της σύμβασης, παραχώρησης πιστώσεως ημερομηνίας 27.8.2003, ύψους 56.000 Λ.Κ.. Το εν λόγω δάνειο χορηγήθηκε με την εγγύηση των Εναγόμενων 2 και
  3. Ταυτόχρονα, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε το ακίνητό της δυνάμει της υποθήκης XXXXX/
  4. Η Ενάγουσα με επιστολή της 16.2.2012 τερμάτισε τη συμφωνία δανείου και κάλεσε τους Εναγόμενους όπως εντός 7 ημερών εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους ήγειραν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας για αναδιάρθρωση των επίδικων δανειακών υποχρεώσεων. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής τους ένστασης, ισχυρίστηκαν ότι η σύμβαση ημερομηνίας 4.4.1997 είναι εξ υπαρχής άκυρη, καθότι σε αυτήν περιλαμβάνονται ετεροβαρείς και επαχθείς όροι. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι, οι όροι σε σχέση με τους τόκους υπερημερίας, ήταν παράνομοι και δεν συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκαν ότι η Ενάγουσα και μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας χρέωσε και συνεχίζει να χρεώνει παράνομα τους Εναγόμενους με προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα. Ισχυρίστηκαν, επίσης, ότι οι εγγυήσεις που δόθηκαν από τον Εναγόμενο 2 είναι εξ υπαρχής άκυρες και μη δεσμευτικές και παραβιάζουν τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο Ν.197
(1)/
  1. Εν γένει οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι όλες οι επίδικες συμβάσεις παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων ήταν παράνομες και αντίθετες με την ισχύουσα περί τόκου νομοθεσίας και/ή περιέχουν τόκους υπερημερίας και αντιβαίνουν στις κοινοτικές οδηγίες. Ισχυρίστηκαν δε, ότι οι διάφορες χρεώσεις είναι παράνομες. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκαν ότι οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης παραβιάζουν τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο. Τέλος, οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί αποστολής επιστολής τερματισμού των επίδικων συμφωνιών. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
  2. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
  3. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί η υπογραφή και το περιεχόμενο των επιδίκων συμφωνιών. Αυτό που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ήταν η νομιμότητα συγκεκριμένων όρων και η εγκυρότητα και δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών. Επομένως, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα ως προς την υπογραφή των επιδίκων συμβάσεων και ως προς το περιεχόμενο αυτών. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, μαρτυρία έδωσε ο XXXXX Κωνσταντίνου, υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Κύπρου Λτδ, ως Μ.Ε.
  4. Ο μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε σειρά Τεκμηρίων. Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων από την επίσημη εφημερίδα ημερομηνίας 26.10.
  5. Ως Τεκμήριο 2, δέσμη εγγράφων από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου αποτελούμενη από 8 φύλλα χαρτιού, και ως Τεκμήριο 3, δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 947/18, από το σύνηθες ψήφισμα ημερομηνίας 14.12.2018 και το σχέδιο διακανονισμού. Επιπρόσθετα, κατέθεσε αντίγραφο σύμβασης πιστώσεως ημερομηνίας 4.4.1997 ως Τεκμήριο
  6. Ως Τεκμήριο 5, απόσπασμα πρακτικών συνεδρίασης 4.4.1997 και ως Τεκμήριο 6, έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 4.4.
  7. Περαιτέρω, κατέθεσε σύμβαση ως Τεκμήριο 7, σύμβαση πίστωσης ημερομηνίας 10.6.1998, ως Τεκμήριο 8 έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ημερομηνίας 10.6.1998, ως Τεκμήριο 9 απόσπασμα πρακτικών ημερομηνίας 10.6.1998 και ως Τεκμήριο 10 επιστολή ημερομηνίας 10.6.
  8. Περαιτέρω, κατέθεσε αντίγραφο σύμβασης αυξήσεως πιστώσεως ημερομηνίας 13.9.2000 ως Τεκμήριο
  9. Ως Τεκμήριο 12 απόσπασμα πρακτικών, ως Τεκμήριο 13 επιστολή ημερομηνίας 9.5.2001, ως Τεκμήριο 14 επιστολή ημερομηνίας 18.7.2001 και ως Τεκμήριο 15 επιστολή ημερομηνίας 7.1.
  10. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 επιστολή έγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 7.7.2004, επιστολή ημερομηνίας 7.2.2004, ως Τεκμήριο 17 επιστολή ημερομηνίας 12.10.2011, ως Τεκμήριο 18 επιστολή ημερομηνίας 8.11.2011, ως Τεκμήριο 19 και επιστολή ημερομηνίας 16.2.2012 ως Τεκμήριο
  11. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με τον λογαριασμό XXXXX273‑01 και XXXXX273‑5 από την έναρξη λειτουργίας των λογαριασμών μέχρι τις 16.2.
  12. Περαιτέρω, κατέθεσε δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 39 φύλλα χαρτιού, τα οποία αφορούν τις μεταβολές επιτοκίου του επίδικου δανείου, ως Τεκμήριο
  13. Επιπροσθέτως, κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 έγγραφο με τίτλο βασική συμφωνία ημερομηνίας 15.9.
  14. Ως Τεκμήριο 24 επιστολή 15.9.2003, ως Τεκμήριο 25 έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ημερομηνίας 15.9.2003, ως Τεκμήριο 26 αντίγραφο σύμβασης και δήλωσης υποθήκης, ως Τεκμήριο 27 πληρεξούσιο έγγραφο, ως Τεκμήριο 28 συγκατάθεση ημερομηνίας 15.9.2003, ως Τεκμήριο 29 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 15.9.2003, ως Τεκμήριο 30 αντίγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ημερομηνίας 10.2.2005, ως Τεκμήριο 31 έγγραφο με τίτλο βεβαίωση συνέχισης έγκρισης και ως Τεκμήριο 32 επιστολή ημερομηνίας 10.2.
  15. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 33 γραπτή δήλωση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, ως Τεκμήριο 34 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από κατάσταση λογαριασμού και ως Τεκμήριο 35 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από ειδοποίηση στον ημερήσιο τύπο για τις μεταβολές του επιτοκίου. Κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των επίδικων συμβάσεων, στις αυξομειώσεις του επιτοκίου και στις καταστάσεις λογαριασμού. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού δήλωσε ότι η Ενάγουσα τηρούσε τους επίδικους λογαριασμούς σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και διατηρεί Τραπεζικό Βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι καταχωρήσεις γίνονται από λειτουργούς της Ενάγουσας καθημερινά κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών τους και ελέγχονται. Οι μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονται ταχυδρομικώς στους Εναγόμενους
  16. Ο ίδιος έλεγξε προσωπικά όλες τις καταστάσεις λογαριασμού και έχει διαπιστώσει ότι οι καταστάσεις αυτές είναι ορθές και σύμφωνες με την εικόνα του λογαριασμού που διατηρείται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών και εξήγησε ότι η τελική διαφορά προκύπτει από το σύνολο των αναλήψεων και καταθέσεων. Δέχτηκε ότι για τον υπολογισμό του τόκου χρησιμοποιείτο ως διαιρέτης οι 360 μέρες. Το πιο πάνω προκύπτει από την σύμβαση μεταξύ των διαδίκων. Επέμεινε ότι οι λογαριασμοί και οι διάφορες επιστολές αποστέλλονται στη τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόμενων και εν πάση περιπτώσει στη διεύθυνση που καταγράφετο στις επίδικες συμβάσεις. Διευκρίνισε ότι οι διάφορες επιστολές αποστέλλονταν με σύνηθες ταχυδρομείο, ως προνοείτο στις επίδικες συμβάσεις. Κατά την αντεξέτασή του, επίσης, αναφέρθηκε στις αυξομειώσεις του επίδικου επιτοκίου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Ενάγουσα, τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά του Εναγόμενου. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 2, ο οποίος έδωσε την κυρίως εξέτασή του υπό μορφή γραπτής δήλωσης, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 37 Α και Β βεβαιώσεις από την ΑΤΗΚ. Ως Τεκμήριο 38 κατάσταση λογαριασμού από την ΑΗΚ και ως Τεκμήριο 39 διάταγμα ημερομηνίας 12.11.03 από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας. Κατά την κυρίως εξέτασή του, δήλωσε ότι εργάζεται ως επιχειρηματίας ανάπτυξης γης και ανέφερε ότι υπέγραφε για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και ο ίδιος προσωπικά ως εγγυητής. Δήλωσε ότι τα έγγραφα που υπέγραφε καταρτίζονταν από την τράπεζα. Και ο ίδιος ουδεμία ανάμιξη είχε στον καταρτισμό των διάφορων εγγράφων. Σε σχέση με τη διεύθυνση XXXXX61 που αποστέλλονταν διάφορα έγγραφα, ο ίδιος δήλωσε ότι από το υποστατικό αυτό αποχώρησε το
  17. Επίσης, εγκατέλειψε και την οδό XXXXX 11 και μετακόμισε στη Λάρνακα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η τράπεζα γνώριζε τα πιο πάνω και δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση από τη τράπεζα. Δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε ειδοποίηση τερματισμού είτε ο ίδιος, είτε οι Εναγόμενοι 1 και
  18. Υποστήριξε ότι ουδέποτε αποστέλλονται μηνιαίως καταστάσεις λογαριασμού, υποστήριξε επίσης ότι τα αξιούμενα ποσά αφορούν τόκους, χρεώσεις και στις επίδικες συμβάσεις υπήρχαν καταχρηστικές ρήτρες συμπεριλαμβανομένης και της επιβολής τόκου προς 14%. Κατά την αντεξέτασή του, δήλωσε ότι παρόλο που τα διάφορα έγγραφα ετοιμάζονταν προηγουμένως από τη τράπεζα, ο ίδιος τα διάβαζε και τα αντιλαμβανόταν. Υπέγραφε διότι η Ενάγουσα 1 χρειαζόταν χρηματοδότηση. Δέχτηκε ότι είναι ο διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της Εναγόμενης 1 και ότι το εγγεγραμμένο γραφείο αυτής βρίσκεται στην οδό XXXXX
  19. Αρνήθηκε όμως ότι λάμβανε γνώση για την αλληλογραφία που στελνόταν από τη τράπεζα. Δέχτηκε παράλληλα ότι υπέγραψε τα διάφορα έγγραφα, τόσο εκ μέρους της Εναγόμενης 1, όσο και προσωπικά ως εγγυητής. Δέχτηκε παράλληλα ότι ο ίδιος, μεταξύ άλλων, στο Τεκμήριο 23 δήλωσε ως διεύθυνση της Εναγόμενης 1 τη διεύθυνση XXXXX 61, η οποία ήταν διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών. Δήλωσε, επίσης, ότι μέχρι σήμερα δεν επήλθε οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών. Ισχυρίστηκε όμως ότι η πιο πάνω πάνω διεύθυνση δεν ισχύει, αλλά δέχθηκε παράλληλα ότι δεν ενημέρωσε για την αλλαγή διεύθυνσης. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο ίδιος ως μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας δεν λάμβανε γνώση της αλληλογραφίας. Δέχτηκε ότι στο αντίγραφο εγγύησης Τεκμήριο 25, ημερομηνίας 10.2.05, δήλωσε ως διεύθυνση τη διεύθυνση οδών XXXXX
  20. Δέχτηκε παράλληλα ότι στην Εναγόμενη 3 είναι διευθυντής και πως ούτε η Εναγόμενη 3 άλλαξε διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου. Παρά ταύτα, αρνήθηκε την υποβολή ότι λάμβανε γνώση για τους επίδικους λογαριασμούς. Επόμενος μάρτυρας για τους Εναγόμενους ήταν ο XXXXX Μιχαηλίδης, ως ΜΥ
  21. Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στα προσόντα του, δηλώνοντας ότι είναι λογιστής και εργάζεται ως υπεύθυνος ελεγκτικού τμήματος. Κατά την κυρίως εξέτασή του τα Τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση κατέστησαν Τεκμήρια 40 και 41, αντίστοιχα. Δήλωσε ότι ο ίδιος ετοίμασε τα Τεκμήρια 40 και 41 και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο τους και τη μεθοδολογία με την οποία ετοιμάστηκαν. Σύμφωνα με τον ίδιο επιχείρησε να εντοπίσει το ποσό που απαιτείται από τους Εναγόμενους σε απόλυτους αριθμούς, καθώς και να διαχωρίσει τα ποσά που αφορούν τόκους και χρεώσεις. Κατέληξε από τους επίδικους λογαριασμούς, όταν αναλυθούν σε απόλυτους αριθμούς οι χρεώσεις και οι πιστώσεις, εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι καταθέσεις υπερβαίνουν τις αναλήψεις. Κατά τον ίδιο, το πιο πάνω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα ποσά που απαιτούνται αφορούν τόκους και έξοδα. Εξήγησε επίσης την έννοια του όρου λογιστική αξία η οποία αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού. Κατά την αντεξέτασή του, δήλωσε ότι κατά την ετοιμασία των Τεκμηρίων 40 και 41 είχε υπόψη του τα Τεκμήρια 21 και
  22. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας τόσο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Διευκρινίζω, όμως, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ξεχωριστά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, σαφήνεια και σταθερότητα. Οι πλείστες αναφορές του μάρτυρα προέκυψαν μέσα από το περιεχόμενο των κατατεθειμένων συμφωνιών, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα η θέση του ότι οι επίδικες διευκολύνσεις έχουν μεταβιβαστεί στην εταιρεία CAC Coral Ltd, επιβεβαιώνεται από το διάταγμα του Ε/Δ Λευκωσίας, ημερομηνίας 20.12.2018, Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, οι αναφορές του ως προς το ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε αποτελούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου της Ενάγουσας δεν έχουν αμφισβητηθεί, κατά την αντεξέτασή του. Όπως δεν έχει αμφισβητηθεί ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης και τα σχετικά έγγραφα. Η θέση του ότι ο λογαριασμός υπ αριθμόν XXXXX2735 ανοίχθηκε και αφορούσε τη σύμβαση πίστωσης σε τρεχούμενο λογαριασμό, ημερομηνίας 04.04.1997 όπως κατά καιρούς επικαιροποιήθηκε με τις συμφωνίες ημερομηνίας 10.6.1998, 13.9.2000, 15.9.2003, 7.7.2004 και 5.4.2005 ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι ο λογαριασμός XXXXX4709, ανοίχθηκε και λειτουργούσε για το δάνειο που χορηγήθηκε με τη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 15.9.
  3. Επιπλέον, οι αναφορές του ως προς το ότι οι εκάστοτε επιστολές αποστέλλονταν με κανονικό ταχυδρομείο επί της ουσίας δεν έχουν αμφισβητηθεί. Αυτό που τέθηκε κατά την αντεξέταση, ήταν ότι οι επίδικες επιστολές αποστέλλονταν σε λάθος διεύθυνση. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση του πως αποστάλθηκαν οι επίδικες επιστολές τερματισμού στην διεύθυνση που αυτές ανέγραφαν μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, η θέση του ότι το σύνολο των επιστολών, καταστάσεων λογαριασμών, ειδοποιήσεων και επιστολών τερματισμού αποστέλλονταν στη διεύθυνση που η τράπεζα είχε διαθέσιμη συνάδει με το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών και επιστολών. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 για την εξαγωγή ευρημάτων και προβαίνω σε σχετικά ευρήματα ως προς τα πιο πάνω και ως η μαρτυρία του Μ.Ε.
  4. Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγόμενου 2 H μαρτυρία του Εναγόμενου 2 σε αρκετά σημεία της δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ασφαλώς, η έκφραση γνώμης από τον μάρτυρα ως προς την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού άπτεται νομικού ζητήματος και των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τη μαρτυρία του, η οποία άπτεται γεγονότων, κρίνω ότι κατά μεγάλο μέρος συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, η θέση του ότι ο ίδιος δήλωσε ως διεύθυνση της Εναγόμενης 1 τη διεύθυνση Ιφιγένειας 61, συνάδει με την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία και δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, η θέση του ότι ο ίδιος δήλωσε ως διεύθυνση την οδό Χυτρών 11 συνάδει με το Τεκμήριο 25 και δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, η θέση του ο ίδιος είναι διευθυντής των Εναγομένων 1 και 3, δεν έχει αμφισβητηθεί. Όμως, η θέση του περί αλλαγής της διεύθυνσης διαμονής του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Συγκεκριμένα, στην Υπεράσπιση προβάλλεται γενική άρνηση στον ισχυρισμό περί αποστολής των επιτολών από την τράπεζα στους Εναγόμενους. Η αλλαγή διεύθυνσης, επειδή σχετίζεται με τυχόν παραλαβή των επίδικων επιστολών, θα έπρεπε να τεθεί κατά τρόπο συγκεκριμένο στον δικόγραφο των Εναγομένων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Έλληνας κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερομηνίας 3.12.
  5. Σύμφωνα δε με τη νομολογία Miorage v. Radivojenik
(1998)1 (B) Α.Α.Δ. 1162 το Δικαστήριο, διατηρεί τη δυνατότητα, αλλά και την υποχρέωση, στο τέλος της δίκης να αγνοήσει μη αποδεκτή μαρτυρία και να βασισθεί μόνο σε αποδεκτή μαρτυρία, έστω και εάν δεν είχε εγερθεί ένσταση κατά την εισαγωγή της. Συνεπώς, οι θέσεις του Εναγόμενου 2 ως προς την αλλαγή της διεύθυνσης διαμονής του δεν μπορούν να γίνουν δέκτες, καθότι δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα. Το ίδιο ισχύει και για την θέση του περί ενημέρωσης της τράπεζας. Επιπρόσθετα, η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθότι δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία και αντικρούεται από την θέση του στην αντεξέταση ότι ουδέποτε ενημέρωσε την τράπεζα για τυχόν μεταβολή οποιασδήποτε διεύθυνσης. Ταυτόχρονα, η πιο πάνω θέση αντικρούεται από την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, ενώ ο Εναγόμενος δηλώνει στην γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Β, ότι μετοίκησε στην Λάρνακα από το έτος 1998, εντούτοις στη σύμβαση εγγύησης, ημερομηνίας 15.9.2003 Τεκμήριο 25 και στο έγγραφο συγκατάθεσης της ίδιας ημερομηνίας Τεκμήριο 28, καταγράφεται ως διεύθυνσή του, η οδός XXXXX 11 Γρ. 24, XXXXX Λευκωσία. Θα ανέμενε κανείς όπως εάν όντως δεν διέμενε ή δεν σχετιζόταν με την πιο πάνω διεύθυνση να το ανέφερε στην τράπεζα και να μην υπέγραφε τα πιο πάνω έγγραφα. Αντίθετα, η υπογραφή του επί των πιο πάνω εγγράφων τον δεσμεύει με τρόπο, ώστε να μην μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα όσα καταγράφονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς, οι θέσεις του μάρτυρα ως προς την αλλαγή διεύθυνσης και την σχετική ενημέρωση της τράπεζας δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Εναγομένου για την εξαγωγή ευρημάτων μόνο ως προς τα σημεία στα οποία έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 ανωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 έδωσε μαρτυρία υπό την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονας. Από το σύνολο των προσόντων του μάρτυρα και τη μη αμφισβήτηση αυτών, κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Ο μάρτυρας επεξήγησε τους υπολογισμούς του και δήλωσε ότι έλαβε ως δεδομένες τις καταγραφές στα τεκμήρια 21 και
  2. Από τη μαρτυρία του δεν προκύπτει ότι αυτός αμφισβήτησε τη νομιμότητα οποιασδήποτε χρέωσης ή ότι υπήρξαν χρεώσεις που δεν καλύπτονταν από τις επίδικες συμφωνίες. Επίσης, δεν υφίσταται οποιαδήποτε αναφορά ότι έγινε εσφαλμένος υπολογισμός των χρεώσεων. Με τη μαρτυρία του επιχείρησε να καταδείξει ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν ποσό που υπερέβαινε το ποσό των αναλήψεων. Ο μάρτυρας επεξήγησε με τη δέουσα σαφήνεια τον τρόπο υπολογισμού των διαφορών ποσών και το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του για εξαγωγή ευρημάτων. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Προτού προχωρήσω κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλλω πως σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1 οι επίδικες διευκολύνσεις έχουν μεταβιβαστεί στην εταιρεία CAC Coral Ltd, στη βάση διατάγματος του Ε/Δ Λευκωσίας, Τεκμήριο 3, δυνάμει του άρθρου 18
(3)(α) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Ν.169(Ι)/15. Επομένως, σύμφωνα με τον πιο πάνω Νόμο η εταιρεία CAC Coral Ltd, έχει πλέον υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των επίδικων συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων αυτών. Τέλος σημειώνεται ότι υπάρχει καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου σχετική ειδοποίηση, ημερομηνίας 13.3.2019, η οποία δόθηκε δυνάμει του άρθρου 18
(4)του πιο πάνω Νόμου. Συνεπώς, αφ' ης στιγμής η μεταβίβαση των εν λόγω διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έχει εγκριθεί και επικυρωθεί με διάταγμα Δικαστηρίου, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να υπεισέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη νομιμότητα αυτού και συνακόλουθα στη νομιμοποίηση της CAC Coral Ltd στην προώθηση της παρούσας Αγωγής. Τέτοια ενέργεια θα συνιστούσε αναθεώρηση από το παρόν Δικαστήριο του εν λόγω δικαστικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε από ομοβάθμιο Δικαστήριο. Τέτοια ενέργεια δεν είναι νοητή ούτε επιτρεπτή από τη Νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.ά. v. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/19, ημερομηνίας 17.4.
  1. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την αξίωσή της, υπό των φως των επιδίκων θεμάτων. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν ο νομότυπος τερματισμός των επίδικων συμφωνιών και το αξιούμενο υπόλοιπο. Σε σχέση με τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών, κρίσιμο είναι να διαπιστωθεί το κατά πόσο αποστάλθηκαν οι σχετικές επιστολές τερματισμού. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 δεν αμφισβητήθηκε η αποστολή των επίδικων επιστολών τερματισμού. Αυτό που τέθηκε στον μάρτυρα ήταν το ότι αποστάληκαν σε λάθος διεύθυνση και δεν παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους. Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αποστολή των επίδικων επιστολών με κανονικό ταχυδρομείο δεν έχει αμφισβητηθεί. Σύμφωνα δε με τις επίδικες συμφωνίες η αποστολή ειδοποιήσεων θα γινόταν στη διεύθυνση που αυτές κατέγραφαν ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόμενων. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι στις επίδικες συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων, καταγράφεται για την Εναγόμενη 1, η διεύθυνση XXXXX
  2. Ως προς τον Εναγόμενο 2, στις συμβάσεις εγγύησης Τεκμήρια 6 και 25, καταγράφεται η διεύθυνση XXXXX
  3. Ως προς την Εναγόμενη 3 στη σύμβαση εγγύησης Τεκμήριο 30 καταγράφεται η διεύθυνση Λεωφ. XXXXX 1, XXXXX Building, 1ος όροφος, γραφείο 4, Λευκωσία XXXXX. Η προειδοποιητική επιστολή, ημερομηνίας 12.10.2011, Τεκμήριο 18, καταγράφει για έκαστο διάδικο τις πιο πάνω διευθύνσεις. Επίσης, η επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 16.2.2012, Τεκμήριο 20, καταγράφει για έκαστο διάδικο τις πιο πάνω διευθύνσεις. Περαιτέρω, προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι οι εν λόγω επιστολές στάλθηκαν με κανονικό ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν πίσω. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η Τράπεζα ταχυδρόμησε τις επίδικες επιστολές τερματισμού στις διευθύνσεις που κατέγραφαν οι επίδικες συμφωνίες, ως ήταν η συμβατική της υποχρέωση και αυτές δεν επιστράφηκαν πίσω. Το πιο πάνω γεγονός συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης των σχετικών επιστολών στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονταν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου κ.ά
(2009)1.(Α) Α.Α.Δ
  1. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη νομολογία, προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, θα πρέπει να τίθενται στο δικόγραφο οι αναγκαίοι ισχυρισμοί. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Έλληνας κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερομηνίας 3.12.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί στην Υπεράσπιση οποιοσδήποτε συγκεκριμένος ισχυρισμός περί μη παραλαβής των επίδικων επιστολών. Αυτό που τέθηκε ήταν η γενική άρνηση των ισχυρισμών περί αποστολής των επιδίκων επιστολών και του συνακόλουθου τερματισμού τους. Αφ' ης στιγμής γενική άρνηση δεν εξυπακούει προβολή θετικών ισχυρισμών( βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα ανωτέρω), η απόδειξη της αποστολής των επίδικων επιτολών στην διεύθυνση που κατέγραφαν οι επίδικες συμφωνίες επαρκεί και για την ενεργοποίηση του τεκμηρίου παραλαβής των επιδίκων επιστολών ως καθιερώθηκε από τη νομολογία. Παρά ταύτα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων ισχυρίστηκε ότι το σύνολο των επίδικων επιστολών δεν στάλθηκαν στην ορθή διεύθυνση. Βάσισε την επιχειρηματολογία στην ενδιάμεση απόφαση του Ε/Δ Λευκωσίας ημερομηνίας 3.12.2014, όπου κρίθηκε ότι η επίδοση της αγωγής δεν ήταν νομότυπη. Η πιο πάνω επιχειρηματολογία παραγνωρίζει ότι κρίσιμο στο παρόν στάδιο δεν είναι η επίδοση δικογράφου, η οποία είναι έγκυρη μόνο εάν τηρηθούν οι πρόνοιες των περί πολιτικής δικονομίας θεσμών. Στο στάδιο αυτό εξετάζεται εάν οι επίδικες επιστολές στάλθηκαν με τον τρόπο που προνοούσε η μεταξύ των μερών συμφωνία και εάν έχει ανατραπεί το τεκμήριο που καθιερώνει η νομολογία, το οποίο ως ήταν το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ανωτέρω δεν έχει ανατραπεί. Επομένως, έχει αποδειχθεί η αποστολή της προειδοποιητικής επιστολής, ημερομηνίας 12.10.2011, Τεκμήριο 18 και ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί η παράβαση των επίδικων συμβάσεων παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Ταυτόχρονα έχει αποδειχθεί και ο νομότυπος τερματισμός των επίδικων συμφωνιών. Προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει το υπόλοιπο του κατ' ισχυρισμόν χρέους. Σε σχέση με το πιο πάνω η πλευρά των Εναγομένων, κατά την αγόρευση του συνηγόρου της, ισχυρίστηκε ότι δεν αποδείχθηκε το κατ' ισxυρισμόν χρέος, καθότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν κατατέθηκαν από υπάλληλο της CAC Coral Ltd. Σε σχέση με την πιο πάνω εισήγηση παραπέμπω στο άρθρο 18 3(δ) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο 169(I)/2015, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «όλα τα έγγραφα, βιβλία, αρχεία και παραδοχές τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία βάσει νόμου ή άλλως πως υπέρ ή εναντίον του εκχωρητή σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταφοράς.» Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι η αποδεικτική βαρύτητα των αρχείων ή βιβλίων της τράπεζας δεν μεταβάλλεται από την πώληση της πιστωτικής διευκόλυνσης. Επομένως το γεγονός ότι οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις πωλήθηκαν δεν επέβαλλε στην εταιρεία CAC Coral Ltd να δημιουργήσει τα δικά της Τραπεζικά Βιβλία. Συνεπώς εάν οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού κριθούν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου της τράπεζας θα έχουν την ίδια αποδεικτική αξία και προς όφελος της CAC Coral Ltd. Στην υπό κρίση υπόθεση, προς απόδειξη του κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 21 και 35 οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Οι εν λόγω καταστάσεις κατατέθηκαν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου. Ταυτόχρονα υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία από τον Μ.Ε.1 ότι η Τράπεζα τηρούσε Τραπεζικό Βιβλίο. Περαιτέρω, ο ίδιος μάρτυρας δήλωσε ότι οι καταχωρήσεις στα Τεκμήρια 21 και 35 έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρήσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και αποτελούν ορθή αντιγραφή των αρχικών καταχωρήσεων στο Τραπεζικό Βιβλίο της Ενάγουσας. Ταυτόχρονα ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο. Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 21 και 35 να κριθούν ως αντίγραφα του Τραπεζικού Βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου, αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010, ημερομηνίας 8.7.
  3. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1 ΑΑΔ 479, και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.2020. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 18 3(δ) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου (ανωτέρω), το γεγονός ότι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις έχουν μεταβιβασθεί δυνάμει διατάγματος του Ε/Δ Λευκωσίας, Τεκμήριο 3, το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει ως κρίθηκε ανωτέρω, καταλήγω ότι η αποδεικτική βαρύτητα των Τεκμηρίων 21 και 35 δεν επηρεάζεται όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση. Επιπλέον, στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην υπό κρίση υπόθεση, η πλευρά των Εναγόμενων εισηγήθηκε ότι στις καταστάσεις λογαριασμού υφίστανται παράνομες χρεώσεις. Τονίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν προέβαλλαν οποιουσδήποτε άλλους ισχυρισμούς σε σχέση με την ορθότητα των καταχωρήσεων στους λογαριασμούς. Δηλαδή περιορίστηκαν στο να υποστηρίξουν πως οι όροι, βάσει των οποίων γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις, ήταν παράνομοι. Σημειώνεται ότι στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν γίνεται αναφορά σε χρεώσεις που εσφαλμένα καταγραφήκαν στις καταστάσεις λογαριασμού. Στο σημείο αυτό, κρίσιμο είναι να τονισθεί ότι σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 13, αλλά και τη σχετική νομολογία, οι ισχυρισμοί που αφορούν παρανομία σε συμφωνία πρέπει να εγείρονται ειδικά στα δικόγραφα. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Αθηνοδώρου κ.ά. v. Κωνσταντίνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 615, Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, Αντιγόνη Χρίστου v. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2039, Δημητρίου v. Συμεωνίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1018 και Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς ECLI:CY:AD:2015:A121, Πολιτική Έφεση 180/2010, ημερομηνίας 20.2.2015. Στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων εισηγήθηκε ότι το δικαίωμα για μονομερή μεταβολή του επιτοκίου συνιστά κατάχρηση. Υπενθυμίζεται ότι στο Κυπριακό Δίκαιο δεν υφίσταται γενική ρήτρα περί απαγόρευσης κατάχρησης γενικά. Αυτό που υφίστατατο κατά τον χρόνο συνομολόγησης των επίδικων συμβάσεων και σύνταξης της Υπεράσπισης ήταν συγκεκριμένη νομοθεσία, ήτοι ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996, ο οποίος ενσωμάτωνε στην Κυπριακή έννομη τάξη την αντίστοιχη Ευρωπαϊκή οδηγία. Για να εξέταζε το Δικαστήριο εισήγηση περί παράβασης της εν λόγω νομοθεσίας θα έπρεπε υπήρχε συγκεκριμένος ισχυρισμός στην Υπεράσπιση περί παραβίασης των προνοιών του εν λόγω Νόμου από συγκεκριμένες ρήτρες των επιδίκων συμβάσεων, πράγμα που δεν έγινε. Ακόμα, όμως, και να εκλάμβανε το Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι με τις αναφορές τους στην Υπεράσπισή τους, περί παραβίασης κοινοτικών οδηγιών που ρυθμίζουν τα επιτόκια, αναφέρονταν στην συγκεκριμένη νομοθεσία ανωτέρω και πάλι δεν θα οδηγούμαστε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, αφού η σχετική νομοθεσία αφορά καταναλωτές. Η έννοια δε του καταναλωτή παρέχεται στην ίδια την Ευρωπαϊκή οδηγία αλλά και στο άρθρο 2 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996, ως ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης των συμφωνιών. Όπως προκύπτει ρητά από το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου, καταναλωτής είναι φυσικό πρόσωπο. Στην υπό κρίση υπόθεση δανειολήπτης ήταν νομικό πρόσωπο, το οποίο προφανώς δεν εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή. Επομένως, οι ισχυρισμοί περί καταχρηστικών ρητρών δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων εισηγήθηκε ότι ο όρος που καθόριζε ότι για τον υπολογισμό του τόκου θα λαμβάνετο ως διαιρέτης οι 360 μέρες ήταν παράνομος. Σημειώνεται και εδώ ότι ο ισχυρισμός περί παρανομίας τέθηκε αόριστα χωρίς να επεξηγείται με ποια δικογραφημένη θέση συνδέεται. Προς υποστήριξη της θέση του ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε στην απόφαση Bογαζιανός Πραξιτέλης και Άλλοι ν. Tράπεζα Kύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1 ΑΑΔ 253, όπου κρίθηκε πως η χρήση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών για τον υπολογισμό των τόκων οδηγούσε το ποσοστό του τόκου πέραν του τότε επιτρεπόμενου 9% ετησίως και ως εκ τούτου παραβίαζε τον τότε σε ισχύ περί τόκο Νόμο. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει από τα ενώπιον μου γεγονότα, ότι η τράπεζα δυνάμει των συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, ημερομηνίας 4.4.1997, 10.6.1998 και 13.9.2000, Τεκμήρια 4, 7 και 11, αντίστοιχα, είχε δικαίωμα να μεταβάλλει το ετήσιο επιτόκιο μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο. Οι εν λόγω συμφωνίες συνομολογήθηκαν κατά τον χρόνο που βρισκόταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος. Μάλιστα στη συμφωνία, ημερομηνίας 13.9.200, Τεκμήριο 11, υφίστατο όρος που καθόριζε ότι σε περίπτωση ελευθεροποιήσεως του επιτοκίου η τράπεζα θα είχε δικαίωμα θα είχε δικαίωμα να καθορίζει τόσο το επιτόκιο όσο και τον τρόπο υπολογισμού του. Δυνάμει των άρθρων 3.1.(α) και (γ) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/99), η τράπεζα είχε τη δυνατότητα να διαφοροποιήσει τόσο το επιτόκιο όσο και τον τρόπο υπολογισμού του στέλνοντας σχετική ειδοποίηση. Η τράπεζα με την επιστολή της, ημερομηνίας 9.5.2001, Τεκμήριο 13 προέβη στον καθορισμού το τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου καταγράφοντας ότι για τον υπολογισμό του τόκου θα λαμβάνονται ως διαιρέτης οι 360 μέρες αντί οι
  1. Η εν λόγω επιστολή στάλθηκε στην διεύθυνση της Εναγόμενης 1 και δεν επεστράφη. Συνεπώς, εγείρεται και για αυτή το τεκμήριο παραλαβής της, ως ανωτέρω έχει επεξηγηθεί. Το εν λόγω Τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η τροποποίηση στον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου έγινε μετά την αποστολή της νενομισμένης επιστολής ως επιτάσσει το άρθρο 31(γ) του νόμου. Η πιο πάνω ενέργεια κρίθηκε καθόλα ορθή στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολ. Έφεση Αρ. 386/2010, 15.11.
  2. Ακολούθως, ο ίδιος όρος επαναλήφθηκε στην επιστολή, ημερομηνίας 7.7.2014, Τεκμήριο 16 με την οποία γνωστοποιείτο η έγκριση αύξησης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού. Η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε δια της υπογραφής της τον πιο πάνω όρο. Τέλος, ο ίδιος όρος εμφανίζεται και στην συμφωνία δανείου, ημερομηνίας 15.9.2003, Τεκμήριο
  3. Η εν λόγω συμφωνία συνομολογήθηκε μετά την θέση σε ισχύ του περί Φιλελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.160(Ι)/
  4. Επομένως, ο υπολογισμός του τόκου με διαιρέτη τις 360 ημέρες έγινε κατ' εφαρμογή συμβατικών όρων των επίδικων συμφωνιών σε χρόνο μετά τη θέση σε ισχύ του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160(Ι)/
  5. Αναφορικά με τις συνέπειες της εφαρμογής του περί Ελευθεροποιήσεως του επιτοκίου Νόμου και τη συνεπακόλουθη διάκριση από το προηγούμενο νομικό καθεστώς, σχετική είναι η απόφαση Κόμπου ν. Universal Bank
(2009)1Α Α.Α.Δ 194, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99)δεν υπάρχει απαγόρευση (όπως υπήρχε στην προηγούμενη περί τόκου νομοθεσία) σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου, φτάνει να συμφωνήσει με αυτό το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο.» Στη βάση του πιο πάνω σκεπτικού, το Εφετείο έκρινε η εν λόγω υπόθεση διακρίνετο από άλλη υπόθεση η οποία κρίθηκε, υπό το φως του Περί Τόκου Νόμου. Συνακόλουθα, αποτελεί κατάληξη και του παρόντος Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση υπόθεση διακρίνεται από την απόφαση Bογαζιανός Πραξιτέλης και Άλλοι ν. Tράπεζα Kύπρου Λτδ (ανωτέρω), στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος των Εναγομένων, αφού στην πιο πάνω αυθεντία η επίμαχη πρόνοια κρίθηκε ότι είχε ως αποτέλεσμα να επιβάλλεται τόκος πέραν του τότε ανωτάτου επιτρεπόμενου ποσοστού. Με την άρση όμως του πιο ανωτάτου επιτρεπόμενου ετήσιου ποσοστού επιτοκίου, η επίμαχη πρόνοια δεν μπορεί να έχει τέτοια συνέπεια. Συνεπώς, με βάση την απόφαση Κόμπου (ανωτέρω), εφόσον οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν στον επίμαχο όρο, αυτός δεν μπορεί να κριθεί ότι αντιβαίνει στις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι η Εναγομένη 1 δεν ήταν καταναλωτής ο εν λόγω όρος δεν μπορεί να κριθεί ως καταχρηστικός. Επομένως, η ενέργεια της τράπεζας να χρησιμοποιεί ως προς τον υπολογισμό του τόκου ως διαιρέτη τις 360 μέρες και όχι τις 365, ήταν το αποτέλεσα άσκησης συμβατικών δικαιωμάτων της τράπεζας, τα οποία ασκήθηκαν ως ο νόμος και οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες προνοούν. Τέλος, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα δεν μπορούσε να επιβάλει τόκο υπερημερίας και αναφέρθηκε σε έκταση στις αυθεντίες που σχετίζονται με την επιβολή ποινικών ρητρών. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση η τράπεζα δεν επέβαλε τόκο υπερημερίας. Αυτό το οποίο έπραξε ήταν η μεταβολή του συμβατικού επιτοκίου, κατόπιν αποστολής σχετικής γνωστοποίησης ως είχε συμβατικό δικαίωμα. Επομένως, η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τις αρχές που διέπουν την εγκυρότητα όρων που συνιστούν ποινική ρήτρα ή προκαθορισμένη αποζημίωση καθίσταται θεωρητική και τα Δικαστήρια κατά πάγια νομολογία δεν ασχολούνται με θεωρητικά ζητήματα. Αυτό που συνολικά προκύπτει ως προς το επίδικο επιτόκιο ήταν ότι η Τράπεζα δυνάμει των συμβατικών όρων και κατ' ακολουθίαν αυτών αύξησε το επιτόκιο δίδοντας τις δέουσες ειδοποιήσεις είτε δια επιστολών είτε δια ανακοινώσεων στον ημερήσιο τύπο Τεκμήρια 23 και
  1. Αφ' ης στιγμής οι όροι των επίδικων συμβάσεων που παρείχαν αυτό το δικαίωμα κρίθηκαν έγκυροι, έπεται ότι και οι χρεώσεις οι οποίες έγιναν στη βάση αυτών έγιναν νομότυπα. Τέλος, η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική στο συγκεκριμένο ζήτημα. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 είναι πως όταν αναλυθούν σε απόλυτους αριθμούς τα ποσά που έλαβε η Εναγομένη 1 σε σχέση με τα ποσά που κατέβαλε, προκύπτει ότι οι καταθέσεις υπερβαίνουν τις αναλήψεις. Όμως, σε κανένα σημείο δεν προκύπτει ότι η υποχρέωση της Εναγομένης 1 ήταν να επιστρέψει μόνο τα ποσά που έλαβε. Αντίθετα, από τις ενώπιον μου επίδικες συμφωνίες προκύπτει ότι η υποχρέωση της Εναγομένης ήταν να επιστρέψει το ποσό που έλαβε πλέον τόκους και συμφωνηθείσες χρεώσεις. Επομένως, το σχετικό συμπέρασμα του Μ.Υ.2 δεν μπορεί να επηρεάσει τα επίδικα θέματα. Σημειώνεται δε ότι στην υπεράσπιση δεν γίνεται ισχυρισμός για αντισυμβατικές χρεώσεις και το δικόγραφο της Υπεράσπισης περιορίστηκε μόνο σε ισχυρισμούς περί παρανόμων χρεώσεων. Συνεπώς, το δικόγραφο της Υπεράσπισης δεν μπορεί να κριθεί ότι περιλαμβάνει τη σύνθετη και ευρύτερη θέση περί αντισυμβατικών χρεώσεων που προώθησε ο συνήγορος των Εναγομένων κατά τον στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Επίσης, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα η εισήγησή του συνηγόρου των Εναγομένων περί παραβίασης του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο του 2002 [N.138(I)/2002]. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς (ανωτέρω). Εφόσον, λοιπόν, οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν άλλες χρεώσεις, πέραν των ανωτέρω, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Κατ' αναλογίαν παραπέμπω στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, όπου υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σχετική επίσης είναι και η απόφαση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 426/11, ημερομηνίας 29.11.
  2. Συνεπώς, έχοντας υπόψη ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει το ύψος του αξιούμενου υπολοίπου. Επίσης έχει καταφέρει να αποδείξει ότι ο καθορισμός του επιτοκίου έγινε σύμφωνα με τις επίδικες συμφωνίες και νομότυπα. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωσή της εναντίον της Εναγομένης
  3. Η ευθύνη των Εναγόμενων 2 και 3 Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητές. Με το δικόγραφο της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 δεν είναι έγκυρες. Στην Υπεράσπιση ο μόνος ισχυρισμός παρανομίας που δικογραφείται σχετίζεται με την κατ' ισχυρισμόν μη τήρηση των προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου [N.197(I)/2003]. Επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι ο Εναγόμενος 2 παραπλανήθηκε κατά την υπογραφή των επιδίκων συμβάσεων εγγύησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του εν λόγω Νόμου, αυτός δεν εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής της Εναγόμενης
  1. Επομένως, ο σχετικός νόμος δεν εφαρμόζεται. Επίσης, ο σχετικός νόμος δεν εφαρμόζεται για την Εναγόμενη 3, αφού το πεδίο εφαρμογής του περιορίζεται σε φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου. Περαιτέρω, προκύπτει από το Τεκμήριο 30 ότι η εγγύηση της Εναγόμενης 3 ήταν συνεχής εγγύηση και αφορούσε το σύνολο των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 ως υφίσταντο κατά τον χρόνο υπογραφής και στο μέλλον μέχρι το ποσό των Λ.Κ 100.000 πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά έξοδα. Τέλος, ουδεμία μαρτυρία υφίσταται που να κατατείνει σε συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 2 τελούσε υπό οποιασδήποτε μορφής πλάνη κατά την υπογραφή των επιδίκων συμφωνιών εγγύησης. Συνεπώς, οι επίδικες συμβάσεις εγγύησης είναι έγκυρες και δεσμευτικές και σύμφωνα με το περιεχόμενό τους γεννάται ευθύνη προς τους Εναγόμενους 2 και 3 αλληλέγγυα και /ή κεχωρισμένα με την Εναγόμενη
  2. Η εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης ΧΧΧΧΧ/03 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακος Στην παράγραφο 17 της Υπεράσπισης προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι η επίδικη Υποθήκη είναι άκυρη, επειδή η Τράπεζα παραπλάνησε τους Εναγόμενους και οι τελευταίοι υπέγραψαν καλή τι πίστη χωρίς να διαβάσουν τους όρους αυτής. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η επίδικη σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης καθώς και το έγγραφο Υποθήκης έχουν υπογραφεί δεόντως από τον Εναγόμενο 2 εκ μέρους την Εναγομένης
  3. Συνεπώς, η Εναγόμενη 1 με την υπογραφή της, αποχωρίστηκε τα έγγραφα υποθήκης με τρόπο που δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα όσα καταγράφει το Τεκμήρια 26 δεν ισχύουν. Σχετική είναι η απόφαση Τουτζικιάν Τσολάκης και Άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ 1240, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. . . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». Περαιτέρω, στην πρόσφατη απόφαση Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολ. Έφεση 293/12, ημερομηνίας 7.2.2018 επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι η υπογραφή δεσμεύει και λέχθηκαν επιπλέον τα ακόλουθα : «εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός, ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και προσοχή που επέδειξε. Θα πρέπει, επίσης, το έγγραφο να είναι εντελώς διαφορετικό, υπό την έννοια ότι εντάσσεται σε διαφορετική κατηγορία εγγράφων.» Παρά ταύτα, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 τέθηκε λόγω ανικανότητας ή παραπλάνηση ή δόλου πάρα την επιμέλεια που επέδειξε ο Εναγόμενος 2. Συνακόλουθα, οι σχετικές αιτιάσεις κρίνονται παντελώς αβάσιμες. Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ότι η απαίτηση της Ενάγουσας μπορεί να επιτύχει στο σύνολό της. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως τα αιτητικά των παραγράφων Α - Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης, εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Ε της Έκθεσης Απαίτησης. Ενόψει του αποτελέσματος της αγωγής, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.