← Κύπρος

A.E. IDEES PUBLICATIONS LIMITED ν. M. MAZERES LTD, Αρ. Αγωγής: 2093/2010, 6/8/2021

A.E. IDEES PUBLICATIONS LIMITED ν. M. MAZERES LTD, Αρ. Αγωγής: 2093/2010, 6/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A450 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2093/2010 Μεταξύ: A.E. IDEES PUBLICATIONS LIMITED Ενάγουσα και M. MAZERES LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 6 Αυγούστου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη/ Αιτήτρια: Ο κ. Μ. Φιερός για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Γ. Ιεροδιακόνου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 7.04.2021 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) Το Ιστορικό της υπόθεσης: Σύμφωνα με το φάκελο της υπόθεσης και την πορεία της ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 17.03.2010 η Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα καταχώρισε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Ταυτόχρονα καταχώρισε μονομερή Αίτηση με την οποία εκδόθηκε απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εμποδίζει την εδώ Αιτήτρια, τους αξιωματούχους, υπάλληλους, αντιπροσώπους και/ή πρόσωπα υπό τον έλεγχο και/ή τις οδηγίες της από το να πωλούν, διαθέτουν προς πώληση, διαφημίζουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο να εμπορεύονται περιοδικά με την επωνυμία «ΒΑΠΤΙΣΗ» και/ή «ΒΑΠΤΙΣΗ ΜΟΥ». Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε και συντάχθηκε την 18.03.

  1. Μετά από ακρόαση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ακύρωσε το εν λόγο απαγορευτικό Διάταγμα με απόφαση ημερ. 6.05.
  2. Η Ενάγουσα καταχώρισε την αρ. 152/2010 Έφεση κατά της απόφασης ημερ. 6.05.2010 η οποία αποσύρθηκε την 13.11.
  3. Την 21.12.2018 καταχωρήθηκε Αίτηση από πλευράς της Αιτήτριας για απόρριψη της Αγωγής λόγω μη προώθησης. Την ίδια ημερομηνία ήτοι την 21.12.2018 καταχωρήθηκε επίσης από πλευράς Αιτήτριας και η παρούσα Κυρίως Αίτησης για την καταβολή αποζημιώσεων για τις δαπάνες και την βλάβη που υπέστη η Αιτήτρια σαν αποτέλεσμα της έκδοσης του Απαγορευτικού Διατάγματος ημερ. 18.03.
  4. Την 31.10.2019 η πλευρά της ενάγουσας απέσυρε την αγωγή. Την 30.09.2020 καταχωρήθηκε ένσταση από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση στην Αίτηση ημερ. 21.12.2018 και την 7.04.2021 καταχωρήθηκε από πλευράς της Αιτήτριας η παρούσα Αίτηση στην οποία η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 28.05.
  5. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.17, Θ.10, Δ.26, Θ.14, Δ.48, Θ.Θ.1, 2, 3 και 4

(1)
(2), 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η θυγατέρα του Διευθυντή και της Γραμματέως της αιτήτριας εταιρείας («η Αιτήτρια»), κας XXXXX Φράγκου. Αναφέρει ότι η μητέρα της, XXXXX Mazeres (ΕΔΜ), είναι το πρόσωπο το οποίο προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης για αποζημιώσεις το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί και επαναλαμβάνει. Εξηγεί γιατί προβαίνει αυτή στην ένορκη δήλωση κατ' εξουσιοδότηση της Αιτήτριας και δηλώνει ότι όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της και όσα επίσης καταγράφονται στο προσχέδιο της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης (Τεκμ. Α), πηγάζουν από πληροφορίες που έλαβε από τους γονείς της, από έγγραφα τα οποία ανέγνωσε καθώς και από προσωπική της γνώση καθότι αφορούν την οικογενειακή τους επιχείρηση τις εργασίες της οποίας δηλώνει ότι γνωρίζει και η ίδια προσωπικά. Αναφέρει ότι με την αίτηση αξιώνεται, μεταξύ άλλων, το ποσό των €51,754.54σ. ως εύλογη αποζημίωση για τις δαπάνες και τη βλάβη που υπέστη η Αιτήτρια σαν αποτέλεσμα της αδικαιολόγητης έκδοσης και του συνεπαγόμενου παραμερισμού του Απαγορευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 18.03.
  1. Εξηγεί ότι μέρος του ποσού των €51,754.54σ. αποτελεί το ποσό των €8.874.54σ. λόγω των εκπτώσεων στην κανονική και τελική τιμή χρέωσης που παρείχε η Αιτήτρια στους πελάτες της λόγω της καθυστέρησης που υπήρξε στην έκδοση του περιοδικού και τον διαφημίσεων που περιέχονταν σε αυτό. Μνεία περί του γεγονότος αυτού γίνεται στην παράγραφο 13 και 14 της ΕΔM. Εξηγεί ότι σε σχέση με τη μείωση στις τιμές μετά την ακύρωση του Απαγορευτικού Διατάγματος το 2011 και 2012, οι καταναλωτές όπως ήταν αναμενόμενο, έχασαν την εμπιστοσύνη τους στο περιοδικό με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά οι πωλήσεις τα δυο μεταγενέστερα έτη. Για αυτή την εξέλιξη γίνεται αναφορά στις παραγράφους 16,17 και 18 της ΕΔM. Σε σχέση με την ανάγκη που επέβαλε την υποβολή της παρούσας αίτησης αναφέρει ότι στην Αίτηση καταχωρήθηκε εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση ένσταση στις 30.09.2020, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Χαραλάμπους (ΕΔΧ). Στην παράγραφο 15 της ΕΔΧ, αμφισβητείται το γεγονός ότι ο λόγος της έκπτωσης που έγινε στους πελάτες τους δεν είναι η καθυστέρηση στην έκδοση του περιοδικού αλλά ότι η παροχή εκπτώσεων αποτελεί συνήθη πρακτική στους εκδότες των περιοδικών - ως ένδειξη εκτίμησης προς τους πελάτες. Αυτό, ισχυρίζεται, δεν ισχύει καθότι, όπως αναφέρεται και στην ΕΔM η οποία υποστηρίζει την Αίτηση, οι εκπτώσεις δόθηκαν στους πελάτες στην τελική και συμφωνημένη τιμή χρέωσης και όχι στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης της τελικής τιμής χρέωσης. Η συνήθης πρακτική αφορά την παροχή έκπτωσης προτού συμφωνηθεί η τελική τιμή χρέωσης και όχι αφού συμφωνηθεί η τελική τιμή όπως και έγινε στην περίπτωση αυτή, όπου λόγω της καθυστέρησης στην έκδοση του περιοδικού, η Αιτήτρια προχώρησε σε εκπτώσεις στην τελική τιμή χρέωσης με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Στις παραγράφους 16 και 17 της ΕΔΧ, αμφισβητείται το γεγονός ότι η μείωση των πωλήσεων του περιοδικού προήλθε λόγω της έκδοσης του Απαγορευτικού Διατάγματος και της συνεπαγόμενης καθυστέρησης της έκδοσης του περιοδικού. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η μείωση των πωλήσεων οφείλεται στο ευρύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κλάδος, όπου οι πολίτες δεν αγοράζουν περιοδικά τόσο συχνά λόγω της χρήσης του διαδικτύου. Αυτό, λέγει η ενόρκως δηλούσα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθότι ο κλάδος κατά το 2010 - 2012, ειδικότερα όσον αφορά τις βαφτίσεις, γνώριζε άνθιση (εξ ου και οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα Αγωγή καθώς και την Αίτηση για Ενδιάμεσο Διάταγμα) και η χρήση του διαδικτύου για τον σκοπό αυτό δεν ήταν τόσο διαδομένη κατά την εν λόγω περίοδο όσο είναι σήμερα. Για τον πιο πάνω λόγο ως και από το γεγονός ότι ως πληροφορείται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και πραγματικά πιστεύει, η ακρόαση της Αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, καθίσταται η ανάγκη καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που να συμπληρώνει την ΕΔM προς απάντηση των ισχυρισμών που περιέχονται στις παραγράφους 15 - 17 της ΕΔΧ. Για τους πιο πάνω λόγους όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και όπως πραγματικά πιστεύει εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί διάταγμα ως η Αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.17, Θ.10, Δ.26, Θ.10, Δ.39 Θ.Θ. 1-5, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 8, 9, Δ.64 και στην ενυπάρχουσα εξουσία του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι: «
  2. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και/ή έχει εγερθεί κακόβουλα (mala fide) και/ή δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
  3. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη.
  4. Δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 48,Θ.4 για την καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
  5. Από όσα παραθέτει η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση της ημερ. 7/4/2021 δεν προκύπτει κανένας επαρκής και/ή καλός λόγος για να δοθεί άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
  6. Η Αιτήτρια επιδιώκει με την συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση την επανάληψη θέσεων της που προβάλλονται στην αρχική Ένορκη Δήλωση που επισυνάπτεται στην Κυρίως Αίτηση.
  7. Τα γεγονότα που επιθυμεί να παραθέσει η Αιτήτρια με την αίτηση και την ένορκη της δήλωση ήταν γνωστά σε αυτήν πριν την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης.
  8. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας καμία σχέση δεν έχουν με τα επίδικα θέματα, είναι άσχετα με την διαδικασία δεν αποτελούν απάντηση ισχυρισμών, αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.
  9. Tα όσα επιθυμούν οι Αιτητές να αναφέρουν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν βασίζονται σε νεοδημιουργηθέντα γεγονότα (nova product) και/ή σε νεοανακαλυφθέντα γεγονότα (nova reperta) και/ή εν πάση περιπτώσει αφορούν γεγονότα που θα έπρεπε και/ή θα μπορούσαν να ήταν με εύλογη επιμέλεια εντός του πεδίου γνώσης των Εναγόμενων/ Αιτητων». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Χαραλάμπους (ΕΔΧ), ο οποίος δηλώνει ότι είναι ο Διευθύνων Σύμβουλος της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση. Δηλώνει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και όπου αυτά δεν είναι προσωπικά γνωστά του αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του. Δηλώνει ότι έχει αναγνώσει το περιεχόμενο της Αιτήσεως και της ένορκης δήλωσης ημερ. 07.04.2021 της κας XXXXX Φράγκου και ότι εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή αρνείται το περιεχόμενο της και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι αυτά που παρατίθενται στην παρούσα ένορκη δήλωσή του. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει στην ολότητα τους το περιεχόμενο των λόγων ένστασης. Αναφέρει δε τα ακόλουθα προς αιτιολόγηση τους (παρατίθενται κάποια από αυτά αυτούσια): «6.1 Η κατάδειξη «καλού λόγου» είναι το κριτήριο το οποίο θέτει η Δ.48 Θ4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. 6.2 Οι Αιτητές δεν μπορούν μετά που διάβασαν την Ένσταση και την Ένορκο Δήλωση που την συνοδεύει να ζητούν απλά την καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης για να απαντήσουν στα θέματα που θίγονται σε αυτήν. Eξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθώς πιστεύω ο σκοπός και /ή ο λόγος και/ή χαρακτήρας της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης δεν μπορεί να είναι απαντητικός αλλά για κάτι το οποίο προκύπτει για καλό λόγο. 6.3 Eξ΄ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου και αληθώς πιστεύω η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση της δεν παρουσιάζει κανένα λόγο ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί «καλός λόγος» όπως προστάζει η Δ.48 Θ.4 για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επαναλαμβάνω ότι, τα όσα επιθυμεί να προσθέσει με τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση είναι για να απαντήσει σε όλες μου γενικά τις -προβλεπτές- αναφορές που υπάρχουν στην ένσταση, και να επαναλάβει την επιχειρηματολογία της. 6.4 Περαιτέρω, η τότε Πρόεδρος του Ε.Δ. Λεμεσού κα. Έφη Παπαδοπούλου στην ενδιάμεση απόφαση της στην Αγωγή υπ. Αρ. 2596/02 μεταξύ Σωτήρη Πίττα, Ενάγοντα και Ανδρέα Νεοκλέους κ.α., Εναγόμενων, ημερομηνίας 5.11.02, ανέφερε ότι: "Εκείνο που θα πρέπει να εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στη Δ.48
(4)
(2)υπάρχει".
  1. Αρνούμαι το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 6, 7, 9, 10, 11, 12, 13 και 14 της ένορκης δήλωσης της κας Ν. Φράγκου.
  2. Ειδικότερα αρνoύμαι το περιεχόμενο της παρ. 5 της Ε.Δ. της κας Ν. Φράγκου και περαιτέρω επαναλαμβάνω όσα έχω αναφέρει στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση που καταχώρησα στις 30.09.2020 ότι: «.η εν λόγο ενέργεια των Αιτητών για παροχή εκπτώσεων είναι συνήθης πρακτική που ακολουθείτε στο επάγγελμα μας για περιορισμό οποιασδήποτε ζημίας δυνατόν να προκληθεί αλλά και καλή τη πίστη προς του πελάτες μας ως ένδειξη εκτίμησης προς αυτούς». Ο ενόρκως δηλών αρνείται επίσης το περιεχόμενο της παρ. 8 της ένορκης δήλωσης της κας Ν. Φράγκου και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η εν λόγο παράγραφος δεν χρήζει καν απάντησης αφού δεν αναφέρθηκε σε αυτά στην ένορκη του δήλωση ημερ. 30.09.
  3. Περαιτέρω εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του και αληθώς πιστεύει οι παρ. 9 μέχρι 12 αποτελούν γενικούς και ασχέτους ισχυρισμούς και επανάληψη των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει της κυρίως αίτηση, ισχυρισμοί οι οποίοι έχουν ήδη απαντηθεί με την ένορκη του δήλωση ημερ. 30.09.2020 που συνοδεύει την Ένσταση. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές προσπαθούν να στοιχειοθετήσουν το αίτημα τους σε κατ' ισχυρισμό νέα γεγονότα. Κανένα όμως νέο γεγονός δεν αναδεικνύεται από την ένορκη δήλωση. Αντιθέτως αυτό που προβάλλεται είναι η διαφορετική προσέγγιση της υπόθεσης επί των ιδίων εγγράφων και της ήδη καταχωρηθείσας δικογραφίας μέσω ασχέτων γεγονότων που καμία σχέση δεν έχουν με το επίδικο θέμα. Εξ' όσον δε τον πληροφορούν οι δικηγόροι του και αληθώς πιστεύει η διαφορετική προσέγγιση δεν αποτελεί νέο γεγονός ή καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω καμία σχέση δεν έχουν με τα επίδικα θέματα, είναι άσχετα με την διαδικασία δεν αποτελούν απάντηση ισχυρισμών, αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και άποψη που δεν έχει θέση σε δικαιολόγηση με μαρτυρία για αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Τέτοιου είδους ισχυρισμοί προβάλλονται κατά το στάδιο της ακρόασης της Κυρίως Αίτησης όταν θα ακουσθεί μαρτυρία και κατά το στάδιο της αξιολόγησης αυτής της μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Η Αιτήτρια, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, επιδιώκει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση την επανάληψη θέσεων της που προβάλλονται στην αρχική ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην Κυρίως Αίτηση. Τα γεγονότα δε που επιθυμεί να παραθέσει η Αιτήτρια με την αίτηση και την ένορκη της δήλωση της ήταν γνωστά σε αυτήν πριν την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης όπως φαίνεται και από την ίδια την ένορκη δήλωση. Σε καμία δε περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για παροχή άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για τους πιο πάνω λόγους αξιώνει την απόρριψη της Αίτησης ως νομικά και ουσιαστικά αστήρικτης. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και σε νομική πτυχή που διέπει αυτής της φύσης τα αιτήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Τόσο η Αίτηση όσο και Ένσταση βασίζονται μεταξύ άλλων επί της Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας την οποία και παραθέτω: «Δ.48
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd. κ. α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1),
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195 η οποία αφορούσε αίτηση που υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη αίτησης για επαναφορά έφεσης, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Η κα Έφη Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στην ενδιάμεση απόφαση της στην Αγωγή υπ. Αρ. 2596/2002 Ε.Δ. Λεμεσού μεταξύ Σωτήρη Πίττα v. Ανδρέα Νεοκλέους κ.α., ημερ. 5.11.2002, ανέφερε ότι: «Εκείνο που θα πρέπει να εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στη Δ.48
(4)
(2)υπάρχει». Η κατάδειξη «καλού λόγου» είναι το κριτήριο το οποίο θέτει η Δ.48 Θ4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Επομένως αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο θα ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται, νοουµένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» αυτή δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το σκοπό της Δ.48 κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Φυσικά τα πιο πάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί πρωταρχικά στο Δικαστήριο (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.,
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453). Επίσης αξιοσημείωτα και καθοδηγητικά επί της συγκεκριμένης πτυχής του θέματος, είναι και τα όσα αναφέρθηκαν από τον κ. Μ. Χριστοδούλου Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην απόφαση του στην Πολιτική Αγωγή με αριθμό αγ. 5307/09 Ε.Δ. Λευκωσίας Oleksandr Yaroslavskyy και άλλων ν. Α.Β. Globel Trade Limited κ.ά., απόφαση ημερομηνίας 10.03.2010. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: «Σύμφωνα με τη Νομολογία, εισηγήθηκε ο κ. Τριανταφυλλίδης, οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους που αμφισβητούνται. Κι αυτό γιατί δεν απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο για άδεια προσκόμισης πρόσθετης μαρτυρίας με τη μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή με την αντεξέταση του εναγόμενου 2 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Κυρίως σ΄ ότι αφορά το σοβαρό ισχυρισμό του Chornyy ότι η μεταβίβαση της Μετοχής έγινε στη βάση των προφορικών παραπλανητικών διαβεβαιώσεων του εναγόμενου 2 προς τον ενάγοντα 1 και ενόψει τούτου ο εν λόγω εξ ακοής ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και σ΄ αυτόν δεν πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν συμμερίζομαι την πιο πάνω εισήγηση, η οποία παραβλέπει ότι η Νομολογία στην οποία βασίζεται αναπτύχθηκε πριν την αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)που έγινε τέλος του 1999. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που είχε δοθεί από τη Νομολογία στον εν λόγω Κανονισμό, ώστε γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ενόρκους δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Ακόμη παραβλέπει ότι σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων θεμάτων (βλ. Bacardi v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, αλλά ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα ώστε συγκεκριμένος ισχυρισμός να κριθεί ότι έχει αποδειχθεί ή όχι. Σ΄ ότι δε αφορά την ουσία της για προσκόμιση πρόσθετης μαρτυρίας με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή με αντεξέταση του εναγόμενου 2 είναι αρκετό να παρατηρήσω τα ακόλουθα:- Η πρόβλεψη της Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις έγινε για να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, αλλά έχω την άποψη ότι όπου αμφισβητούνται γεγονότα αυτό δεν τεκμηριώνει άνευ ετέρου και «καλό λόγο» για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε μέσω της εν λόγω δήλωσης να απαντούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία που σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσεως δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 24, σελ. 519, παρ. 972 υπό τον τίτλο "No fresh evidence after motion opened"). Περαιτέρω, ο Κανονισμός 4
(2)της Διαταγής 48 αναφέρεται σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και όχι σε απαντητική ένορκη δήλωση. Οι έννοιες των λέξεων «συμπληρωματική» και «απαντητική» διαφέρουν. Όπως αναφέρει και ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, κ. Ναθαναήλ, σε ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 11.2.2000, στην αγωγή με αρ. 4846/97, Ε. Δ. Λάρνακας (Federal Bank of the Middle East v. Hadkinson and Others): "Σίγουρα η έννοια της απαντητικής και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διαφέρουν και παρόλο που η λέξη "supplementary" δεν απαντάται ούτε ερμηνεύεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή στον Περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1, η λέξη δεν είναι τεχνικός όρος και θα πρέπει να της αποδοθεί η κοινή ερμηνεία της λέξης που, σύμφωνα με το Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη, σημαίνει «όποιος έχει σχέση με συμπλήρωμα ή χρησιμεύει για συμπλήρωμα», η δε λέξη «συμπλήρωμα» ερμηνεύεται ως «ό,τι προστίθεται σε κάτι για να συμπληρωθεί». Η έννοια, από την άλλη, των λέξεων «απαντητική» και «απάντηση», σημαίνει ότι προβάλλονται αντεπιχειρήματα σε μια θέση που καταγράφηκε προηγούμενα από την άλλη πλευρά». Στην Αγ. Αρ. 2609/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας Μιχάλη Ιωάννη Χατζηγιάννη v. 1. Cyprus Popular Bank Co Ltd κ.α., ημερομηνίας 19.03.2014, ο κ. Χ. Σολομωνίδης Π.Ε.Δ. ανάφερε τα ακόλουθα: «Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με την φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής δια των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθεση μαρτυρία». Στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερ. 17.7.2014 λέχθηκαν τα εξής: «Σ' ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 Θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». «καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Στην Αίτηση αρ. 602/2010 Ε.Δ. Λευκωσίας Lani Restaurants (Limassol) Limited ημερομηνίας 31.05.2011 ο κ. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα ακόλουθα: «Δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της σχετικής διαταγής η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, προκειμένου να απαντά ο ένας διάδικος στον άλλο σε εκατέρωθεν ισχυρισμούς, οι οποίοι θεωρούνται από τη μια ή την άλλη πλευρά ψευδείς. Τέτοια προσέγγιση θα καθιστούσε ατέρμονη τη διαδικασία εκδίκασης ενδιάμεσων και δεν ήταν, ασφαλώς, αυτή η επιδίωξη των συντακτών της σχετικής διαδικαστικής πρόνοιας». Συνοψίζοντας τις πιο πάνω αρχές που αναδύονται από τη νομολογία μας προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Όπως προκύπτει από το λεκτικό της Δ.48 Θ.4
(2)και τη νομολογία, εάν θα παρασχεθεί άδεια για καταχώρηση απαντητικής/ αντικρουστικής ή/και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην βάση των προνοιών της Δ.48, κ. 4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, είναι θέμα που άπτεται αποκλειστικά στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. (β) Δεν παρέχεται, όμως άδεια, όταν επιχειρείται να επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί. Η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία αποσκοπεί στο να απαντήσει με το να απορρίψει απλά την εκδοχή του αντιδίκου που κρίνεται ως ανυπόστατη, δεν είναι αποδεκτή, αφού δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστεί και διαπιστωθεί η αποδεικτική της αξία σε αυτό το στάδιο. (γ) Είναι όμως σημαντικό κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας το Δικαστήριο, λαμβάνει πρώτα και κύρια υπόψη, τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας ή του διατάγματος που επιδιώκεται. (δ) Το Δικαστήριο κρίνει, έχοντας ως γνώμονα τα γεγονότα που έχουν αρχικά παρουσιαστεί ενώπιον του προς υποστήριξη της αίτησης και το τι πρωτογενές προκύπτει από την προβαλλόμενη ένσταση όσων αφορά τα ισχυριζόμενα γεγονότα και εάν αυτά καθιστούν αναγκαία την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (ε) Η κρίση του Δικαστηρίου θα πρέπει να έχει ως γνώμονα και ποια προσπάθεια κατέβαλαν αρχικά οι Αιτητές για να θέσουν ενώπιον του την πραγματική εικόνα και όχι ελλιπή στοιχεία τα οποία - θα διόρθωναν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά την Ένσταση εφόσον αυτά εγερθούν στην ένσταση. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη του αιτήματος αναφέρει ότι θέλει να απαντήσει στους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά επί της ένορκης δήλωσης για ποιο λόγο θέλει να απαντήσει και που βασίζει το αίτημά της. Για τούτο και το αίτημα κρίνω ότι είναι αόριστο και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται με βάση τη μαρτυρία της αίτησης η παροχή άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δεν έχει καταδειχθεί δηλαδή στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αλλά ούτε και προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμ. Α (δείγμα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης), ποια είναι η ανάγκη που εξυπηρετείται προς τον σκοπό της επίλυσης των επίδικων ζητημάτων. Η απάντηση και αμφισβήτηση όλων όσων αναφέρονται στην ΕΔΧ δεν αρκεί, καθότι τα εν λόγο ζητήματα θα εγερθούν κατά την ακρόαση της Αιτήσεως και μπορούν να αντικρουστούν κατά το στάδιο της αντεξέτασής του. Οι αναφορές της κας Φράγκου στο ότι οι Αιτητές λένε ψέματα δεν προσθέτουν οτιδήποτε στο αίτημα. Επομένως κανένας καλός λόγος δεν υφίσταται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος της Αιτήτριας κρίνω ότι θα αντιστρατευόταν το πνεύμα και το σκοπό της τροποποίησης του Κανονισμού 4 της Διάταξης 48, που δεν ήταν άλλος από του να συντομεύσει τη διαδικασία με όλα τα ευεργετικά επακόλουθά της. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια επιδιώκει με την συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση την επανάληψη θέσεων της που προβάλλονται στην αρχική Ένορκη Δήλωση που επισυνάπτεται στην Κυρίως Αίτηση. Τα γεγονότα τα οποία η Αιτήτρια επιθυμεί να παραθέσει με την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ήταν γνωστά εξ' υπαρχής και μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο καταχώρισης της Κυρίως Αίτησης. Η παρούσα αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποσκοπεί στην τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθεση μαρτυρία. Επιδιώκεται η αλλοίωση των γεγονότων όπως αυτά έχουν αποκαλυφθεί και αποκρυσταλλωθεί με τις ένορκες δηλώσεις. Προσεκτική μελέτη της Αίτησης σε αντιπαραβολή με όσα υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, καταδεικνύει ότι η ενόρκως δηλούσα προσπαθεί με την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης να απαντήσει στους ισχυρισμούς της ΕΔΧ όπως αυτοί αναλύονται στις παραγράφους 15 μέχρι 18 της ένορκης δήλωσης του, θέσεις οι οποίες κατά την αντίληψη μου αποτελούν μέρος της Υπεράσπισης του όσον αφορά την Κυρίως Αίτηση και οι οποίοι ισχυρισμοί μπορούν να αμφισβητηθούν από την Αιτήτρια κατά το στάδιο της ακρόασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση των όσων πιο πάνω έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι οι λόγοι ένστασης έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και κατά την αντίληψη μου η επίδικη αίτηση αποτελεί κλασσική περίπτωση όπου ισχύουν πλείστες από τις αρχές οι οποίες ερμήνευσαν την έννοια «καλός λόγος», σε όλο το φάσμα της αίτησης και ότι δεν έχει καταδειχθεί τέτοιος, έτσι ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να επιτραπεί την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για τούτο η αίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας/ καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης/ αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.