ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 272 /2021, 10/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A452 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 272 /2021 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγουσας και
- ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD
- XXXXX Ευθυμίου Εναγόμενων Ημερομηνία: 10 Αυγούστου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/ Αιτήτρια: Η κα Ρία Χαραλάμπους για Ν. Παπαγεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. και Chr. Larcou & Associates LLC Για τους εναγόμενους 1/ Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 25.06.2021 για αναστολή πλειστηριασμού ακινήτου σύμφωνα με το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/65) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ενώ αναγράφεται ότι καταχωρήθηκε σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 17.02.2021, εντούτοις αναφέρει ως την Διαταγή σύμφωνα με την οποία καταχωρήθηκε την O.2,r.1 και να φέρει Οπισθογράφηση Απαιτήσεως σύμφωνα με τον Τύπο αυτό. Με αυτή επιζητεί: (α) δήλωση και/ ή διάταγμα και/ ή απόφαση του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι η συμφωνία υποθήκης και/ ή τα έγγραφα της υποθήκης με αριθμό XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας (στη συνέχεια «η Υποθήκη») ως επίσης και το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 01.02.2010 δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος 2 υπέγραψε τα έγγραφα και/ ή τη συμφωνία υποθήκης είναι άκυρα εφόσον αποτελούν προϊόν απάτης και/ ή δόλου και/ ή συνωμοσίας των εναγόμενων 1 και 2 και/ ή παράβασης των καθηκόντων πίστης των εναγόμενων 1 και 2 και (β) γενικές και/ ή τιμωρητικές και/ ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Σημειώνεται ότι καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης από την εναγόμενη 1 ήδη από την 24.02.2021 και ακολούθως αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της την 30.03.2021 η οποία ορίστηκε αρχικά στις 24.05.2021 και ακολούθως παρέμεινε για τους λόγους που εμφαίνονται στο πρακτικό για οδηγίες την 6.10.2021 με οδηγίες όπως η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρηθεί 5 ημέρες προηγουμένως. Η Ενάγουσα/ Αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση στις 25.06.2021, επιζητώντας επί της ουσίας την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή ή απαγόρευση διενέργειας πλειστηριασμού ακινήτου της, όπως αυτό περιγράφεται στην αίτηση ευρισκόμενο σε περιφερειακό Δήμο της Επαρχίας Λευκωσίας, και ο οποίος είναι προγραμματισμένος να γίνει σήμερα 10.08.2021 και ώρα 10:00π.μ., μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση διατάχθηκε να επιδοθεί και έτσι αυτή έλαβε πλέον τη μορφή διά κλήσεως αίτησης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται σε ένορκη δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας. Κύρια θέση την οποία υποστηρίζει είναι ότι το Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο (όπως τιτλοφορείται το οποίο φέρει ημερομηνία 1.02.2010 με το οποίο όριζε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της τον πρώην σύζυγο της κ. XXXXX Ευθυμίου), χρησιμοποιήθηκε από αυτόν υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο εν αγνοία της, ότι αυτό είναι πλαστογραφημένο και η πιστοποίηση της υπογραφής της από Πιστοποιούσα Υπάλληλο έγινε εν αγνοία της, προβάλλει δε ότι δεν έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης για την υποθήκευση του ακινήτου της από τους εναγόμενους 1 ως ήταν η υποχρέωσή της ως αφήνει να εννοηθεί. Στη μακροσκελή ένορκη δήλωσή της κάνει αναφορά στα όσα ακολούθησαν εφόσον φαίνεται ότι δεν εκπληρώνονταν οι δανειακές υποχρεώσεις για τις οποίες συστάθηκε η επίδικη υποθήκη με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί αγωγή, να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους και να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης της με την κατάληξη τον προγραμματισμό για τον πλειστηριασμό του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Η ενόρκως δηλούσα εξηγεί ότι με τον πρώην σύζυγο της βρίσκονταν σε διάσταση και η επικοινωνία τους γινόταν αποκλειστικά μέσω των δικηγόρων τους από τον Ιούνιο του 2017 και ο γάμος τους λύθηκε με την έκδοση του διαζυγίου τους την 11.11.
- Αναφέρει ότι στην αγωγή αρ. 1818/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας, στην οποία ήταν η εναγόμενη 2 με τον ως άνω σύζυγο της ως εναγόμενο 1 και τους παρόντες εναγόμενους 1 ως ενάγοντες, εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον τους την 26.09.2013 παρόλο ότι δεν της είχε επιδοθεί η αγωγή και για τούτο δεν εμφανίστηκε για να προβάλει υπεράσπιση. Δηλώνει ότι περί τα μέσα Ιουλίου του 2017 έμαθε για την ύπαρξη της ως άνω αγωγής, και ακολούθως υπέβαλε αίτηση για ακύρωση της την 24.10.2017 την οποία όμως απέσυρε όπως εξηγεί στις 16.04.2019, όταν η έρευνα της αστυνομίας δεν είχε καταδείξει πλαστογραφία της υπογραφής της όπως διατεινόταν. Προβάλλει πλείστους τόσους ισχυρισμούς για τα γεγονότα της υπόθεσης που άπτονται των σχέσεων της με τον πρώην σύζυγο της και πότε αυτός, κατ' ισχυρισμό της την πληροφόρησε για την υποθήκευση του ακινήτου της και τη σχετική πληροφόρηση που έλαβε από την ίδια την εναγόμενη 1 περί τις αρχές Ιουλίου του 2017 όταν η ίδια μετέβη στα Γραφεία της και διενήργησε έρευνα στο φάκελο της υποθήκης. Αναφέρεται ακόμα στα όσα διαμείφθηκαν με στελέχη της εναγόμενης 1 τους οποίους και κατονομάζει οι οποίοι από τα λεγόμενα τους δεν τη γνώριζαν και ούτε την είχαν συναντήσει ποτέ. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται ακόμα με λεπτομέρεια για τις καταγγελίες στις οποίες προέβη για πλαστογραφίες των υπογραφών της, καταδίκη της πιστοποιούσας υπαλλήλου για παράτυπη πιστοποίηση υπογραφής άλλου προσώπου και τις εκκρεμούσες καταγγελίες - υποθέσεις εναντίον και του συζύγου της. Αναφέρεται στην αίτηση παραμερισμού της δικαστικής απόφασης την οποία καταχώρισε στην αγωγή αρ.1818/2013 και ότι ανέμενε το αποτέλεσμα της καταγγελίας στην οποία προέβη στο ΤΑΕ για πλαστογραφία τόσο του πληρεξουσίου εγγράφου όσο και άλλων εγγράφων και την κατάληξη αυτών των καταγγελιών της όπως και με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της πληροφορεί το Δικαστήριο ότι η καταγγελία της περί της πλαστογράφησης της υπογραφής της αποφασίστηκε όπως επαναεξεταστεί. Στην ένορκη δήλωση της κάνει αναφορά επίσης στην έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας εκ μέρους της εναγόμενης 1 για πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου της και γιατί με όσα πιστεύει θα πρέπει να πετύχει η αίτηση της. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου η Αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση όπου πράγματι αναφέρεται στην κατάληξη ή εξέλιξη των καταγγελιών για πλαστογράφηση εγγράφων από μέρους του εναγόμενου 2 και την καταδίκη σε πρόστιμο μετά από παραδοχή της πιστοποιούσας υπαλλήλου σε άλλη υπόθεση με εμπλεκόμενο και πάλι τον πρώην σύζυγο της. Αποφεύγω σε αυτό το μέρος της απόφασης μου την περαιτέρω καταγραφή λεπτομερειών από στις ένορκες δηλώσεις της εφόσον για τα κύρια ζητήματα τα οποία έχουν τη σημασία τους θα γίνει αναφορά κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει σε συσχετισμό με τη νομική πτυχή που διέπει την αίτηση. Οι εναγόμενοι 1/ Καθ' ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι Καθ' ων η αίτηση»), καταχώρισαν Ειδοποίηση Περί της Πρόθεσης τους να ενστούν. Προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους (καταγράφονται αυτούσιοι): « Η αίτηση δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση γεγονότα ουδεμία εκ των προβλεπόμενων προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού και/ή ενδιάμεσου διατάγματος και/ή θεραπείας, στοιχειοθετούν. Η Ενάγουσα δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και/ή δεν έχει ορατή προοπτική να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή. Η Ενάγουσα δεν έχει προβεί σε πλήρη και/ή αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και/ή γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη και/ή με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν σημαντικά στοιχεία και/ή ουσιώδη γεγονότα. Δια της αίτησης και/ή της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει αυτή και/ή τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα υπόθεση, δεν δεικνύουν πως σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της Ενάγουσας, θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας εφόσον οι Εναγόμενοι 1 είναι φερέγγυοι και έχουν την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους. Η Ενάγουσα επέδειξε σε κάθε περίπτωση καθυστέρηση στις ενέργειες της και/ή στην λήψη των σχετικών δικονομικών διαβημάτων και/ή είναι υπαίτια αδικαιολόγητης και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης και/ή δεν έδωσε οποιοδήποτε λόγο και/ή ικανοποιητικό λόγο για την καθυστέρηση αυτή. Η Ενάγουσα διά της συμπεριφοράς της κωλύεται και/ ή εμποδίζεται να επιζητεί τα εν λόγω διατάγματα και/ ή να προωθεί την εν λόγω αγωγή. Η Ενάγουσα κωλύεται λόγω δεδικασμένου (res judicata) να εγείρει τόσο την παρούσα αγωγή και/ ή να προωθεί την εν λόγω αίτηση εφόσον η σύμβαση υποθήκης αποτέλεσε επίδικο θέμα στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1818/
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλείνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ ή δεν είναι δίκαιο ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η παρούσα αίτηση είναι εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Σέρβου ο οποίος δηλώνει Γενικός Διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση, γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση. Παρόμοια δεν θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω σε αυτό το μέρος της απόφασης λεπτομέρειες των όσων αναφέρει ως προς την ιδιότητα του όπως και αυτής της Καθ' ης η αίτηση, της γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης και από πού προέρχεται αυτή, τη διάψευση όσων η Αιτήτρια αναφέρει στη δική της ένορκη δήλωση πλην όσων ρητά παραδέχεται καθώς όπως έχω προαναφέρει και ως προς τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας όσα από αυτά έχουν τη σημασία τους θα καταγραφούν στο κατάλληλο μέρος στην συνέχεια. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και σε νομική πτυχή που διέπει αυτής της φύσης τα αιτήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά στη συνέχεια σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΤΗΣ ΠΤΥΧΗ: Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς (βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Στην ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνεται ανάλογα με το ζήτημα και αναφορά σε σχετική νομολογία. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που καθορίζει το ως άνω άρθρο οι οποίες θ πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι η διατύπωση αιτίας αγωγής δεν είναι από μόνη της αρκετή. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι από άποψη ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας. Χαρακτηριστικά στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου κ.α.,
(1996)1 Α Α.Α.Δ 253 αναφέρθηκαν τα εξής: «Αρχίζουμε με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 1960. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας». Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. σχετικά τις υποθέσεις Bacardi v. Vinco,
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου,
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland,
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading,
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. τις υποθέσεις Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd,
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka,
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Τονίζεται ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd,
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». Το άρθρο 4 του κεφαλαίο 6 εφαρμόζεται όταν αξιώνεται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής (βλ. Companies Maritime v. Sponsolia Shipping,
(1987)1 C.L.R 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Apartments
(1994)1 A.A.Δ. 389). Το άρθρο 4
(1)του Κεφαλαίου 6 έχει ως εξής: «4.
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης». Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 A.A.Δ. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της Δικαιοσύνης (βλ. Frixos Michael v. Brevinos Ltd,
(1969)1 CLR 578). Προχωρώ με την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων Εξετάζοντας τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, αυτής της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται η Αιτήτρια σε θεραπεία, παρατηρώ ότι η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων εδράζεται, όπως αναφέρεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στην από μέρους των εναγόμενων 1 και 2 επίδειξη δόλιας συμπεριφοράς και συνομωσίας με σκοπό την εξαπάτηση της ενάγουσας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, πέραν της γενικόλογης αναφοράς ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 συνωμότησαν για να εξαπατήσουν και/ ή να καταδολιεύσουν την ενάγουσα, δεν παρατίθεται από την ενάγουσα κανένα απολύτως στοιχείο και/ ή λεπτομέρεια που να δικαιολογούν τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως τον εν λόγω ισχυρισμό. Εξηγούμαι: (α) Από τα τεκμήρια (βλ. Τεκμ. Ε) είναι ξεκάθαρο ότι η αρχική καταγγελία της ενάγουσας (μετά που της είχε δοθεί μάλιστα η ευκαιρία να μεταβεί και στα γραφεία των εναγόμενων 1 και να επιθεωρήσει το φάκελο του δανείου που διατηρούσαν οι εναγόμενοι 1), ως η ίδια παραδέχεται, αφορούσε πλαστογραφία της υπογραφής της επί του επίμαχου πληρεξουσίου εγγράφου από τον εναγόμενο
- Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ίδια την ένορκη δήλωση της ενάγουσας στην αίτηση παραμερισμού που είχε καταχωρήσει ημερομηνίας 29.08.2017 (Τεκμ. Στ), όπου στην παράγραφο 12 αναφέρει επί λέξη τα ακόλουθα: «Είναι η θέση μου ότι εγώ ουδέποτε υπέγραψα οποιοδήποτε γενικό πληρεξούσιο στον Εναγόμενο 1 και αμφισβητώ την γνησιότητα της υπογραφής του γενικού πληρεξουσίου και θεωρώ ότι αυτό είναι πλαστό.». (α) Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι το 2017 η ενάγουσα ακόμα και μετά που είχε προβεί στην καταγγελία στην Αστυνομία, το μόνο παράπονο που είχε προωθήσει ήταν εναντίον του εναγόμενου 2 το οποίο αφορούσε ξεκάθαρα πλαστογραφία και τίποτε άλλο. Κανένας απολύτως ισχυρισμός για συνομωσία εκ μέρους των εναγόμενων 1 και 2 με σκοπό την εξαπάτηση της και/ ή την καταδολίευση της εξ' ου και όταν από την έρευνα της Αστυνομία αποδείχθηκε το γνήσιο της υπογραφής της απέσυρε την εν λόγω αίτηση στις 16.04.
- (β) Από τις 16.04.2019 ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε η αίτηση παραμερισμού της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της ενάγουσας ο ισχυρισμός για δήθεν απάτη και/ ή ψευδείς παραστάσεις και πάλι σε σχέση μόνο με τον εναγόμενο 2, προέκυψε μόλις στις 25.06.2020 (Τεκμ. 6), επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας προς τους εναγόμενους 1 με αφορμή τη λήψη από την ενάγουσα της Ειδοποίησης Τύπος Ι, το δε αίτημα για επανεξέταση της υπόθεσης είχε τεθεί από την ενάγουσα για πρώτη φορά στις 17.07.2020 (Τεκμ. 7), επιστολή της ενάγουσας προς τον Γενικό Εισαγγελέα και πάλι σε σχέση μόνο με τον εναγόμενο
- (γ) Προκύπτει επομένως εύλογα το ερώτημα όπως τίθεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση, αν όντως το παράπονο της ενάγουσας περί απάτης και καταδολίευσης της από τον εναγόμενο 2 είναι γνήσιο γιατί δεν είχε τεθεί αφ' ενός από το 2017 και γιατί αφ' ετέρου έπρεπε να μεσολαβήσει ένας χρόνος και 3 μήνες (από την 16.04.2019 - 17.07.2020) για να τεθεί προς τον Γενικό Εισαγγελέα και πάλι σε σχέση μόνο με τον εναγόμενο
- Και επίσης για τον λόγο ότι εναντίον των εναγόμενων 1 έχει προταθεί για πρώτη φορά με την καταχώριση της αγωγής, ήτοι δηλαδή 4 χρόνια από την αρχική καταγγελία της ενάγουσας. Παρά το γεγονός ότι το επίπεδο απόδειξης δεν είναι υψηλό σε ενδιάμεσες διαδικασίες η ύπαρξη αγώγιμου αδικήματος δεν είναι αρκετή για την έκδοση και/ ή συνέχιση ενδιάμεσου διατάγματος αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί από την ενάγουσα ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξης του (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015). Περαιτέρω ο δόλος, η απάτη και/ ή οι ψευδείς παραστάσεις με βάση την πάγια νομολογία θα πρέπει να συγκεκριμενοποιούνται και να αναφέρονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια. Ενόψει του γεγονότος ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι καταχωρισμένη Έκθεση Απαιτήσεως (παρά το γεγονός ότι έχουν διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα από της καταχώρισης της αγωγής με αίτημα της ενάγουσας για παράταση του χρόνου καταχώρισης της), η ενάγουσα κρίνω ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να δώσει κάποιες λεπτομέρειες και/ ή στοιχεία επί των οποίων να μπορεί να εξαγάγει το Δικαστήριο το συμπέρασμα ότι τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως έχει εμφιλοχωρήσει δόλος και/ ή απάτη και/ ή συνωμοσία. Η απλή και αόριστη προβολή της ύπαρξης δόλου και/ ή απάτης και/ ή ψευδών παραστάσεων στη βάση δήθεν άλλων ποινικών αδικημάτων που μπορεί να διέπραξε ο εναγόμενος 2 δεν είναι αρκετή κατά την αντίληψη μου για να πείσει το οποιοδήποτε δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξης του εν λόγω αγώγιμου δικαιώματος (βλ. σχετικά Lawford Ltd κ.α. v. Χατζηγαβριήλ κ.α.,
(2004)1Β ΑΑΔ 818, 822). Στη βάση των ως άνω καταλήγω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Προχωρώ με την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια για ευνόητους λόγους αναφέρεται μόνο στην φερεγγυότητα του εναγόμενου 2 (παρ. 28 της ένορκης δήλωσης της) και όχι των Καθ' ων η αίτηση παρά το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση στρέφεται εναντίον μόνον αυτών. Ως καταδεικνύεται από την Ε/Δ του κ. Σέρβου, οι εναγόμενοι 1 είναι σε θέση να καλύψουν οποιαδήποτε ζημιά υποστεί η ενάγουσα από την εκποίηση του επίδικου ακινήτου. Στην παρ. 17 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως του φαίνεται ότι οι εναγόμενοι 1 διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και ρευστά διαθέσιμα πολλαπλάσιας αξίας του επίδικου ακινήτου. Αντίθετα, η ενάγουσα αποφεύγει να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία και/ ή στοιχείο αναφορικά με τη δική της φερεγγυότητα και αποκρύβει από το Δικαστήριο ότι η ίδια έχει προβεί σε ένορκη δήλωση (Τεκμ. Ι), ενώπιον άλλου Δικαστηρίου με την οποία δηλώνει ενόρκως ότι δεν μπορεί να πληρώσει ούτε και ένα ευρώ για την εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους της. Βρίσκω ότι είναι ανεδαφικός ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επομένως ούτε η προϋπόθεση αυτή εκπληρώνεται. Παρόλη την πιο πάλω κατάληξη μου περί της μη εκπλήρωσης καμιάς από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 θα προχωρήσω να εξετάσω και κατά πόσο η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ή το ισοζύγιο της ευχέρειας θα μπορούσε να γείρει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, το κατά πόσο δηλαδή η έκδοση τους θα είναι ταυτόχρονα δίκαιη και πρόσφορη. Η διατήρηση του status quo είναι ένα από τα κριτήρια που εξετάζονται σύμφωνα με την υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 C.L.R. 788, όπου αναφέρει ότι ο όρος επεξηγήθηκε από τον Vice Chancellor Megarry στην υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R 571, 581 ως ακολούθως: «Ο όρος status quo είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής και όπως πρότεινα στη Robbie v Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι status quo ante bellum. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια, τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo». Η ενάγουσα με τα διατάγματα που επιζητεί προσπαθεί να ανατρέψει τη σημερινή κατάσταση ήτοι την δυνατότητα του ενυπόθηκου δανειστή να εισπράξει το λαβείν του το οποίο πηγάζει από τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 26.09.2013 (Τεκμ. Δ), η οποία ούτε έχει παραμεριστεί ούτε και έχει ανασταλεί. Μάλιστα έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους το οποίο υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ, όπως έχει καταθέσει ο κ. Σέρβος (και παρά τα εκτελεστικά μέτρα που έχουν παρθεί εναντίον του εναγόμενου 2 έχει εισπραχθεί μόλις το ποσό των €26,244. Μια τέτοια εξέλιξη δηλαδή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, στην ουσία θα ισοδυναμεί με ανατροπή και όχι διατήρηση του status quo ante bellum. Όμως επισημαίνεται από τους Καθ' ων η αίτηση ακόμα ένας παράγοντας ο οποίος δεν μπορεί να παραγνωριστεί πρόκειται για τη θέση που υποστηρίζουν και με την οποία συμφωνώ ότι δηλαδή στην παρούσα περίπτωση συντρέχει και ο παράγοντας της Υπέρβασης και/ή Έλλειψης Δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επέμβει και να ανατρέψει την δρομολογηθείσα διαδικασία που άρχισαν οι Καθ' ων η αίτηση με τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου καθώς ως προς τούτο υπάρχει ήδη δεδικασμένο. Όπως προαναφέρθηκε εκδόθηκε ήδη απόφαση στις 26.09.2013 στο πλαίσιο της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα για την εκποίηση του επίδικου ακινήτου οπότε τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για την μη εκποίηση του σημαίνει ότι θα υπάρχουν ουσιαστικά δύο αντικρουόμενα διατάγματα πράγμα ανεπίτρεπτο με βάση τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ. σχετικά Αντρέα v. Takis D. Chamboulides Ltd
(1993)1 AAΔ.6). Κάτι τέτοιο θεωρείται ότι προσβάλλει το κύρος της Δικαιοσύνης και ως εκ τούτου το δεύτερο διάταγμα θα θεωρηθεί ότι εκδόθηκε καθ' υπέρβαση ή έλλειψη δικαιοδοσίας εφόσον θα αναιρεί διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια τελικής μάλιστα απόφασης από ομόβαθμο δικαστήριο με αποτέλεσμα να ελέγχεται η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (βλ. σχετικά CVCIGP II Ukraine Investment Ltd κ.α. Πολιτική Αίτηση Αρ. 5/13, ημερομηνίας 08.01.2013 και RCK Sports Ltd (Αρ. 1)
(1993)1 ΑΑΔ 571). Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της απόδειξης: Δικονομικές και ουσιαστικές πτυχές», Hippasus Publishing Ltd, 2014 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με το κώλυμα λόγω δεδικασμένου: «Κώλυμα λόγω δεδικασμένου εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασισθεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να το πράξει και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων με την ίδια ιδιότητα». Το δεδικασμένο μπορεί να πάρει την μορφή του κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής ή του κωλύματος που αφορά επίδικο θέμα. Στην πρώτη περίπτωση, ο διάδικος λόγω αμέλειας, απροσεξίας, ατυχήματος ή άλλως πως παραλείπει να προβάλει είτε με τα δικόγραφα είτε με την παρουσίαση μαρτυρίας οτιδήποτε θα μπορούσε να υποστηρίξει τις εισηγήσεις του, ως εκ τούτου κωλύεται κατά κανόνα από το να προβάλει μετέπειτα το ίδιο θέμα σε μία νέα δικαστική διαδικασία. Στη δεύτερη περίπτωση του κωλύματος που αφορά επίδικο θέμα, ενόψει του ότι μία βάση αγωγής μπορεί να εμπεριέχει πολλά επίδικα θέματα που πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφασίσει εάν θα την αποδεχθεί ή εάν θα την απορρίψει η έκδοση απόφασης στο επίδικο ζήτημα, εμποδίζει τους διαδίκους από το να το επαναφέρουν προς εξέταση. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών όρων: (α) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη, (β) πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, (γ) πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, (δ) πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Οι όροι αυτοί πρέπει να συντρέχουν άλλως δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο. Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ως εκ τούτου θεωρώ ότι και για λόγους ύπαρξης δεδικασμένου η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να τύχει περαιτέρω εξέτασης και να έχει επιτυχία. Το ορθό διαδικαστικό μέτρο θα έπρεπε να ήταν η προώθηση της αίτησης παραμερισμού την οποία ενώ είχε καταχωρίσει στη συνέχεια την απέσυρε. Επομένως το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω στη βάση όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το απαιτούμενο βάρος και δεν έχει καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει η σχετική νομολογία για σκοπούς άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων που επιζητεί με την παρούσα αίτηση της. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν βλέπω τον λόγω απόκλισης από τον κανόνα ότι τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Επομένως αυτά θα είναι υπέρ των Εναγόμενων 1/ Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο