← Κύπρος

ARIP ν. GEOGLOBAL LTD κ.α., Αρ. Εναρκτήριας Κλήσης: 20/2018, 24/9/2021

ARIP ν. GEOGLOBAL LTD κ.α., Αρ. Εναρκτήριας Κλήσης: 20/2018, 24/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A473 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Εναρκτήριας Κλήσης: 20/2018 Αναφορικά με τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο του 1992, Ν. 69(Ι)/1992, ως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος), και αναφορικά με τη Σύμβαση της Χάγης περί του νόμου που εφαρμόζεται σε εμπιστεύματα και περί της αναγνώρισης αυτών Νόμος του 2017 (Κυρωτικός Νόμος 4(ΙΙΙ)/2017), και αναφορικά με το «WS Settlement» (προηγουμένως γνωστό ως «The Caspian Minerals I Settlement»), ένα κυπριακό διεθνές εμπίστευμα που εγκαθιδρύθηκε με τη συμφωνία εμπιστεύματος ημερομηνίας 24/12/2008 μεταξύ του XXXXX Arip, νυν υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένων στην Ελβετία, και της RYSAFFE FIDUCIAIRES SARL, από την Ελβετία, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (το Εμπίστευμα), και αναφορικά με τα πιο κάτω πρόσωπα ή/και μεταξύ: ARIP XXXXX, νυν υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένουσα στην Ελβετία Ενάγουσα και

  1. GEOGLOBAL LTD
  2. CYPCOSERVE LTD,
  3. XXXXX ARIP
  4. KAZAKHSTAN KAGAZY PLC
  5. KAZAKHSTAN KAGAZY JSC
  6. PRIME ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP
  7. PEAK AKZHAL LLP
  8. PEAK AKSENGER LLP
  9. ASTANA- CONTRACT JSC
  10. PARAGON DEVELOPMENT LLP
  11. BANK JULIUS BAER & CO LTD Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24/09/2021 Αίτηση δια κλήσεως από Εναγόμενους 4, 5, 6 και 7 / Αιτητές στην παρούσα, ημερομηνίας 23/05/2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Πολ. Παναγίδης για CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC Για Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γεώργιος Τσαρδελλής για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να παραμερίζεται και/ή να αναστέλλεται η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Εναρκτήρια Κλήση και οποιαδήποτε διατάγματα εκδόθηκαν στα πλαίσια αυτής». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, θθ. 1, 2, 8, Δ.6, θθ. 1 - 9, Δ.9, θ.θ. 1, 3 - 12, Δ.16, θ. 1 - 9, Δ.17 Θ.10, Δ.19 θ.26, Δ.25, Δ.27 θθ. 1 - 3, Δ.48 Θ.1-4, Θ.7, Θ.8, Θ.8

(4), Θ.9, Θ.11, Δ.55, Δ.57, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 6-9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 2, 22, 29, 31 και 32, στον Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο Ν. 69(Ι)/1992, άρθρα 2 - 4, 9, 10, 11Α - 15, στον Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, άρθρα 2 και 3, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα άρθρα 22
(1), 22
(5), 23
(5)και 32 - 52 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 ημερομηνίας 22.12.2000 και της Σύμβασης του Lugano για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις του 2007, στα άρθρα 24
(1), 24
(5)και 25
(4)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στον Περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμο Ν.40/1982, άρθρα 1 και 6 της Σύμβασης, στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 67-70 και 81, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στη Νομολογία, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) και των Αγγλικών Δικαστηρίων, στην πρακτική του Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του, στους κανόνες του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, στην πάγια πρακτική και/ή σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη σ΄ αυτήν ένορκη δήλωση της Δέσποινας Παπαθωμά, ημερομηνίας 23/5/2018 και στον φάκελο της υπόθεσης. Η ενόρκως δηλούσα Δέσποινα Παπαθωμά, λέει μεταξύ άλλων και τα εξής: Είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, δικηγόροι των Εναγομένων 4, 5, 6 και 7 / Αιτητών (στο εξής «οι Αιτητές») και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Οι Αιτητές ήταν 4 από τους 6 Ενάγοντες στην Αγωγή αρ. CL-2013-000683 του Commercial Court του Queen's Bench Division του High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου, εναντίον του Εναγόμενου 3 / κ. XXXXX Arip, συζύγου της Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση και άλλων προσώπων. Η απαίτηση των Αιτητών εναντίον του Εναγόμενου 3 εδραζόταν σε ισχυρισμούς δόλου, απάτης και κλοπής μεγάλων χρηματικών ποσών από τον τελευταίο. Στις 22.12.2017 εκδόθηκε απόφαση από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm), στην Αγωγή CL-2013-000683 υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου
  1. Αντίγραφο αυτής βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 22 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας που υποστήριζε την Αίτηση για παρεμπίπτοντα διατάγματα. Στις 28.2.2018 το Αγγλικό Δικαστήριο επιδίκασε τις αποζημιώσεις προς όφελος των Αιτητών στην Αγωγή CL-2013-000683, οι οποίες ανήλθαν συνολικά σε περίπου $300.000.000 Δολάρια Αμερικής. Στις 22.2.2018 παραδόθηκαν στην εταιρεία Estera LLP στο Isle of Man, εταιρεία η οποία ενεργεί ως αντιπρόσωπος των Kazakhstan Kagazy PLC τα δικαστικά έγγραφα της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 20/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας. Ταυτόχρονα παραδόθηκαν σε αυτούς δικαστικά έγγραφα που αφορούν σχεδόν πανομοιότυπη υπόθεση που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με αριθμό Εναρκτήριας Κλήσης 5/
  2. Στις 23.2.2018, τα ίδια δικαστικά έγγραφα τόσο της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 5/2018 Ε.Δ. Λάρνακας όσο και της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 20/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας, παραδόθηκαν στον XXXXX Abulgazin, υπάλληλο της εταιρείας Kagazy Recycling LLP, στο Καζακστάν. Η εν λόγω εταιρεία είναι μέλος του ομίλου εταιρειών Kazakhstan Kagazy, αλλά έχει χωριστή διοίκηση. Τα πρόσωπα στα οποία παραδόθηκαν τα έγγραφα στο Καζακστάν δεν ήταν κατάλληλα εξουσιοδοτημένα να παραλαμβάνουν έγγραφα για λογαριασμό των Αιτητών. Ο XXXXX Abulgazin στον οποίον παραδόθηκαν τα έγγραφα είναι υπάλληλος της εταιρείας Kagazy Recycling LLP, η οποία δεν είναι διάδικος ούτε έχει σχέση με την παρούσα διαδικασία και δεν μπορούσε να παραλαμβάνει έγγραφα για λογαριασμό οποιασδήποτε από τις εταιρείες που είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Η επίδοση των εγγράφων δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης η οποία κυρώθηκε με τον Περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμο Ν.40/1982, τόσο όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και τη γλώσσα που μεταφράστηκαν τα έγγραφα, ούτε και σύμφωνα με τις πρόνοιες του εθνικού δικαίου της χώρας στην οποία παραδόθηκαν τα έγγραφα. Δεν έχει γίνει κανονική επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές. Στις 23.3.2018, στα πλαίσια μονομερούς Αίτησης των Αιτητών / Εναγομένων 4, 6 και 7 ημερομηνίας 9.3.2018 και μονομερούς Αίτησης των Αιτητών / Εναγομένων 5 ημερομηνίας 21.3.2018, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα με τα οποία επιτράπηκε στους Αιτητές η καταχώρηση εμφάνισης υπό αίρεση / διαμαρτυρία και η καταχώρηση Αίτησης ως η παρούσα εντός 60 ημερών από τη σύνταξη του κάθε διατάγματος. Η παρούσα υπόθεση πρέπει να απορριφθεί ή παραμεριστεί για όλους και κάθε ένα χωριστά τους πιο κάτω λόγους: «
(1)το Δικαστήριο, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, το οποίο έχει άμεση ισχύ, δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει σε οποιοδήποτε Δικαστήριο (εκτός από τα Κυπριακά Δικαστήρια) από του να επιλαμβάνεται την εκτέλεση, και/ή δεν έχει εξουσία να αναστείλει με οποιονδήποτε τρόπο την εκτέλεση, της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 22.12.2017 από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm) του Ηνωμένου Βασιλείου, στην Αγωγή CL-2013-000683, καθώς πρόκειται για απόφαση Δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέτοιο διάταγμα θα αντίκειται στις πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Κανονισμών του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 ημερομηνίας 22.12.2000 (άρθρα 32 - 52) και 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012 (άρθρα 36 - 44), καθώς και στην Σύμβαση του Lugano του 2007 (άρθρο 33 - 49), για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ως επίσης και στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διασφαλίζει ένα κοινό χώρο δικαιοσύνης μεταξύ των Κρατών Μελών που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης και εκτέλεσης των Δικαστικών Αποφάσεων.
(2)το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στις 22.12.2017 από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm), στην Αγωγή CL-2013-000683, σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός Κύπρου, καθώς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012 (άρθρο 24
(5)) για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, οι οποίες υπερισχύουν οποιουδήποτε εγχώριου Νόμου, σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης της απόφασης έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία.
(3)το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στις 22.12.2017 από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm), στην Αγωγή CL-2013-000683, σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός Κύπρου, καθώς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012, (άρθρο 24
(1)), και της Σύμβασης του Lugano του 2007 (άρθρο 22), για τη Διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, οι οποίες υπερισχύουν οποιουδήποτε εγχώριου Νόμου, σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου έχει αποκλειστική δικαιοδοσία, συνεπώς οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης με κατάσχεση ακινήτων που βρίσκονται στο εξωτερικό πρέπει να ληφθούν στο εξωτερικό.
(4)το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει στους Αιτητές να προβάλουν σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός των Κυπριακών Δικαστηρίων οποιοδήποτε ισχυρισμό που σχετίζεται ή αφορά το επίδικο Εμπίστευμα, καθώς τέτοια απαγόρευση θα αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος των Αιτητών για δίκαιη δίκη και πρόσβαση στη δικαιοσύνη Αιτητών τα οποία κατοχυρώνονται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
(5)το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει αντιαγωγικά διατάγματα (anti-suit injunctions) καθώς τέτοια διατάγματα αντίκεινται στους σκοπούς των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1215/2012 όπως και στη Σύμβαση του Lugano, για την Διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ειδικότερα στις εδραιωμένες αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ άλλων στην υπόθεση Case C-159/02, Turner v Grovit.
(6)το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει οποιαδήποτε διατάγματα στα πλαίσια Εναρκτήριας Κλήσης δυνάμει της Δ.55, σκοπός της οποίας είναι ο καθορισμός της ερμηνείας εγγράφων και των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων μερών και όχι ο καθορισμός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσον αφορά την εκτέλεση απόφασης Δικαστηρίου άλλου κράτους-μέλους ή την εγκυρότητα ενός εμπιστεύματος ή των μεταφορών περιουσιακών στοιχείων σε αυτό. Ούτε οι Αιτητές είναι επίτροποι ή δικαιούχοι του επίδικου Εμπιστεύματος για να τίθεται θέμα διάγνωσης των δικαιωμάτων τους δυνάμει αυτού.
(7)το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Εναρκτήρια Κλήση και κατ' επέκταση να εκδώσει οποιαδήποτε διατάγματα καθώς (α) η ισχυριζόμενη βάση αγωγής δεν έχει προκύψει στην Κύπρο και (β) ούτε με την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση για παρεμπίπτοντα διατάγματα, ούτε με την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας η Ενάγουσα έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι έχει οποιαδήποτε καλή βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1, εκτός από ένα αόριστο, ασαφή και άσχετο με τους υπόλοιπους Εναγόμενους ισχυρισμό ότι οι επίτροποι του εμπιστεύματος παρέλειψαν να προστατεύσουν τα περιουσιακά στοιχεία αυτού (σελ. 47 της Ένορκης της Δήλωσης της Ενάγουσας που υποστηρίζει την Αίτηση για παρεμπίπτοντα διατάγματα) ισχυρισμός ο οποίος (i) καταρρίπτεται και από το γεγονός ότι οι εν λόγω επίτροποι δεν έφεραν ένσταση στην οριστικοποίηση του Παρεμπίπτοντος Διατάγματος και (ii) εν πάση περιπτώσει δεν είναι ικανός να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο εναντίον των υπολοίπων Εναγομένων,
(8)το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί της Εναρκτήριας Κλήσης και κατ' επέκταση να εκδώσει οποιαδήποτε διατάγματα, κυρίως για τον λόγο ότι τα αιτούμενα με την Εναρκτήρια Κλήση διατάγματα επεμβαίνουν στη δικαιοδοσία άλλων κρατών, καθώς και για τον λόγο ότι δεν έχει δικαιοδοσία, ούτε είναι το αρμόδιο Δικαστήριο, να δικάσει τα θέματα που εγείρει η Ενάγουσα,
(9)η Εναρκτήρια Κλήση στερείται νομικής βάσης, κυρίως για τον λόγο ότι το επίδικο εμπίστευμα δεν εμπίπτει εντός του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο Ν. 69(Ι)/1992, καθώς δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της παραγράφου (β) της ερμηνείας του όρου «διεθνές εμπίστευμα» στο άρθρο 2 του Νόμου, εφόσον κατά τη δημιουργία του εμπιστεύματος και για περίοδο που ακολούθησε μοναδικός επίτροπος του εμπιστεύματος ήταν πρόσωπο που δεν διέμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία,
(10)η Εναρκτήρια Κλήση στερείται νομικής βάσης καθώς, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι ο Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος Ν. 69(Ι)/1992τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, αυτός είναι αντισυνταγματικός, κυρίως για τον λόγο ότι οι πρόνοιες που προσδίδουν αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια αντίκεινται στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 και 1215/2012, καθώς και στη Σύμβαση του Lugano του 2007, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις,
(11)η Εναρκτήρια Κλήση στερείται πραγματικής βάσης καθώς οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, ως εκτίθενται στις ένορκης δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί από την πλευρά της, δεν συνθέτουν καλή βάση αγωγής, κυρίως για τον λόγο ότι δεν υπήρξε από πλευράς Αιτητών «απειλή» για παράβαση οποιασδήποτε νομικής, συμβατικής ή άλλης υποχρέωσής τους που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγμάτων προληπτικά,
(12)η Εναρκτήρια Κλήση στερείται πραγματικής βάσης και είναι τουλάχιστον πρόωρη, καθώς από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί από πλευράς της Ενάγουσας δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια από πλευράς Αιτητών η οποία να της έχει προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά,
(13)η Εναρκτήρια Κλήση είναι, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, κατά Νόμο και ουσία αβάσιμη, δεν έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας και δεν υπάρχει πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία,
(14)λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, του γεγονότος ότι η Κύπρος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση εκτός από τον τόπο διαμονής των επιτρόπων του επίδικου εμπιστεύματος και του γεγονότος ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες της Δ.6, Θ.1 και 4, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας,
(15)όπως εξηγείται στις παραγράφους 5-8 ανωτέρω, δεν έχει γίνει κανονική επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές,
(16)τα αιτούμενα διατάγματα, όσον αφορά τους Εναγόμενους 4, 5, 6 και 7, εάν εκδοθούν θα εκδοθούν «επί ματαίω» καθώς θα στρέφονται κατά προσώπων (in personam) που έχουν ως χώρες διαμονής τους το Καζακστάν και το Isle of Man, οι οποίες δεν εκτελούν αποφάσεις ή διατάγματα που εκδόθηκαν από Κυπριακά Δικαστήρια,
(17)δεν υπάρχει οποιαδήποτε βάση Αγωγής, τόσο νομικά όσο και πραγματικά, εναντίον οποιωνδήποτε Εναγομένων και είναι αντινομική στην ολότητά της και δε βρίσκει έρεισμα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή σε οποιαδήποτε άλλη πρόνοια του Κυπριακού Δικαίου,
(18)η έγερση της παρούσας διαδικασίας έγινε κακόπιστα και καταχρηστικά, για να αποκτηθεί αθέμιτο πλεονέκτημα στην προσπάθεια της Ενάγουσας και του συζύγου της να αποφύγουν την εκτέλεση της απόφασης στην Αγωγή CL-2013-000683». Σε σχέση με τη θέση των Αιτητών ότι η Ενάγουσα δεν έχει βάση αγωγής εναντίον οποιωνδήποτε Εναγομένων, η Ενάγουσα ήταν προφανώς συνεννοημένη με τον Εναγόμενο 3 / σύζυγό της, εξ αποφάσεως πιστωτή των Αιτητών, για να προστεθεί και αυτός ως Εναγόμενος στην παρούσα διαδικασία, πριν την καταχώρηση της, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους διαφορά. Αυτό, μεταξύ άλλων, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η Αίτηση της Ενάγουσας για παρεμπίπτοντα διατάγματα και το μονομερές Παρεμπίπτον Διάταγμα δεν επιδόθηκαν στον Εναγόμενο 3, αλλά σε Κύπριους δικηγόρους. Οι εν λόγω Κύπριοι δικηγόροι μεταγενέστερα εμφανίστηκαν εκ μέρους του Εναγόμενου 3 στη διαδικασία. Η Ενάγουσα καταχρηστικά και αντικανονικά προσέθεσε την Εναγόμενη 11 ως εναγόμενη στην παρούσα διαδικασία αφού είναι απλά η τράπεζα στην οποία είναι κατατεθειμένα τα χρήματα που υποτίθεται ανήκουν στους επιτρόπους του Εμπιστεύματος και δεν έχει καμία άλλη σχέση με την υπόθεση. Η Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση, στην ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγω ένστασης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση της παρατίθενται στην ένορκο δήλωση της Μαρίας Κοζάκου, η οποία λέγει μεταξύ άλλων, στην ένορκη της δήλωση, και τα εξής: Είναι δικηγόρος και εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία Ηλία Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. οι οποίοι είναι οι δικηγόροι της Arip XXXXX, Αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Εναρκτήρια Κλήση και Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα αίτηση. Δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2/2/2018, επιδόθηκαν η κυρίως Αίτηση και το πιο πάνω αναφερόμενο προσωρινό Διάταγμα και οι Καθ' ων η Αίτηση 4, 5 ,6 και 7 στην κυρίως Αίτηση - Αιτητές στην παρούσα κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και την υπό κρίση Αίτηση. Μέχρι σήμερα και λόγω της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης και άλλων ενδιάμεσων αιτήσεων που δεν αφορούν και δεν επηρεάζουν την υπό κρίση Αίτηση, δεν έχουν ζητηθεί ή/και δοθεί οδηγίες από το Δικαστήριο ως προς την παρουσίαση μαρτυρίας την οποία θα κρίνει αναγκαία με σκοπό να αποφασίσει την ουσία της κυρίως Αίτησης. Το επίδικο εμπίστευμα: i. Εγκαθιδρύθηκε με την συμφωνία εμπιστεύματος ημερομηνίας 24/12/2008 μεταξύ του XXXXX Arip και Rysaffe Fiduciaries Sarl. ii. Εμπιστευματοπάροχος του ήταν ο XXXXX Arip - Καθ' ου η Αίτηση 3 στην κυρίως Αίτηση (ο οποίος είναι σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση). iii. Επίτροπος του αρχικά ήταν η Rysaffe Fiduciaries Sarl. iv. Πρώτος προστάτης του ήταν οι Bartholomew Guy Peerless εκ Λονδίνου. v. Αρχικά ονομαζόταν ως The Caspian Minerals I Settlement. vi. Δικαιούχοι του ήταν ο XXXXX, οι γονείς του XXXXX, η Καθ' ης η Αίτηση, τα τέκνα της Καθ' ης η Αίτηση με τον XXXXX, οι κατιόντες συνέπεια του γάμου της Καθ' ης η Αίτηση με τον XXXXX και οι κατιόντες των γονέων του XXXXX. vii. Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 21/07/2010, οι Bartholomew Guy Peerless εκ Λονδίνου παραιτήθηκαν από προστάτες του επίδικου εμπιστεύματος. viii.Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 14/10/2010, παραιτήθηκε η Rysaffe Fiduciaries Sarl από επίτροπος και στη θέση της διορίστηκε η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην κυρίως Αίτηση. ix. Δυνάμει εγγράφου ημερομηνίας 14/10/2010, το Κυπριακό δίκαιο καθορίστηκε ως το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με το επίδικο εμπίστευμα και με την ίδια συμφωνία καθορίστηκε ότι αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν όλα τα ζητήματα που αφορούν το επίδικο εμπίστευμα (περιλαμβανομένης της νομιμότητας, υπόστασης και περιουσιακής του κατάστασης) έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. x. Δυνάμει υπομνήματος ημερ. 24/10/10, διορίστηκε η Aiman Bagitova ως προστάτης του επίδικου εμπιστεύματος εις αντικατάσταση των Bartholomew Guy Peerless. xi. Δυνάμει υπομνήματος ημερ. 23/5/2011, το επίδικο εμπίστευμα μετονομάστηκε σε WS Settlement. xii. Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 18/6/2013, η XXXXX Bagitova παραιτήθηκε από προστάτης του επίδικου εμπιστεύματος και στη θέση της διορίστηκε η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην κυρίως Αίτηση. . xiii.Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 31/5/2013, η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην κυρίως Αίτηση παραιτήθηκε και στην θέση της διορίστηκε η Καθ' ης η Αίτηση 1. xiv. Μετά την καταχώρηση της Κυρίως Αίτηση, η Καθ' ης η Αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση παραιτήθηκε από επίτροπος του επίδικου εμπιστεύματος και στην θέση της διορίστηκε η εταιρεία PILATUS TRUSTEES LIMITED. Αφορμή για καταχώρηση της κυρίως Αίτησης αποτέλεσε η έκδοση της Αγγλικής απόφασης εναντίον του XXXXX για το ποσό των 300.000.000 δολαρίων Αμερικής περίπου. Τα πιο πάνω γεγονότα προσέδιδαν προληπτικό χαρακτήρα στην κυρίως Αίτηση όπου η καταχώρηση δικαιολογείται όταν παρουσιάζεται επαπειλούμενη ζημιά. Η επαπειλούμενη ζημιά συνίσταται στην λήψη μέτρων εναντίον περιουσίας του επίδικου εμπιστεύματος και του ίδιου του επίδικου εμπιστεύματος με σκοπό την εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης στην οποία η Καθ' ης Αίτηση και το επίδικο εμπίστευμα δεν ήταν διάδικοι και ουδέποτε εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους ούτως ώστε να δικαιολογείται η λήψη εκτελεστικών μέτρων εναντίον του ή/και εναντίον της περιουσίας του επίδικου εμπιστεύματος. Οι πιο πάνω απειλές των Εναγόντων της Αγγλικής απόφασης έγιναν πράξη (μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης) με τον ακόλουθο τρόπο: Την 27/4/2018, οι Ενάγοντες στην Αγγλική διαδικασία, ήγειραν διαδικασία ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων μέσω της οποίας την 10/5/2018, εξασφάλισαν απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο δέσμευσαν ακίνητη περιουσία και συγκεκριμένα 4 διαμερίσματα τα οποία ήταν εγγεγραμμένα σε 4 εταιρείες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο τους ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του εμπιστεύματος 'Jailau Trust' το οποίο εγκαθιδρύθηκε με την συμφωνία εμπιστεύματος ημερομηνίας 3/4/2014 μεταξύ της XXXXX Assilbekova (η οποία είναι η μητέρα της Καθ' ης η Αίτηση) ως εμπιστευματοπάροχος και της Heptagon . Το εν λόγω Διάταγμα, οι Ενάγοντες στην Αγγλική διαδικασία το εξασφάλισαν με την δικαιολογία δήθεν ότι ο XXXXX είχε συμφέρον επί των διαμερισμάτων. Όπως προκύπτει από τον τίτλο της συμφωνίας, εμπιστευματοπάροχος του Jailau Trust ήταν η μητέρα της Καθ' ης η Αίτηση ενώ δικαιούχοι ήταν και είναι μόνο τα τέκνα της Καθ' ης η Αίτηση και του XXXXX και όχι ο XXXXX προσωπικά. Η πιο πάνω συμπεριφορά των Αιτητών καταδεικνύει την πρόθεση των Αιτητών να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα Κυπριακών Διεθνών Εμπιστευμάτων είτε αυτά σχετίζονται με τον XXXXX είτε σχετίζονται με οικογενειακά του πρόσωπα με αποτέλεσμα να αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση για εξέταση της κυρίως Αίτησης στην οποία επίδικο θέμα είναι το επίδικο εμπίστευμα για το οποίο υπάρχει ρητή πρόνοια αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφτεί για τους πιο κάτω λόγους: Με την υπό κρίση Αίτηση εγείρονται θέματα και ισχυρισμοί που δεν μπορούν να εκδικαστούν προδικαστικά αφού άπτονται της ουσίας της υπόθεσης με αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση να πρέπει να απορριφτεί ως πρόωρη. Η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφτεί καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Διαταγών 19
(26)και 27
(3)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών για παραμερισμό ή/και αναστολή ή/και απόρριψη της κυρίως Αίτηση σε αυτό το στάδιο, ήτοι πριν να δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο σε σχέση με πιθανή μαρτυρία που απαιτείται ως αναγκαία και πριν την παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την κυρίως Αίτηση είναι λανθασμένος αφού τα πιο κάτω γεγονότα προσδίδουν τουλάχιστο εκ πρώτης δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να εξετάσει και αποφασίσει τις κύριες αξιώσεις της Καθ' ης η Αίτηση, ήτοι την εγκυρότητα του επίδικου εμπιστεύματος. Τα γεγονότα αυτά είναι: i. Η ρητή πρόνοια περί εφαρμοστέου δικαίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. ii. Η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας υπέρ των Κυπριακών Δικαστηρίων. iii. Η χώρα σύστασης και εγγραφής του επιτρόπου του επίδικου εμπιστεύματος κατά την καταχώρηση της Κυρίως Αίτηση, ήτοι της Καθ' ης η Αίτηση 1 όπως επίσης του νυν επιτρόπου, ήτοι της PILATUS TRUSTEES LIMITED είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Ο ισχυρισμός της Παπαθωμά στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της, ότι δηλαδή το επίδικο εμπίστευμα δεν εμπίπτει εντός του Νόμου 69(Ι)/1992 διότι κατά την δημιουργία του και για περίοδο που ακολούθησε επίτροπος ήταν πρόσωπο που δεν διέμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία, είναι κάτι που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης και δεν μπορεί να εξεταστεί και αποφασιστεί στο παρών στάδιο. Για σκοπούς πληρότητας της θέσης της Καθ' ης η Αίτηση, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται στην ολότητα ως ουσιαστικά και νομικά αβάσιμος ενώ σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφτεί δια το λόγο ότι το επίδικο εμπίστευμα διέπετε από ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ο συνδυασμός των πιο πάνω με το γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 και η PILATUS TRUSTEES LIMITED οι οποίες ήταν ο επίτροπος κατά την καταχώρηση της Κυρίως Αίτηση και η νυν επίτροπος είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία όπως επίσης η μέχρι σήμερα συμπεριφορά των Αιτητών ως πιο πάνω αναφέρεται αποκαλύπτουν την δικαιολογημένη κρίση του Δικαστηρίου, μέσω της έκδοσης του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής αιτίας αγωγής και επίδικα θέματα προς εκδίκαση τα οποία δίδουν την δυνατότητα να εναχθούν οι αλλοδαποί Καθ' ων η Αίτηση (Αιτητές και οι λοιποί Καθ' ων η Αίτηση) ως αναγκαίοι διάδικοι. Εν πάση περιπτώσει, με βάση ρητή πρόνοια της συμφωνίας ημερ. 14/10/2010 - τεκμήριο 4 ανωτέρω, εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με όλα τα θέματα του επίδικου εμπιστεύματος είναι το Κυπριακό Δίκαιο. Περαιτέρω, το αίτημα για αναστολή της κυρίως Αίτησης λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει την εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός Κύπρου είναι θέμα ουσίας και άρα δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρών στάδιο ενώ επίσης είναι εσφαλμένο ή/και παραπλανητικό και κατά συνέπεια εσφαλμένο για τους πιο κάτω λόγους: i. Η ουσιαστική αξίωση της κυρίως Αίτησης είναι η αναγνώριση της εγκυρότητας του επίδικου εμπιστεύματος. ii. Η απαγόρευση εκτέλεσης της Αγγλικής απόφασης ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Παπαθωμά είναι παραπλανητική αφού ουδέν Διάταγμα αξιώνεται που να απαγορεύει την εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων της Αγγλικής απόφασης. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της κυρίως Αίτησης, αυτό που αξιώνεται είναι η μη εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης εναντίον περιουσίας η οποία είναι εγγεγραμμένη άμεσα ή έμμεσα στο επίδικο εμπίστευμα. iii. Σε κάθε περίπτωση όμως το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει εξουσία να απαγορεύσει την εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης αποτελεί θέμα το οποίο μπορεί να αποφασιστεί μόνο στα πλαίσια της ουσίας της υπόθεσης. iv. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω θέσης της ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012 , για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (εφ εξής 'ο Ευρωπαικός Κανονισμός 1215/12') και συγκεκριμένα το άρθρο 25 προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία όπου υφίσταται ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας και ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, η έκδοση διατάγματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (το οποίο φέρει την αποκλειστική δικαιοδοσία), με το οποίο να απαγορεύεται η εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης (που δεν είναι εναντίον του επίδικου εμπιστεύματος) εναντίον του επίδικου εμπιστεύματος δεν περιορίζεται και ούτε απαγορεύεται από τους σκοπούς ή/και τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 ως λανθασμένα ισχυρίζονται οι Αιτητές. v. Επιπρόσθετα, τα πιο πάνω ισχύουν και σε σχέση με τις αξιώσεις της κυρίως Αίτησης με τις οποίες αξιώνεται Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Αιτητές να εγείρουν ή/και να προωθούν διαδικασίες σε Δικαστήριο εκτός Κύπρου (το οποίο σύμφωνα με την ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία) αναφορικά με την εγκυρότητα ή την περιουσία του επίδικου εμπιστεύματος. vi. Χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, το άρθρο 24 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού που αναφέρει στις παραγράφους 11
(2)και
(3)η Παπαθωμά εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου εγείρονται ζητήματα εμπράγματου δικαίου, του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου ή/και όταν αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας είναι δικαιώματα in rem σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία. vii. Η κυρίως Αίτηση αφορά την υπόσταση του επίδικου εμπίστευματος και όχι ζητήματα εμπράγματου δικαίου με αποτέλεσμα τα επίδικα θέματα της κυρίως Αίτησης να απαιτούν την εφαρμογή διατάξεων του Κυπριακού δικαίου σε σχέση με την εγκυρότητα του επίδικου εμπιστεύματος το οποίο περιέχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και ρήτρα εφαρμοστέου δικαίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. viii.Τα άρθρα 36 - 44 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού που αναφέρει στις παραγράφους 11
(2)και
(3)η Παπαθωμά αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων από μια χώρα κράτους μέλους σε άλλη ενώ με την αιτούμενη θεραπεία της κυρίως Αίτησης δεν αξιώνεται η απαγόρευση εκτέλεσης της Αγγλικής απόφασης εναντίον του μέρους της απόφασης, ήτοι του XXXXX, αλλά εναντίον της περιουσίας του εμπιστεύματος το οποίο δεν ήταν διάδικος στην διαδικασία. Ως εκ τούτου, τα πιο πάνω άρθρα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Το αίτημα των Αιτητών για αναστολή λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει αντιαγωγικά διατάγματα δεν είναι βάσιμο αφού η εν λόγω εξουσία του Δικαστηρίου άπτεται της ουσίας των επίδικων διαφορών ή/και αποτελούν ενδεχόμενες βάσεις υπεράσπισης των Αιτητών οι οποίες δεν εξετάζονται σε αυτό το στάδιο. Αυτό που επιδιώκεται με την κυρίως Αίτηση είναι η διακήρυξη της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν όλα τα ζητήματα που αφορούν το επίδικο εμπίστευμα (περιλαμβανομένης της νομιμότητας, υπόστασης και περιουσιακής του κατάστασης) με αποτέλεσμα η έκδοση αντιαγωγικού διατάγματος ως παρεμπίπτουσα θεραπεία να εμπίπτει στις εξουσίες του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει αντιαγωγικά διατάγματα τα οποία ενεργούν in personam, έναντι προσώπων σε περιπτώσεις όπου υφίσταται ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας ή/και σε περιπτώσεις όπου η επιλογή άλλου forum έρχεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
  1. Η ρήτρα δικαιοδοσίας που περιέχεται στο επίδικο εμπίστευμα, δεσμεύει μεν μόνο τους συμβαλλόμενους του επίδικου εμπιστεύματος, πλην όμως καθορίζει ότι τα ζητήματα που το αφορούν διέπονται από το Κυπριακό Δίκαιο και εκδικάζονται από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Κατά συνέπεια, τυχόν έγερση τους από τους Αιτητές και εκδίκαση σε άλλο forum καταστρατηγεί άμεσα ή/και έμμεσα τις πρόνοιες του επίδικου εμπιστεύματος, αντιβαίνει τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 και παραγνωρίζει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι τα καταλληλότερα για την εκδίκαση της υπόθεσης. Η αναστολή της κυρίως Αίτησης διότι ο Νόμος 69(Ι)/1992 είναι αντισυνταγματικός λόγω του ότι προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια είναι ανεδαφικός και ατεκμηρίωτος αφού δεν τέθηκε με το σωστό τρόπο και αναλυτικά. Η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας που περιλαμβάνει το επίδικο εμπίστευμα προσδίδει σε κάθε περίπτωση αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια δυνάμει των προνοιών του άρθρου 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
  2. Η αναστολή της κυρίως Αίτησης διότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει οποιαδήποτε διατάγματα στα πλαίσια Εναρκτήριας κλήσης δυνάμει της Δ.55 θα πρέπει να απορριφτεί αφού στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν παρατίθεται συγκεκριμένα η Διαταγή 55
(4). Η Διαταγή 55 διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει περιπτώσεις εμπιστευμάτων και εφόσον επίδικο θέμα στην κυρίως Αίτηση είναι το επίδικο εμπίστευμα, εμπίπτει στις περιπτώσεις που η διαδικασία μπορεί να αρχίσει με την καταχώρηση εναρκτήριας κλήσης δυνάμει της Διαταγής 55. Το ενδεδειγμένο της καταχώρησης της εναρκτήριας κλήσης προκύπτει από το άρθρο 11Α
(3)του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος του 1992 (69(I)/1992) ενώ η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα στα πλαίσια εναρκτήριας κλήσης άπτεται της ουσίας της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρών στάδιο. Ο ισχυρισμός των Αιτητών περί αντικανονικής επίδοσης της κυρίως Αίτησης είναι γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος αφού περιορίζονται μόνο σε μια γενική και αόριστη αναφορά ότι τα πρόσωπα που την παρέλαβαν δεν ήταν εξουσιοδοτημένα και δεν είχαν καμία σχέση με τους Αιτητές. Η επίδοση έγινε σύμφωνα με τους όρους και τις πρόνοιες του Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 2/2/18 ενώ όπως προκύπτει από τον φάκελο της διαδικασίας, με τον εν λόγω τρόπο επίδοσης, οι Αιτητές έλαβαν γνώση της διαδικασίας και καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, έστω υπό διαμαρτυρία, μέσω δικηγόρου. Ο ισχυρισμός της Παπαθωμά ότι η κυρίως Αίτηση θα πρέπει να ανασταλεί καθότι στρέφεται εναντίον προσώπων που διαμένουν σε χώρες που δεν εκτελούν αποφάσεις ή διατάγματα Κυπριακών Δικαστηρίων θα πρέπει να απορριφτεί καθότι δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε νομική γνωμάτευση από πρόσωπο που γνωρίζει και είναι σε θέση να αναφερθεί στο δίκαιο των χωρών διαμονής τους και διότι ο πιο πάνω λόγος δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για αναστολή ή/και μη προώθηση μιας καθ' όλα νόμιμης και εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δικαστικής διαδικασίας. Ο ισχυρισμός των Αιτητών περί συνεννόησης της με τον σύζυγο της XXXXX απορρίπτεται κατηγορηματικά. Ο εν λόγω ισχυρισμός, πέραν του ότι είναι γενικός, ατεκμηρίωτος και ανεδαφικός, δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και ειδική αναφορά θα γίνει αν και εφόσον χρειασθεί. Νομική Πτυχή Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των Ενόρκων Δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους Ενόρκως Δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 1377, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις Ένορκες Δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο μερών. Είναι ισχυρισμός των Αιτητών ότι δεν έχει γίνει κανονική επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές καθότι τα πρόσωπα στα οποία παραδόθηκαν τα έγγραφα στο Καζακστάν δεν ήταν κατάλληλα εξουσιοδοτημένα να παραλαμβάνουν έγγραφα για λογαριασμό των Αιτητών. Ο XXXXX Abulgazin στον οποίον παραδόθηκαν τα έγγραφα είναι υπάλληλος της εταιρείας Kagazy Recycling LLP, η οποία δεν είναι διάδικος ούτε έχει σχέση με την παρούσα διαδικασία και δεν μπορούσε να παραλαμβάνει έγγραφα για λογαριασμό οποιασδήποτε από τις εταιρείες που είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Επίσης ότι η επίδοση των εγγράφων δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης η οποία κυρώθηκε με τον Περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμο Ν.40/1982, τόσο όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και τη γλώσσα που μεταφράστηκαν τα έγγραφα, ούτε και σύμφωνα με τις πρόνοιες του εθνικού δικαίου της χώρας στην οποία παραδόθηκαν τα έγγραφα. Είναι ουσιώδες στην παρούσα υπόθεση ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση των εναντίον τους διαδικασιών, εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και τους δίδεται η ευκαιρία να ενστούν και να αμφισβητήσουν τις διαδικασίες. Στην απόφαση Αρ. Αγωγής 3463/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού POUMANOV v.
  1. ALETARRO LIMITED κ.ά. ημερ. 29/4/2014, η τότε Πρόεδρος του Δικαστηρίου Τ. Ψαρά-Μιλτιάδους Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) είπε τα εξής: «Στη κρινόμενη περίπτωση το Δικαστήριο, αφού είχε ενώπιον του όλα τα δεδομένα, που αφορούσαν την ισχυριζόμενη εμπλοκή των Εναγομένων 9 αλλά και το θέμα της καταλληλότερης επίδοσης προς αυτούς στη Ρωσία, αποφάσισε ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ήταν ο πλέον κατάλληλος. Η επείγουσα υφή της διαδικασίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη από το στάδιο εκείνο απλώς επειδή η αίτηση και το συντηρητικό διάταγμα δεν αφορούσε τους Εναγόμενους
  2. Η ύπαρξη διατάγματος, κατά το χρόνο εκείνο, δηλαδή στις 20.08.2013, κατά τη κρίση μου, έθετε το όλο θέμα της αγωγής ως επείγουσας, αφού η όλη στάση του Ενάγοντα στη προώθηση της αγωγής είναι ένα απόλυτα σχετικό θέμα σε συνάρτηση με το διάταγμα. Ακριβώς, ακολουθώντας την αιτιολογική βάση της υπόθεσης Φραγκέσκου (ανωτέρω) αλλά και των συναφών αναφορών στο Annual Practice, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο διαταχθείς τρόπος επίδοσης να θέσει, κατά λογική προοπτική, τη διαδικασία υπόψη του Εναγομένου. Πράγμα, που εδώ, έχει συντελεστεί αφού η διαδικασία έχει γνωστοποιηθεί στους Εναγομένους 9 αναφορικά με το κλητήριο ένταλμα, την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, μαζί με το σχετικό διάταγμα και τη μονομερή αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε το διάταγμα που αφορούσε την επίδοση. Επίσης, περιλαμβανόταν στα δοθέντα έγγραφα, τόσο η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση όπως επίσης και τα σχετικά τεκμήρια. Σημειώνεται ακόμη- και είναι πολύ σημαντικό- ότι όλα τα έγγραφα ήταν μεταφρασμένα στη Ρωσική γλώσσα. Στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, γίνεται ρητή παραδοχή ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν όλα τα έγγραφα στις 26.08.2013, με αποτέλεσμα ο σκοπός της επίδοσης να επιτευχθεί, σύμφωνα με τη πιο πάνω νομολογία. Θα συμφωνήσω δε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Ενάγοντα ότι η Σύμβαση της Χάγης και η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου, εφόσον βέβαια δοθεί το κατάλληλο υπόβαθρο, να ασκήσει τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με βάση τις συμφυείς εξουσίες. Το Δικαστήριο αυτό έπραξε, αποφασίζοντας για τη μορφή επίδοσης, η οποία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα ήταν αρκούντως γρήγορη και ικανοποιητική ως προς την πλήρωση της απαραίτητης προϋπόθεσης της γνωστοποίησης της διαδικασίας στον Εναγόμενο. Πράγμα το οποίο έχει συντελεστεί. Άλλωστε η θεώρηση μου είναι ότι η ένσταση της Ρωσίας για τον τρόπο επίδοσης με ταχυδρομείο ή άμεσα σε πολίτη της, όπως προβλήθηκε από τον Αιτητή, ακριβώς δεν ισχύει όταν υπάρχει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω. Ωστόσο και αν ακόμη δεν είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση μου και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αφού ακριβώς καμία ζημιά δεν φάνηκε να προκαλείται στον Εναγόμενο (βλ. Pat Jones ν. Ξένια Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Άλλωστε, αναρωτιέται εύλογα κανείς τι νόημα θα υπήρχε αν ακυρωνόταν η επίδοση και λάμβαναν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο μιας διαδικασίας που ήδη γνώριζε. Αυτό δεν θα ήταν λογικό και θα είχε ως αποτέλεσμα απλώς την καθυστέρηση της διαδικασίας της αγωγής. Ιδιαίτερα χρήσιμη καθοδήγηση για τα θέματα αυτά, κρίνω, προσφέρει η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sisenh Dau (Π.Ε. 23/13, ημερομηνίας 13.9.2013, η οποία, αν και αφορούσε μόνο επίδοση με βάση τον Ε.Κ. 1393/07, προβαίνει σε γενικότερα χρήσιμα σχόλια ως προς σειρά παρατυπιών που παρουσιάσθηκαν. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα της απόφασης αυτής: «. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Κανονισμού 1393/2007/ΕΚ, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων.» .................................................................. «Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48. Θ. 13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού. Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχ. Dasaki Entertainment Co. Ltd ν. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 και Olympia Designs (Properties) Limited v. Unique UK Inc.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί.» .................................................................. «Βέβαια σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση. .................................................................. Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσίβλητοι δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, έστω και υπό διαμαρτυρία. Για αυτό θεωρούμε ότι και η συγκεκριμένη παράλειψη θα μπορούσε να θεραπευθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε αναφέρει, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους Εφεσιβλήτους.» .................................................................. «Κατά την κρίση μας το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/2007. Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση. Επομένως, δεν θα ακυρώναμε την επίδοση εκτός αν κριθεί από το ΔΕΕ ότι η επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 και ότι τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης.» Εκείνο που είχε σημασία στην παρούσα υπόθεση είναι ότι ο διαταχθείς τρόπος επίδοσης να θέσει, κατά λογική προοπτική, τη διαδικασία υπόψη των Αιτητών. Πράγμα που εδώ έχει συντελεστεί αφού η διαδικασία έχει γνωστοποιηθεί στους Αιτητές. Η επίδοση έγινε σύμφωνα με τους όρους και τις πρόνοιες του Διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 2/2/18 ενώ όπως προκύπτει από τον φάκελο της διαδικασίας, με τον εν λόγω τρόπο επίδοσης, οι Αιτητές έλαβαν γνώση της διαδικασίας και καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, έστω υπό διαμαρτυρία, μέσω δικηγόρου. Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι δεν έχει καταχωρηθεί ένταση στην κυρίως Αίτηση. Για παραμερισμό της υπόθεσης ή απόρριψη της, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει σε οποιοδήποτε Δικαστήριο, εκτός από Κυπριακά Δικαστήρια, από του να επιλαμβάνεται την εκτέλεση και ή δεν έχει εξουσία να αναστείλει με οποιοδήποτε τρόπο την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου. Επίσης ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει την εκτέλεση της απόφασης αυτής. Αφορμή για την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, όπως ισχυρίζεται η Καθ΄ης η αίτηση, αποτέλεσε η έκδοση της Αγγλικής απόφασης εναντίον του XXXXX για το ποσό των 300.000.000 Δολαρίων Αμερικής. Η ουσιαστική αξίωση της κυρίως Αίτησης, όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια ενόρκως, είναι η αναγνώριση της εγκυρότητας του επίδικου εμπιστεύματος και ότι η απαγόρευση εκτέλεσης της Αγγλικής απόφασης, ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Παπαθωμά, είναι παραπλανητική αφού ουδέν διάταγμα αξιώνεται που να απαγορεύει την εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων της Αγγλικής απόφασης. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της κυρίως Αίτησης αυτό που αξιώνεται είναι η μη εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης εναντίον περιουσίας η οποία είναι εγγεγραμμένη έμμεσα ή άμεσα στο επίδικο εμπίστευμα. Με την αιτούμενη θεραπεία της κυρίως Αίτησης δεν αξιώνεται η απαγόρευση εκτέλεσης της Αγγλικής απόφασης εναντίον του μέρους της απόφασης ήτοι του XXXXX αλλά εναντίον της περιουσίας του εμπιστεύματος το οποίο δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία. Στην απόφαση Ιωάννη Νικόλα Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 956: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Sammons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην απόφαση Ζερβού κ.ά. ν. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 1999 στη σελίδα 2007 λέχθηκαν τα εξής: «Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η διεξαγωγή μιας δίκης περιορίζεται στους δικογραφημένους ισχυρισμούς μέσα από τους οποίους διαμορφώνεται το νομικό πλαίσιο και καθορίζονται τα επίδικα θέματα. Νεοφύτου ν. Γερακιώτη
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 25, Χ"Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1(Α) A.A.Δ. 108 και Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541.» Όπως δε επανειλημμένα έχει νομολογηθεί, η προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων, ακόμα και κάτω από τις πρόνοιες της Δ.27 θ.θ. 1, 2 δεν προσφέρεται εκεί όπου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων είτε δεν υπάρχει είτε δεν αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα (βλ. π.χ. Malachtou v. Armefti
(1984)1 C.L.R. 548, Greenock Navigation v. Tradex
(1988)1 C.L.R. 709). Όχι μόνον δεν υπάρχουν κοινά παραδεκτά γεγονότα στην παρούσα υπόθεση αλλά αντιθέτως τα γεγονότα που υπάρχουν είναι αμφισβητούμενα. Στην υπόθεση KARIC BANKA D.D. ν. ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ
(2001)1Α Α.Α.Δ. 530, στη σελίδα 532 αποφασίστηκαν τα εξής: «Συμφωνούμε με την πρωτόδικη άποψη ότι, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα σε σχέση με αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο κατόπιν πλήρους διακρίβωσης του συνόλου των δεδομένων τα οποία συνέθεταν την περίπτωση και τα οποία δεν υπήρχαν στην ολότητά τους ως σταθερό σημείο αναφοράς σε εκείνο το στάδιο.» Από τις καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις προκύπτει διάσταση ως προς τα γεγονότα. Το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων δεν αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα. Το άρθρο 12 Β των περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμων του 1992 έως 2013 προβλέπει μεταξύ άλλων και τα εξής: «12Β. Χωρίς επηρεασµό των διατάξεων του Κανονισµού (ΕΚ) 44/2001 του Συµβουλίου της 22ας Δεκεµβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εµπορικές υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στην περίπτωση που: (α) το εφαρµοστέο δίκαιο εµπιστεύµατος ή συγκεκριµένης πτυχής του εµπιστεύµατος είναι το δίκαιο της Δηµοκρατίας· (β) ο επίτροπος οποιουδήποτε εµπιστεύµατος είναι κάτοικος της Δηµοκρατίας· (γ) εταιρεία ενεργεί ως επίτροπος εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, εφόσον αυτή έχει συσταθεί στη Δηµοκρατία· (δ) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του εµπιστεύµατος βρίσκεται στην Δηµοκρατία· (ε) η διοίκηση οποιουδήποτε εµπιστεύµατος διεξάγεται στην Δηµοκρατία· (στ) τα µέρη αποδέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου· (ζ) το έγγραφο που δηµιουργεί ή που τεκµηριώνει το εµπίστευµα περιέχει πρόβλεψη για παραποµπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Δηµοκρατίας: Νοείται ότι τέτοια δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός εάν στο έγγραφο που δηµιουργεί ή που τεκµηριώνει το εµπίστευµα προβλέπεται διαφορετικά». Σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση το επίδικο εμπίστευμα: i. Εγκαθιδρύθηκε με την συμφωνία εμπιστεύματος ημερομηνίας 24/12/2008 μεταξύ του XXXXX Arip και Rysaffe Fiduciaries Sarl. ii. Εμπιστευματοπάροχος του ήταν ο XXXXX Arip - Καθ' ου η Αίτηση 3 στην κυρίως Αίτηση (ο οποίος είναι σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση). iii. Επίτροπος του, αρχικά ήταν η Rysaffe Fiduciaries Sarl. iv. Πρώτος προστάτης του ήταν οι Bartholomew Guy Peerless εκ Λονδίνου. v. Αρχικά ονομαζόταν ως The Caspian Minerals I Settlement. vi. Δικαιούχοι του ήταν ο XXXXX, οι γονείς του XXXXX, η Καθ' ης η Αίτηση, τα τέκνα της Καθ' ης η Αίτηση με τον XXXXX, οι κατιόντες συνεπεία του γάμου της Καθ' ης η Αίτηση με τον XXXXX και οι κατιόντες των γονέων του XXXXX. vii. Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 21/07/2010, οι Bartholomew Guy Peerless εκ Λονδίνου παραιτήθηκαν από προστάτες του επίδικου εμπιστεύματος. viii.Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 14/10/2010, παραιτήθηκε η Rysaffe Fiduciaries Sarl από επίτροπος και στη θέση της διορίστηκε η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην κυρίως Αίτηση. ix. Δυνάμει εγγράφου ημερομηνίας 14/10/2010, το Κυπριακό δίκαιο καθορίστηκε ως το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με το επίδικο εμπίστευμα και με την ίδια συμφωνία καθορίστηκε ότι αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν όλα τα ζητήματα που αφορούν το επίδικο εμπίστευμα (περιλαμβανομένης της νομιμότητας, υπόστασης και περιουσιακής του κατάστασης) έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. x. Δυνάμει υπομνήματος ημερ. 24/10/10, διορίστηκε η XXXXX Bagitova ως προστάτης του επίδικου εμπιστεύματος εις αντικατάσταση των Bartholomew Guy Peerless. xi. Δυνάμει υπομνήματος ημερ. 23/5/2011, το επίδικο εμπίστευμα μετονομάστηκε σε WS Settlement. xii. Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 18/6/2013, η XXXXX Bagitova παραιτήθηκε από προστάτης του επίδικου εμπιστεύματος και στη θέση της διορίστηκε η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην κυρίως Αίτηση. xiii.Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 31/5/2013, η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην κυρίως Αίτηση παραιτήθηκε και στην θέση της διορίστηκε η Καθ' ης η Αίτηση 1. xiv. Μετά την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης, η Καθ' ης η Αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση παραιτήθηκε από επίτροπος του επίδικου εμπιστεύματος και στην θέση της διορίστηκε η εταιρεία PILATUS TRUSTEES LIMITED. Στην ερμηνευτική διάταξη, άρθρο 2 του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου, Ν.69
(1)/1992 δίδεται η ερμηνεία των λέξεων «διεθνές εμπίστευμα». «διεθνές εµπίστευµα» σηµαίνει εµπίστευµα, του οποίου: (α) Ο εµπιστευµατοπάροχος, είτε φυσικό είτε νοµικό πρόσωπο, δεν είναι κάτοικος της Δηµοκρατίας κατά το ηµερολογιακό έτος, το οποίο προηγείται του έτους δηµιουργίας του εµπιστεύµατος· (β) ο ένας τουλάχιστον από τους εκάστοτε επιτρόπους καθ' όλη τη διάρκεια του εµπιστεύµατος είναι κάτοικος της Δηµοκρατίας· και (γ) κανένας από τους δικαιούχους, είτε φυσικό είτε νοµικό πρόσωπο, µε εξαίρεση αγαθοεργό ίδρυµα, δεν είναι κάτοικος της Δηµοκρατίας κατά το ηµερολογιακό έτος, το οποίο προηγείται του έτους δηµιουργίας του εµπιστεύµατος: Νοείται ότι, ο όρος «κάτοικος της Δηµοκρατίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τους περί Φορολογίας του Εισοδήµατος Νόµους, του 2002 έως (Αρ. 2) του 2011: Νοείται περαιτέρω ότι, ένα εµπίστευµα δεν παύει να θεωρείται διεθνές εµπίστευµα για µόνο το λόγο ότι, είτε ο εµπιστευµατοπάροχος είτε ο επίτροπος είτε ένας ή περισσότεροι από τους δικαιούχους, είναι συνεταιρισµός ή εταιρεία». Είναι ισχυρισμός των Αιτητών ότι το επίδικο εμπίστευμα δεν εμπίπτει εντός του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου, Ν.69
(1)/1992 καθώς δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση της παραγράφου (β) της ερμηνείας του όρου «διεθνές εμπίστευμα» στο άρθρο 2 του Νόμου, εφόσον κατά τη δημιουργία του Εμπιστεύματος και για περίοδο που ακολούθησε μοναδικός επίτροπος του εμπιστεύματος ήταν πρόσωπο που δεν διέμενε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετη είναι η ένορκη μαρτυρία αναφορικά με το θέμα αυτό. Με βάση ρητή πρόνοια της συμφωνίας ημερομηνίας 14/10/2010, τεκμήριο 4, εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με όλα τα θέματα του επίδικου εμπιστεύματος είναι το Κυπριακό Δίκαιο. Η κυρίως Αίτηση αφορά την υπόσταση του επίδικου εμπιστεύματος με αποτέλεσμα τα επίδικα θέματα της κυρίως Αίτησης να απαιτούν την εφαρμογή διατάξεων του Κυπριακού δικαίου σε σχέση με την εγκυρότητα του επίδικου εμπιστεύματος το οποίο περιέχει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Με τα πιο πάνω απαντάται και ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η Εναρκτήρια Κλήση στερείται νομικής βάσης καθώς, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι ο Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος, Ν.69
(1)/1992 τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, αυτός είναι αντισυνταγματικός, κυρίως για τον λόγο ότι οι πρόνοιες που προσδίδουν αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια αντίκεινται στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ44/2001 και 1215/2012, καθώς και στη Σύμβαση του Lugano του 2007, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Είναι ορθό όπως όλα τα εγειρόμενα θέματα αποφασιστούν μετά την καταχώρηση της ένστασης στην Αίτηση κατά την προσκόμιση ολόκληρης της σχετικής μαρτυρίας. Για όσα, πιο πάνω, προσπάθησα να εξηγήσω η Αίτηση είναι πρόωρη και γι΄ αυτό το λόγο απορρίπτεται. Επιδικάζεται κατ΄ αποκοπή ποσό €2.500 έξοδα υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.