← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι το Δημητρίου, Γενική Αίτηση 475/2020, 2/9/2021

Επί τοις αφορώσι το Δημητρίου, Γενική Αίτηση 475/2020, 2/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A466 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΩΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 475/2020 Επί τοις αφορώσι τους περί Διαχειρίσεως Περιουσίας Αποβιωσάντων Κανονισμούς του 1955 και τον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο -και- Επί τοις αφορώσι το XXXXX Δημητρίου (ΑΔΤ. XXXXX16), τέως από Στρόβολο Αποβιώσαντα Αίτηση, ημερ. 22.12.2020, με κλήση (by summons) από τον εκτελεστή κ. XXXXX Παπαχαραλάμπους της Διαθήκης Αρ. 131/

  1. Ημερομηνία꞉ 2 Σεπτεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις꞉ Για τον Αιτητή꞉ κ. Κασσιανός Λιασίδης, για Κούσιο Κορφιώτη Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Ενδιαφερόμενο πρόσωπο XXXXX Σωτηρίου (Δημητρίου)꞉ κα Μαρία Αντωνίου, για Μαρία Π. Αντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την πιο πάνω αίτηση ο Αιτητής ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διορθώνει την παράλειψη να τεθούν οι υπογραφές ή μονογραφές στην πρώτη και δεύτερη σελίδα των επιβεβαιωτών μαρτύρων στην διαθήκη ημερομηνίας 27.11.
  2. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να κηρύξει την διαθήκη έγκυρη δυνάμει του άρθρου 23Α του Νόμου 96(Ι)/2015 από της εκτελέσεως της ως δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Γ. Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο.». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 23Α του ΚΕΦ.195, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, ΘΘ 1-9, Δ.55, Δ.64 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση, ημερ. 22.12.2020, του Εκτελεστή της Διαθήκης, κ. XXXXX Παπαχαραλάμπους από τη Λευκωσία και στην επισυνημμένη σε εκείνην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Μάρκου από τη Λευκωσία, ημερ. 22.12.
  3. Παραθέτω πιο κάτω το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων. Η ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παπαχαραλάμπους. «Εγώ ο XXXXX Παπαχαραλάμπους, με αρ. ταυτότητας [ΧΧΧΧΧΧ], από την Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  4. Είμαι ο εκτελεστής της Διαθήκης του αποβιώσαντα XXXXX Δημητρίου ημερ.27.11.
  5. Επισυνάπτεται στη παρούσα το πιστοποιητικό θανάτου ως Τεκμήριο
  6. Η Διαθήκη καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δια μέσω των Δικηγόρων μου, όπου είχαν στην φύλαξη τους την εν λόγω διαθήκη. Ο Πρωτοκολλητής Επικύρωσης Διαθηκών καταχώρησε την Διαθήκη στο Μητρώο Διαθηκών με αριθμό 131/
  7. Στις 23.11.2020 υποβλήθηκε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για καταχώρηση της Διαθήκης ημερ.27.11.2017 όπου διαπιστώθηκε ότι η πρώτη και δεύτερη σελίδα της Διαθήκης δεν είχε μονογραφηθεί από τους επιβεβαιωτές μάρτυρες.
  8. Στις 27.11.2017 συντάχθηκε η τελευταία Διαθήκη του XXXXX Δημητρίου στην Λευκωσία και την ίδια μέρα η Διαθήκη υπεγράφει από τον Διαθέτη, στην ταυτόχρονη παρουσία δύο επιβεβαιωτών μαρτύρων, οι οποίες υπέγραψαν μεν στην τελευταία σελίδα της Διαθήκης (σελ.3), αλλά εκ παραδρομής δεν έθεσαν την μονογραφή τους στην πρώτη και δεύτερη σελίδα της. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 στην παρούσα ένορκη δήλωση μου, την ένορκη δήλωση της XXXXX Μάρκου ημερ. [.] μίας εκ των δύο

(2)επιβεβαιωτών μαρτύρων της Διαθήκης του XXXXX Δημητρίου.
  1. Πιστεύω ότι η Διαθήκη, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση μου ως Τεκμήριο 3, περιέχει την τελευταία και αληθινή βούληση του XXXXX Δημητρίου, με αρ. δελτίου ταυτότητας 312716, αποβιώσαντα, τέως από το Στρόβολο.
  2. Ως εκ τούτου, όταν επήλθε ο θάνατος του Διαθέτη, η Διαθήκη να μην εκπληρώνει όλες τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 23 και Κεφ.
  3. Παρόλα αυτά η Διαθήκη αντικατοπτρίζει την πραγματική βούληση του Διαθέτη και συνεπώς η περίπτωση είναι κατάλληλη για να κηρυχθεί έγκυρη από την ημερομηνία εκτέλεσης της δυνάμει του άρθρου 23Α του Κεφ.195.». Η ένορκη δήλωση της κας XXXXX Μάρκου. «Η πιο κάτω υπογράφουσα XXXXX Μάρκου εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω ότι είμαι μία από τους μάρτυρες που υπέγραψαν την τελευταία Διαθήκη του πιο πάνω αποβιώσαντα, η οποία Διαθήκη φέρει ημερομηνία 27.11.
  4. Επιπλέον ορκίζομαι και λέγω ότι ο πιο πάνω Διαθέτης έχει συντάξει τη ρηθείσα Διαθήκη κατά την ημερομηνία η οποία αναφέρεται σ' αυτή και υπέγραψε αυτή με τρόπο που φαίνεται η υπογραφή του σ' αυτή στην παρουσία μου και στη παρουσία της XXXXX Κωνσταντίνου από τη Λευκωσία, η οποία είναι η άλλη συνυπογράφουσα μάρτυρας, όλες εμείς είμαστε παρούσες ταυτοχρόνως και ότι εμείς επιμαρτυρήσαμε και υπογράψαμε τη ρηθείσα Διαθήκη στην παρουσία του Διαθέτη και στην παρουσία αλλήλων. Η υπολογιζόμενη αξία της περιουσίας της αποβιωσάσης κατά την ημέρα του θανάτου της, κινητή και ακίνητη, είναι αυτή που φαίνεται στην Αίτηση για επικύρωση της Διαθήκης.». Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΥ ΜΕΡΟΥΣ. Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.θ. 1 - 9, Δ.55, Δ.59, Δ.64, στα άρθρα 23 και 23Α του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195, στο άρθρο 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 1, 2, 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 21
(1), 31 και 32, στη Νομολογία, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
(1)Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή λανθασμένη και/ή έκνομη και/ή ελαττωματική και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια από το Δικαστήριο, αφού πάσχει ως προς: α) Tον τύπο της, αφού ο Αιτητής λανθασμένα, αντικανονικά, παραπλανητικά και καταχρηστικά δεν ξεκαθαρίζει τον τύπο της Αίτησης που χρησιμοποιεί, αν δηλαδή πρόκειται για Γενική Αίτηση ή Αίτηση Δια Κλήσεως. Ως εκ τούτου παράτυπα χρησιμοποιεί και τους δύο τύπους αίτησης προκαλώντας σύγχυση ως προς τον τρόπο αντιμετώπισής της. Η παρούσα Αίτηση θα έπρεπε να καταχωρηθεί ως Εναρκτήρια Κλήση(Originating Summons) και όχι ως ενδιάμεση Αίτηση Δια Κλήσεως. β) Ως προς τον τίτλο της, αφού γίνεται επίκληση λανθασμένων και/ή ελλιπών Νόμων και Κανονισμών. γ) Ως προς το (Β) Αιτητικό της, αφού το Άρθρο 23Α είναι του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ. 195 και όχι του τροποποιητικού νόμου 96(I)/
  1. δ) Ως προς την ιδιότητα του κατά νόμο αρμόδιου Αιτητή, ο οποίος είναι λανθασμένος, καθ' ότι ο Αιτητής XXXXX Παπαχαραλάμπους δεν είναι εκτελεστής, αλλά προτεινόμενος και/ή κατονομαζόμενος εκτελεστής της Διαθήκης αρ. 131/
  2. Η εν λόγω λανθασμένη αναφορά γίνεται τόσο στον τίτλο όσο και στην ίδια την Ένορκη Δήλωσή του. ε) Η Αίτηση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη αφού ο Αιτητής παράτυπα αναγράφει στην Αίτηση του ότι αυτή έγινε υπέρ της Αιτήτριας / Εφεσείουσας. Πρόκειται για εσφαλμένη χρήση δικονομικών όρων. Επιπρόσθετα η Αίτηση πάσχει λόγω του ότι το επίθετο της ενιστάμενης στην παρούσα, αδελφής και νόμιμου κληρονόμου του αποβιώσαντος XXXXX Δημητρίου έχει αναγραφεί λανθασμένα, ήτοι αντί XXXXX Σωτηρίου έχει γραφεί XXXXX Δημητρίου.
(2)Η Αίτηση με βάση την οποία ζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα, στερείται νομικής βάσης και/ή είναι αβάσιμη και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων κανονισμών και/ή είναι ελλιπής και/ή είναι αντίθετη με τους διαδικαστικούς θεσμούς και/ή δεν συνάδει με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και/ή τον περί Δικαστηρίων Νόμο και/ή είναι αντικανονική και στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου.
(3)Περαιτέρω, η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και η αιτούμενη θεραπεία δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση, αφού ελλείπει από την νομική βάση το άρθρο 53 του περί Διαχειρίσεως Περιουσίας Αποβιωσάντων Νόμου Κεφ. 189, καθώς και οι σχετικοί με τον πιο πάνω Νόμο Κανονισμοί του 1955, επίκληση των οποίων γίνεται στον τίτλο της Αίτησης.
(4)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 23 και του 23Α του Κεφ.195 και ως εκ τούτου η φερόμενη Διαθήκη ημερομηνίας 27/11/2017 είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή παράτυπη και/ή ελαττωματική, η δε παράλειψη, της οποίας επιδιώκεται η διόρθωση με το Αιτητικό (Α), είναι τόσο σοβαρή και καταλυτική για την τύχη της διαθήκης, που εκφεύγει της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την διόρθωση αυτής.
(5)Περαιτέρω, η φερόμενη Διαθήκη ημερομηνίας 27/11/2017 είναι άκυρη τόσο για τυπικούς όσο και για ουσιαστικούς λόγους και ως τέτοια δεν μπορεί να επικυρωθεί αφού: α) Δεν συνιστά την τελευταία και αληθινή βούληση του αποβιώσαντα και/ή αποτελεί προϊόν απάτης και/ή παραπλάνησης και/ή εξαπάτησης του αποβιώσαντα, η δε πραγματική βούληση του διαθέτη καταγράφεται στην Διαθήκη του ημερ. 7/5/1996 με αρ. Μητρώου Διαθηκών 127/
  1. β) Δεν αποδεικνύεται ρητά η ημερομηνία σύνταξης, υπογραφής και/ή εκτέλεσής της, αφού η ημερομηνία που φέρει στην πρώτη και τρίτη σελίδα της συμπληρώθηκε χειρόγραφα και δεν φέρει μονογραφές του διαθέτη και μαρτύρων. γ) Δεν αποδεικνύεται η ταυτόχρονη παρουσία των δύο μαρτύρων, ούτε επιβεβαιώνουν και προσυπογράφουν τη διαθήκη στην παρουσία του διαθέτη και στην παρουσία αλλήλων. δ) Οι επικαλούμενοι μάρτυρες σε καμία περίπτωση δεν είδαν τον διαθέτη να υπογράφει την διαθήκη στην ταυτόχρονη παρουσία τους και επομένως δεν επιβεβαίωσαν την υπογραφή του όπως προϋποθέτει το άρθρο 23 του Κεφ.
  2. ε) Το περιεχόμενο της φερόμενης Διαθήκης πάσχει ουσιαστικά και/ή περιέχει σοβαρά λάθη και παραλείψεις που δεν δικαιολογούν διόρθωση στα πλαίσια του άρθρου 23Α του Κεφ.195 και επομένως δεν επιτρέπουν την εκτέλεση της βούλησης του διαθέτη. στ) Υπάρχουν περισσότερα του ενός έγγραφα τα οποία κατ' ισχυρισμόν αποτελούν την φερόμενη Διαθήκη ημερ. 27/11/2017, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται το Δικαστήριο από τη διακρίβωση της εγκυρότητας και/ή γνησιότητάς της.
(6)Η Αίτηση ημερ. 22/12/20 πάσχει και επί της ουσίας της και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει. Συγκεκριμένα, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα Αίτηση θα έπρεπε να παραπέμπουν στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή XXXXX Παπαχαραλάμπους και όχι στην Ένορκη Δήλωση της μάρτυρος, XXXXX Μάρκου, η οποία αποτελεί τεκμήριο επί της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και είναι ανακόλουθη ή/και δεν συνάδει με το περιεχόμενο της παρούσας αίτησης.
(7)Περαιτέρω, τα Τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί από τον Αιτητή είναι ελλιπή και/ή επί σκοπού δεν παρουσιάστηκαν ολοκληρωμένα με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση και/ή εξαπάτηση του Δικαστηρίου και την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, απουσιάζει η ένορκη δήλωση της XXXXX Κωνσταντίνου, έτερου μάρτυρα της φερόμενης Διαθήκης και δεν δίνεται καμία εξήγηση περί τούτου.
(8)Ο Αιτητής δεν έχει έρθει με καθαρά χέρια και/ή ενήργησε κακόπιστα και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή παρέλειψε να υποδείξει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα που ήταν εναντίον του και που συνηγορούν κατά της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη των υπογραφών ή των μονογραφών των επιβεβαιωτών μαρτύρων επί των σελίδων 1 και 2 της φερόμενης Διαθήκης και την παράλειψη της υπογραφής ή μονογραφής του Διαθέτη επί της σελίδας 3 της φερόμενης Διαθήκης.
(9)Ο Αιτητής επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας, όσο και στην προώθηση της Αίτησης για εκτέλεση της φερόμενης Διαθήκης.
(10)Ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους του και απέτυχε να αποδείξει ότι είναι δίκαιο και θεμιτό και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
(11)Πιθανή έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην νόμιμη κληρονόμο XXXXX Σωτηρίου, αδελφή του αποβιώσαντος, διότι θα της στερήσει το νόμιμο κληρονομικό της μερίδιο.». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στη δικογραφία και στην συνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ. 26.3.2021, της κας XXXXX Σωτηρίου από τη Λευκωσία, η οποία ορκίζεται και λέγει τα εξής꞉
  1. «Είμαι μια εκ των δύο νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντος αδελφού μου XXXXX Δημητρίου και ως εκ τούτου έχω πλήρη και προσωπική γνώση της υπόθεσης και των σχετικών με αυτή γεγονότων και εγγράφων. Όλες οι αναφορές μου σε σχέση με τις νομικές πτυχές της υπόθεσης, γίνονται κατόπιν νομικής συμβουλής των Δικηγόρων μου.
  2. Έχω διαβάσει το περιεχόμενο της Γενικής Αίτησης/Αίτησης δια κλήσεως ημερομηνίας 22/12/2020 (στο εξής η «Αίτηση»), με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος το οποίο θα διορθώνει την παράλειψη να τεθούν οι υπογραφές ή μονογραφές στην πρώτη και δεύτερη σελίδα των επιβεβαιωτών μαρτύρων στη διαθήκη ημερομηνίας 27.11.2017 καθώς και η έκδοση διατάγματος που να κηρύσσει την πιο πάνω διαθήκη έγκυρη δυνάμει του άρθρου 23Α του Νόμου 96(Ι)/2015 από της εκτελέσεως της και διαφωνώ πλήρως με το περιεχόμενό της. Επίσης έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ημερομηνίας 22/12/2020 (στο εξής η «Ε/Δ») μαζί με τα συνημμένα σε αυτήν τεκμήρια την οποία επίσης απορρίπτω για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω.
  3. Προτού προβώ σε επιμέρους απάντηση των ισχυρισμών του Αιτητή θα ήθελα να αναφέρω, ότι η Αίτηση δια κλήσεως / Γενική Αίτηση ημερομηνίας 22/12/2020 η οποία μου επιδόθηκε στις 22/2/2021, είναι νομικά αβάσιμη, παράτυπη και ελαττωματική και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα η παρατυπία έγκειται στα ακόλουθα γεγονότα: α) Δεν είναι ξεκάθαρος ο τύπος της Αίτησης δηλαδή αν πρόκειται για Αίτηση δια κλήσεως ή Γενική Αίτηση με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση ως προς το είδος της Αίτησης και την ακολουθητέα διαδικασία. Η παρούσα Αίτηση θα έπρεπε να έχει ξεκάθαρα την μορφή πρωτογενούς/εναρκτήριας αίτησης και όχι ενδιάμεσης αίτησης, αφού από πουθενά δεν προκύπτει να έχει καταχωρηθεί Αίτηση για Επικύρωση Διαθήκης στα πλαίσια της οποίας ενδεχομένως να δικαιολογείτο να έχει τον τύπο και το τίτλο της δια κλήσεως. Η αναφορά που γίνεται στην παράγραφο 3 της Ε/Δ του Αιτητή ότι υποβλήθηκε αίτηση στις 23/11/20 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για καταχώρηση της Διαθήκης ημερ. 27/11/2017 όπου διαπιστώθηκε η έλλειψη των μονογραφών των επιβεβαιωτών μαρτύρων, στην απουσία ειδικής και συγκεκριμένης αναφοράς στον αριθμό αυτής, παραμένει μετέωρος και ατεκμηρίωτος. β) Πέραν του πιο πάνω, υπάρχουν σοβαρά λάθη και παραλείψεις στον τίτλο και στο περιεχόμενο της Αίτησης και της Ε/Δ που την συνοδεύει τα οποία τις καθιστούν ελαττωματικές και ακυρωτέες. Ειδικότερα, στον τίτλο της Αίτησης γίνεται επίκληση λανθασμένων και/ή ελλιπών Νόμων και Κανονισμών αφού ελλείπει ο αριθμός της Νομοθεσίας, ήτοι του Κεφ. 195, στον δε τίτλο της Αίτησης, λανθασμένα ο Αιτητής καλεί τον εαυτό του εκτελεστή της διαθήκης, αντί προτεινόμενο και/ή κατονομαζόμενο εκτελεστή. Κι' αυτό γιατί από κανένα στοιχείο της Αίτησης και της Ε/Δ που την συνοδεύει δεν προκύπτει ο διορισμός του ως εκτελεστής της Διαθήκης αρ. 131/
  4. Περαιτέρω, παράτυπα αναφέρεται ότι η παρούσα αίτηση έγινε υπέρ της Αιτήτριας / Εφεσείουσας, αφού είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για εσφαλμένη χρήση δικονομικών όρων, οι οποίοι δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της Αίτησης. Τέλος έχει καταγραφεί στην Αίτηση εσφαλμένα το επώνυμό μου, ως αδελφή και μια εκ των κληρονόμων του αποθανόντος, αφού το πραγματικό μου επώνυμο είναι XXXXX Σωτηρίου και όχι Δημητρίου. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α αντίγραφο της ταυτότητάς μου.
  5. Εκτός όμως από τις πιο πάνω σοβαρές παρατυπίες, η υπό κρίση Αίτηση με βάση την οποία ζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα, στερείται νομικής βάσης και/ή είναι αβάσιμη και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων κανονισμών και/ή είναι ελλιπής και/ή είναι αντίθετη με τους διαδικαστικούς θεσμούς και/ή δεν συνάδει με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και/ή τον Περί Δικαστηρίων Νόμο και/ή είναι αντικανονική και στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου και ως εκ τούτου είναι καταδικασμένη σε απόρριψη για τους ακόλουθους λόγους: α) Από την νομική βάση της Αίτησης απουσιάζει το άρθρο 53 του περί Διαχειρίσεως Περιουσίας Αποβιωσάντων Νόμου Κεφ. 189, καθώς και οι σχετικοί με τον πιο πάνω Νόμο Κανονισμοί του 1955, επίκληση των οποίων γίνεται στον τίτλο της Αίτησης. β) Δεν πληρούνται και/ή ελλείπουν οι ρητές και υποχρεωτικής φύσης προϋποθέσεις του άρθρου 23 σε ότι αφορά την εγκυρότητα της φερόμενης Διαθήκης του αποβιώσαντα αδελφού μου, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν θεραπεύονται ούτε διορθώνονται με την επίκληση του άρθρου 23Α του Κεφ.
  6. Είναι η θέση μου, ότι ως θα αναλυθεί πιο κάτω, οι παραλείψεις που παρουσιάζονται σ' αυτήν είναι κακόπιστες, θεμελιώδους φύσεως, που καταστρατηγούν την ελεύθερη βούληση του διαθέτη και καθιστούν την φερόμενη Διαθήκη εξ υπαρχής άκυρη και ως εκ τούτου δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει την διόρθωσή τους. Και εξηγούμαι: i. Η φερόμενη Διαθήκη ημερ. 27/11/2017, Τεκμήριο 3 της Ε/Δ του Αιτητή, παρόλο που αποτελείται από 3 ξεχωριστά φύλλα χαρτιού, εντούτοις το κάθε φύλλο της, δεν υπογράφεται ή μονογράφεται ταυτόχρονα από ή για λογαριασμό του διαθέτη και των επιβεβαιωτών μαρτύρων ως το Άρθρο 23 του Κεφ. 195 απαιτεί. Συγκεκριμένα, τα 2 πρώτα φύλλα τα οποία περιλαμβάνουν και την φερόμενη βούληση του αδελφού μου φέρουν μόνο, το μεν πρώτο, μονογραφή του διαθέτη, το δε δεύτερο υπογραφή του. Το τρίτο φύλλο, το οποίο περιλαμβάνει τη βεβαίωση και υπογραφή των μαρτύρων μόνο, δεν φέρει ούτε υπογραφή, ούτε μονογραφή του αδελφού μου, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται η ταυτόχρονη παρουσία των δύο μαρτύρων και του διαθέτη, αφού σε κανένα από τα τρία φύλλα δεν υπάρχουν υπογραφές ή/και μονογραφές και των τριών μαζί. Εύλογα λοιπόν κάποιος μπορεί να ισχυριστεί, ότι οι δύο μάρτυρες δεν είδαν τον διαθέτη να υπογράφει την διαθήκη στην ταυτόχρονη παρουσία τους, ούτε επιβεβαιώνουν ούτε και προσυπογράφουν την διαθήκη στην παρουσία του διαθέτη και στην παρουσία αλλήλων, αφού κάλλιστα το τρίτο φύλλο θα μπορούσε να προστεθεί στην φερόμενη Διαθήκη οποιαδήποτε μεταγενέστερη στιγμή, προκειμένου να διορθώσει, κακόπιστα, την σοβαρή ελαττωματικότητά της. Πρόκειται δε ξεκάθαρα περί παράλειψης και/ή λάθους που καταστρατηγεί το άρθρο 23 του Κεφ. 195 και καθιστά άκυρη την διαθήκη στην ολότητά της, αφού συνιστά παραδρομή που βλάπτει τη νομιμότητα της διαθήκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επικυρωθεί η εγκυρότητα της. ii. Η πιο πάνω θέση μου περί κακοπιστίας και/ή πρόθεσης εξαπάτησης και/ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από το ακόλουθο γεγονός. Και τα τρία φύλλα της φερόμενης Διαθήκης φέρουν σφραγίδες και πιστοποιήσεις του πιστοποιούντος υπαλλήλου XXXXX Αργυρού. Ο πιστοποιών υπάλληλος όμως, δεν είναι επιβεβαιωτής μάρτυρας και δεν ενεργεί για τον διαθέτη. Εύλογα λοιπόν προκύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα: Τι πιστοποιεί ο εν λόγω υπάλληλος τη στιγμή που το άρθρο 23 του Κεφ. 195 δεν απαιτεί κάτι τέτοιο; Αφού ήταν ταυτόχρονα παρόντες κατ' ισχυρισμό του Αιτητή κατά την υπογραφή της Διαθήκης και ο Διαθέτης και οι επιβεβαιωτές μάρτυρες, γιατί τότε στη σφραγίδα/πιστοποίηση του δεύτερου φύλλου αναγράφεται ότι ήταν παρών μόνο ο XXXXX Δημητρίου ενώ στη σφραγίδα/πιστοποίηση του τρίτου φύλλου αναγράφεται ότι ήταν παρούσες μόνο οι δύο φερόμενες επιβεβαιωτές μάρτυρες XXXXX Κωνσταντίνου και XXXXX Μάρκου; Και πρωτίστως, ήταν όντως παρών, ως επιμαρτυρεί ο πιστοποιών υπάλληλος κατά την χρονική στιγμή υπογραφής της φερόμενης Διαθήκης από τον Διαθέτη; Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι αρνητική. iii. Ως προκύπτει ξεκάθαρα από τις Δέσμες Τεκμηρίων Β και Ε που επισυνάπτω, οι αναφορές και/ή παρεμβάσεις του εν λόγω πιστοποιούντος υπαλλήλου επί της φερόμενης Διαθήκης είναι ανακριβείς και/ή κακόπιστες καθιστώντας και γι' αυτόν τον πρόσθετο λόγο την φερόμενη Διαθήκη ως άκυρη. Η Δέσμη Τεκμηρίων Β αποτελείται από επιστολή ημερ. 23/6/2020 που μου έδωσε ο προτεινόμενος εκτελεστής της φερόμενης Διαθήκης ημερ. 27/11/2017 XXXXX Παπαχαραλάμπους όταν επισκέφθηκα το γραφείο του την εν λόγω μέρα. Στην εν λόγω επιστολή επισυναπτόταν έγγραφο συγκατάθεσης το οποίο μου ζητήθηκε να υπογράψω, με το οποίο θα έδινα την συγκατάθεσή μου να υποβάλουν αίτηση για επικύρωση της Διαθήκης, ο XXXXX Παπαχαραλάμπους και η XXXXX Δημητρίου, σύζυγος του αδελφού μου και έτερου κληρονόμου XXXXX Δημητρίου, η οποία ειρήσθω εν παρόδω, ούτε κατονομαζόμενη εκτελεστής είναι, ούτε κληρονόμος, ούτε κληροδόχος του αποβιώσαντος αδελφού μου. Την ίδια μέρα ζήτησα και μου δόθηκε αντίγραφο της φερόμενης Διαθήκης του αδελφού μου, όπου με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι δεν περιλαμβανόμουν εγώ ή τα παιδιά μου στους κληρονόμους και/ή κληροδόχους του αδελφού μου, παρόλο που ο ίδιος μου είχε πει το αντίθετο. Όταν ανέφερα το εν λόγω γεγονός στον γιο μου, μου ανέφερε πως πριν αρκετά χρόνια ο αδελφός μου και θείος του, είχε συντάξει σε δικηγόρο Διαθήκη και θα προσπαθούσε να την εντοπίσει. Μετά από αρκετές προσπάθειες, κατά ή περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2020 καταφέραμε να εντοπίσουμε την Διαθήκη του αδελφού μου ημερ.7/5/1996, την οποία προχωρήσαμε αμέσως και καταθέσαμε στις 11/11/20 στο Μητρώο Διαθηκών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και η οποία έλαβε τον αριθμό 127/20, Τεκμήριο Γ στην παρούσα. Την αμέσως επόμενη μέρα, επισκεφθήκαμε την δικηγόρο μας και κατόπιν εντολής μου, απέστειλε, με ιδιώτη επιδότη επιστολή ημερ. 12/11/20 στον κατονομαζόμενο εκτελεστή της Διαθήκης αρ. 127/20 και αδελφό μου XXXXX Δημητρίου, καλώντας τον εντός 14 ημερών να προσέλθει για σκοπούς έναρξης της διαδικασίας επικύρωσης της εν λόγω Διαθήκης, η οποία θεωρώ ότι αποτελεί την τελευταία και πραγματική βούληση του αδελφού μου. Η εν λόγω επιστολή και ένορκη δήλωση του επιδότη επισυνάπτονται ως Δέσμη Τεκμηρίων Δ στην παρούσα. Στην εν λόγω επιστολή μου, έλαβα απάντηση μέσω φαξ στις 19/11/2020 εκ μέρους του κατονομαζόμενου εκτελεστή της Διαθήκης αρ. 127/20 και αδελφού μου XXXXX Δημητρίου, από το Δικηγορικό Γραφείο του κου XXXXX Παπαχαραλάμπους, με την οποία ενημέρωνε την δικηγόρο μας, ότι είχε δρομολογηθεί και βρισκόταν προς το τέλος, η αίτηση προς το Δικαστήριο για επικύρωση της διαθήκης. Παρενθετικά να αναφέρω, ότι αναμένω ακόμα μέχρι σήμερα να ενημερωθώ για το πότε και αν καταχωρήθηκε η εν λόγω Αίτηση. Στην εν λόγω επιστολή, την οποία επισυνάπτω ως Δέσμη Τεκμηρίων Ε επισυνάφθηκε αντίγραφο της φερόμενης Διαθήκης του αδελφού μου ημερ.27/11/
  7. Όταν μου κοινοποιήθηκε το εν λόγω αντίγραφο, διαπίστωσα ότι ήταν διαφορετικό έγγραφο από εκείνο που μου είχε δοθεί στις 23/6/2020 από τον προτεινόμενο εκτελεστή της φερόμενης Διαθήκης ημερ. 27/11/2017 XXXXX Παπαχαραλάμπου, όταν επισκέφθηκα το γραφείο του. Διαφέρουν τόσο η μονογραφή όσο και η υπογραφή του Διαθέτη, οι υπογραφές των φερόμενων μαρτύρων και του πιστοποιούντος υπαλλήλου καθώς και οι σφραγίδες του επί του εγγράφου οι οποίες παραδόξως είναι πολύ περισσότερες από τις προηγούμενες. Αυτό δε το έγγραφο, σε αντίθεση με αυτό που μου δόθηκε, είναι χαρτοσημασμένο και δεν φέρει αύξοντα αριθμό Μητρώου Διαθηκών. iv. Τα ρηθέντα τεκμήρια, επιμαρτυρούν ξεκάθαρα ότι υπάρχουν περισσότερες από μία φερόμενες διαθήκες με χειρόγραφη και πάλι την ημερομηνία σύνταξης με αποτέλεσμα να εμποδίζεται το Δικαστήριο από τη διακρίβωση της εγκυρότητας και/ή γνησιότητάς της. Αυτό υποδηλώνεται εξάλλου και από το Τεκμήριο 3 της Αίτησης, το οποίο φαίνεται να είναι το ίδιο με αυτό της Δέσμης Τεκμηρίων Β. Από αυτό και μόνο το γεγονός, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι δεν αποδεικνύεται ρητά η ημερομηνία σύνταξης, υπογραφής και/ή εκτέλεσης της φερόμενης Διαθήκης από τον Διαθέτη, αφού η ημερομηνία που φέρει στην πρώτη και τρίτη σελίδα της συμπληρώθηκε χειρόγραφα και δεν φέρει δίπλα της μονογραφές ούτε του διαθέτη ούτε και των μαρτύρων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι αποτελεί την τελευταία βούληση του Διαθέτη, αν η βούληση του αυτή ήταν ελεύθερη και αν είχε την νοητική και ψυχοσωματική ικανότητα να συντάξει, υπογράψει και εκπληρώσει τη Διαθήκη. Είναι δε οφθαλμοφανές ότι το περιεχόμενο της φερόμενης Διαθήκης είναι αλλοιωμένο και/ή δεν ανταποκρίνεται στο αρχικό έγγραφο το οποίο μου παρουσιάστηκε από τον προτεινόμενο εκτελεστή. Επιπρόσθετα και οι δύο ημερομηνίες της κάθε διαθήκης, προστέθηκαν μεταγενέστερα και/ή σε άγνωστη χρονική στιγμή από τον πιστοποιούντα υπάλληλο αφού ο γραφικός του χαρακτήρας στις πιστοποιήσεις είναι πανομοιότυπος.
  8. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, είναι η θέση μου, ότι η υπό κρίση Αίτηση πάσχει και επί της ουσίας της και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει. Συγκεκριμένα τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα Αίτηση θα έπρεπε να παραπέμπουν στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή XXXXX Παπαχαραλάμπους και όχι στην Ένορκη Δήλωση της φερόμενης μάρτυρος της διαθήκης, XXXXX Μάρκου η οποία αποτελεί τεκμήριο επί της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και η οποία είναι ανακόλουθη ή/και δεν συνάδει με το περιεχόμενο της παρούσας Αίτησης και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Η ανακολουθία φαίνεται από τo σημείο όπου αναφέρει ότι η υπολογιζόμενη αξία της περιουσίας της αποβιωσάσης κατά την ημέρα του θανάτου της κινητή και ακίνητη είναι αυτή που φαίνεται στην Αίτηση για επικύρωση Διαθήκης. Δεν πρόκειται για απλό γραμματικό εκ παραδρομής λάθος αλλά επί ουσιαστικής αλλοίωσης του περιεχομένου της φερόμενης Διαθήκης και της παρούσας Αίτησης. Πέραν του πιο πάνω, αναληθώς η μάρτυς XXXXX Μάρκου ορκίζεται στην ένορκή της δήλωση ότι η υπογραφή του διαθέτη τέθηκε στην παρουσία αυτής και της άλλης μάρτυρος, XXXXX Κωνσταντίνου. Ουδεμία εξήγηση δίδεται για το γεγονός ότι η έτερη μάρτυρας XXXXX Κωνσταντίνου δεν προβαίνει η ίδια προσωπικά σε ένορκη δήλωση αλλά ούτε προκύπτει από τα λεγόμενά της ότι κατέχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από αυτήν. Σε αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε να επισυναφθεί και η ένορκη δήλωση της ίδιας της XXXXX Κωνσταντίνου.
  9. Στο σημείο αυτό να διευκρινίσω, πως παρά το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση του Αιτητή XXXXX Παπαχαραλάμπους δεν υποστηρίζει, ως θα έπρεπε, την Αίτησή του και ως τέτοια δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψην, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω σε απάντηση των αναφερόμενων σε αυτήν ισχυρισμών του με τους οποίους ως προανέφερα διαφωνώ. Ειδικότερα: α) Από την παράγραφο 1 της Ε/Δ του Αιτητή παραδέχομαι μόνο τα όσα το Τεκμήριο 1 περιλαμβάνει και αφορούν τον αποβιώσαντα αδελφό μου και δη την ημερομηνία θανάτου του ήτοι 24/3/
  10. Ως αναλυτικά ανέφερα στην παράγραφο 3β) της παρούσας, ο Αιτητής δεν είναι εκτελεστής της φερόμενης Διαθήκης, αλλά προτεινόμενος και/ή κατονομαζόμενος εκτελεστής και η ημερομηνία της φερόμενης Διαθήκης δεν είναι 27/11/2020 ως λανθασμένα αναφέρει, αλλά 27/11/
  11. β) Αγνοώ και συνεπώς δεν παραδέχομαι το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της Ε/Δ. Σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής όφειλε να αναφέρει την ημερομηνία καταχώρησης της φερόμενης Διαθήκης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η συμμόρφωση του με την ταχθείσα από το άρθρο 11 του Κεφ. 189 προθεσμία. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ξεκάθαρα ότι πρέπει να γίνει μέσα σε 14 μέρες από τότε που κάποιος λαμβάνει γνώση του θανάτου του διαθέτη, ειδάλλως υπόκειται σε πρόστιμο. Στην προκείμενη περίπτωση η κατάθεση της διαθήκης έγινε 8 μήνες μετά. γ) Αγνοώ και συνεπώς απορρίπτω το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της Ε/Δ. Ως προανέφερα, διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε Αίτηση από πλευράς του Αιτητή για επικύρωση της φερόμενης Διαθήκης με αρ. 131/
  12. Σε κάθε περίπτωση ένα τέτοιο γεγονός θα έπρεπε ρητώς να αποκαλυφθεί. δ) Το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της Ε/Δ απορρίπτεται κατηγορηματικά ως αναληθές, ανυπόστατο και παραπλανητικό και προς αποφυγήν επαναλήψεων επαναλαμβάνω το περιεχόμενο των παραγράφων 4 α) και β) και 5 της παρούσας. ε) Διαφωνώ πλήρως με τα όσα αναφέρονται επί της παραγράφου 5 της Ε/Δ. Η φερόμενη Διαθήκη ημερ. 27/11/17 για όλους τους λόγους που εκτενώς ανέλυσα πιο πάνω δεν αποτελεί την τελευταία επιθυμία και βούληση του διαθέτη και είναι άκυρη και προϊόν απάτης και παραπλάνησης του Διαθέτη. Σε περίπτωση δε που κριθεί έγκυρη, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο σφετερισμού της περιουσίας του αποβιώσαντα, καθώς και του κληρονομικού μεριδίου των νόμιμων κληρονόμων του Διαθέτη που είμαι εγώ και ο αδελφός μου XXXXX Δημητρίου. Σε κάθε περίπτωση η Διαθήκη του αδελφού μου ημερ.7/5/1996, την οποία προχωρήσαμε αμέσως και καταθέσαμε στις 11/11/20 στο Μητρώο Διαθηκών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και η οποία έλαβε τον αριθμό 127/20, Τεκμήριο Γ στην παρούσα, αποτελεί την τελευταία και πραγματική βούληση του αδελφού μου Θωμά Δημητρίου. στ) Συμφωνώ με την παράγραφο 6 της Ε/Δ με την διευκρίνιση πως ο λόγος που η φερόμενη Διαθήκη δεν εκπληρώνει όλες τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 195 είναι επειδή είναι εξ υπαρχής άκυρη και ως τέτοια, για τους λόγους που εκτενώς ανέλυσα πιο πάνω τους οποίους και υιοθετώ, δεν μπορεί να διορθωθεί. ζ) Απορρίπτω κατηγορηματικά την παράγραφο 7 της Ε/Δ. Ως προανέφερα, η φερόμενη Διαθήκη, δεν αποτελεί την τελευταία επιθυμία και βούληση του διαθέτη. Οι παραλείψεις και/ή ελαττώματα που παρουσιάζονται σ' αυτήν είναι κακόπιστα, θεμελιώδους φύσεως, που καταστρατηγούν την ελεύθερη βούληση του διαθέτη και καθιστούν την φερόμενη Διαθήκη εξ υπαρχής άκυρη και ως εκ τούτου δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει την διόρθωσή τους. Σε κάθε περίπτωση και ως οι δικηγόροι μου με συμβουλεύουν, η προσθήκη του άρθρου 23Α έγινε με σκοπό τη διόρθωση καλόπιστων λαθών ή παραλείψεων, όπου είναι ξεκάθαρο ότι η διαθήκη φανερώνει την αληθινή βούληση του διαθέτη και όχι για να τυγχάνει κακόπιστης εκμετάλλευσης όπως στην παρούσα περίπτωση. η) Ωσαύτως, το περιεχόμενο της φερόμενης Διαθήκης πάσχει και ουσιαστικά και/ή περιέχει σοβαρά λάθη και παραλείψεις που δεν δικαιολογούν διόρθωση στα πλαίσια του άρθρου 23Α του Κεφ.195 και επομένως δεν επιτρέπουν την εκτέλεση της βούλησης του διαθέτη. Αναφέρω ενδεικτικά πως η Νομοθεσία και Νομολογία μας δεν επιτρέπουν την με όρους κληροδοσία σε ανήλικα. Για το ρηθέν θέμα όμως επιφυλάσσομαι να τοποθετηθώ εν ευθέτω χρόνο.
  13. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω αναφερομένων, οφείλω να παρατηρήσω ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια, ενήργησε κακόπιστα και απέκρυψε και δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα/στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο για να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα. Συγκεκριμένα δεν ανέφερε πουθενά στην Ένορκή του Δήλωση ότι δεν υπάρχει υπογραφή και/ή μονογραφή του Διαθέτη στη τελευταία σελίδα της Διαθήκης (σελίδα 3). Επίσης δεν κατόρθωσε να καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη των υπογραφών ή των μονογραφών των επιβεβαιωτών μαρτύρων στην πρώτη και δεύτερη σελίδα της διαθήκης και του διαθέτη στη τρίτη σελίδα. Το γεγονός ότι οι μάρτυρες υπογράφουν μόνο στην τρίτη σελίδα, όπου δεν υπογράφει ο διαθέτης φανερώνει ότι δεν υπάρχει καμία διασύνδεση μεταξύ μαρτύρων και διαθέτη. Ούτε όμως έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση που επέδειξε για την κατάθεση της διαθήκης στο Μητρώο Διαθηκών, η οποία έγινε 8 μήνες μετά το θάνατο του Διαθέτη κατά παράβαση του νόμου. Καμία επίσης πειστική εξήγηση δεν έδωσε για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας, όσο και στην προώθηση της Αίτησης για εκτέλεση της φερόμενης Διαθήκης που επαναλαμβάνω, αμφιβάλλω αν καταχωρήθηκε. Ο διαθέτης απεβίωσε στις 24/3/20, η δε κινητοποίηση και/ή ενεργοποίηση του προτεινόμενου εκτελεστή της φερόμενης Διαθήκης επήλθε 9 μήνες μετά και ως αποτέλεσμα της επιστολής του Δικηγόρου μου προς τον αδελφό μου XXXXX και έτερο κληρονόμο του αποβιώσαντος XXXXX Δημητρίου με την οποία τον καλούσα να προσέλθει για σκοπούς εκτέλεσης της Διαθήκης ημερ.7/5/1996 με αρ. Μητρώου Διαθηκών 127/2020, πράγμα που μέχρι σήμερα δεν έκανε.
  14. Πέραν των πιο πάνω, ευσεβάστως αναφέρω πως ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους του και απέτυχε να αποδείξει ότι είναι δίκαιο και θεμιτό και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Πιθανή δε έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα μου προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά διότι θα μου στερήσει το νόμιμο κληρονομικό μου μερίδιο.
  15. Για τους πιο πάνω λόγους εισηγούμαι όπως το Σεβαστό Δικαστήριο απορρίψει την Αίτηση με έξοδα υπέρ μου.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων ανωτέρω ζητήθηκε να αντεξετασθεί. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση των γραπτών αγορεύσεων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από τους συνηγόρους. Έχω μελετήσει με προσοχή την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, καταλήγω να αποφαίνομαι επί των λόγων ένστασης που ήγειρε το Ενδιαφερόμενο πρόσωπο Μαργαρίτα Σωτηρίου, στην οποία επιδόθηκε η αίτηση, ως εξής։- (α) Απορρίπτω τους λόγους υπ' αριθμό
(1),
(2),
(3)και
(6). Ο ισχυρισμός ότι ο τύπος της αίτησης είναι λανθασμένος, διότι δήθεν φέρει τη μορφή ενδιάμεσης αίτησης, δεν ευσταθεί. Η αίτηση, η οποία φέρει δικό της αριθμό και τίτλο δεν καταχωρήθηκε ως ενδιάμεση αίτηση, αφού απεναντίας έχει όλα τα στοιχεία γενικής αίτησης. Το άρθρο 23Α του Νόμου, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, δεν προδιαγράφει συγκεκριμένο τύπο αίτησης, άλλον από αυτόν στον οποίο καταχωρήθηκε η αίτηση. Το άρθρο 23Α αποτελεί κατάλληλη νομική βάση για την αίτηση, αφού όπως θα εξηγήσω σε επόμενο τμήμα της παρούσας απόφασης, το άρθρο αυτό ρυθμίζει πράγματι τα της έκδοσης διατάγματος διόρθωσης λαθών ή παραλείψεων που σχετίζονται με τις διατυπώσεις που προβλέπει το άρθρο 23 του ιδίου Νόμου. Απορρίπτω την εισήγηση της Αιτήτριας ότι η αίτηση θα έπρεπε να είχε ως νομική βάση το άρθρο 53 του περί Διαχειρίσεως Περιουσίας Αποβιωσάντων Νόμου, Κεφ. 189, και να είχε εγερθεί υπό τον τύπο εναρκτήριας πρωτογενούς κλήσης. Το εν λόγω άρθρο 53 κρίνω ότι δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση όπου το ζητούμενο είναι διάταγμα διόρθωσης λαθών ή παραλείψεων σχετιζόμενων με τις διατυπώσεις κατά το στάδιο υπογραφής μιας διαθήκης, οι οποίες διατυπώσεις άπτονται της εξ υπ' αρχής εγκυρότητάς αυτής, αφού η περίπτωση διόρθωσης των λαθών ή παραλείψεων σε διαθήκη δεν αναφέρεται ρητά ως μία από εκείνες τις περιπτώσεις που το λεκτικό του άρθρου 53 εξαντλητικά απαριθμεί ως εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του. Το παραθέτω πιο κάτω։ « Επίλυση oρισμέvωv θεμάτωv με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) 53.-
(1)Πρoσωπικoί αvτιπρόσωπoι ή oπoιoσδήπoτε από αυτoύς, πιστωτές, κληρoδόχoι ή oι πλησιέστερoι συγγεvείς, ή πρόσωπα πoυ αξιώvoυv μέσω τωv εv λόγω πιστωτώv ή δικαιoύχωv με εκχώρηση ή με άλλo τρόπo, δύvαvται vα ζητήσoυv από τo Δικαστήριo με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) τηv επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρovoμιάς σε Δικαστήριo, oπoιoυδήπoτε από τα πιo κάτω ζητήματα ή θέματα: (α) oπoιoδήπoτε ζήτημα πoυ επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέρovτα τoυ πρoσώπoυ πoυ αξιώvει ότι είvαι πιστωτής, κληρoδόχoς, o πλησιέστερoς συγγεvής ή εκ τoυ vόμoυ κληρovόμoς (β) τη διακρίβωση oπoιασδήπoτε τάξης πιστωτώv, κληρoδόχωv, πλησιέστερωv συγγεvώv ή άλλωv (γ) τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε συγκεκριμέvωv λoγαριασμώv από τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές και όταv είvαι αvαγκαίo, τα απoδεικτικά στoιχεία τωv εv λόγω λoγαριασμώv (δ) τηv καταβoλή στo Δικαστήριo oπoιωvδήπoτε χρημάτωv πoυ βρίσκovται στα χέρια τωv εκτελεστώv ή τωv διαχειριστώv (ε) τηv έκδoση διαταγώv πρoς τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές για vα διαπράξoυv ή vα απέχoυv από τη διάπραξη oπoιασδήπoτε συγκεκριμέvης πράξης υπό τηv ιδιότητα τoυς ως εκτελεστώv ή διαχειριστώv (στ) τηv έγκριση oπoιασδήπoτε πώλησης, αγoράς, συμβιβασμoύ ή άλλης συvαλλαγής (ζ) τηv επίλυση oπoιoυδήπoτε ζητήματoς πoυ πρoκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρovoμιάς.». Τέλος, ο ισχυρισμός ότι η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν ευσταθεί, αφού είναι επισυνημμένη στην υπό κρίση αίτηση η δική του ένορκη δήλωση και εκείνη είναι που παραθέτει τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση. Μάλλον από αβλεψία, στο σώμα της αίτησης αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Μάρκου, ως εάν αυτή να είναι η μόνη ένορκη δήλωση στην οποία στηρίζεται η αίτηση, αλλά στην πραγματικότητα, ως φαίνεται από τις σφραγίδες του Πρωτοκολλητείου κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, την αίτηση συνόδευαν δύο ένορκες δηλώσεις, όπου η ένορκη δήλωσης της κας Μάρκου αποτελούσε απλώς το Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Καθίσταται ξεκάθαρο και από το περιεχόμενο των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων ότι ο Αιτητής ορκίζεται για να ζητήσει ως η αίτηση και η κα Μάρκου ορκίζεται για να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα γεγονότα σε σχέση με τα επίμαχα λάθη και/ή παραλείψεις που έγιναν όταν αυτή υπέγραψε επί της επίδικης διαθήκης ως μάρτυρας της υπογραφής του διαθέτη. (β) Απορρίπτω τους λόγους ένστασης
(7)και
(8). Τούτο διότι, εφόσον η υπό κρίση αίτηση κινήθηκε με δια κλήσεως διαδικασία, δεν ελέγχεται η αίτηση στη βάση του αξιώματος ότι ο Αιτητής θα πρέπει να προσέλθει στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών εγγράφων και γεγονότων. Τούτο το αξίωμα, τυγχάνει εφαρμογής εκεί όπου ο αιτητής αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση αντίστοιχου διατάγματος και οφείλει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων για να μην υπάρξει κίνδυνος παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Επομένως αυστηρά νομικά ομιλούντες δεν χωρούν εξέτασης επί της ουσίας τους οι λόγοι ένστασης
(7)και
(8), διότι το Ενδιαφερόμενο πρόσωπο XXXXX Σωτηρίου είχε εξ αρχής την ευκαιρία να ακουστεί από το Δικαστήριο inter partes και να εκθέσει του δικούς της ισχυρισμούς προτού το Δικαστήριο αποφανθεί για το αν θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα. (γ) Αποδέχομαι ότι ευσταθούν οι λόγοι ένστασης υπ΄ αριθμό
(4)και
(10). Παραθέτω αναλυτικά την αιτιολογία της κατάληξής μου αυτής πιο κάτω։ Ο περί Διαθηκώv και Διαδoχής Νόμoς, Κεφ. 195, τροποποιήθηκε τελευταία με το Ν.96(Ι)/
  1. Το ενοποιημένο κείμενο του βασικού νόμου και των τροποποιήσεων του που έχει μέχρι τούδε υποστεί, θ' αναφέρεται στο εξής ως «ο Νόμος». Στο άρθρο 2 του Νόμου, παρατίθενται διάφοροι ορισμοί. Εξ αυτών, επιλέγω να αναφερθώ στους ορισμούς των όρων «διαθήκη», «εκτελεστής» και «επικύρωση διαθήκης», εισαγωγικά προς την ανάλυση της νομικής πτυχής της υπό κρίση αίτησης που θα ακολουθήσει. "διαθήκη" σημαίvει τη γραπτή δήλωση σύμφωvα με τo vόμo, τωv πρoθέσεωv διαθέτη σχετικά με τη διάθεση της κιvητής ιδιoκτησίας ή ακίvητης ιδιoκτησίας τoυ μετά τo θάvατo τoυ και περιλαμβάvει και κωδίκελλo. "εκτελεστής" σημαίvει πρόσωπo στo oπoίo αvατέθηκε η εκτέλεση της τελευταίας διαθήκης πρoσώπoυ πoυ απέθαvε, με τo διoρισμό από τo διαθέτη. "επικύρωση διαθήκης" σημαίvει έγγραφo πoυ εκδίδεται από τo Δικαστήριo, με τo oπoίo δηλώvεται ότι επικυρώθηκε κατάλληλα η διαθήκη απoβιώσαvτα και ότι η διαχείριση της κληρovoμιάς τoυ χoρηγήθηκε σε εκτελεστή πoυ κατovoμάζεται σε αυτό. Το άρθρο 23 του Νόμου προβλέπει ότι։ «
  2. Καμιά διαθήκη δεv είvαι έγκυρη, εκτός αv είvαι γραπτή και εκτελεστεί σύμφωvα με τov πιo κάτω τρόπo, δηλαδή- (α) υπoγράφεται στo κάτω μέρoς ή στo τέλoς της από τo διαθέτη, ή από άλλo πoυ εvεργεί για τo διαθέτη, στηv παρoυσία τoυ διαθέτη και με εvτoλή τoυ και (β) η υπoγραφή αυτή τίθεται ή αvαγvωρίζεται από τo διαθέτη στηv παρoυσία δύo ή περισσoτέρωv μαρτύρωv πoυ παρίσταvται ταυτόχρovα και (γ) oι μάρτυρες αυτoί επιβεβαιώvoυv και πρoσυπoγράφoυv τη διαθήκη στηv παρoυσία τoυ διαθέτη και στηv παρoυσία αλλήλωv, αλλά καvέvας τύπoς επιβεβαίωσης δεv είvαι αvαγκαίoς και (δ) αv η διαθήκη απoτελείται από περισσότερα από έvα φύλλo χαρτιoύ, κάθε φύλλo υπoγράφεται ή μovoγράφεται από ή για λoγαριασμό τoυ διαθέτη και τωv μαρτύρωv.». Το άρθρο 23Α του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «23Α.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 23, σε περίπτωση που διαπιστώνεται λάθος ή παράλειψη στις προβλεπόμενες στο άρθρο 23 διατυπώσεις διαθήκης ή γραμματικό ή αριθμητικό λάθος στο περιεχόμενο της διαθήκης, οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να καταθέσει αίτηση στο Δικαστήριο για τη διόρθωση του λάθους ή της παράλειψης και το Δικαστήριο δύναται, αφού πειστεί προς τούτο και θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να διορθώσει το σχετικό λάθος ή την παράλειψη και η διαθήκη θεωρείται έγκυρη, όπως έχει διορθωθεί από το Δικαστήριο, από την ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε.
(2)Οι διατάξεις του εδαφίου
(1)εφαρμόζονται σε κάθε διαθήκη, ανεξάρτητα από την ημερομηνία εκτέλεσής της, εφόσον αυτή δεν έχει ακυρωθεί τελεσίδικα από Δικαστήριο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Διαθηκών και Διαδοχής (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015.». Επισημαίνω ότι το πιο πάνω άρθρο 23Α τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του τροποποιητικού Νόμου 96(Ι)/2015 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (βλ. Ε.Ε. Παρ.I(I), Αρ. 4518, 3.7.2015), ήτοι από 3.7.
  1. Ο συνήγορος του Αιτητή κάνει αναφορά στην γραπτή του αγόρευση στην «αιτιολογημένη έκθεση της Πρότασης Νόμου η οποία οδήγησε στην ψήφιση του τροποποιητικού Νόμου 96(Ι)/2015 που πρόσθεσε στον κυρίως Νόμο το άρθρο 23Α». Παραλείπει όμως να εκθέσει ολόκληρο το κείμενο της αιτιολογημένης έκθεσης, παρά μόνο παραθέτει την παρα. 2.5 αυτής, όπου λέγει ότι αναφέρονται τα εξής: «2.5 Η τροποποίηση σκοπό έχει την άρση οποιασδήποτε αδικίας ενδεχόμενα θα μπορούσε να προκληθεί για ακύρωση Διαθήκης για καθαρά τυπικούς λόγους όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που, παρότι ο Διαθέτης υπέγραψε την Διαθήκη και όλες τις σελίδες αυτής, επειδή κάποιος Μάρτυρας παρέλειψε να μονογράψει μία σελίδα της Διαθήκης, αυτή να κινδυνεύει να κηρυχθεί άκυρη την στιγμή που μπορούν πολύ εύκολα οι Μάρτυρες να επιβεβαιώσουν προς ικανοποίηση Δικαστηρίου, ότι όντως η διαθήκη εκτελέστηκε από τον Διαθέτη στην παρουσία τους.» Δεν μπορώ να στηριχθώ σε ένα μεμονωμένο απόσπασμα ως πιο πάνω για να ερμηνεύσω ποια ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη κατά τη θέσπιση του Ν.96(Ι)/2015 και πώς τούτη εντάσσεται μέσα στο πνεύμα και το γράμμα των λοιπών διατάξεων του Κεφ.
  2. Στην 3η έκδοση του Συγγράμματος του Αχιλλέα Αιμιλιανίδη «Κυπριακό Κληρονομκό Δίκαιο» που δημοσιεύθηκε το 2015 από τους HIPPASUS PUBLISHING (παρα. 3.2.
  3. «Διόρθωση λάθους από Δικαστήριο») αναφέρονται τα εξής꞉ «Η συγκεκριμένη διάταξη μεταβάλλει το μέχρι πρότινος ισχύον νομικό καθεστώς σύμφωνα με το οποίο μια διαθήκη που είχε εκτελεστεί κατ΄ αντίθεση προς τις διατάξεις του άρθρου 23 του Κεφ. 195, κηρυσσόταν υποχρεωτικά άκυρη. Το Δικαστήριο έχει πλέον τη δυνατότητα, αν πειστεί, να διορθώσει το λάθος ή την παράλειψη, καθιστώντας εκ των υστέρων έγκυρη τη διαθήκη, αν το θεωρεί δίκαιο. Δεν τίθενται στο άρθρο 23Α συγκεκριμένα κριτήρια στη βάση των οποίων ασκούνται οι εξουσίες του Δικαστηρίου, εντούτοις προκύπτει με ασφάλεια ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί πως η κήρυξη της διαθήκης ως έγκυρης ανταποκρίνεται προς τη βούληση του αποβιώσαντα.». Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 23 του Νόμου. Από την άλλη, δεν έχω εντοπίσει καμία απόφαση σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου που να πραγματεύεται τις πρόνοιες του άρθρου 23Α. Συνεπώς, η ερμηνεία που θα αποδώσω βασίζεται αποκλειστικά στη δική μου δικαστική κρίση και αντίληψη και υπόκειται ασφαλώς σε έλεγχο σε δεύτερο βαθμό. Λαμβάνω, οπωσδήποτε, υπόψη ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της ψήφισης του τροποποιητικού νόμου 96(Ι)/2015 και της θέσπισης του άρθρου 23Α του Νόμου, συγκεκριμένα στις 7 Σεπτεμβρίου 2020, το Ανώτατο Δικαστήριο (με σύνθεση Τ. Θ. Οικονόμου, Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου και Χ. Μαλακτός, Δ/στες) εξέδωσε την απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 200/13, Χ. Α. Λαμπή κ.α. ν. Χρυστούλλας Παλαιομυλίτου, υπό την ιδιότητά της ως προτεινόμενης εκτελέστριας της διαθήκης της αποβιώσασας Άννας Ττοφή Λαμπή, τέως απο το Στρόβολο, όπου πραγματεύθηκε ζητήματα που αφορούν σε διαδικασία κατάθεσης διαθήκης προς επικύρωση και στο δίκαιο της απόδειξης που διέπει αυτή την διαδικασία. Ειπώθηκαν και αποφασίσθηκαν τα εξής꞉ Το βάρος απόδειξης της δέουσας εκτέλεσης (onus probandi) βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που παρουσιάζει τη διαθήκη προς επικύρωση (Anderson v. Gill
(1858)3 Macq 180, Clery v. Barry
(1887)21 L.R.Ir. 152, C.A., Kάτζη ν. Πατσαλίδη
(2007)1 ΑΑΔ 958, Παπαδοπούλου ν. Σέργη, ECLI:CY:AD:2017:A46, ECLI:CY:AD:2017:A46, Πολ. Έφ. 294/11, 15.2.2017). Η επικύρωση διαθήκης και άλλων εγγράφων τελευταίας βούλησης αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 16 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9,[1] ότι δεν είναι απαραίτητο να καλούνται οι επιβεβαιωτές μάρτυρες, έστω και αν είναι διαθέσιμοι προς απόδειξη εγγράφων για την εγκυρότητα των οποίων απαιτείται επιβεβαίωση από μάρτυρες κατά την κατάρτιση τους (λ.χ. γραμμάτια συνήθους τύπου (άρθρο 78, Κεφ. 149), ή συμφωνίες για μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο μεγαλύτερου του έτους (άρθρο 77, Κεφ. 149)).[2] Η εξαίρεση εισάγεται με ρητή επιφύλαξη του άρθρου 16 ότι τούτο δεν εφαρμόζεται στην επικύρωση διαθηκών ή άλλων εγγράφων τελευταίας βούλησης. Στην πράξη η απόδειξη μέσω επιβεβαιωτή μάρτυρα απαιτείται όταν αμφισβητείται η αυθεντικότητα της διαθήκης ή δεν προκύπτει με βεβαιότητα.[3] Συνεπώς, όταν αμφισβητείται η αυθεντικότητα μιας διαθήκης στα πλαίσια αντιδικίας αναφορικά με την επικύρωση της (contentious probate ή probate in solemn form) απαιτείται η κλήτευση ενός τουλάχιστον επιβεβαιωτή μάρτυρα. Σε αντιδιαστολή, όταν δεν προκαλείται κατ΄ αντιδικία διαδικασία και η διαθήκη αποδεικνύεται ενώπιον του αρμόδιου πρωτοκολλητή (non - contentious probate ή probate in common form), εάν η διαθήκη δεν παρουσιάζει ατέλεια στην όψη της και φέρει πλήρη επιβεβαιωτική ρήτρα μπορεί να επικυρωθεί με μόνο τον όρκο του εκτελεστή (Encyclopedia of Forms and Precedents, Vol. 42
(2), 96 [428], Halsbury's Laws of England, Vol.102
(2016), para.733). Προσαγωγή μαρτυρίας ενώπιον του πρωτοκολλητή, υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης ενός τουλάχιστον επιβεβαιωτή μάρτυρα, απαιτείται σε περίπτωση απουσίας ή ανεπάρκειας της επιβεβαιωτικής ρήτρας (άρθρο 13 του περί Διαχείρισης Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού 1955[4]), ή σε περίπτωση αμφιβολίας (Encyclopedia of Forms and Precedents (ibid), Halsbury's Laws of England, 3rd ed. Vol. 16, para. 317). Αποτελεί αποκρυσταλλωμένη αρχή της νομολογίας η οποία αναπτύχθηκε στην Αγγλία με βάση το άρθρο 9 του Wills Act 1837, στο οποίο[5] αντιστοιχούν βασικά οι πρόνοιες του άρθρου 23 του Κεφ. 195, ότι η στοιχειοθέτηση της δέουσας εκτέλεσης διαθήκης από το διάδικο που επιδιώκει την επικύρωση της, προϋποθέτει τη μαρτυρία ενός, τουλάχιστον, από τους επιβεβαιωτές μάρτυρες.[6] (Belbin v. Skeats
(1858)1 Sw & Tr 148, Coles v. Coles and Brown
(1866)L.R. 1 P & D 70, Bownan v. Hodgson
(1867)L.R. 1 P & D 362, Oakes v. Uzzell [1932] P. 19, Re Webster (deceased) [1974] 3 All ER 822 και Payne a.o. v. Payne [2018] 1 WLR 3761). Στην τελευταία αυτή υπόθεση το Εφετείο με αναφορά στην πάγια νομολογία επανέλαβε ότι: «.the cases establish that at least one attesting witness must be called, if available, in a defended case.» H υποχρέωση για κλήση ενός τουλάχιστον επιβεβαιωτή μάρτυρα κάμπτεται μόνο όταν οι μάρτυρες αυτοί δεν είναι διαθέσιμοι, αν λ.χ. στο μεταξύ έχουν αποβιώσει ή χάθηκαν τα ίχνη τους και δίδεται ικανοποιητική εξήγηση στο δικαστήριο, ώστε να μην μπορούν να εξαχθούν αρνητικά συμπεράσματα από την παράλειψη να κλητευθεί ο ένας τουλάχιστον εξ αυτών (Re Lemon's Estate, Winwood v. Lemon
(1961)105 Sol Jo 1107). Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να κληθεί ως μάρτυρας οποιοδήποτε πρόσωπο ήταν παρόν και είδε την εκτέλεση της διαθήκης (Μackay v. Rawlinson
(1919)35 TLR 223). Όταν όμως έστω και ένας επιβεβαιωτής μάρτυρας είναι διαθέσιμος υφίσταται η υποχρέωση για κλήτευση του, έστω και αν η μαρτυρία του θα είναι αντίθετη με την υπόθεση του διαδίκου που τον καλεί. Γι΄ αυτό και δεν θεωρείται δικός του μάρτυρας, αλλά μάρτυρας του δικαστηρίου με δυνατότητα του διαδίκου που τον κάλεσε να τον αντεξετάσει ή και να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία (Oakes v. Uzzell και Coles v. Coles and Brown (ανωτέρω)). Το δικαστήριο, μάλιστα, εν προκειμένω αποκτά εξεταστική ιδιότητα (inquisitorial capacity) (Hartley v. Fuld [1965] 2 All ER 657). Το ότι μια προτεινόμενη διαθήκη έχει, στην όψη της, το νομότυπο, δεν αναιρεί τη δεδομένη υποχρέωση για κλήση ενός τουλάχιστον επιβεβαιωτή μάρτυρα. Δεν λειτουργεί από μόνο του a priori, χωρίς την υποχρέωση να εξεταστεί, εάν είναι διαθέσιμος, ένας τουλάχιστον επιβεβαιωτής μάρτυρας ως προς τις περιστάσεις εκτέλεσης της διαθήκης. Οι μάρτυρες αυτοί μπορούν να επιβεβαιώσουν τις συνθήκες έγκυρης εκτέλεσης της διαθήκης, ή αντιθέτως, είναι δυνατόν να καταθέσουν ότι παρά τα αναγραφόμενα, στην πραγματικότητα δεν έγινε δέουσα εκτέλεση. Σε τέτοια περίπτωση είναι ενδεχόμενο να ανατραπεί το μαχητό τεκμήριο κανονικότητας (Ahluwalia v. Singh [2011] EWHC 2907, Georghiades a.o v. Papakyprianou a.o.
(1979)1 JSC 466). Βέβαια, για λόγους δημόσιας πολιτικής, σε περίπτωση που η διαθήκη φέρει πλήρη επιβεβαιωτική ρήτρα, το δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατ΄ εξοχήν ισχυρή μαρτυρία («the strongest evidence») ώστε να καταλήξει ότι δεν έγινε δέουσα εκτέλεση (Sherrington v. Sherrington [2005] EWCA Civ 326 και Channon v. Perkins [2005] EWCA Civ 1808). · Είναι πάντοτε ζήτημα συνεκτίμησης του συνόλου των σχετικών γεγονότων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, περιλαμβανομένης ασφαλώς - και τούτο είναι που έχει σημασία εν προκειμένω - της μαρτυρίας των επιβεβαιωτών μαρτύρων. Όπως τέθηκε επιγραμματικά στην υπόθεση In the Estate of Bercovitz, Decd; Canning v. Enever a.o. [1961] 1 WLR 892: «The practice is to apply the omnia praesumuntur rite esse acta with more or less force according to the circumstances of each case.» (βλ. επίσης την εξίσου χαρακτηριστική επεξήγηση του τρόπου λειτουργίας του τεκμηρίου από τον Arden, L.J., στην Channon v. Perkin (ανωτέρω, παρ.45) ως επίσης και τις υποθέσεις Κάτζη και Παπαδοπούλου όπου υιοθετήθηκε σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Williams on Wills, 4th ed., p.85). Θεωρώ πως η όποια δική μου κατάληξη σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του άρθρου 23Α, δεν θα μπορούσε να αντιστρατεύεται τις νομικές αρχές που χαράσσει η προμνησθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 200/13. Διαφορετικά, ειδικά όπου όταν αμφισβητείται η αυθεντικότητα της διαθήκης ή δεν προκύπτει με βεβαιότητα η αυθεντικότητά της και γενικότερα όπου υπάρχει αντιδικία για την επικύρωσή της από όσους έχουν συμφέρον στην κληρονομιά. Τί νόημα θα είχαν όσα αποφασίστηκαν στην Πολιτική Έφεση Αρ. 200/13, αν θα μπορούσαν να διορθώνονται από το Δικαστήριο με τη συνοπτική διαδικασία του άρθρου 23Α του Νόμου οι παρατυπίες μιας διαθήκης, ήτοι οι αποκλίσεις της από τις επιτακτικές πρόνοιες του άρθρου 23 του Νόμου; Θα κινδύνευε συνθέμελα η βάση του κληρονομικού δικαίου. Θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια που χορηγείται στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 23Α του Νόμου για τη διόρθωση λαθών ή παραλείψεων σε σχέση με τις διατυπώσεις του άρθρου 23 είναι δυνατόν ασκηθεί υπέρ της διόρθωσης αυτής, μόνον εκεί όπου ήθελε φανεί ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα προς τα οποία επιδόθηκε η αίτηση διόρθωσης δεν ενίστανται σε αυτήν και δεν αμφισβητούν την αυθεντικότητα της διαθήκης, έτσι ώστε η διαδικασία επικύρωσης της διαθήκης να καταλήγει να έχει τυπικό χαρακτήρα. Απεναντίας, όταν υπάρχει αμφισβήτηση και ένσταση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αντιδικία από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, είναι άτοπο και άδικο να εφαρμοστεί το άρθρο 23Α υπέρ της έγκρισης της αίτησης διόρθωσης και δέον να αφεθεί το ζήτημα να αποφασισθεί στο πλαίσιο κατ' αντιμωλία διαδικασίας κατά την κατάθεση της διαθήκης προς επικύρωση. Η μαρτυρία ενός τουλάχιστον επιβεβαιωτή μάρτυρα θα είναι αναγκαίο να ακουσθεί σε εκείνην τη διαδικασία για να αντεξετασθεί και να διατυπώσει το αρμόδιο Δικαστήριο τα ευρήματα στα οποία θα καταλήξει ως προς τα γεγονότα μετά τον έλεγχο της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Οι απαιτήσεις του άρθρου 23 του Νόμου, δεν έχουν χάσει τον ουσιαστικό και επιτακτικό χαρακτήρα τους για την εγκυρότητα μιας διαθήκης έστω και αν θεσπίστηκε το άρθρο 23Α για να δώσει διέξοδο σε εκείνες τις περιπτώσεις που όλοι οι ενδιαφερόμενοι συμφωνούν για το ποια ήταν η γνήσια και αληθινή πρόθεση του διαθέτη, έτσι ώστε να μην έχουν λόγο να φέρουν ένσταση στην επικύρωσή της για τυπικά ελαττώματα. Το ότι κατά γενικό κανόνα οι απαιτήσεις του άρθρου 23 θα πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα και να ελέγχονται εξίσου αυστηρά από τα δικαστήρια αποφασίσθηκε στην υπόθεση Γεωργία Π. Κάτζη, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Παναγιώτη Κάτζη, κ.α., ν. Αλέξανδρου Λ. Πατσαλίδη, εκτελεστή της διαθήκης της αποβιωσάσης Θεοδούλας Σάββα Τσεντή
(2007)1 ΑΑΔ 958 και δεν αντιλήφθηκα να ανατρέπεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είτε άμεσα είτε έμμεσα στην Πολιτική Έφεση Πολιτική Έφεση Αρ. 200/13. Στην παρούσα υπόθεση είναι ξεκάθαρο ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο XXXXX Σωτηρίου, μέσα από όλα όσα ορκίστηκε και είπε στην παρα. 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένστασή της στην υπό κρίση αίτηση, αμφισβητεί την αυθεντικότητα της διαθήκης στην οποία αναφέρεται η υπό κρίση αίτηση, εισηγείται ότι υπάρχουν πέραν του ενός κειμένου για την ίδια διαθήκη, εισηγείται ότι υπάρχει και άλλη εντελώς ξεχωριστή διαθήκη, για τούτο και δεν θεωρεί απλά τυπικές τις αποκλίσεις της επίδικης διαθήκης από τις απαιτήσεις του άρθρου 23, αλλά αντίθετα τις θεωρεί ενδεικτικές του ότι ο διαθέτης δεν είχε πρόθεση να υπογράψει τη συγκεκριμένη διαθήκη ως περιέχουσα την τελευταία του πραγματική βούληση. Υπό τις αμφισβητούμενες συνθήκες που εκτίθενται ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν το θεωρώ δίκαιο να εφαρμόσω τις πρόνοιες του άρθρου 23Α του Νόμου, υπέρ της έκδοσης διατάγματος για άρση των παρεκκλίσεων από το άρθρο 23, γι' αυτό και απορρίπτω την αίτηση. (δ) Όσον αφορά τους λόγους ένστασης υπ' αριθμό
(5)(α) έως
(5)(στ), κρίνω πως δεν εμπίπτει στα όρια της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου στη βάση του άρθρου 23Α του Νόμου η έκδοση απόφασης γι' αυτούς τους λόγους ένστασης. Άνευ βλάβης της πιο πάνω κατάληξής μου σε σχέση με τους λόγους ένστασης
(4)και
(10), λέγω ότι η έκδοση απόφασης σε σχέση με τον λόγο ένστασης
(5)προϋποθέτει τη διεξαγωγή δίκης στο πλαίσιο διαδικασίας κατάθεσης διαθήκης προς επικύρωση, όπου θα ληφθεί προφορική ένορκη μαρτυρία και θα διεξαχθεί έλεγχος της αξιοπιστίας του/των επιβεβαιωτών μαρτύρων. Γι' αυτό και δεν αποφαίνομαι επί της αλήθειας των ισχυρισμών της κας Σωτηρίου ως προς αυτούς τους λόγους ένστασης στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης που εδράζεται στο άρθρο 23Α, για να μην προκαταλάβω την κρίση άλλου αρμοδίου Δικαστηρίου. Κατάληξη. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενδιαφερόμενου Μέρους Μαργαρίτας Σωτηρίου και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.