← Κύπρος

BITCONVERT LTD ν. ISX FINANCIAL EU LTD, Aγωγή Αρ.: 162/2021, 20/9/2021

BITCONVERT LTD ν. ISX FINANCIAL EU LTD, Aγωγή Αρ.: 162/2021, 20/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A472 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ.: 162/2021 Μεταξύ: BITCONVERT LTD Ενάγoυσας -και- ISX FINANCIAL EU LTD Εναγομένης ------------------------------- Αίτηση Εναγόντων ημερ. 10.02.2021 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 20/09/2021. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Γ. Κτωρίδης για Άθω Δημητρίου Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Σ. Κάσινος για Γεωργιάδη & Πελίδη ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.02.21 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση με την οποία αιτούνται την έκδοση αριθμού Προσωρινών Διαταγμάτων. Το Δικαστήριο αφού επιλήφθηκε της Αίτησης στις 12.02.21, διέταξε την επίδοση της στους Εναγόμενους (στο εξής οι Καθ΄ ων η αίτηση) οι οποίοι στις 21.05.21 καταχώρισαν Ένσταση. Σημειώνεται ότι η παρούσα Αίτηση δεν επιδόθηκε σε τραπεζικά ιδρύματα, ως και στα Επαρχιακά Γραφεία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στην Κύπρο, ως η παράγραφος Γ της Αίτησης και επομένως αυτά δεν συμμετείχαν στην παρούσα διαδικασία. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Λουκαϊδη, Διευθύνουσας Οικονομικής Συμβούλου των Αιτητών, ημερομηνίας 10.02.21. Αναφέρθηκε στους Αιτητές που συστάθηκαν στη Μάλτα και ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες σε σχέση με συνάλλαγμα σε κρυπτονομίσματα και συγκεκριμένα στην ανταλλαγή παραστατικού χρήματος (Fiat Currency) όπως παραδείγματος χάριν δολάρια, ευρώ σε κρυπτονομίσματα Bitcoin, Ether κλπ. και το αντίστροφο, υπό την επωνυμία the change.io. Οι Καθ΄ ων η αίτηση είναι Κυπριακή Εταιρεία, αδειοδοτημένοι από την Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα ως Ίδρυμα Ηλεκτρονικού Χρήματος (Τεκμήριο 1). Ανέφερε περαιτέρω ότι οι Αιτητές στις 2.07.18 συνεβλήθηκαν γραπτώς με τους Καθ΄ ων η αίτηση για την παροχή σε αυτούς υπηρεσιών διευκολύνσεων πληρωμών (Τεκμήριο 4), οι οποίες παρέχονταν σύμφωνα με τους όρους της Εμπορικής Συμφωνίας - Βασικοί Εμπορικοί Όροι, η οποία περιείχε τυποποιημένους όρους που εξειδίκευαν την μεταξύ τους συμφωνία και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της συμβατικής σχέσης των μερών (Τεκμήριο 5). Στις 11.1.19 τα μέρη υπέγραψαν τροποποιημένη Συμφωνία με την οποία τροποποιήθηκε το Παράρτημα Α της Βασικής Συμφωνίας (Τεκμήριο 6). Οι Αιτητές με επιστολή τους ημερομηνίας 12.10.20 (Τεκμήριο 7) τερμάτισαν την Βασική Συμφωνία με τους Καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι αποδεχόμενοι τον τερματισμό, με επιστολή τους ημερομηνίας 19.10.20 (Τεκμήριο 8) σημείωσαν τα ποσά που οι ίδιοι όφειλαν να αποδώσουν στους Αιτητές ύψους €50.000, από τα οποία οι €25.000 θα καταβάλλονταν στις 19.1.20 και τα υπόλοιπα στις 19.4.21. Οι Αιτητές με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 30.11.20 (Τεκμήριο 9) διαφώνησαν με τα εν λόγω ποσά και απαίτησαν το ποσό των €527.944,86. Οι Καθ΄ ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 4.12.20 (Τεκμήριο 10) αρνήθηκαν ότι τους όφειλαν οποιοδήποτε ποσό και σε συζητήσεις και συναντήσεις των μετόχων τους, αρνήθηκαν να επιστρέψουν ακόμα και το ποσό των €25.000 που οι ίδιοι δεσμεύθηκαν να επιστρέψουν μέχρι τις 19.1.21 (Τεκμήριο 11). Ισχυρίζεται ότι η διαφορά μεταξύ των διαδίκων εδράζεται σε: Α. Λανθασμένη αφαίρεση ποσού €634,109.87 αντί €360,926.23 από ποσά που έπρεπε να αποδοθούν στους Αιτητές από δοσοληψίες με τελικούς χρήστες, ως κατ΄ ισχυρισμό χαμένες διαφορές (chargebacks) και άρα παράνομη κατακράτηση και μη απόδοση ή τακτοποίηση ποσού €273,183.64. Β. Απώλεια εσόδων και απόδοσης πληρωμών από τελικούς χρήστες των Αιτητών ύψους €254,761.22 λόγω λαθών και παραλείψεων των Καθ΄ ων η αίτηση. Γ. Παράνομη κατακράτηση ποσού €25,000 το οποίο αντιστοιχεί σε εγγύηση που καταβλήθηκε από τους Αιτητές προς τους Καθ΄ ων η αίτηση κατά τη σύναψη της εμπορικής τους σχέσης. Σχετικά προέβηκε σε επεξηγήσεις και διευκρινήσεις ως προς τα πιο πάνω ποσά (Τεκμήρια 12, 13, 14, 15 και 16). Ισχυρίζεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι απαραίτητα για να διασφαλιστεί ότι τα κεφάλαια που κατέχονται και ελέγχονται από τους Καθ΄ ων η αίτηση θα παραμείνουν στην κατοχή τους μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή και σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι Καθ΄ ων η αίτηση να αποξενώσουν τα κεφάλαια τους και οι Αιτητές να μην μπορέσουν να ανακτήσουν τις ζημιές τους σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Οι καθ΄ ων η αίτηση ανήκουν σε Όμιλο εταιρειών στον οποίον ανήκουν εταιρείες στην Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Λιθουανία, Ολλανδία και Μάλτα και συνεπώς είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να μεταφέρουν κεφάλαια σε συσχετιζόμενη εταιρεία και να διαλυθούν χωρίς επίπτωση στις γενικές δραστηριότητες του Ομίλου. Ο τελικός δικαιούχος των Καθ΄ ων η αίτηση έχει βεβαρυμένο ιστορικό επιβολής σ΄ αυτόν διοικητικών προστίμων από εποπτικές αρχές (Τεκμήρια 2 και 3) και υπάρχει ορατός κίνδυνος να αποξενώσει τα κεφάλαια του σε χώρα με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει συνάψει συμφωνία αμοιβαίας εκτέλεσης αποφάσεων ή σε δικαιοδοσία στην οποία τα τραπεζικά δεδομένα δεν μπορούν να ελεγχθούν σύμφωνα με τους αυστηρούς κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Καθ΄ ων η αίτηση προκάλεσαν στους Αιτητές ζημιά ύψους €552.944,86. Η Ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Παφίτη, εσωτερικής νομικής σύμβουλου των Καθ΄ ων η αίτηση ημερομηνίας 21.05.21. Αναφέρθηκε και επεξήγησε τον όρο «Chargeback» και τις σχετικές διαδικασίες, ως και το ανεξάρτητο σύστημα OMNIPAY που χρησιμοποιούσαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, το οποίο ενημέρωνε τους Καθ΄ ων η αίτηση σε καθημερινή βάση, για όλα τα Chargebacks των πελατών τους, συμπεριλαμβανομένων και των Αιτητών. Απορρίπτει τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν τους απέδωσαν το ποσό των €273.183,64, ως παραπλανητικό, αβάσιμο και λανθασμένο και ισχυρίζεται ότι το τεκμήριο 14 στην Αίτηση είναι ελλιπές και αναξιόπιστο, δεν περιλαμβάνει όλα τα chargebacks που ορθά αφαίρεσαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, στη βάση των στοιχείων που δημοσιεύονταν από το ανεξάρτητο σύστημα της OMNIPAY (Τεκμήρια 1, 2 και 3). Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Αιτητές λειτουργούσαν ως ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων, δεν πωλούσαν σε πελάτες τους κρυπτονομίσματα και δεν εισέπρατταν τα χρήματα ως δικά τους. Συνεπώς, οι Αιτητές δεν μπορούν να παρουσιάζουν τα χρήματα των πελατών τους ως δικά τους χρήματα, άρα ως απωλεσθέντα και να απαιτούν αποζημιώσεις (Τεκμήρια 4, 5 και 6). Με αυτά τα δεδομένα οι Αιτητές δεν μπορούν να παρουσιάζουν το ποσό των €254.761,22 σαν δικό τους αφού δεν μπορούν να το παρουσιάζουν ως δήθεν έσοδα τους, ούτε να το διεκδικούν ως απωλεσθέν. Οι Αιτητές ουδέποτε θα εισέπρατταν το ποσό των €254.761,22 σαν δικό τους αλλά το μοναδικό εισόδημα τους από τα εν λόγω χαμένα Chargebacks θα ήταν τυχόν προμήθειες ή άλλα τέλη που θα χρέωναν για τις συναλλαγές, τις οποίες δεν έχουν παρουσιάσει ή καθορίσει. Παρέπεμψε πρόσθετα, στον όρο 16.1(
  2. c)των Βασικών Εμπορικών Όρων που περιορίζει την οποιαδήποτε ευθύνη των Καθ΄ ων η αίτηση για οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια ήθελε προκληθεί στους Αιτητές ως αποτέλεσμα ευθύνης των Καθ΄ ων η αίτηση, στο ποσό των €50.000. Σ΄ ότι αφορά το ποσό των €25.000 που κρατείτο ορθά και νόμιμα για σκοπούς εγγύησης σύμφωνα με τον όρο 14 των Βασικών Εμπορικών Όρων, αφού διαπιστώθηκε ότι αυτό το ποσό μπορούσε να επιστραφεί στους Αιτητές, αυτό έχει δεόντως πιστωθεί σε λογαριασμό που υπέδειξαν οι δικηγόροι των Αιτητών. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση εγγράφηκαν στην Κύπρο στις 19.10.15 με αρχικό όνομα ISIGNTHIS EMONEY LTD, από 18.6.18 διατηρεί άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για παροχή υπηρεσιών έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος και υπηρεσιών πληρωμών (Τεκμήριο 7) και ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος οι Καθ΄ ων η αίτηση να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν δικαστική απόφαση προς όφελος των Αιτητών. Οι Καθ΄ ων η αίτηση προέβηκαν σε μεγάλη επένδυση χρόνου και χρήματος για να εδραιωθούν στην Κύπρο, εργοδοτούν στην Κύπρο περισσότερα από 70 άτομα που ζουν μόνιμα στην Κύπρο, η πλειοψηφία του διοικητικού τους συμβουλίου αποτελείται από μόνιμους κάτοικους της Κύπρου (Τεκμήριο 8) και η Κύπρος αποτελεί κομβικό σημείο για την δραστηριοποίηση των Καθ΄ ων η αίτηση στα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Κύπρος είναι το μόνο κράτος μέλος στο οποίο οι Καθ΄ ων η αίτηση έχουν αδειοδοτηθεί ως ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος και αν οι Καθ΄ ων η αίτηση εγκαταλείψουν την Κύπρο θα χάσουν το δικαίωμα παροχής των υπηρεσιών τους στα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κύκλος εργασιών των Καθ΄ ων η αίτηση υπερτερεί κατά πολύ των ποσών που οι Αιτητές διεκδικούν με την παρούσα Αγωγή. Επισημαίνει ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 στην Αίτηση δεν αναφέρονται στους Καθ΄ ων η αίτηση αλλά στην μητρική εταιρεία των Καθ΄ ων η αίτηση, ISIGΝTHIS LTD, που είναι εγγεγραμμένη στην Αυστραλία. Πρόκειται για ειδησεογραφικά άρθρα που περιέχουν ανακρίβειες και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο κ. Καραντζής καταχώρισε υπόθεση δυσφήμισης εναντίον της Australian Financial Review που τα δημοσίευσε και αυτή έχει απολογηθεί γραπτώς και ανακάλεσε τις δημοσιεύσεις της (Τεκμήριο 9). Μέχρι σήμερα οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχωρούν ετησίως όλες τις αναφορές και εκθέσεις που απαιτούνται από την Κεντρική Τράπεζα ως Εποπτική Αρχή και κατέχει άδεια μέλους σε σχέδια καρτών και παρέχουν τις υπηρεσίες τους μέσω των εν λόγω καρτών πληρωμών. Ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση έχουν την χρηματική ευρωστία για να αποζημιώσουν τους Καθ΄ ων η αίτηση και παρουσιάζουν ως Τεκμήριο 10 τις οικονομικές καταστάσεις (management accounts) των Καθ΄ ων η αίτηση για το έτος 2020, οι οποίες δείχνουν ετήσιο κέρδος €5.872.010. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα διασαλεύσει την εμπιστοσύνη των υφιστάμενων και μελλοντικών πελατών των Καθ΄ ων η αίτηση και συνεπώς θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στη φήμη και λειτουργία της επιχείρησης τους. Περαιτέρω, οι Καθ΄ ων η αίτηση διατηρούν στο όνομα τους τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών τύπου «client accounts», τους οποίους χρησιμοποιούν για σκοπούς εκτέλεσης πράξεων πληρωμής. Τυχόν παγοποίηση των λογαριασμών αυτών, οι οποίοι δεν εξαιρούνται από την εμβέλεια των αιτούμενων Διαταγμάτων, θα επηρέαζε άμεσα περιουσιακά δικαιώματα τρίτων προσώπων που δεν αποτελούν μέρος της διαδικασίας. Το ποσό των €5.000 μηνιαίως για την κάλυψη των αναγκαίων εξόδων των Καθ΄ ων η αίτηση είναι μηδαμινό αφού το κόστος του προσωπικού (Τεκμήριο 13) ανέρχεται σε €1.707.859 ετησίως. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές παραπλανητικά αξιώνουν εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση ποσά τα οποία ουδέποτε θα εισέπρατταν ως δικά τους, επιχειρώντας έτσι να ανακτήσουν αποζημιώσεις για ζημιά που ουδέποτε υπέστηκαν. Ανέφερε ότι οι Αιτητές παρείχαν τις υπηρεσίες τους χωρίς να κατέχουν σχετική άδεια από την αρμόδια εποπτική αρχή της Μάλτας, σταμάτησαν τη λειτουργία τους και απέσυραν την αίτηση που είχαν υποβάλει στις αρμόδιες αρχές της Μάλτας για να λάβουν σχετική άδεια παροχής των υπηρεσιών τους (Τεκμήριο 13). Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των δύο πλευρών. Αποτελεί λόγον Ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια», απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα, παρουσίασαν στο Δικαστήριο παραπλανητική εικόνα, και παραβίασαν το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, ως και την αρχή της καλής πίστης. Είναι καλώς γνωστό ότι βάσει διαχρονικής και απαρέγκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο Δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάζει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά το Δικαστήριο πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Παρατίθεται επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena, Πολ. Έφεση 130/09 ημερ. 21.1.10 που επαναλαμβάνει ό,τι προηγούμενες αποφάσεις καθιέρωσαν: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.

(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Σχετικά παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:- «.Στην απόφαση του, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISTRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/09, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά (ανωτέρω) (σελ.4). «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας γα την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα τους, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:- (σελ.7) «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ' ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598).» Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά και Adeona Holdings Ltd, Πολ. Εφ. Ε6/2014 ημερομηνίας 27.2.15 επαναλαμβάνονται οι καλώς γνωστές αρχές της νομολογίας επί του θέματος και σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 AAΔ.607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 AAΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598 και Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ. α.
(2004)1Γ AAΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd's Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 ο δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R ν Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat ν Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd ν Britannia Arrow Holdings Plc, ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199.» Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Hold A.S. v. Daventree Resour Ltd κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 801: «Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων».. Επαναλαμβάνω και για τους σκοπούς της παρούσας την επισήμανση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την προσθήκη ότι το Δικαστήριο σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως όχι μόνο δεν έχει άλλη επιλογή, αλλά ούτε και την πολυτέλεια να διεξέλθει το περιεχόμενο των πολυάριθμων εγγράφων που συνήθως συνοδεύουν μια μονομερή αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία και κατά συνέπεια σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επισύρεται η προσοχή του σε καθετί που περιέχεται στα έγγραφα αυτά και τα οποία δυνατό να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του. Σχετικά, εκτός από την υπόθεση Harvardskiy (ανωτέρω), παραπέμπω και στις υποθέσεις Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Interparlemental Concer "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557, από τις οποίες προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν και τα οποία πολλές φορές - όπως και στην παρούσα περίπτωση - είναι ογκωδέστατα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ΄ ων η αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση εισηγούνται ότι οι Αιτητές αγνόησαν παντελώς την ύπαρξη του ανεξάρτητου και πιστοποιημένου συστήματος της OMNIPAY, βάσισαν τις αξιώσεις τους σε επιλεκτικές συνομιλίες και εικασίες, παραποίησαν τα σχόλια των λειτουργών των Καθ΄ ων η αίτηση και απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι η πραγματική τους ζημιά περιορίζεται απαραιτήτως στις προμήθειες που χρέωναν επί των συναλλαγών και όχι σε ολόκληρα τα ποσά. Περαιτέρω απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι λειτουργούσαν χωρίς άδεια, βρίσκονταν υπό διερεύνηση για απάτη και τελικά αναγκάστηκαν να τερματίσουν τη λειτουργία της επιχείρησης τους και δεν δραστηριοποιούνται πλέον. Ως εκ τούτου, η απαίτηση των Αιτητών εδράζεται σε γεγονότα που μιαίνονται από τις δικές τους μεμπτές ενέργειες και την παράνομη και αδιαφανή επιχειρηματική λειτουργία τους. Έχω εξετάσει τις θέσεις των δύο πλευρών επί των εν λόγω ζητημάτων και καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν μπορούν να κριθούν ένοχοι σοβαρής παραπλάνησης του Δικαστηρίου και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι Αιτητές με την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση, προέβαλαν την δική τους θέση επί των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Έχω την άποψη ότι επί αυτών δεν τίθεται θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, αλλά πρόκειται για παράθεση των αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών των δύο πλευρών που αφορούν την ουσία της διαφοράς μεταξύ τους, τις οποίες το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει στο παρόν στάδιο, ούτε και να καταλήξει σε συμπεράσματα σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ως προς την πλήρη εξέταση του πραγματικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη για την ουσία της διαφοράς τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Συνεπώς, κρίνω ότι ο σχετικός λόγος Ένστασης περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου εκ μέρους των Αιτητών, δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές έχουν καταδείξει ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. Karydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 321 Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
  1. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
  2. Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
  3. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/11 ημερομηνίας 16.4.2014). Με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω τη γνώμη ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω ότι προβάλλεται από τους Αιτητές ότι στη βάση της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών Πληρωμών ημερομηνίας 2.7.18, ως και της επακόλουθης Συμπληρωματικής Συμφωνίας ημερομηνίας 11.1.19 μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήρια 4 και 6), (α) οι Καθ΄ ων η αίτηση παράνομα κατακρατούν και δεν αποδίδουν στους Αιτητές το ποσό των €273.183,64 συνεπεία λανθασμένης αφαίρεσης ποσού €634.109,87 αντί €360.926,23, από τα ποσά που έπρεπε να αποδοθούν στους Αιτητές από δοσοληψίες με τελικούς χρήστες, ως κατ΄ ισχυρισμό χαμένες διαφορές (Chargebacks) και (β) συνεπεία λαθών και παραλείψεων των Καθ΄ ων η αίτηση προέκυψε απώλεια εσόδων και απόδοση πληρωμών από τελικούς χρήστες των Αιτητών ύψους €254.761,
  4. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ΄ ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Ωστόσο, σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση ισχυρίζονται ότι η μαρτυρία των Αιτητών σε σχέση με το πρώτο κονδύλι ανωτέρω, βασίζεται σε επιλεκτικές αναφορές και αβάσιμες εικασίες και παραγνωρίζει τη μοναδική έγκυρη και αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης για τα Chargebacks. Σ΄ ότι αφορά το δεύτερο κονδύλι έγινε αναφορά στους όρους 17.2(r) και 16.1 των Βασικών Εμπορικών Όρων και προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν με ξεκάθαρη μαρτυρία τις συμβατικές υποχρεώσεις των Καθ΄ ων η αίτηση, πώς και πότε τις παραβίασαν. Περαιτέρω, τα ποσά που οι Αιτητές διεκδικούν δεν αντιστοιχούν στην πραγματική ζημιά τους και δεν είναι ανακτήσιμα, αφού αυτά δεν τους ανήκουν, δεν αποτελούν δική τους ζημιά και δεν δικαιούνται να τα διεκδικούν ως δικά τους. Το κατά πόσο ευσταθούν οι θέσεις των Αιτητών ή των Καθ΄ων η αίτηση δεν είναι του παρόντος σταδίου. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι, στη βάση των όσων οι Αιτητές αποδίδουν στους Καθ' ων η Αίτηση, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η προοπτική ότι δικαιούνται εναντίον τους θεραπεία όπως αξιώνουν με την αγωγή τους, δεν είναι δυσδιάκριτη. Παρέμεινε προς εξέταση η τρίτη προϋπόθεση. Όπως είναι νομολογημένο, το βασικό κριτήριο για να κριθεί ότι η έκδοση του διατάγματος είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή ή να διευκολυνθεί η απονομή της δικαιοσύνης, είναι το κατά πόσο αν τελικά ο Ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε η έκδοση προσωρινού Διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Η επιδίκαση αποζημιώσεων κρίνεται ότι αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Αν ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι επίσης νομολογημένο ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 συμπεριλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά που μπορεί να προκληθεί με την μη έκδοση του Διατάγματος. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791, Κώστας Κυρίσαββας κ.ά ν. Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών εισηγήθηκαν ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι απαραίτητα για να διασφαλιστεί ότι τα κεφάλαια που κατέχονται και ελέγχονται από τους Καθ΄ ων η αίτηση θα παραμείνουν στην κατοχή τους μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή. Εάν δεν εκδοθούν, τότε υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι Καθ΄ ων η αίτηση να αποξενώσουν τα κεφάλαια τους και έτσι οι Αιτητές να μην μπορέσουν να ανακτήσουν τις ζημιές τους σε περίπτωση επιτυχίας στην Αγωγή. Ο κίνδυνος αυτός έγκειται στη δυνατότητα των Καθ΄ ων η αίτηση να μεταφέρουν κεφάλαια με ευκολία εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της θέσης τους εντός του Ομίλου Εταιρειών που δραστηριοποιείται σε παγκόσμιο επίπεδο και ελέγχεται από τον ίδιο τελικό δικαιούχο. Αντίθετα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ΄ ων η αίτηση, ισχυρίζονται ότι οι αξιώσεις των Αιτητών περιορίζονται αποκλειστικά σε χρηματικές απαιτήσεις, οι Καθ΄ ων η αίτηση παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός δεόντως εδραιωμένου οργανισμού, με πραγματική, φυσική και μακροπρόθεσμη επιχειρηματική παρουσία και δραστηριοποίηση στην Κύπρο, είναι αδειούχοι υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, είναι απόλυτα φερέγγυοι απολαμβάνουν σημαντική κερδοφορία και έχουν δεσμούς εξάρτησης με την Κύπρο. Προς τούτο παρέπεμψαν σχετικά στο Σύγγραμμα «Διατάγματα», Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη (2016, 1η έκδοση), σελ. 222-223 και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Όταν δεν αποδειχθεί κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, δεν εκδίδεται διάταγμα . όπου το Δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί από τη μαρτυρία που προσκομίζει ο ενάγων, ότι ο εναγόμενος θα προσπαθήσει με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων να αποφύγει να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον του, δεν πρέπει να εκδίδει διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είναι καλά εδραιωμένος εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ότι έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία ή επιχείρηση η οποία είναι δύσκολο να αποξενωθεί απλώς για να αποφύγει τις ευθύνες του.» Έχω εξετάσει τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων και συμφωνώ με τον συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά χρηματική. Συνεπώς είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αν οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. Τονίζεται περαιτέρω ότι οι Αιτητές ουδόλως αμφισβήτησαν την οικονομική δυνατότητα των Καθ΄ ων η αίτηση να καταβάλουν τυχόν επιδικασθεισόμενες αποζημιώσεις σε αυτούς, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Οι Αιτητές ουδόλως ισχυρίστηκαν ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι, ούτε και έχουν τεθεί από αυτούς τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ΄ ων η αίτηση που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδιστούν από το να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση προς όφελος τους, ως και ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, 155 και Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626). Αντίθετα οι Καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίστηκαν - και ουδόλως αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τους Αιτητές - ότι αποτελούν σοβαρό, κερδοφόρο και φερέγγυο οργανισμό, είναι αδειούχοι από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και με βάση τις οικονομικές καταστάσεις τους για το έτος 2020 (Τεκμήριο 10) παρουσιάζουν ετήσιο κέρδος €5.872.
  1. Περαιτέρω οι Καθ΄ ων η αίτηση επεσήμαναν - και ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές - την έντονη και σταθερή επιχειρηματική δραστηριότητα και φυσική παρουσία τους στην Κύπρο από το 2018, ότι εργοδοτούν περισσότερα από 70 άτομα που κατοικούν μόνιμα στην Κύπρο και εργάζονται στους Καθ΄ ων η αίτηση και η πλειοψηφία του Διοικητικού τους Συμβουλίου αποτελείται από μόνιμους κάτοικους στην Κύπρο. Τονίζεται επίσης ότι η Κύπρος είναι το μόνο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο οποίο οι Καθ΄ ων η αίτηση έχουν αδειοδοτηθεί και συνεπώς είναι απαραίτητη η διατήρηση της άδειας τους και η φυσική παρουσία τους στην Κύπρο. Με βάση τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα στοιχεία, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση είναι καλά εδραιωμένοι εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και είναι πολύ δύσκολο και ασύμφορο για αυτούς να εγκαταλείψουν και αποξενωθούν της κερδοφόρας επιχείρησης τους στην Κύπρο, μόνο και μόνο για να αποφύγουν τις απαιτήσεις των Αιτητών ύψους €552.944,
  2. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή οι Αιτητές, χωρίς την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, εάν επιτύχουν στην αγωγή τους, δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο, στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα λήγει εκεί, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για τη μη έκδοση του (βλ. Commerzbank Ausladsbanken Holding A.G. v Adeona Holdings Ltd, Πολ. Εφ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27.2.15 και Χάρης Σταυράκης κ.ά. ν Δήμος Λευκωσίας, Πολ. Εφ. Ε68/2013, ημερομηνίας 24.3.15) και Πολιτική Αίτηση 123/18 ημερομηνίας 11.10.18). Για όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.