← Κύπρος

Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. EX LIBRIS ADVERTISING LTD, Αρ. Αγωγής: 7893/2013, 15/9/2021

Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. EX LIBRIS ADVERTISING LTD, Αρ. Αγωγής: 7893/2013, 15/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A469 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ? Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7893/2013 Μεταξύ: Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου Εναγόντων -και- EX LIBRIS ADVERTISING LTD (A.E. 137487) Εναγομένων Ημερομηνία? 15 Σεπτεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις? Για τους Ενάγοντες? κα Χριστίνα Ππεκρή, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους? κα Άντρη Κωνσταντίνου, για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά την ημερομηνία καταχώρισης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, ήτοι στις 6.12.2013, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (στο εξής «το ΡΙΚ» ή «οι Ενάγοντες») αξίωνε εναντίον της Ex Libris Advertising Ltd (στο εξής «η Εναγόμενη») ποσό €92.788,55σ., πλέον τόκο προς 8,25% από 30.11.2013 μέχρι τελικής εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της αγωγής, πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Στην πορεία της ακρόασης της υπόθεσης, μέσω της μαρτυρίας που δόθηκε από πλευράς του ΡΙΚ, φάνηκε ότι αυτό περιορίζει το ποσό της απαίτησης στο ποσό των €82.974,54σ. (βλ. την παρα. 16 της γραπτής δήλωσης του ΜΕ1 στο Δικαστήριο), επειδή έλαβε υπόψη ότι στο μεσοδιάστημα πραγματοποιήθηκαν ορισμένες πληρωμές από την Εναγόμενη προς το ΡΙΚ. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ. Η υπόθεση των Εναγόντων έχει δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαίτησης ως ακολούθως: - Βλ. παρα. 1? Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, το ΡΙΚ μετέδιδε εκπομπές και διαφημίσεις τόσο από ραδιοφώνου όσο και από τηλεοράσεως, δυνάμει του περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμου. - Βλ. παρα. 2? Κατά την περίοδο από 31.7.2012 μέχρι την 30.6.2013, η Εναγόμενη ζήτησε από το ΡΙΚ να μεταδώσει διαφημίσεις μέσω ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, δυνάμει τιμολογίων που απαριθμούνται με αναλυτικά στοιχεία (αρ. τιμολογίου, ημερομηνία έκδοσης, οφειλόμενο ποσό, ημερομηνία λήξεως) στην παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων. Πρόκειται για είκοσι

(20)τιμολόγια, συνολικής αξίας €91.888,88σ., που εκδόθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 31.7.2012 και 30.6.
  1. - Βλ. παρα. 3? Το ΡΙΚ μετέδωσε τις διαφημίσεις ως η συμφωνία του με την Εναγόμενη και χρέωσε την Εναγόμενη με το ποσό των €91.888,88σ., πλέον τόκοι, αλλά αυτή εξακολουθεί να το οφείλει. - Βλ. παρα. 4? Όλα τα πιο πάνω τιμολόγια είχαν εκχωρηθεί από το ΡΙΚ αποκλειστικά στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Υπηρεσία Factoring, η οποία είχε το απόλυτο δικαίωμα είσπραξής τους. Όσα τιμολόγια εκδόθηκαν από 31.7.2012 μέχρι 31.12.2012 ανέφεραν ρητά ότι τυχόν καθυστερημένα ποσά θα χρεώνονταν με τόκο υπερημερίας 6% πέραν του εκάστοτε εν ισχύ βασικού επιτοκίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Όσα τιμολόγια εκδόθηκαν από 28.2.2013 μέχρι 30.6.2013 ανέφεραν ρητά ότι τυχόν καθυστερημένα ποσά θα χρεώνονταν με τόκο υπερημερίας 3% πέραν του εκάστοτε εν ισχύ βασικού επιτοκίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. - Βλ. παρα. 5? Η Εναγόμενη ουδέν ποσό πλήρωσε και η Υπηρεσία Factoring παρέδωσε τα πιο πάνω τιμολόγια προς εξόφληση στους Ενάγοντες, οι οποίοι κατέστησαν οι απόλυτοι δικαιούχοι προς είσπραξη αυτών. - Βλ. παρα. 6? Η Υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με επιστολές της προς το ΡΙΚ, ενημέρωνε το ΡΙΚ για το εφαρμοστέο επιτόκιο υπερημερίας ανά περίοδο. Συγκεκριμένα, από 1.11.2011 το επιτόκιο υπερημερίας που χρέωνε ήταν 11,75%, από 21.12.2012 το επιτόκιο αυτό μειώθηκε σε 8,75% και από 1.5.2013 το επιτόκιο μειώθηκε περαιτέρω σε 8,25%. - Βλ. παρα. 8? Το ΡΙΚ ενημέρωνε την Εναγόμενη με επιστολή ημερ. 25.10.2013 για το οφειλόμενο υπόλοιπο που ανερχόταν σε €92.788,55σ. πλέον τόκους, καλώντας την να προσέλθει για να το αποπληρώσει, αλλά η Εναγόμενη αμέλησε ή/και παρέλειψε να το πράξει. Από την άλλη, η γραμμή υπεράσπισης που δικογράφησε η Εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισής (Ε/Υ) της, περιλαμβάνει τους εξής ισχυρισμούς? - Κατ' αρχάς, η Εναγόμενη αρνείται όλους εκείνους και καθέναν ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, εκτός από εκείνους που ρητά η ίδια παραδέχεται. - Παραδέχεται ειδικότερα (βλ. παρα. 4 της Ε/Υ) η Εναγόμενη ότι αυτή, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της ως διαφημιστική εταιρεία, ζήτησε από το ΡΙΚ να μεταδώσει συγκεκριμένες διαφημίσεις μέσα από τα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά του κανάλια. - Ωστόσο, είναι η θέση της Εναγόμενης (βλ. παρα. 5 της Ε/Υ) ότι το ΡΙΚ αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να μεταδώσει τις διαφημίσεις που του παρέδωσε η Εναγόμενη ή τις μετέδωσε σε άλλη από τη συμφωνηθείσα ημέρα και ώρα, σε αντίθεση με τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. - Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι (βλ. παρα. 6 της Ε/Υ), για τις πράξεις και/ή παραλείψεις του ΡΙΚ, για τις οποίες αυτή έχει παράπονο ότι παραβίαζαν τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ως η παρα. 5 ανωτέρω, η Εναγόμενη έχει οχλήσει το ΡΙΚ τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. - Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται (βλ. την παρα. 7 της Ε/Υ) ότι για κάθε τιμολόγιο του ΡΙΚ που αυτή παραλάμβανε, ειδοποιούσε αμέσως με την παραλαβή του το ΡΙΚ ότι αυτή δεν θα το τακτοποιούσε λόγω παράβασης εκ μέρους του ΡΙK των όρων της συμφωνίας τους. - Επιπλέον, η Εναγόμενη ισχυρίζεται (βλ. παρα. 8 της Ε/Υ) ότι για όσες υπηρεσίες είχε παράσχει το ΡΙΚ σε αυτήν καλώς ή/και δεόντως σύμφωνα με τους ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της συμφωνίας τους, η Εναγόμενη εξόφλησε έγκαιρα το ΡΙΚ. - Η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς που δικογράφησε το ΡΙΚ στις παρα. 4 έως 8 της Έκθεσης Απαίτησης (που θυμίζω ότι αφορούσαν στα περί εκχώρησης των τιμολογίων του ΡΙΚ προς την Υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας που κατ' ισχυρισμό επιβαλλόταν στα καθυστερημένα ποσά των τιμολογίων και για το ότι αποτελούσε ρητό όρο των τιμολογίων ότι θα ίσχυε έναντι της Εναγόμενης τέτοιος τόκος υπερημερίας). Η Εναγόμενη καλεί το ΡΙΚ σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών που δικογράφησε στις εν λόγω παρα. 4 έως
  2. - Τονίζει δε η Εναγόμενη (βλ. την παρα. 10 της Ε/Υ) ότι, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ή/και του Νόμου, το ΡΙΚ ουδέποτε την ενημέρωσε για όσα ισχυρίστηκε στις παρα. 4 έως 7 της Ε/Α, γι' αυτό και η Εναγόμενη λέγει ότι ουδέποτε αυτή έδωσε ρητή ή/και εξυπακουόμενη έγκριση ή συναίνεση για όσα το ΡΙΚ δικογράφησε στις παρα. 4 έως 7 της Ε/Α. Ούτε επιτρεπόταν στο ΡΙΚ με βάση τους ισχύοντες ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, να προβεί στις πράξεις ή παραλείψεις που αυτό δικογράφησε στις παρα. 4 έως 8 της Ε/Α. - Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αγωγή στερείται πραγματικής ή/και νομικής βάσης και αιτείται την απόρριψή της με έξοδα εναντίον του ΡΙΚ και υπέρ της Εναγομένης. Δεν καταχωρήθηκε δικόγραφο Απάντησης από πλευράς του ΡΙΚ. Η προσκομισθείσα μαρτυρία. Οι Ενάγοντες (το ΡΙΚ) παρουσίασαν ένα μόνο μάρτυρα στο Δικαστήριο, τον κ. Κώστα Δημητρίου (στο εξής «ο ΜΕ1»), ο οποίος κατέθεσε ενόρκως. Όλη η μαρτυρία του είναι καταγεγραμμένη αυτολεξεί στα επίσημα στενοτυπημένα πρακτικά του Δικαστηρίου, τα οποία βρίσκονται στο δικαστικό φάκελο. Από την άλλη, η Εναγόμενη δεν παρουσίασε κανένα μάρτυρα, παρά το ότι ζητήθηκε και δόθηκε χρόνος, για να εξασφαλιζόταν η κλήτευση προσώπου που βρισκόταν προσωρινά εκτός Κύπρου. Καταλήγουν όλα να εξαρτώνται από τον έλεγχο της αξιοπιστίας του μάρτυρα των Εναγόντων, υπό το φως ασφαλώς της δικογραφίας. Εάν το Δικαστήριο κρίνει αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του και ικανή και επαρκή για να αποδείξει την απαίτηση των Εναγόντων, τότε η αγωγή θα επιτύχει, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί και ως προς τη νομική πτυχή της απαίτησης. Η μαρτυρία του ΜΕ
  3. Ο κ. Κώστας Δημητρίου (ΜΕ1) εργάζεται στην υπηρεσία του ΡΙΚ από το 1979 και ειδικότερα στο Τμήμα Παρακολούθησης Λογαριασμών από τον Σεπτέμβριο του
  4. Κατά την ένορκη μαρτυρία του ΜΕ1, αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Α», στο πλαίσιο της οποίας αναφέρθηκε σε σειρά εγγράφων τα οποία κατέθεσε ως επιμέρους Τεκμήρια αρ. 1 μέχρι 21 υπό Έγγραφο Α. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 κατέθεσε τα εξής τεκμήρια? - Τις εντολές μετάδοσης διαφημίσεων, σε πρωτότυπη μορφή, που κατ' ισχυρισμόν απέστελλε η Εναγόμενη προς το ΡΙΚ, οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο μέσα σε box file (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α). - Δέσμη των επίδικων τιμολογίων (μαζί με πιστοποιητικά μετάδοσης διαφημίσεων) ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. - Την επιστολή της, ημερ. 1.11.2011, που κατ' ισχυρισμόν απέστειλε η Υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου προς το ΡΙΚ ενημερώνοντας το ΡΙΚ ότι από τις 13.6.2011 το επιτόκιο χρέωσης του τόκου υπερημερίας ήταν 11,75% ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. - Την επιστολή, ημερ. 31.12.2012, της Υπηρεσίας Factoring της Τράπεζας Κύπρου με την οποία ενημέρωσε το ΡΙΚ ότι από τις 21.12.2012 το επιτόκιο χρέωσης του τόκου υπερημερίας ήταν 8,75% ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α. - Την επιστολή, ημερ. 28.6.2013, της Υπηρεσίας Factoring της Τράπεζας Κύπρου, με την οποία αυτή ενημέρωσε το ΡΙΚ ότι από την 1.5.2013 το επιτόκιο χρέωσης του τόκου υπερημερίας ήταν 8,25% ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. - Την επιστολή, ημερ. 25.10.2013, με την οποία το ΡΙΚ κάλεσε την Εναγόμενη όπως προβεί σε εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, το οποίο κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή ανερχόταν σε ποσό €92.788,55σ. πλέον τόκους, ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α. Σημειωτέον ότι η συγκεκριμένη επιστολή κατατέθηκε χωρίς να επισυναφθεί σε αυτήν η εκεί αναφερόμενη Κατάσταση Λογαριασμού. - Μία επιστολή, ημερ. 18.11.2013, ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, υπογεγραμμένη από τη Γενική Διευθύντρια της Εναγομένης, με την οποία η Εναγόμενη αναγνώρισε χωρίς επιφύλαξη δικαιωμάτων το χρέος της Εναγομένης προς το ΡΙΚ για το ποσό των €92.788,55σ. και πρότεινε δύο επιλογές, ήτοι, είτε άμεση εξόφληση του ποσού με έκπτωση της τάξεως του 40%, είτε σταδιακή αποπληρωμή σε δόσεις με μηνιαίες επιταγές των €
  5. - Την απαντητική επιστολή, ημερ. 20.11.2013, ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α, με την οποία το ΡΙΚ απέρριψε τις δύο προτάσεις της Εναγόμενης ως περιγράφονταν στο Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α. - Την επιστολή του ΡΙΚ, ημερ. 27.5.2014, ως το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α, με την οποία αυτό ζήτησε από την Υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου όπως ο λογαριασμός που αφορούσε την Εναγόμενη εκχωρηθεί στο ΡΙΚ και, ως το Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Α, τη σχετική ειδοποίηση εκχώρησης, ημερ 30.5.2014, από την Υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου προς το ΡΙΚ. - Ως Τεκμήρια 11 έως 21 υπό Έγγραφο Α, τις αποδείξεις πληρωμών από την Εναγόμενη, οι οποίες έγιναν μετά την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, καθώς και την επικαιρποίηση της Κατάστασης Λογαριασμού, έτσι που το αξιούμενο ποσό να έχει μειωθεί από €92.788,55σ (κατά την ημερ. καταχώρησης της αγωγής) σε €82.974,54σ. (κατά την ακρόαση της αγωγής). Ήταν η θέση του ΜΕ1 (βλ. παρα. 5 έως 7 του Εγγράφου Α) ότι ο τρόπος που λειτουργούσε η σχέση μεταξύ ΡΙΚ και Εναγομένης για τις διαφημίσεις, ήταν ως εξής? - Το ΡΙΚ έστελνε το Πρόγραμμά του προς τα διάφορα διαφημιστικά γραφεία που το ζητούσαν, περιλαμβανομένης της Εναγομένης. Έτσι, βάσει του Προγράμματος του ΡΙΚ, ένας πελάτης γνώριζε ότι σε συγκεκριμένη ώρα θα υπάρξει διαφημιστικό διάλειμμα (break) και εντός αυτού του χρόνου διαλείμματος, μπορούσε να επιλέξει να προβληθεί η διαφήμισή του. - Στο εν λόγω Πρόγραμμα, καταγράφονταν οι χρεώσεις ανά σποτ και σφήνα σε συγκεκριμένες ώρες προβολής. Η τιμή χρέωσης ήταν διαφορετική αναλόγως της ώρας προβολής της διαφήμισης. - Το Πρόγραμμα του ΡΙΚ μπορούσε να αλλάξει για λόγους μη προβλέψιμους, όπως για παράδειγμα αν προέκυπτε ανάγκη να προβληθεί έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Σε τέτοια περίπτωση, οι πελάτες του ΡΙΚ, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης, ενημερώνονταν τηλεφωνικά και έδιδαν τη συγκατάθεσή τους στο ΡΙΚ, ενώ η χρέωση παρέμενε η ίδια. Η διαφοροποίηση στην ώρα προβολής / μετάδοσης, συγκριτικά προς την ώρα εντολής μετάδοσης, σε τέτοιες περιπτώσεις ήταν ολιγόλεπτη και συνέχιζε να εμπίπτει εντός του διαφημιστικού διαλείμματος. - Δεν υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε διαμαρτυρία από μέρους της Εναγομένης προς το ΡΙΚ για τις ολιγόλεπτες μεταβολές. - Το ΡΙΚ εξέδιδε Πιστοποιητικό μετάδοσης, το οποίο επισυναπτόταν στο τέλος κάθε τιμολογίου, στο οποίο φαινόταν πότε προβλήθηκε η κάθε διαφήμιση. Με Συμπληρωματική Γραπτή Δήλωση, ως το Έγγραφο Β, ο ΜΕ1 παρουσίασε ενδεικτικά ένα Πρόγραμμα του Τρίτου Ραδιοφώνου του ΡΙΚ (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β), για να δείξει τί έστελνε το ΡΙΚ στους πελάτες, στο οποίο φαινόταν ο προγραμματισμός των εκπομπών από Δευτέρα μέχρι Κυριακή, η ώρα και διάρκεια διαφημιστικού διαλείμματος, η τιμή ανά σποτ και η τιμή σφήνας. Το ότι το ΡΙΚ εκχώρησε το δικαίωμα είσπραξης των τιμολογίων της Εναγομένης προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Υπηρεσία Factoring), ο ΜΕ1 το περιέγραψε ως «συνήθη πρακτική του ΡΙΚ», βάσει σχετικής συμφωνίας που το ίδιο συνομολόγησε με την Τράπεζα Κύπρου το
  6. Με το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο την Κατάσταση Λογαριασμού, ημερ. 3/2/13, την οποία τηρούσε η Υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου βάσει της συμφωνίας εκχώρησης σε αυτήν από το ΡΙΚ του δικαιώματος είσπραξης των τιμολογίων της Εναγόμενης ως πελάτη του ΡΙΚ, από 31/7/12 μέχρι 13/9/
  7. Ο ΜΕ1 δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του (βλ. δικάσιμο ημερ. 22.10.2020, σελ. 4), ότι η Εναγόμενη ουδέποτε ενημέρωσε ότι δεν συμφωνούσε με τα τιμολόγια ή ότι δεν επιθυμούσε να πληρώσει για αυτά. Ήταν επίσης η θέση του (βλ. ίδια πρακτικά, ίδια σελίδα), ότι η Εναγόμενη ουδέποτε ανακάλεσε την επιστολή της, ημερ. 18.11.2013, ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, με την οποία αναγνώρισε, χωρίς επιφύλαξη δικαιωμάτων, το χρέος της προς το ΡΙΚ για το ποσό των €92.788,55σ. Μετά την καταχώρηση της αγωγής, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΕ1, συνέχισε η συνεργασία μεταξύ του ΡΙΚ και της Εναγόμενης και έγιναν από μέρους της Εναγόμενης οι εξής πληρωμές, μέρος των οποίων κατανεμήθηκε από το ΡΙΚ έναντι του χρέους στο οποίο αφορά η παρούσα αγωγή:
(1)Στις 7.1.2014 η Εναγόμενη πλήρωσε έναντι του οφειλόμενου ποσού στο ΡΙΚ ποσό €1.000,00σ. (Τεκμήριο 11). Σχετική επικαιροποίηση της κατάστασης λογαριασμού ως το Τεκμήριο 12).
(2)Στις 26.5.2014 η Εναγόμενη πλήρωσε ποσό €1.531,53σ. για μετάδοση διαφήμισης από το ΡΙΚ για πελάτη της Εναγόμενης σε σχέση με τις Ευρωεκλογές. Σχετική η απόδειξη πληρωμής ως το Τεκμήριο 13. Όπως φαίνεται στην επικαιροποιημένη κατάσταση λογαριασμού (βλ. το Τεκμήριο 14), το εισπραχθέν ποσό κατανεμήθηκε από το ΡΙΚ ως ακολούθως: ποσό €867,87σ. για προεξόφληση του τιμολογίου για τις Ευρωεκλογές με αρ. 14100432 ημερ. 31.5.2014, ποσό €570,16σ. έναντι του παλαιότερου τιμολογίου με αρ. 12100843 ημερ. 31.7.2012 και ποσό €93,50σ. για τόκο επί του τιμολογίου 12100843.
(3)Στις 13.5.2016 η Εναγόμενη πλήρωσε το ΡΙΚ ποσό €11.862,00σ., όπως φαίνεται στην απόδειξη είσπραξης ως το Τεκμήριο 15, αναφορικά με τη μετάδοση διαφήμισης για τις βουλευτικές εκλογές, από 16 έως 19/5/
  1. Όπως φαίνεται στις λεπτομέρειες τιμολογίου ημερ. 31.5.2016, το πληρωθέν ποσό κατανεμήθηκε από το ΡΙΚ ως ακολούθως: ποσό €9.912,70σ. για προπληρωμή εντολής προγραμματισμού διαφημιστικών μηνυμάτων από την Εναγομένη, ποσό €1.364,09σ. έναντι μέρους του ημερολογιακά παλαιότερου τιμολογίου με αρ. 12100843, ημερ. 31.7.2012 και ποσό €585,21σ. για τόκο επί μέρους του τιμολογίου με αρ.
  2. Εκδόθηκε επικαιροποιημένη κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο
  3. Το ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) ημερ. 13.5.2016 από την Εναγόμενη με την εντολή για την πολιτική διαφήμιση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Σημειωτέον ότι η απάντηση του ΡΙΚ για το συγκεκριμένο e-mail κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β. Πάνω στην εντολή της Εναγομένης για προβολή της πολιτικής διαφήμισης σημειώθηκε χειρόγραφα ότι μέρος του ποσού που θα καταβαλλόταν θα πήγαινε έναντι του χρέους της παρούσας αγωγής (βλ. τη σημείωση στο Τεκμήριο 19).
(4)Στις 12.9.2017 ο λογαριασμός του ΡΙΚ στην Ελληνική Τράπεζα πιστώθηκε με ποσό €8.543,01σ. που ήταν ίσο με το ποσό εγγυητικής που είχε λάβει το ΡΙΚ ως εξασφάλιση από την Εναγόμενη. Σχετικά τα Τεκμήρια 20 και 21). Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, υποβλήθηκαν σε αυτόν πολλές ερωτήσεις αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης των τιμολογίων και των πιστοποιητικών μετάδοσης. Η συνήγορος Υπεράσπισης, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το τιμολόγιο αρ. 12100843, το οποίο έφερε ημερ. έκδοσης 31/7/2012 (βλ. μέσα στη δέσμη τιμολογίων ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), επεσήμανε ότι πρώτα γινόταν η τιμολόγηση και μετά η μετάδοση, εφόσον το αντίστοιχο Πιστοποιητικό Μετάδοσης έφερε ημερομηνία έκδοσης 1/8/
  1. Από την άλλη, ο ΜΕ1 εξήγησε (βλ. τις σελ. 6 έως 11 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 22.10.2020) ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν κάθε τέλος του μήνα, βάσει των εντολών μετάδοσης που έλαβε το ΡΙΚ καθ' όλη τη διάρκεια του μήνα που τέλειωνε. Δηλαδή, δεν εκδιδόταν ένα τιμολόγιο ανά εντολή μετάδοσης, αλλά για όλες τις καταχωρημένες εντολές μετάδοσης κατά τη διάρκεια ενός εκάστου μηνός. Επέμεινε η συνήγορος Υπεράσπισης στη θέση ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν πριν εκδοθούν τα πιστοποιητικά μετάδοσης και ότι τούτο σημαίνει ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν πριν μεταδοθούν οι διαφημίσεις ως οι εντολές της Εναγόμενης (βλ. σελ. 12 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 22.10.2020). Η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον ΜΕ1, ο οποίος δήλωσε ρητά ότι διαφωνεί με τον τρόπο που παρουσίασε την κατάσταση η συνήγορος Υπεράσπισης και ήταν η δική του θέση ότι τα Πιστοποιητικά Μετάδοσης εκδίδονταν μαζί με τα τιμολόγια, βάσει του Προγράμματος του Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών του ΡΙΚ. Ο ΜΕ1 τόνισε ότι τα τιμολόγια ταχυδρομούνταν στην Εναγόμενη και δεν επιστρέφονταν, άρα παραλαμβάνονταν από αυτήν. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο ΜΕ1: «...υπήρχε συχνή επικοινωνία, εστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού, από την υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου και σε καμία περίπτωση δεν έκαναν παράπονο αφ' ης στιγμής ήξεραν ότι έστελλαν εντολές μετάδοσης να πουν ότι «δεν παραλάβαμε κάποιο τιμολόγιο». Ο ίδιος ο ΜΕ1 εργαζόταν στην Υπηρεσία Παρακολούθησης Λογαριασμών, και δεν έλαβε ποτέ ενημέρωση από τους συναδέλφους του στο Τμήμα Προγραμματισμού του ΡΙΚ ότι υπήρξε οποτεδήποτε παράπονο για οποιαδήποτε μετάδοση. Επίσης ο ΜΕ1 είχε συνεργασία, από το τμήμα του ΡΙΚ όπου αυτός εργαζόταν, με την υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου και ουδέποτε τέθηκε υπόψη του να εκδηλώθηκε από πλευράς Εναγομένης άρνηση πληρωμής τιμολογίου. Εάν κάποιος έκανε παράπονο στο Τμήμα Προγραμματισμού για κάποια μετάδοση, ο ΜΕ1 θ' ανάμενε ότι ο συνάδελφός του από εκείνο το τμήμα θα του ζητούσε να εντοπίσει και το σχετικό τιμολόγιο, για να ερευνήσουν το παράπονο. Κατονόμασε ο ΜΕ1 διάφορους συναδέλφους του που υπηρετούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Τμήμα Προγραμματισμού και στο Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών του ΡΙΚ. Σχετικές με τα πιο πάνω αναφερόμενα οι δηλώσεις του ΜΕ1 στις σελ. 12 έως 14 των πρακτικών της δικασίμου 22.10.
  2. Διερωτήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης, πώς η Εναγόμενη συνέχιζε να έχει συνεργασία με το ΡΙΚ και να πληρώνει για τη μετάδοση πολιτικής διαφήμισης, την ίδια ώρα που το ΡΙΚ ισχυριζόταν ότι του χρωστούσε ποσό περί τις 90.000 ευρώ. Η δική της εξήγηση ήταν ότι, όπως η Εναγόμενη αποπλήρωσε αμέσως το τιμολόγιο ως η εντολή της που καταγράφεται στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β, έτσι πλήρωνε και όλα τα τιμολόγια εφόσον γίνονταν ορθά οι μεταδόσεις. Από την άλλη, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η συγκεκριμένη διαφήμιση, για την οποία γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β, προπληρώθηκε από την Εναγόμενη επειδή ήταν εξ ορισμού «πληρωμένη πολιτική διαφήμιση» και προπληρωνόταν. Υπήρχε κατά τα λοιπά οδηγία από το Διευθυντή του ΜΕ1, ότι μέρος του ποσού που θα πλήρωνε η Εναγόμενη για νέες διαφημίσεις, θα πήγαινε έναντι των παλιών της οφειλών και έτσι συνεχιζόταν η μεταξύ τους συνεργασία. Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού που ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι λάμβανε η Εναγόμενη σε μηνιαία βάση, ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να εξηγήσει πώς αυτός γνωρίζει αν πράγματι αποστέλλονταν στην Εναγόμενη τέτοιες μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού. Σε αυτό το σημείο, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε, αρχικά, ότι ο ίδιος δεν έχει στην κατοχή του τις μηνιαίες καταστάσεις για να τις παρουσιάσει και έπειτα διευκρίνισε ότι η Υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου διαβεβαίωνε το ΡΙΚ ότι στέλνονταν μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού από αυτήν προς την Εναγόμενη. Το ΡΙΚ απέστελνε στην Εναγόμενη κατάσταση λογαριασμού, μόνο όταν η ίδια η Εναγόμενη το ζητούσε κατευθείαν από το ΡΙΚ. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 13.11.2020, ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε αναφορικά με το περιεχόμενο των Εντολών Μετάδοσης (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α στο box file). Κάθε έντυπο εντολής μετάδοσης έφερε στο πάνω μέρος έναν αριθμό συμβολαίου και κατονόμαζε το διαφημιστικό γραφείο, τον διαφημιζόμενο πελάτη και το διαφημιζόμενο προϊόν, ενώ παράλληλα διδόταν συγκεκριμένη εντολή από το διαφημιστικό γραφείο για την ημερομηνία, τη μέρα και την ώρα / πρόγραμμα του ΡΙΚ στο οποίο θα προβαλλόταν η διαφήμιση. Στο έντυπο εντολής μετάδοσης αναγραφόταν και ένας «αριθμός κασέτας». Όπως εξήγησε ο ΜΕ1 (βλ. σελ. 4 των πρακτικών ημερ. 13.11.2020), το διαφημιστικό γραφείο (εν προκειμένω την Εναγόμενη) έστελνε στο ΡΙΚ την κασέτα που έδειχνε το διαφημιστικό μήνυμα, για το οποίο αυτή έδιδε την εντολή μετάδοσης. Δεν γνώριζε ο ΜΕ1 να πει αν και για πόσο καιρό φυλάσσονταν από το ΡΙΚ σε τυχόν ψηφιακό αρχείο, οι μεταδόσεις των διαφημιστικών μηνυμάτων. Απαντώντας σε υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν απόλυτα σίγουρος ότι μεταδόθηκαν όλες οι διαφημίσεις ως οι εντολές της Εναγόμενης, εφόσον αυτός δεν εργαζόταν στο Τμήμα που διενεργούσε τις εντολές, ο ΜΕ1 επανέλαβε ότι έκαστη μετάδοση αποδεικνύεται βάσει του Πιστοποιητικού Μετάδοσης, για το οποίο ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψή του να έγινε ένσταση από την Εναγόμενη. Απαντώντας σε νέα υποβολή της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο ίδιος εσκεμμένα δεν έφερε στο Δικαστήριο ως μαρτυρία το ψηφιακό αρχείο του ΡΙΚ ή της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης, επειδή δεν ήθελε να αποκαλυφθεί ότι δεν έγιναν όλες οι μεταδόσεις ως οι εντολές της Εναγόμενης, ο ΜΕ1 επέμεινε στη θέση του ότι κάθε μια μετάδοση αποδεικνύεται ότι έγινε από το Πιστοποιητικό Μετάδοσης που εκδόθηκε γι' αυτήν. Στη συνέχεια (βλ. σελ. 6 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 13/11/2020), η συνήγορος Υπεράσπισης έστρεψε την προσοχή της στα τιμολόγια που παρουσιάζουν διαφορές σε σχέση με την ώρα μετάδοσης. Χρησιμοποίησε ως παράδειγμα, το έντυπο της πρώτης Εντολής Μετάδοσης που υπάρχει στο box file και η οποία στο πλάι πάνω δεξιά έχει τον αριθμό Δ/027 και αφορά στο Συμβόλαιο αρ. 12002591, με διαφημιστικό γραφείο την Εναγόμενη για τον διαφημιζόμενο πελάτη της (Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού). Η συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στον ΜΕ1 ότι στο έντυπο Εντολής Μετάδοσης, υπήρχε εντολή να μεταδοθεί διαφήμιση στις 19?58 και στις 21?58, ενώ στην επισυνημμένη Κατάσταση Μεταδόσεων δείχνει ότι έγιναν δύο φορές μεταδόσεις εκείνες τις ώρες. Εξήγησε τότε ο ΜΕ1 ότι, όταν το διαφημιστικό μήνυμα γινόταν σε χρόνο διαφημιστικού διαλείμματος από μετάδοση ποδοσφαιρικών αγώνων, οι όροι του συμβολαίου μετάδοσης καθορίζονταν σε ειδικό συμφωνητικό έγγραφο. Παρέπεμψε ο ΜΕ1 στο box file και στη δέσμη εγγράφων υπό το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, όπου υπάρχει το Συμφωνητικό Χορηγίας της Μετάδοσης των Αγώνων ΑΕΛ UEFA EUROPA LEAGUE 2012 -
  3. Εκεί καθορίζονταν οι όροι διαφημιστικής προβολής. Καθοριζόταν ότι θα γίνεται «αναφορά στον χορηγό, στην αρχή και στο τέλος του αγώνα, οπτική και τεχνική και θα ακολουθεί διαφήμιση του χορηγού μέχρι 30 seconds». Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι οι φαινομενικά διπλές μεταδόσεις τόσο στις 19?58 όσο και στις 21?58 ήταν απόρροια αυτού του όρου διαφημιστικής προβολής, διότι πρώτα γινόταν η λεκτική αναφορά στον χορηγό και μετά ακολουθούσε η διαφήμιση. Διευκρίνισε ο ΜΕ1 ότι το έντυπο Εντολής Μετάδοσης Διαφημιστικού Μηνύματος για το περιεχόμενο του οποίου έγινε η συζήτηση πιο πάνω, ήταν εσωτερικό έγγραφο του ΡΙΚ, όπου καταγράφονταν οι ώρες μετάδοσης από το προσωπικό του Τμήματος Προγραμματισμού του ΡΙΚ. Δεν ήταν υπόδειγμα αυτούσιας εντολής μετάδοσης όπως υποβαλλόταν από την Εναγόμενη προς το ΡΙΚ. Αντεξετάσθηκε ακολούθως ο ΜΕ1 σε σχέση με το περιεχόμενο άλλων έντυπων που υπάρχουν μέσα στο box file υπό το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, το οποίο έντυπο προερχόταν από τον Ορέστη Ιωσήφ της Εναγομένης και απευθυνόταν προς το ΡΙΚ, για διαφημίσεις στο 3ο πρόγραμμα ραδιοφώνου του ΡΙΚ που ζητούσε η Εναγόμενη για λογαριασμό πελάτη της. Επεσήμανε η συνήγορος Υπεράσπισης ότι εκεί υπήρχαν σβησμένα ή/και διαγραμμένα με ένδειξη «Χ» και ότι τούτο σήμαινε ότι η Εναγόμενη δεν επιθυμούσε να γίνουν αυτές οι μεταδόσεις ενώ το ΡΙΚ τις έκανε. Ο ΜΕ1 απάντησε ότι υπήρχε καθημερινή επικοινωνία μεταξύ των υπαλλήλων της Εναγομένης και του ΡΙΚ, ώστε να μπορούσε να αναθεωρηθεί (revised) η εντολή μετάδοσης που έδιδε η Εναγόμενη και να διεκπεραιωθεί η όλη εργασία ως η επιθυμία της. Όπου οι μεταβολές επηρέαζαν την τιμή χρέωσης, τούτο αποφασιζόταν βάσει του τιμοκαταλόγου του ΡΙΚ που ήταν εκ των προτέρων σε γνώση της Εναγόμενης, αφού της τον έστελνε το ΡΙΚ πριν υποβάλει την εντολή μετάδοσης. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι όπου η απόκλιση στον χρόνο μετάδοσης ήταν ολιγόλεπτη και εξακολουθούσε να εμπίπτει μέσα στο ίδιο διαφημιστικό διάλειμμα, τότε η χρέωση δεν άλλαζε παρά την ολιγόλεπτη απόκλιση χρόνου μετάδοσης. Επί του θέματος των αποκλίσεων εκεί όπου γέμιζε ένα διαφημιστικό διάλειμμα και χρειαζόταν να αλλάξει η ώρα μετάδοσης, ο ΜΕ1 τοποθετήθηκε (βλ. τη σελ. 18 των πρακτικών ημερ. 13/11/2020) ως εξής: «Λέω ότι στις εντολές μετάδοσης όπως είπα και στην πρώτη μου δήλωση, κάποιες αποκλίσεις υπάρχουν. Δεν άλλαζε όμως η τιμή του διαφημιστικού. Το ανέφερα και στην πρώτη μου κατάθεση. Δεν μπορούσε να μιλούσε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας και σαν τον ακούγαμε θα σου βάλουμε τη διαφήμιση την ώρα που ζητούσες. Πήγαινες λίγα λεπτά πιο κάτω. Η άλλη περίπτωση ήταν όταν καταχωρούνταν κάποιες διαφημίσεις, όμως πρέπει να ξέρει και το διαφημιστικό γραφείο ότι το διαφημιστικό break είναι διάρκειας 3μιση λεπτών. Εκεί, ο συνάδελφος του Τμήματος Προγραμματισμού, απ' ότι με πληροφόρησαν, σε περίπτωση που γέμιζε το διαφημιστικό break, αμέσως έπαιρνε το τηλέφωνο και επικοινωνούσε με το Τμήμα Προγραμματισμού της Εναγόμενης εταιρείας και το έλεγε. Το break γέμισε, να το βάλω 7:20 ή 7:55 που η τιμή είναι ίδια; Ναι. Έτσι γινόταν. Σε ελάχιστες περιπτώσεις είναι οι αποκλίσεις που μίλησα, αλλά πάντα υπήρχε τηλεφωνική επικοινωνία με το διαφημιστικό γραφείο γι' αυτές τις ενέργειες». Η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι «.ο λόγος που αρνείτο η Εναγόμενη να πληρώσει τα τιμολόγια και το ύψος των τιμολογίων είναι όχι μόνο γιατί δεν γίνονταν οι μεταδόσεις, αλλά επειδή χρεωνόταν και τόκος υπερημερίας χωρίς να συμφωνήσει για οποιονδήποτε τόκο η Εναγόμενη». Κλήθηκε ο ΜΕ1 να παρουσιάσει τέτοια συμφωνία, εάν υπήρχε. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στην ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του ΡΙΚ και της Υπηρεσίας Factoring της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία συνήφθη το 1995 και τερματίστηκε το 2017, την οποία όμως δεν είχε στην κατοχή του, για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, παραδέχτηκε ο ΜΕ1 ότι σε αυτή τη συμφωνία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος η Εναγόμενη. Ωστόσο, επεσήμανε ο ΜΕ1 ότι το δικαίωμα της Υπηρεσίας Factoring να εισπράττει τα τιμολόγια του ΡΙΚ ήταν σε γνώση της Εναγόμενης, εφόσον, ως ο ισχυρισμός του ΜΕ1, αυτή έκανε πληρωμές προς την υπηρεσία Factoring της Τράπεζας Κύπρου μαζί με σχετικό τόκο, ο οποίος αναγραφόταν πάνω στο τιμολόγιο που αποστέλλετο κάθε μήνα, η δε Εναγόμενη ουδέποτε προέβαλε οποιαδήποτε ένσταση ενώ αντίθετα προέβηκε και σε έγγραφη αναγνώριση του χρέους δια της επιστολής ημερ. 18.11.2013 (βλ. σελ. 29 των πρακτικών ημερ. 13/11/2020). Κατά την επανεξέταση ζητήθηκε να ξεκαθαρίσει ο ΜΕ1 πότε εκδίδονταν τα τιμολόγια. Σύμφωνα με την απάντησή του, τα τιμολόγια εκδίδονταν αρχές του μηνός σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, έφεραν δε την τελευταία ημερομηνία του προηγούμενου μήνα. Ο ΜΕ1 ερωτήθηκε εάν οι περιπτώσεις ποδοσφαιρικών αγώνων ήταν οι μόνες περιπτώσεις όπου γινόταν ξεχωριστό συμβόλαιο και απάντησε καταφατικά. Καταφατική ήταν επίσης η απάντησή του σε ερώτηση εάν οι εντολές μετάδοσης που ανέφερε κατά την αντεξέτασή του ότι αποτελούν εσωτερικό έγγραφο, αφορούσαν μόνο τις περιπτώσεις ποδοσφαιρικών αγώνων. Δεν γνώριζε ο ΜΕ1 αν οι τιμοκατάλογοι που αποστέλλονταν στους πελάτες του ΡΙΚ φυλάσσονταν σε αρχείο του ΡΙΚ για κάποια χρόνια. Ο ΜΕ1 ερωτήθηκε επίσης κατά πόσο υπήρχε σφραγίδα της Εναγόμενης σε συγκεκριμένο τιμολόγιο για το οποίο αυτός αντεξετάσθηκε (βλ. αριθ. 100032234) και ο ΜΕ1 απάντησε θετικά, ενώ σε σχετική ερώτηση αναφορικά με τις πολιτικές διαφημίσεις, ανέφερε ότι αυτό το είδος διαφημίσεων προπληρώνεται. Το βάρος της απόδειξης. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης ενός ενάγοντος προϋποθέτει ότι αυτός θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική του εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ'' Παυλή κ.α. v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). Αξιολόγηση της μαρτυρίας και εκτίμηση Δικαστηρίου. Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε δικά του ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ.1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney -General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η πλευρά των Εναγόντων εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι, όταν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, αυτό που απομένει να εξεταστεί δικαστικά είναι κατά πόσο τα γεγονότα ως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση των Εναγόντων στο αναγκαίο επίπεδο (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους και άλλων
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 889). Εν προκειμένω οι Ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον ΜΕ1 ήταν αξιόπιστη και ότι βάσει αυτής έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης της απαίτησής τους στην υπό κρίση υπόθεση. Συγχρόνως, ήταν η θέση της συνηγόρου των Εναγόντων ότι «η εκκωφαντική σιωπή» της Εναγόμενης είναι ενδεικτική και επιβεβαιωτική της υπόθεσης των Εναγόντων, ότι η απαίτησή τους είναι γνήσια και υποστηρίζεται από μαρτυρία που έμεινε αναντίλεκτη. Εγείρει το ερώτημα η συνήγορος των Εναγόντων, εάν οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να μεταδώσουν τις διαφημίσεις ή τις μετέδωσαν σε άλλη ημέρα και ώρα από εκείνην για την οποία είχαν συμφωνήσει με την Εναγόμενη, τότε γιατί η Εναγόμενη δεν προσέφερε σχετική μαρτυρία, για να επισημάνει ποιες ήταν εκείνες οι εντολές μετάδοσης που δεν τηρήθηκαν από πλευράς του ΡΙΚ, ενώ τιμολογήθηκαν ως μεταδοθείσες και εκδόθηκαν γι' αυτές πιστοποιητικά μετάδοσης; Απαντά η ίδια συνήγορος στο ερώτημα που ήγειρε, ερμηνεύοντας την απουσία μαρτυρίας από πλευράς της Εναγομένης ως απόδειξη του γεγονότος ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε λάθος, είτε στα πιστοποιητικά μετάδοσης, είτε στα τιμολόγια. Προσθέτει, ότι «Η δε αποδοχή της οφειλής δια της επιστολής ημερ. 18.11.2013 (Τεκμήριο 7) ομιλεί από μόνη της.». Αντίθετη είναι η προσέγγιση της συνηγόρου Υπεράσπισης στη δική της τελική αγόρευση. Είναι η θέση της ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι όντως μετάδωσε τις διαφημίσεις που τιμολόγησε, εφόσον δεν παρουσίασε κανένα ψηφιακό αρχείο που να δείχνει ότι όντως μεταδόθηκαν οι διαφημίσεις ή αν μεταδόθηκαν στην ορθή ημερομηνία και ώρα. Οι αντιφάσεις και η αδυναμία που ως η εισήγηση της συνηγόρου Υπεράσπισης υπήρχε στη μαρτυρία του ΜΕ1, κατέστησαν άνευ χρησιμότητας την προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Εναγόμενης. Άλλωστε, πως θα αποδείκνυε η Εναγόμενη ότι ΔΕΝ ζήτησε την προβολή διαφημίσεων; Πως θα αποδείκνυε η Εναγόμενη ότι κατά το χρόνο που δικογραφήθηκε ότι δήθεν προβλήθηκαν διαφημίσεις, ΔΕΝ προβλήθηκαν; Με ποια μαρτυρία θα έπρεπε η Εναγόμενη να αποδείξει ότι ΔΕΝ είναι ελέφαντας; Αυτά διερωτήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο, έχοντας μελετήσει τη δικογραφία και την προσφερθείσα μαρτυρία, προβαίνει πιο κάτω σε αξιολογικές κρίσεις και διατυπώνει τη δική του εκτίμηση.
  1. Κατ' αρχάς, αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014).
  2. Αρχίζοντας από την Έκθεση Απαίτησης, παρατηρώ ότι τόσο στο παρακλητικό επί του Κλητηρίου Εντάλματος όσο και στην παρα. 9 της οπισθογραφημένης σε αυτό Έκθεσης Απαίτησης, δεν γίνεται ρητή εξειδίκευση της βάσης αγωγής επί της οποίας στηρίζεται η αξιούμενη θεραπεία. Δεν αναφέρεται, για παράδειγμα, ότι το ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες είναι ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης από πλευράς της Εναγομένης ή ως ποσό που οφείλεται για παρασχεθείσες υπηρεσίες δυνάμει νόμιμης σύμβασης η οποία εκτελέσθηκε πλήρως ή αν η αξίωση είναι στη βάση εκκαθαρισμένου λογαριασμού (account stated). Στο κυρίως σώμα της Έκθεσης Απαίτησης δεν δικογραφήθηκε ημερομηνία σύναψης συγκεκριμένης συμφωνίας / σύμβασης για παροχή υπηρεσιών, ούτε δικογραφήθηκε συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία τα μέρη συμφώνησαν για το περιεχόμενο εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Εκείνο που δικογραφήθηκε αναλυτικά ήταν η ημερομηνία και το ποσό έκδοσης είκοσι συνολικά τιμολογίων για μετάδοση διαφημίσεων (βλ. παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης), ότι ήταν συμφωνημένο το συνολικό ποσό χρέωσης €91.888,88σ. πλέον τόκοι (βλ. παρα. 3 της Ε/Α), ότι το ποσοστό τόκου καθοριζόταν στα τιμολόγια και κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες (βλ. παρα. 4 και 7 της Ε/Α) και ότι οι Ενάγοντες κάλεσαν την Εναγόμενη στις 25.10.2013 με επιστολή στην οποία επισύναψαν κατάσταση λογαριασμού για να αποπληρώσει το συνολικό ποσό των €92.788,55σ, αλλά η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα αυτό (βλ. παρα. 8 της Ε/Α).
  3. Η σημασία του να δικογραφείται ξεκάθαρα στην Έκθεση Απαίτησης εάν η απαίτηση εδράζεται σε εκκαθαρισμένο λογαριασμό, επεξηγείται γλαφυρά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση, ημερ. 6.12.2017, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 205/2012, Ανδρόνικου Κουρουκλάρη ν Ανδρέα Κωνσταντίνου? «Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου (Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 ΑΑΔ 60). Όπως συνοψίζεται σχετικά επί του προκειμένου στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, 615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.»
  1. Παραπέμπω στο πιο πάνω απόσπασμα τα πιο πάνω, για να τονίσω εξ αρχής ότι οι Ενάγοντες, μη έχοντας δικογραφήσει την απαίτησή τους στη βάση εκκαθαρισμένου λογαριασμού, στην πράξη άφησαν ανοικτά όλα τα ζητήματα απόδειξης της απαίτησής τους, ειδικότερα όσον αφορά την ύπαρξη συμφωνίας για παροχή υπηρεσιών, την τιμολόγηση των υπηρεσιών για αξία υπηρεσιών και τόκο σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, την εκτέλεση των υπηρεσιών, την τήρηση λογαριασμού και ποιο το οφειλόμενο υπόλοιπο.
  2. Επομένως, εδώ, η κατάθεση από τον ΜΕ1 του Τεκμηρίου 7 υπό Έγγραφο Α, ως επιστολής ημερ. 18.11.2013 με την οποία η Γενική Διευθύντρια της Εναγομένης επιβεβαίωσε προς τον Γενικό Διευθυντή του ΡΙΚ ότι η Εναγόμενη αναγνωρίζει ότι οφείλει προς το ΡΙΚ το ποσό των €92,788.55σ., κατά την κρίση μου δεν μπορεί να έχει εκείνη την δυναμική απόδειξης της αγωγής που θα είχε εάν οι Ενάγοντες είχαν δικογραφήσει ρητά στην Έκθεση Απαίτησης ότι στις 18.11.2013 η Εναγόμενη αναγνώρισε το χρέος της και ότι η βάση αγωγής ήταν ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός για ποσό €92,788.55σ.. Η αγωγή καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 6.12.2013 και η επιστολή ήταν προγενέστερης ημερομηνίας, επομένως θα μπορούσε να είχε δικογραφηθεί σε εκείνη τη βάση, εάν το ήθελαν οι Ενάγοντες.
  3. Το ότι επιτράπηκε από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση να κατατεθεί η επιστολή ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α ως ένα στοιχείο μαρτυρίας που είναι στην κατοχή των Εναγόντων και το οποίο είχε εξ αρχής αποκαλυφθεί από αυτούς πριν την έναρξη της δίκης (βλ. την ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Δημητρίου ημερ. 23.12.2014, στοιχείο αρ. 29 στον Κατάλογο Αποκάλυψης Εγγράφων), δεν μεταβάλλει τη βάση αγωγής όπως δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης. Κατά συνέπεια, δεν αναιρεί την υποχρέωση των Εναγόντων να αποδείξουν την απαίτησή τους πλήρως, σε ό,τι αφορά τα στοιχεία που προανέφερα (την ύπαρξη συμφωνίας για παροχή υπηρεσιών, την τιμολόγηση της αξίας των υπηρεσιών και τυχόν τόκου, την εκτέλεση των υπηρεσιών, την τήρηση λογαριασμού και ποιο το οφειλόμενο υπόλοιπο).
  4. Τούτων λεχθέντων, στρέφομαι τώρα στην Έκθεση Υπεράσπισης. Βάσει της Δ.19 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η Εναγόμενη είχε δικονομική υποχρέωση να δικογραφήσει στην Έκθεση Υπεράσπισης όλα τα ζητήματα (νομικά και πραγματικά) που δείχνουν ότι η αγωγή δεν ευσταθεί. Συγχρόνως, είχε υποχρέωση βάσει της Δ.19, θ.15 να ασχοληθεί ειδικά με κάθε ισχυρισμό γεγονότος που αναφερόταν στην Έκθεση Απαίτησης, ενώ δεν θα ήταν ορθό να αρνηθεί απλώς γενικά την εκδοχή των Εναγόντων. Η υποχρέωση αυτή συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα, αλλά και ως απόρροια των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος του αντιδίκου να έχει ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στους ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24).
  1. Ήταν το παράπονο των Εναγόντων στην τελική αγόρευση της συνηγόρου τους ότι η Εναγόμενη αρκέστηκε σε γενική άρνηση της Έκθεσης Απαίτησης. Αυτό το οποίο εντοπίζω είναι ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε όλα τα τιμολόγια, παρά το ότι δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ τους συμφωνία να μεταδίδονται διαφημίσεις σε μέρες και ώρες που ζητούσε η Εναγόμενη, επικαλέστηκε παράβαση των ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων της συμφωνίας επειδή κατ' ισχυρισμόν δεν μεταδόθηκαν στις συμφωνηθείσες μέρες και ώρες, επικαλέστηκε γραπτή και/ή προφορική όχληση για τις παραλείψεις των Εναγόντων και επιπλέον αρνήθηκε ότι συμφώνησε οποτεδήποτε να εκχωρηθεί το δικαίωμα είσπραξης των τιμολογίων από τους Ενάγοντες προς την Τράπεζα Κύπρου και να επιβάλλεται τόκος υπερημερίας ως αυτόν που δικογράφησαν οι Ενάγοντες. Η δικογράφηση της γραμμής Υπεράσπισης κατά τον πιο πάνω τρόπο, που ασχολείται με έναν έκαστο ισχυρισμό της Έκθεσης Απαίτησης, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να εξισωθεί με τυπική περίπτωση γενικής άρνησης. Συγχρόνως, όμως, στερείται η δικόγραφιση εκείνης της ευκρίνειας που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο και στον αντίδικο να αντιληφθεί ποιες ήταν οι αποκλίσεις από τις συμφωνηθείσες μέρες ή ώρες των μεταδόσεων, για τις οποίες η Εναγόμενη έχει παράπονο, έτσι που να δικαιολογείται να αρνηθεί την εξόφληση των τιμολογίων. Οι Ενάγοντες είχαν μεν το γενικό βάρος να αποδείξουν ότι μετέδωσαν τις διαφημίσεις βάσει εντολών της Εναγομένης και ότι χρέωσαν ως η μεταξύ τους συμφωνία, αλλά και η Εναγόμενη είχε το ειδικό βάρος να φέρει κάποια μαρτυρία, για να δείξει ποιες ήταν οι αποκλίσεις που ισχυρίζεται ότι υπήρξαν, προκειμένου οι Ενάγοντες να έχουν σε τί να απαντήσουν με μαρτυρία. Με τον τρόπο που εξελίχθηκε η ακρόαση, η Εναγόμενη δεν έφερε καθόλου δική της μαρτυρία, αλλά προσπάθησε μέσω της αντεξέτασης του ΜΕ1 να αναδείξει τις αποκλίσεις στο χρόνο μετάδοσης που υπήρξαν και όλες τις άλλες παραβάσεις ή μη συμφωνηθείσες ενέργειες των Εναγόντων. Αξιολογώ πιο κάτω τί πέτυχε η κάθε πλευρά ν' αποδείξει.
  2. Κατά πρώτον, επισημαίνω ότι τα τιμολόγια που δικογράφησαν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης ήταν τα εξής? Α/Α Αρ. Τιμολογίου Ημερομηνία έκδοσης Οφειλόμενο ποσό σε € Ημερομηνία λήξεως 1 12100843 31.7.2012 (μέρος) 7.056,41 13.10.2012 2 12100295 31.8.2012 10.187,37 13.11.2012 3 12100991 30.9.2012 2.153,09 13.12.2012 4 12101019 30.9.2012 4.875,47 13.12.2012 5 12101020 30.9.2012 2.336,72 13.12.2012 6 12101141 31.10.2012 5.434,85 14.1.2013 7 12101113 31.10.2012 4.306,19 14.1.2013 8 12101258 30.11.2012 12.827,30 13.2.2013 9 12101228 30.11.2012 4.306,19 13.2.2013 10 12101259 30.11.2012 1.912,83 13.2.2013 11 12101286 30.11.2012 1.702,52 13.2.2013 12 12101379 31.12.2012 8.448,60 16.3.2013 13 12101405 31.12.2012 1.113,59 16.3.2013 14 12101346 31.12.2012 2.153,09 16.3.2013 15 13100148 28.2.2013 2.922,16 14.5.2013 16 13100239 31.3.2013 6.935,97 14.6.2013 17 13100310 30.4.2013 4.847,78 14.7.2013 18 13100354 31.5.2013 2.407,20 14.8.2013 19 13100407 31.5.2013 3.363,14 14.8.2013 20 13100508 30.6.2013 2.595,41 13.9.2013 =91.888,88
  3. Έχω ελέγξει τη δέσμη τιμολογίων που κατέθεσε ενώπιον μου ο ΜΕ1 ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α και διαπιστώνω ότι αυτός έχει πράγματι καταθέσει όλα τα πιο πάνω δικογραφημένα τιμολόγια. Επίσης, διαπιστώνω ότι τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως η δέσμη Τεκμήριο 2 αποδεικνύουν ως ορθά και αληθή όλα τα στοιχεία που δικογραφήθηκαν γι' αυτά (αριθμός τιμολογίου, ημερομηνία έκδοσης, οφειλόμενο ποσό και ημερομηνία λήξης).
  4. Κρίνω επίσης πως το περιεχόμενο των κατατεθέντων τιμολογίων επιβεβαιώνει ως ορθή και αληθή τη μαρτυρία του ME1 σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν κάθε τέλος του μήνα για όλες τις διαφημίσεις που μεταδόθηκαν κατά τη διάρκεια του μήνα. Το ότι στον Πίνακα τιμολογίων που δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης φαίνεται να έχουν εκδοθεί πέραν του ενός τιμολογίου στο τέλος ενός μηνός, κατά την κρίση μου εξηγείται από το ίδιο το περιεχόμενο των τιμολογίων ότι έγινε για να απεικονίσει χωριστά σε έκαστο τιμολόγιο τον διαφορετικό πελάτη της Εναγομένης στον οποίο αφορούσε το διαφημιστικό υλικό ή/και το διαφορετικό κανάλι του ΡΙΚ στο οποίο προβάλλονταν οι διαφημίσεις. Για παράδειγμα, υπάρχουν δύο τιμολόγια εκδομένα στις 30.11.2012, όπου το ένα εξ αυτών αφορά στον πελάτη της Εναγομένης «Pang. Syndesmos Isioton & Vafeon» με τις διαφημίσεις να έχουν μεταδοθεί από το Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ, ενώ το άλλο τιμολόγιο αφορά στον πελάτη της Εναγομένης «E&S», για τον οποίο οι διαφημίσεις μεταδόθηκαν από το Τέταρτο Ραδιοφωνικό Πρόγραμμα του ΡΙΚ.
  5. Με έντονα (bold) γράμματα έχω σημειώσει στον πιο πάνω Πίνακα τα τιμολόγια με αύξων αριθμό 3, 7, 9 και 14, τα οποία εντοπίζω να αφορούν στον πελάτη της Εναγομένης «Συνεργατικό ταμιευτήριο Λεμεσού», για τον οποίο οι διαφημίσεις μεταδίδονταν από το ΡΙΚ 2 με σημείωση «UEFA EUROPA LEAGUE». Τα έχω διακρίνει με έντονα (bold) γράμματα, διότι κατά τη μαρτυρία του ΜΕ1 φάνηκε ότι η μετάδοση αυτών από το ΡΙΚ υπόκειτο σε ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ της Εναγομένης και του ΡΙΚ, στην οποία θα αναφερθώ αργότερα.
  6. Στο σημείο αυτό είναι κατάλληλο να υπενθυμίσω ότι, νομολογιακά, τα τεκμήρια δεν αποτελούν από μόνα τους βάση αγωγής. Προϋποθέτουν την ύπαρξη συμφωνίας για την παροχή των υπηρεσιών που τιμολογούνται με αυτά. Από μόνα τους αποτελούν απλώς στοιχείο μαρτυρίας ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία. Παραπέμπω στη Νεοκλέους Ανδρέας Σία ν. Μάριος Αφάμης Γενικές Κατασκευές Λίμιτεδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1661 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως απόλυτα ορθή την προσέγγισε του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο είχε σημειώσει στην απόφασή του ότι: «Η έκδοση τιμολογίου (Τεκμήριο 3) προς την εναγομένη εταιρεία, πράξη εν πάση περιπτώσει μονομερής των εναγόντων, δεν είναι βάση για διεκδίκηση του αναφερόμενου ποσού. Το τιμολόγιον δεν συνιστά βάση αγωγής, αλλά η τυχών προηγηθείσα συμφωνία στην βάση και κατ' ακολουθία της οποίας το τιμολόγιο εκδόθηκε.».
  1. Το ότι τα τιμολόγια που προσκόμισε και κατέθεσε ο ΜΕ1 είναι όλα ανυπόγραφα από πλευράς Εναγομένης, αποτελεί ένδειξη ότι αυτά μονομερώς εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες. Τούτο όμως το στοιχείο από μόνο του δεν αναιρεί το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων να εισπράξουν τα τιμολόγια, αν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η έκδοση τους στηρίχθηκε σε προηγηθείσα συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης και ότι το περιεχόμενο τους συνάδει με τα συμφωνηθέντα.
  2. Προχωρώ λοιπόν και επισημαίνω ότι, με βάση την μαρτυρία του ΜΕ1, έγγραφη συμφωνία, η οποία να προηγήθηκε της έκδοσης των επίδικων τιμολογίων, υπήρξε μόνο σε ό,τι αφορά τους όρους μετάδοσης διαφημίσεων κατά τα διαφημιστικά διαλείμματα στις συγκεκριμένες ημερομηνίες (20/9/12, 4/10/12, 25/10/12, 8/11/12, 22/11/12 και 6/12/12) που προβάλλονταν κατ' αποκλειστικό δικαίωμα από το ΡΙΚ οι ποδοσφαιρικοί αγώνες «UEFA EUROPA LEAGUE» για την περίοδο 2012 -
  3. Οι όροι μετάδοσης των διαφημίσεων εμφαίνονται σε επιστολή ημερ. 12.9.2012 του ΡΙΚ προς την Εναγόμενη, η οποία επιστολή κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως μέρος του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α (βλ. box file). ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν αντιλήφθηκα σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του ΜΕ1 να αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι ήταν πράγματι με βάση τους όρους που περιέχονταν σε εκείνην την επιστολή, που η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε να γίνονται από το ΡΙΚ οι μεταδόσεις των διαφημίσεων που ζητούσε κατ' εκείνες τις ημερομηνίες όταν τα διαφημιστικά διαλείμματα γίνονταν μεσούσης της προβολής των συγκεκριμένων ποδοσφαιρικών αγώνων. Παρατηρώ εν προκειμένω ότι στη 2η σελίδα της επιστολής ημερ. 12.9.2012, πάνω ψηλά, αναφέρεται ότι «Για σκοπούς τιμολόγησης, ο κάθε αγώνας θα χρεώνεται €2.165 πλέον ΦΠΑ». Πράγματι, τα τιμολόγια που σημείωσα στον Πίνακα με έντονα γράμματα τα οποία έχουν αύξων αριθμό στον Πίνακα 3, 7, 9 και 14, φαίνεται πως όλα περιέχουν χρεώσεις σε αυτή την κλίμακα ποσού για έκαστο αγώνα κατά τον οποίο μεταδόθηκαν οι διαφημίσεις. Συνεπώς, οι χρεώσεις των συγκεκριμένων ποσών δεν έγιναν αυθαίρετα.
  4. Όσον αφορά τις υπόλοιπες διαφημίσεις, που δεν εμπίπτουν στην πιο πάνω έγγραφη συμφωνία, φαίνεται από τη δικογραφία (Έκθεση Υπεράσπισης συγκριτικά προς Έκθεση Απαίτησης), ότι η Εναγόμενη παραδέχεται ότι υπήρχε συμφωνία με το ΡΙΚ, χωρίς όμως να μας διαφωτίζει η ίδια με το κείμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης για το ποιοι ήταν ακριβώς οι όροι της συμφωνίας. Ο ΜΕ1 ήρθε να διαφωτίσει το Δικαστήριο και έγινε πειστικός ως προς αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του, ότι πρώτα το ΡΙΚ έστελνε στην Εναγόμενη το πρόγραμμα των διαφημιστικών διαλειμμάτων που είχε καταρτίσει και έδιδε επιλογή στην Εναγόμενη να υποδείξει στα πλαίσια ποιου ακριβώς προγράμματος, ποια ώρα, ποια διάρκεια και με ποιαν τιμή ανά σποτ ή ανά σφήνα αυτή επιθυμούσε και ζητούσε να μεταδοθεί η διαφήμισή της. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι το Πρόγραμμα που κατέθεσε ο ΜΕ1 ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β, δεν συσχετίστηκε με τον ουσιώδη χρόνο προβολής των επίδικων διαφημίσεων, προσκομίστηκε όμως ως ενδεικτικό του τί εννοούσε με τον όρο «πρόγραμμα» ο ΜΕ
  5. Πάντως, η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη υπέβαλλε στο ΡΙΚ τις εντολές μετάδοσης στηριζόμενη σε πρόγραμμα με ώρες μετάδοσης και αντίστοιχες τιμές που τις έδιδε το ΡΙΚ, επαληθεύτηκε μέσα από το περιεχόμενο των εντύπων Εντολών Μετάδοσης που κατέθεσε ο ΜΕ1 στο Δικαστήριο ως μέρος του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Α (βλ. το box file). Τα έντυπα με τις εντολές μετάδοσης, φέρουν όλα υπογραφή και σφραγίδα εκ μέρους της Εναγομένης, η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε ως αυθεντική, γνήσια και αληθώς προερχόμενη από την Εναγόμενη, ενόσω αντεξεταζόταν ο ΜΕ
  6. Επομένως, προκύπτει από τα εν λόγω έντυπα ότι η Εναγόμενη αποδεχόταν τους όρους χρέωσης του ΡΙΚ για τις συγκεκριμένες μέρες και ώρες μετάδοσης που η ίδια καθόριζε βάσει προγράμματος του ΡΙΚ. Επομένως, κάθε έντυπο μετάδοσης περιέχει στην πράξη και τους όρους ξεχωριστής συμφωνίας που συνομολογούσε κάθε φορά η Εναγόμενη με το ΡΙΚ για τις συγκεκριμένες μεταδόσεις.
  7. Απομένει να εξεταστεί δικαστικά αν οι μεταδόσεις που τιμολογήθηκαν έγιναν όπως ακριβώς τις ζήτησε η Εναγόμενη (δηλαδή σε ημέρα, ώρα και διάρκεια). Εδώ ήταν και το κέντρο βάρους της αντεξέτασης του ΜΕ1 από τη συνήγορο Υπεράσπισης, η οποία, ακολουθώντας τη δικογραφημένη γραμμή υπεράσπισης, ισχυρίστηκε ότι το ΡΙΚ αρνήθηκε ή/και παρέλειψε να μεταδώσει τις διαφημίσεις ως όφειλε την ημέρα και ώρα που ζήτησε η Εναγόμενη.
  8. Με δεδομένο ότι η Εναγόμενη δεν είχε δικογραφήσει κατά τρόπο ποιες ακριβώς Εντολές Μετάδοσης είναι που παράκουσε ή/και παρέλειψε να εκτελέσει το ΡΙΚ, η αντεξέταση του ΜΕ1 κατέληξε να είναι ενδεικτικά και μόνον που διενεργήθηκε, με απώτερο στόχο να κλονισθεί η δική του αξιοπιστία, παρά να αναγκασθεί ο ίδιος να προσφέρει οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία. Πάντως, διερχόμενη το μαρτυρικό υλικό υπό το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, διαπιστώνω ότι ελάχιστα είναι τα έντυπα με Εντολή Μετάδοσης που να περιέχουν χειρόγραφες αλλαγές, οι οποίες να έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο και οι οποίες να αφορούσαν σε τροποποιήσεις των αρχικών εντολών. Είμαι ικανοποιημένη ότι σε εκείνα τα περιορισμένα εντυπα, υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις που φανερώνουν ότι προηγήθηκε επικοινωνία με την Εναγόμενη για τις αλλαγές που θα γίνονταν. Ειδικότερα υπάρχει σημείωση με αστεράκια ή/και με γραμμές διαγραφής δίπλα από ορισμένες εντολές, η οποία αναφέρεται ρητά ότι προέρχεται εκ του εμπορικού τμήματος της Εναγόμενης. Φαίνεται δηλαδή η ίδια να αναθεωρεί τις αρχικές της εντολές και υπάρχει πάνω ψηλά η σημείωση της λέξης «Revised».
  9. Ουδείς μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο από πλευράς της Εναγομένης για να δώσει μαρτυρία που να κλονίζει το συμπέρασμα που αντλείται στην όψη των εντύπων εντολών μετάδοσης ότι αυτή ήταν εντολέας και των όποιων αλλαγών στις ημέρες ή/και ώρες μετάδοσης ή/και ότι αυτή συγκατένευσε στις όποιες αλλαγές αποτυπώνονται χειρόγραφα επί των εν λόγω εντύπων. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από την Εναγόμενη προς απόδειξη του ισχυρισμού που αυτή είχε δικογραφήσει στην παρα. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, περί προφορικής ή έγγραφης όχλησης του ΡΙΚ από την Εναγόμενη για τις πράξεις ή παραλείψεις του ΡΚ με τις οποίες αυτή κατ'ισχυρισμόν διαφωνούσε. Επομένως, παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος αυτός ο δικογραφημένος ισχυρισμός. Απεναντίας, πειστική αξία απέκτησε η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψή του οποιοδήποτε προφορικό ή γραπτό παράπονο της Εναγομένης.
  10. Ο ΜΕ1 παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Πιστοποιητικά όλων των Μεταδόσεων για τα οποία εκδόθηκαν τα τιμολόγια που είναι επίδικα στην παρούσα αγωγή. Τα Πιστοποιητικά Μετάδοσης είναι επισυνημμένα στα τιμολόγια (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α). Μη υπάρχουσας μαρτυρίας που να κλονίζει την αξιοπιστία του ΜΕ1 ότι οι μεταδόσεις, για τις οποίες εκδόθηκαν τα εν λόγω πιστοποιητικά, έγιναν ως η εντολή, αρχική ή/και αναθεωρημένη, που προήλθε από την Εναγόμενη, όπως αποτυπώνεται στο μαρτυρικό υλικό υπό το Τεκμήριο 1 του Εγγράφου Α, δεν παρέχεται έρεισμα για να απορρίψει το Δικαστήριο ως αναληθές το περιεχόμενο των εν λόγω Πιστοποιητικών Μετάδοσης. Το ότι το ΡΙΚ είχε ηλεκτρονικό πρόγραμμα ρυθμισμένο κατά τρόπο που πρώτα να εκδίδει τα τιμολόγια και μετά να εκδίδει τα πιστοποιητικά μετάδοσης, δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι οι μεταδόσεις έγιναν στον χρόνο που περιγράφεται μέσα στα εν λόγω πιστοποιητικά.
  11. Εν προκειμένω επισημαίνω ότι στα Πιστοποιητικά Μετάδοσης αναγράφονταν σε ημερήσια βάση, για όλον τον μήνα που κάλυπτε το αντίστοιχο τιμολόγιο, η ημερομηνία μετάδοσης (date of broadcast), η ώρα μετάδοσης (time of broadcast), η διάρκεια της μετάδοσης (duration) και η χρονιαία τάξη (time class). Καταγράφονταν επίσης, το όνομα πελάτη (εν προκειμένω η Εναγόμενη), το όνομα του διαφημιζόμενου πελάτη της Εναγόμενης και το προϊόν διαφήμισης, ο πάροχος της διαφήμισης (π.χ. Τρίτο Πρόγραμμα του ΡΙΚ) και ο αριθμός τιμολογίου με τον οποίο συνδεόταν το συγκεκριμένο πιστοποιητικό μετάδοσης. Επομένως, δίδονταν πλήρη στοιχεία, ώστε αν η Εναγόμενη ήθελε να αμφισβητήσει ότι έγινε μια μετάδοση όπως αποτυπώνεται στο Πιστοποιητικό, να μπορούσε να το υποδείξει και η ίδια ρητά και ειδικά, πράγμα που δεν έπραξε στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισής της.
  12. Ένα μόνο σημείο αναφύεται σε σχέση με το θέμα αυτό. Η συνήγορος Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 προέβαλλε τον ισχυρισμό ότι δεν κοινοποιούνταν τα τιμολόγια με τα επισυνημμένα πιστοποιητικά μετάδοσης κατά τον χρόνο που εκείνα εκδίδονταν. Τούτο ελέχθη για να υποστηριχθεί και η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η Εναγόμενη δεν γνώριζε και δεν συμφώνησε ποτέ στο να της επιβληθεί τόκος υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης ως εκείνον που αξιώνει το ΡΙΚ με την αγωγή. Ωστόσο, αντιφατική είναι η άρνηση παραλαβής των τιμολογίων κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 με τη θέση που η Εναγόμενη είχε δικογραφήσει στην παρα. 7 της Έκθεσης Υπεράσπισής της, όπου αυτή ισχυρίστηκε ότι «αμέσως μετά την παραλαβή του κάθε τιμολογίου από τους Ενάγοντες», οι ίδιοι ή/και οι δικηγόροι τους [δηλ. της Εναγόμενης] ενημέρωναν γραπτώς ή/και προφορικώς τους Ενάγοντες ότι δεν θα τακτοποιούσαν το τιμολόγιο ως είχε. Επομένως, με τον τρόπο που δικογράφησε το θέμα η Εναγόμενη, δεν δημιούργησε βάρος στους ώμους των Εναγόντων να φέρουν μαρτυρία για να αποδείξουν την αποστολή ή/και κοινοποίηση ενός εκάστου τιμολογίου προς την Εναγόμενη, εφόσον από την παρα. 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναδυόταν ως παραδεκτή η παραλαβή των τιμολογίων που αναφέρονταν ως επίδικα στην Έκθεση Απαίτησης.
  13. Η όποια ένσταση της Εναγομένης στα επίδικα τιμολόγια που η ίδια παραδέχθηκε ότι είχε παραλάβει, θα έπρεπε να αποδειχθεί στο Δικαστήριο από την ίδια αν έγινε, πότε και σε σχέση με ποια ακριβώς τιμολόγια. Ουδέποτε δικογράφησε την ένστασή της αναλυτικά ούτε προσέφερε μαρτυρία για να την αποδείξει. Επομένως, η παρα. 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης παρέμεινε εντελώς μετέωρη.
  14. Επομένως, η μαρτυρία του ΜΕ1 κρίνεται αξιόπιστη ως προς το ότι οι μεταδόσεις διαφημίσεων για τις οποίες χρεώθηκε με τα επίδικα τιμολόγια η Εναγόμενη βασίζονταν στις προηγηθείσες συμφωνίες (όπως τις περιέγραψα ανωτέρω) μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης, ότι τα ποσά των χρεώσεων για τις μεταδόσεις αυτές ήταν επίσης σύμφωνα με τις μεταξύ τους προηγηθείσες συμφωνίες και ότι τα τιμολόγια παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη, χωρίς αυτή να ενστεί σε αυτά. Καταλήγω να αποδέχομαι τα ποσά των εν λόγω τιμολογίων που δικογραφήθηκαν στην παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης ως αληθή.
  15. Από αυτά τα ποσά, είναι δίκαιο να αφαιρεθούν τα ποσά που πληρώθηκαν από την Εναγόμενη έστω μετά την έγερση της αγωγής, εφόσον οι πληρωμές έγιναν πριν την έκδοση της παρούσας απόφασης και συμφωνούν οι ίδιοι οι Ενάγοντες να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο αφαιρετικά. Επομένως, αποδέχομαι ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο των τιμολογίων ως η αξίωση των Εναγόντων προωθήθηκε μέχρι το στάδιο της τελικής αγόρευσης της συνηγόρου των Εναγόντων, ήτοι κατά ή περί τις 16.6.21, περιορίστηκε σε €82.974,54σ.
  16. Διαχωρίζω το ζήτημα του τόκου υπερημερίας που αξιώνουν οι Ενάγοντες. Στηρίζουν την αξίωσή τους αυτή απλώς και μόνον στην ύπαρξη σχετικής σημείωσης επί του τιμολογίου. Συγκεκριμένα, στο κάτω μέρος ενός εκάστου τιμολογίου υπήρχε καταγραμμένη με τυποποιημένα γράμματα η φράση ότι «το χρέος που δημιουργείται από το τιμολόγιο αυτό έχει εκχωρηθεί αποκλειστικά στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρεία Λτδ και είναι η μόνη που έχει το δικαίωμα είσπραξης». Επίσης στο κάτω μέρος υπήρχε δακτυλογραφημένη σημείωση ότι το τιμολόγιο ήταν πληρωτέο μέχρι μια καθορισμένη ημερομηνία (π.χ. για τιμολόγιο που εκδόθηκε στις 31/7/12, έγραφε ότι η προθεσμία αποπληρωμής έληγε στις 13/10/12), καθώς επίσης αναφερόταν εκεί ότι «Καθυστερημένα ποσά θα χρεώνονται με τόκο υπερημερίας 6% πέραν του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ που ισχύει κάθε φορά». Ωστόσο, όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω πιο πάνω, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα τιμολόγια δεν δημιουργούν αυτά καθ'εαυτά βάση αγωγής. Πρέπει να αποδειχθεί ότι οι όροι των τιμολογίων στηρίζονται σε συμφωνία μεταξύ των μερών. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αποδείχθηκε ενώπιον μου η ύπαρξη οποιασδήποτε οποιαδήποτε συμφωνίας μεταξύ του ΡΙΚ και της Εναγομένης για την επιβολή του συγκεκριμένου τόκου ημερημερίας. Τα προγράμματα διαφημίσεων του ΡΙΚ, στη βάση των οποίων η Εναγόμενη αποδείχθηκε ότι υπέβαλλε τις Εντολές Μετάδοσης διαφημίσεών της, ήταν σιωπηρά ως προς την ύπαρξη τυχόν όρου περί τόκου υπερημερίας. Η Εναγόμενη συμφωνούσε σε μία τιμή διαφημιστικού χρόνου που αγόραζε και σε τίποτα άλλο. Το ίδιο προκύπτει από τη συμφωνία που έγινε ξεχωριστά, στη βάση της επιστολής ημερ. 12.9.2012, σε σχέση με τις διαφημίσεις κατά την τηλεοπτική μετάδοση των αγώνων ποδοσφαίρου UEFA EUROPA LEAGUE. Η επιστολή καθόριζε μόνο μία τιμή χρέωσης του διαφημιστικού χρόνου πλέον ΦΠΑ, χωρίς καμία αναφορά σε τυχόν ποσοστό τόκου υπερημερίας αν υπήρχε καθυστέρηση πληρωμής των χρεώσεων.
  17. Ελλείψει απόδειξης της ύπαρξης ρητής συμφωνίας μεταξύ της Εναγομένης και του ΡΙΚ για το θέμα του τόκου υπερημερίας, κρίνω ότι ο μονομερής όρος των τιμολογίων για το ποσοστό του τόκου δεν δεσμεύει την Εναγομένη. Η όποια συμφωνία μεταξύ του ΡΙΚ και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δεν αποδείχθηκε ενώπιον μου, ως προς το περιεχόμενό της, ότι κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη και ότι αυτή αποδέχθηκε να την δεσμεύει.
  18. Υπό το φως όλων των πιο πάνω παρατηρήσεων και διαπιστώσεών μου, καταλήγω να επιδικάζω υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης το ποσό των €82.974,54σ, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, πλέον τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)........... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.