← Κύπρος

ΑΡΔΕΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΚΑΜΠΟΥ «ΠΟΤΑΜΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ» μέσω του Ταμία της Αρδευτικής Επιτροπείας ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2553/2018, 24/9/2021

ΑΡΔΕΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΚΑΜΠΟΥ «ΠΟΤΑΜΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ» μέσω του Ταμία της Αρδευτικής Επιτροπείας ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2553/2018, 24/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A480 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2553/2018 Μεταξύ: ΑΡΔΕΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΚΑΜΠΟΥ «ΠΟΤΑΜΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ» μέσω του Ταμία της Αρδευτικής Επιτροπείας Ενάγοντες και XXXXX ΣΤΑΥΡΟΥ Εναγόμενος ___________________________________________________________________________ Αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 15/10/2020 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Σ. Χριστοδούλου για Απόστολος Ντορζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Π. Μ. Λάμνησος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 13/09/2018 με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο. Οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου ποσό ύψους €3,509.45 ως ποσό που κατά τoυς δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων συνιστά οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με παροχή στον εναγόμενο ύδατος για την χρονική περίοδο από 1/1/2011 μέχρι 31/12/2017. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων τα κτήματα του Εναγόμενου ωφελούνται από το νερό και τα αρδευτικά έργα των Εναγόντων. Στις 3/9/2019 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του Εναγόμενου και τον Σεπτέμβριο του 2019 (η ακριβής ημερομηνία καταχώρισης δεν αναγράφεται στο καταχωρημένο δικόγραφο) καταχωρίστηκε Έκθεση Υπεράσπισης. Κύριος άξονας των δικογραφημένων θέσεων του Εναγόμενου είναι η θέση του ότι ο ίδιος δεν ήταν ποτέ γαιοκτήμονας και δεν έλαβε ποτέ οποιοδήποτε ωφέλημα ή υπηρεσία από τους Ενάγοντες. Στις 25/9/2019 εκδόθηκε κλήση για οδηγίες στο πλαίσιο της οποίας ζητήθηκαν οι αιτούμενες με την υπό κρίση Αίτηση λεπτομέρειες. Είχαν επίσης ζητηθεί και λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης που δεν ζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) δεν έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες για παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών αφού φαίνεται να μην επιλήφθηκε του αιτήματος για παροχή λεπτομερειών παρά μόνο του αιτήματος για αποκάλυψη εγγράφων. Η υπό κρίση Αίτηση: Στις 15/10/2020 καταχωρίστηκε από τον Εναγόμενο η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τους Ενάγοντες να δώσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: «Από την παράγραφο 3 της αγωγής: Πλήρη στοιχεία της γαιοκτημοσύνης και των κτημάτων του εναγόμενου που ωφελούνται από το νερό και τα αρδευτικά έργα των εναγόντων». Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αξιώνεται η έκδοση διατάγματος για διαγραφή της αγωγής ή και του μέρους που σχετίζεται με τις αιτούμενες λεπτομέρειες σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης των Εναγόντων με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αξιώνεται η έκδοση διατάγματος και/ή δήλωσης του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες θα εμποδίζονται να προσκομίσουν μαρτυρία ή να προωθήσουν και επικαλεστούν κατά την ακροαματική διαδικασία οποιαδήποτε γεγονότα σχετίζονται με τις αιτούμενες λεπτομέρειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των Εναγόντων. Σε ότι αφορά τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης αυτή βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 ΘΘ 4, 6, 7, 9 13, 16, Δ.27 Θ.3, Δ.30, Δ.39 Θ. 2, Δ.48, ΘΘ. 1- 4, 7, 9 (
  2. i)και Δ.64, στο Κεφ. 342 άρθρο 2, στο Κεφ. 224 άρθρο 2, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στη διακριτική ευχέρεια, τη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου η οποία συνοπτικά αναφέρει ότι επιθυμεί την παροχή λεπτομερειών σε σχέση με τα κτήματα που οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι επωφελούνται των υπηρεσιών των Εναγόντων. Η ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση: Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 30/6/2021 που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της κας Κατερίνας Καρή (η Καρή), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Ο αιτητής εμποδίζεται να προωθεί την παρούσα αίτηση. - Τα «αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης» έχουν ήδη απαντηθεί και έχουν δοθεί αντίγραφα στον δικηγόρο του Εναγόμενου. - «οι αιτούμενες αποκαλύψεις» είναι γεγονότα που αφορούν την ουσία της ακρόασης της αγωγής και ο ίδιος θα πρέπει να έχει προσωπική γνώση. Η ένορκη δήλωση Καρή που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και συνεπώς, κρίνεται απρόσφορη η οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο αυτής. Νομική Πτυχή Είναι βασική αρχή ότι η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και συνεπώς, της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης.[1] Η Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θέτει το πλαίσιο καταρτισμού ενός δικογράφου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της ρηθείσας διαταγής, κάθε δικόγραφο πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του, ανάλογα με την περίπτωση, και όχι τη μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν αυτά τα γεγονότα. Τα δικόγραφα, πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίσει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρεθεί προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την αντίδικη πλευρά να την εφοδιάσει με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες.[2] Στην υπόθεση Kapatais v. The London Lancashire Insurance Co Ltd (V24) 1 CLR 66 με παραπομπή στην Ετήσια Πρακτική του 1959 καθώς και στο σύγγραμμα Odgers, On Pleading and Practice, 16th Edition, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου «ουσιωδών γεγονότων» (material facts) που πρέπει να περιλαμβάνονται στα δικόγραφα.: «Under the heading "All Material Facts" in the Annual Practice, 1959, p. 447, the following is stated: "The general rule is thus stated by Cotton, L.J., in Philipps v. P., 4 Q.B.D. p. 139 :— 'In my opinion it is absolutely essential that the pleading, not to be embarras­sing to the defendants, should state those facts which will put the defendants on their guard, and tell them what they have to meet when the case comes on for trial. Each party must plead all the material facts on which he means to rely at the trial ; otherwise he is not entitled to give any evidence of them at the trial. No averment must be omitted which is essential to success. Those facts must be alleged which must, not may, amount to a cause of action (West Rand Co. v. Rex,

(1905)2 K.B. 399 ; see Ayers v. Hanson,
(1912)W.N. 193)". Again in Odgers, On Pleading and Practice, 16th Edition, p. 86, under the question "What facts are material" the following appears: "The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one 'material' fact is omitted, the statement of claim is bad". (Per Scott, L.J., in Bruce v. Odhams Press, Ltd.,
(1936)1 K.B. at p. 712). The same principle applies to defenses"». Περαιτέρω, καθίσταται σαφές ότι το κατά πόσο οι αιτούμενες σε κάθε περίπτωση λεπτομέρειες θα πρέπει να διαταχθεί να δοθούν, προδιαγράφεται συνήθως από τη δικογραφία και είναι προδήλως γι' αυτό που η αίτηση για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών δεν είναι απαραίτητο, και είναι συνήθως αχρείαστο, να συνοδεύεται από υποστηρικτική ένορκη δήλωση.[3] Είναι επίσης νομολογημένο ότι η παροχή λεπτομερειών δεν είναι επιτρεπτή για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα ή όταν γίνεται προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας.[4] Στο The Annual Practice 1958, σελ. 461, αναφέρονται τα εξής: «each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars will therefore be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» Επιπρόσθετα, στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 110 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «The practice as to particulars demands in every pleading such a sufficiency of detail as will elucidate the issues to be tried and prevent "surprise" at the trial. No hard-and-fast line can be laid down as to the degree of particularity which is required of the pleader and which an opponent may demand of him when formulating his claim or defence. The precise degree of particularity required in any particular case cannot of course be predicated, but as much certainty and particularity must be insisted on as is reasonable having regard to the circumstances and the nature of the acts alleged.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleadings and Practice, 21η Έκδ., σελ. 432 καταγράφονται σχετικά τα εξής: «Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered». Οι νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα συνοψίζονται στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157 στο πιο κάτω απόσπασμα, όπου αφού υπογραμμίζεται ότι η Δ.19 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19 θ.4, σημειώνεται πως από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δύο πιο πάνω θεσμών: «.ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιαστεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ v. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα - και όχι μαρτυρία - δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση υπαγορεύεται για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ.1146, 1152 αναφέρεται ότι: «Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται τη διευκρίνιση των επιδίκων θεμάτων όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή, όπως υποστηρίζει η νομολογία, η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά στα δικόγραφα.» Όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικόγραφο ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικόγραφο. Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στο δικόγραφο, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο.[5] Το απαύγασμα της νομολογίας αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα είναι πως ο κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που ο αντίδικος του θα παρουσιάσει εναντίον του. Έχει το δικαίωμα να γνωρίζει, κατά τρόπο σαφή και ολοκληρωμένο, τη φύση και την έκταση της υπόθεσης την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση για να μπορεί όχι μόνο να ετοιμάσει τη δική του υπόθεση αλλά και να μην βρεθεί προ εκπλήξεως κατά τη δίκη. Κατά συνέπεια εκεί όπου, χωρίς τις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, ο αιτητής δεν θα γνωρίζει τι θα προσπαθήσει να αποδείξει εναντίον του ο αντίδικος του στη δίκη, το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει την επί του προκειμένου διακριτική εξουσία του και να διατάξει την παροχή των αιτουμένων λεπτομερειών. Οι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σκοπό έχουν να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα και όχι να εκμαιεύσουν τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν. Τo Δικαστήριο, εξετάζοντας αίτηση για λεπτομέρειες θα πρέπει να έχει κατά νου τη θεραπεία και τις αξιώσεις που επιζητούνται με την αγωγή στα πλαίσια της οποίας καταχωρείται η αίτηση για λεπτομέρειες. Ο βαθμός λεπτομέρειας που σε κάθε περίπτωση είναι δυνατό να θεωρείται επαρκής, θα εξαρτηθεί άμεσα από τη φύση και τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Δεν είναι δυνατό η ενασχόληση με το αίτημα για παροχή λεπτομερειών να απομονώνεται από τα ουσιαστικά δικαιώματα και τη θεραπεία η οποία αξιώνεται με την αγωγή, η οποία θα πρέπει πάντα να βρίσκεται στη σκέψη του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που αποφασίζει αν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της πλευράς του αιτητή. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εναγόμενου προέβησαν σε γραπτές αγορεύσεις προβάλλοντας τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Η πλευρά των Εναγόντων υιοθέτησε την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης που καταχωρίστηκε εκ μέρους των Εναγόντων. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων του εναγόμενου ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων του εναγόμενου και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[6] Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με την οποία ζητούνται οι αιτούμενες λεπτομέρειες: « Ο Εναγόμενος είναι γαιοκτήμονας στο χωριό ΧΧΧΧΧ της Επαρχίας Λευκωσίας και τα κτήματα του ωφελούνται από το νερό και τα αρδευτικά έργα των εναγόντων». Καθίσταται σαφές ότι ενώ γίνεται αναφορά σε ύπαρξη κτημάτων του Εναγόμενου τα οποία κατ' ισχυρισμό ωφελούνται από την παροχή νερού και τα αρδευτικά έργα των εναγόντων και για τις οποίες υπηρεσίες οι ενάγοντες έχουν εγείρει την παρούσα αγωγή αξιώνοντας την καταβολή συγκεκριμένου ποσού από τον εναγόμενο, εντούτοις, δικογραφικά, δεν παρέχονται οποιεσδήποτε συγκεκριμένες πληροφορίες ή λεπτομέρειες σε σχέση τα εν λόγω κτήματα. Θα αναμενόταν από την πλευρά των Εναγόντων να εξειδικεύσουν τον δικογραφημένο αυτό ισχυρισμό τους έτσι ώστε να καταστεί σαφές σε ποια κτήματα οι ίδιοι αναφέρονται. Η κατ' ισχυρισμό ύπαρξη κτημάτων για τα οποία έχουν παρασχεθεί οι υπηρεσίες των εναγόντων αναμφίβολα συνιστά ένα ουσιαστικό για την παρούσα αγωγή γεγονός το οποίο όμως τίθεται γενικά και αόριστα χωρίς να παρέχονται και εξειδικεύονται οι λεπτομέρειες των κτημάτων σε σχέση με τα οποία έχουν κατ' ισχυρισμό παρασχεθεί οι επίδικες υπηρεσίες. Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες σκοπό έχουν να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν το ισχυριζόμενο αυτό ουσιαστικό γεγονός επιτρέποντας έτσι στον εναγόμενο να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιαστεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Σε ότι αφορά τους λόγους ένστασης αυτοί, για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια, κρίνονται αβάσιμοι. Σε ότι αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης, ήτοι ότι εμποδίζεται ο αιτητής να προωθεί την υπό κρίση αίτηση, διαπιστώνεται ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της θέσης αυτής η οποία παρέμεινε γενική και αόριστη και ως τέτοια, στερούμενη οποιουδήποτε πραγματικού ή νομικού ερείσματος. Όσον αφορά τη θέση ότι «τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης έχουν ήδη απαντηθεί» (προφανώς εννοείται οι αιτούμενες λεπτομέρειες), και πάλι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε σε πραγματικό επίπεδο ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Τα αντίγραφα των επιστολών των δικηγόρων των Εναγόντων που έχουν κατατεθεί προς υποστήριξη της ένστασης δεν υποστηρίζουν αυτή τη θέση. Παρατηρώ επίσης ότι έχουν κατατεθεί προς υποστήριξη της ένστασης κάποιοι τίτλοι ιδιοκτησίας ακίνητης ιδιοκτησίας σε σχέση με τους οποίους η Καρή αναφέρει ότι προωθήθηκαν από τον δικηγόρο του εναγόμενου και στα οποία φαίνεται ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης τα τελευταία έτη χωρίς όμως να διευκρινίζεται κατά πόσο πρόκειται για τα επίδικα κτήματα. Η Καρή αναφέρει απλώς γενικά και αόριστα ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και για αυτόν τον λόγο (δηλαδή της ιδιοκτησίας), χωρίς όμως να εξηγεί γιατί. Τέλος, απορριπτέος κρίνεται και ο τρίτος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο οι «αιτούμενες αποκαλύψεις» (προφανώς εννοείται οι αιτούμενες λεπτομέρειες) αφορούν την ουσία της ακρόασης της αγωγής και ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει προσωπική γνώση. Αυτό το οποίο φαίνεται να εισηγείται η πλευρά των Εναγόντων είναι ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες συνιστούν μαρτυρία η οποία θα δοθεί κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Δεν θα συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Στην προκείμενη περίπτωση δεν επιδιώκεται αλίευση μαρτυρίας αλλά μόνο δέουσα αποκάλυψη των λεπτομερειών που περιβάλλουν ουσιώδη γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε διάδικοι και δικαστήριο να γνωρίζουν την πορεία που θα ακολουθήσει η υπόθεση. Σε ότι αφορά τη θέση ότι θα έπρεπε ο Εναγόμενος να έχει προσωπική γνώση, όπως έχει υποδειχθεί τόσο στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleadings (ανωτέρω) όσο και στην Ετησία Αγγλική Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958, αίτηση για λεπτομέρειες δεν θα αποτύχει απλά μόνο για το λόγο ότι ο αιτητής όφειλε να γνωρίζει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καλύτερα από την άλλη πλευρά. Δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης του αντιδίκου του και τη γραμμή που αυτός θα ακολουθήσει εναντίον του, δεσμεύοντας τον σε μία συγκεκριμένη εκδοχή. Άλλωστε, στην προκείμενη περίπτωση η δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου είναι ότι ο ίδιος δεν έχει την ιδιότητα που του καταλογίζεται (αυτή του γαιοκτήμονα) και ότι δεν έτυχε οποιωνδήποτε ωφελημάτων ή υπηρεσιών από την πλευρά των Εναγόντων. Στην Ετησία Αγγλική Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958, στη σελίδα 461 κάτω από τον τίτλο «Facts within Applicant's own knowledge» εντοπίζονται σχετικά τα ακόλουθα: «It is sometimes urged as an objection to an application for particulars that the applicant must know the true facts of the case better than his opponent (Harbord ν. Monk 38 LT 411; Keogh ν. Incorporated Dental Hospital of Ireland [1910] 2 Ir. R. 166 (C.A.)). But each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars therefore will be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Συνακόλουθα, οι λεπτομέρειες που ζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δικαιολογημένες και αναγκαίες αφού αφορούν σε γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζει ο Εναγόμενος για να έχει μία σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα της φύσης και έκτασης της υπόθεσης την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεσή του στο Δικαστήριο με μαρτυρία, έτσι ώστε να μην βρεθεί σε μειονεκτική θέση κατά τη δίκη. Σε ότι αφορά το λεκτικό που έχει χρησιμοποιηθεί στην υπό κρίση Αίτηση σε σχέση με το περιεχόμενο των αιτούμενων λεπτομερειών, καθίσταται σαφές ότι αυτό το οποίο ουσιαστικά ζητείται είναι πλήρη στοιχεία των κατ' ισχυρισμό κτημάτων του εναγόμενου σε σχέση με τα οποία έχουν κατ' ισχυρισμό παρασχεθεί οι επίδικες υπηρεσίες των Εναγόντων αφού πέραν από το αυτόδηλο περιεχόμενο της ιδιότητας που του αποδίδεται δικογραφικά, ήτοι αυτή του γαιοκτήμονα, διευκρινίζεται δικογραφικά ότι τα κτήματα του εναγόμενου ωφελούνται από το νερό και τα αρδευτικά έργα των Εναγόντων, χωρίς όμως να παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τα κτήματα αυτά. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν προηγήθηκε της υπό κρίση Αίτησης η αποστολή επιστολής με την οποία να ζητούνται οι αιτούμενες λεπτομέρειες. Με βάση τη Δ.19 θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πριν την καταχώριση αίτησης για λεπτομέρειες ο αιτών αυτές δύναται να τις ζητήσει με επιστολή. Η μη προώθηση επιστολής πριν την καταχώρηση αιτήσεων όπως η υπό κρίση αίτηση δεν συνιστά λόγο απόρριψης της αίτησης παρά μόνο παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά το στάδιο της επιδίκασης των εξόδων της αίτησης.[7] Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι κατά την έκδοση του διατάγματος λεπτομερειών, ανάμεσα στους όρους που το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας, είναι η αναστολή των δικαστικών διαδικασιών ακόμη και η απόρριψη της αγωγής, στην περίπτωση που ο ενάγοντας παραλείψει να παράσχει τις λεπτομέρειες εντός της προθεσμίας που θα διατάξει το Δικαστήριο. Σχετική είναι η υπόθεση Κapatais v. The London & LancashireInsurance Co Ltd (V24) 1 CLR 66 όπου διατάχθηκε η αναστολή κάθε δικαστικής διαδικασίας μέχρις ότου ο ενάγοντας καταχωρήσει τις λεπτομέρειες που το Δικαστήριο διέταξε. Στην αγγλική υπόθεση Williamson and others v Rider
(1962)2 All ER 268, στην σελίδα 272 ο Danckwerts LJ ερμηνεύοντας την Or.19 r. 7 των παλαιών Αγγλικών θεσμών που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.19 Θ. 6, ανέφερε τα πιο κάτω: «The power to include a penalty of dismissal of the action in case of default in delivery of the particulars is based on the reference to the imposition of terms in r 7.» Ως προς τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιβάλει όρους και το είδος των όρων που μπορούν να επιβληθούν κατά την εξέταση αιτήσεων όπως η υπό κρίση αίτηση σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο The Supreme Court Practice, 1973, Volume 1, p. 287-288: «The Court has the power to order particulars on such terms as it thinks just. These words authorize an order that if proper particulars be not served within a certain time the action shall stand dismissed or the defence struck out (Davey v. Bentinck
(1893)1 Q.B.185, C.A. ) or that the allegation of which particulars were ordered should be struck out from the pleading.» Κατάληξη: Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών εκ μέρους των εναγόντων ως ακολούθως: Παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαίτησης: Πλήρη στοιχεία των κτημάτων του Εναγόμενου που ωφελούνται από το νερό και τα αρδευτικά έργα των εναγόντων. Οι λεπτομέρειες να τεθούν στη διάθεση του εναγόμενου από την πλευρά των εναγόντων εντός 30 ημερών από σήμερα. Παράλειψη από πλευράς εναγόντων να παράσχουν τις πιο πάνω περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας, θα συνεπάγεται τη διαγραφή των ισχυρισμών στους οποίους αυτές αφορούν. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλευρά του Εναγόμενου δεν επιχείρησε να λάβει τις αιτούμενες λεπτομέρειες με επιστολή πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ως είθισται ώστε να αποφεύγεται όσο το δυνατό η εμπλοκή του Δικαστηρίου, θεωρώ ορθό όπως αυτά καταστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τσαγγάρη ν Γαβριηλίδου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472 [2] Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718, 721 [3] Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R.666, 668 [4] Libyan National Supply Corporation v. Achaia Shipping Ltd
(1975)12 J.S.C. 1807, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Libanais
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ.1146 και Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σια Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 718. [5] Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου Οικονομίδη
(1997)1 ΑΑΔ 669), ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ν. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E229/2014, 10/7/2018 [6] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [7] Δ.19 Θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.