ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Τρύφωνος κ.α., Αρ. Αγωγής: 2525/19, 9/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A488 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2525/19 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και 1.XXXXX Αραούζου Τρύφωνος
- XXXXX Τρύφωνος Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Σεπτεμβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Αιτητές: Ο κ. Μ. Παναγίδης, με την κα Φράγκου, για Κάκκουρας και Παναγίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Ε. Πεύκου, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ------------ Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση, ημερομηνίας 17.6.2021, για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο στις 2.9.
- Σύμφωνα με αυτή, η Ενάγουσα, που είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €610.682,45 πλέον τόκους προς 3,4772% και τόκο υπερημερίας προς 2% επί του ποσού των €608.621,44 από 17.1.2019 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, κάθε 30.6 και 31.12 ετησίως, πλέον τα έξοδα της αγωγής, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Αξιώνει επίσης την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάττεται η πώληση ενυπόθηκων κτημάτων, και συγκεκριμένα των κτημάτων που αναγράφονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης προς ικανοποίηση της απαίτησης. Τα κτήματα αυτά αφορούν ένα οικόπεδο στην ενορία Αγίου Αντρέα της επαρχίας Λευκωσίας, που είναι υποθηκευμένο το όλο μερίδιο και ένα διώροφο διαμέρισμα, επίσης υποθηκευμένο το όλο μερίδιο. Σχετικές είναι οι υποθήκες XXXXX/2008 και XXXXX/
- Συνοπτικά, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 22.5.2007 η οποία υπεγράφη στις 18.7.2007, συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα παραχωρήσει στους Εναγόμενους δάνειο, για το ποσό των Λ.Κ.350.000, για ανέγερση ιδιόκτητης κατοικίας υπό συγκεκριμένους όρους, η οποία παρατάθηκε και τροποποιήθηκε μετά από αιτήσεις των Εναγομένων, οι οποίες έγιναν αποδεκτές από αυτή. Προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου, οι Εναγόμενοι υποθήκευσαν τα κτήματα που αναφέρονται πιο πάνω και εκχώρησαν όλα τα δικαιώματά τους, τα οποία απορρέουν από αντίστοιχα συμβόλαια ζωής με την εταιρεία Eurolife Ltd, εάν αυτό καταστεί αναγκαίο. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι παρέβηκαν τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και ότι αφού τους ειδοποίησε επανειλημμένα με επιστολές και τους κάλεσε να εξοφλήσουν τις καθυστερήσεις του δανείου τους, αυτοί αμέλησαν να ανταποκριθούν και γι' αυτό και η Ενάγουσα με επιστολή, ημερομηνίας 17.1.2019, τερμάτισε τη συμφωνία δανείου. Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου. Μετά από αίτηση για έκδοση απόφασης, που καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης εκ πλευράς των Εναγομένων 1 και 2, αυτοί καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 18.2.
- Στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, όπως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής της, και την καλούν σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της, ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και αστήριχτη. Εγείρουν επίσης προδικαστική ένσταση ότι η Ενάγουσα κωλύεται λόγω της μέχρι σήμερα συμπεριφοράς της να αξιώνει οποιεσδήποτε από τις θεραπείες που ζητά εναντίον των Εναγομένων, για τους λόγους που αναπτύσσουν με λεπτομέρεια στην Υπεράσπισή τους και θεωρώ ότι για σκοπούς της παρούσας απόφασης δεν είναι αναγκαίο όπως αναφερθούν με λεπτομέρεια. Ουσιαστικά είναι η θέση των Εναγομένων ότι η συμφωνία στεγαστικού δανείου φέρει παράνομες χρεώσεις και τόκους, η υποθήκη XXXXX/2008 έχει εξαλειφθεί και/ή θα έπρεπε να είχε εξαλειφθεί και το διώροφο διαμέρισμα έχει αποξενωθεί και δεν εξασφαλίζει οποιαδήποτε υποθήκη, η Ενάγουσα ανάγκασε τους Εναγόμενους από την αρχή της χρηματοδότησης τους να συνάψουν ασφάλεια ζωής με την εταιρεία Eurolife, την οποία τους ανάγκασαν να εκχωρήσουν στην Ενάγουσα προς εξασφάλιση του δανείου. Ισχυρίζονται ότι απάντησαν σε όλες τις επιστολές της Ενάγουσας ζητώντας διευκρινίσεις και θέτοντας την θέση τους, χωρίς ποτέ να λάβουν απάντηση από την Ενάγουσα. Αρνούνται ότι σήμερα οφείλουν το ποσό των €610.682,40, το ύψος του επιτοκίου και τον τόκο υπερημερίας που ισχυρίζεται η Ενάγουσα, επαναλαμβάνοντας τη θέση τους ότι το πιο πάνω ποσό αποτελεί προϊόν παράνομων και αντισυμβατικών επιτοκίων, παράνομων χρεώσεων και/ή υπερχρεώσεων και ότι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό είναι τουλάχιστον κατά 25% μειωμένο. Ζητούν δε την απόρριψη της αγωγής. Με την Ανταπαίτησή τους επαναλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς τους που τίθενται στην Υπεράσπισή τους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα αυθαίρετα, αντισυμβατικά και κατά παράβαση της συμφωνίας επέβαλλε μονομερώς επιτόκια και άλλες ασαφείς επιπρόσθετες χρεώσεις στο δάνειο, ουδέποτε ενημερώθηκαν εγκαίρως και/ή ορθά από την Ενάγουσα για τις μονομερείς αυξήσεις των επιτοκίων από πλευράς της, το δικαίωμα της Ενάγουσας για μονομερή αυξομείωση είναι παράνομο και καταχρηστικό, δεν έτυχαν καλής και λεπτομερής ενημέρωσης από την Ενάγουσα για τις επιπρόσθετες χρεώσεις που έγιναν στο δάνειο και προβαίνουν σε εκτενή παράθεση λεπτομερειών αδιαφάνειας και/ή παράβασης καλής πίστης και/ή παράβασης νόμιμου καθήκοντος που καταλογίζουν στην Ενάγουσα, όπως και λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού, που επίσης καταλογίζουν στην Ενάγουσα. Πέραν της αξίωσής τους για απόρριψη της αγωγής, στα πλαίσια της Ανταπαίτησής τους διεκδικούν από το Δικαστήριο έναντι της Ενάγουσας αναγνωριστικά Διατάγματα και/ή αποφάσεις του Δικαστηρίου, που να κηρύττουν ακυρώσιμες κατ' εκλογή των Εναγομένων τις συμβάσεις στεγαστικού δανείου, τις τροποποιητικές συμφωνίες και εγκρίσεις και τις παράνομες χρεώσεις που επιβλήθηκαν από την αρχή του επίδικου δανείου. Ζητούν επίσης εξάλειψη της υποθήκης XXXXX/2008, αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η επιστολή που τους έχει σταλεί δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 44Γ του Νόμου 9/65 είναι άκυρη και άνευ αποτελέσματος, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Ενάγουσα να αποστείλει σε αυτούς οποιεσδήποτε άλλες ειδοποιήσεις με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ του Νόμου 9/65, αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι το σημερινό υπόλοιπο του δανείου δεν υπερβαίνει τις €430.000, αποζημιώσεις και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση και η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της Ενάγουσας δεν έχει ακόμα καταχωρηθεί και προς τούτο οι δικηγόροι των Εναγομένων καταχώρησαν σχετική αίτηση, η οποία είναι ορισμένη στις 10.9.
- Στις 17.6.2021, οι Εναγόμενοι Αιτητές καταχώρησαν μονομερώς την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτούνται: «1.Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει τη διαδικασία πώλησης ακίνητου, που περιγράφεται στην παράγραφο αυτή και είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Ενάγουσας, σύμφωνα με την υποθήκη XXXXX/2007, μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, όπως και Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να αναστέλλεται ο πλειστηριασμός του επίδικου ακίνητου, το οποίο είναι υποθηκευμένο με την υποθήκη με αριθμό XXXXX/2007, που είναι ορισμένος για να διεξαχθεί στις 15.11.2021 και ώρα 10:00 π.μ. στην ιστοσελίδα www.eauction‑cy.com, πλέον έξοδα και ΦΠΑ.» Νομική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.6, η Δ.48 ΘΘ1 ‑ 9 και η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Κοινοδίκαιο, οι αρχές της επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση στηρίζει η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 Αιτητή, η οποία συνοδεύεται από 41 Τεκμήρια. Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 2 Αιτητής, αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την Εναγόμενη 1 Αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι όλα τα γεγονότα, τα οποία ορκίζεται, εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο γνώσης του, ενώ για θέματα που είναι νομικά έχει λάβει σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Αναφέρει ότι μαζί με την Αιτήτρια 1 είναι συνιδιοκτήτες και συγκάτοχοι από 1/2 έκαστος του ενυπόθηκου ακίνητου, όπως και ιδιοκτήτης ενός άλλου ακίνητου που αποτελεί εμπράγματη εξασφάλιση σε χρέος εταιρείας, στην οποία εμπλέκεται και επιβεβαιώνει τη μακροπρόθεσμη συνεργασία του με την Ενάγουσα, τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Επισυνάπτει τις Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ, που έλαβαν, τόσο o ίδιος όσο και η Εναγόμενη 1 Αιτήτρια, σχετικά με την πρόθεση της Ενάγουσας για πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας τους, τις οποίες έλαβαν στις 24.5.
- Είναι η θέση του ότι η εν λόγω διαδικασία δεν θα πρέπει να αφεθεί να προχωρήσει και γι' αυτόν τον λόγο καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, αναφέροντας ότι ενημέρωσαν και την Ενάγουσα για διορισμό εκτιμητή από πλευράς τους. Αναφέρει ότι το συγκεκριμένο οικόπεδο, το οποίο είναι υποθηκευμένο και ανήκει τόσο στον ίδιο όσο και στην Αιτήτρια 1, ήταν οικόπεδο επί του οποίου έχει ανεγερθεί η πρώτη τους κατοικία, η οποία αποτελεί τη μόνιμη οικογενειακή τους στέγη, που χρησιμοποιείται για τη διαμονή τόσο των ίδιων, όσο και των παιδιών τους. Αναφέρει ότι για τις ανάγκες ανέγερσης της εν λόγω κατοικίας στις 27.5.2007 σύναψαν συμφωνία στεγαστικού δανείου με την Τράπεζα Κύπρου, για το ποσό των Λ.Κ.350.000 στις 22.5.2007, αναφέροντας ότι μεταξύ των ετών 2007 και 2009 είχαν συνάψει άλλα 4 δάνεια με την Ενάγουσα, τα οποία εξόφλησαν και παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες. Ακολούθως, αναφέρει τις θέσεις του σε σχέση με τους όρους του επίδικου στεγαστικού δανείου και τις αντιρρήσεις του και/ή αρνήσεις του στους όρους που αφορούν την αυθαίρετη αλλαγή επιτοκίου από πλευράς της Ενάγουσας ως ο ισχυρισμός του, όπως και τις παράνομες χρεώσεις που έχουν γίνει από την Ενάγουσα σε όλα αυτά τα χρόνια στο εν λόγω στεγαστικό δάνειο. Είναι η θέση του ότι τόσο o ίδιος, όσο και η Αιτήτρια 1, ανελλιπώς κατέβαλλαν τη συμφωνηθείσα μηνιαία δόση και πολλές φορές κατέβαλλαν και πιο μεγάλο ποσό από τη συμφωνημένη δόση για να εξοφληθεί το δάνειο τους το συντομότερο δυνατό. Παρά το γεγονός αυτό, το δάνειο αντί να μειώνεται, συνεχώς αυξανόταν λόγω των παράνομων χρεώσεων που κατά την άποψή τους υπέβαλλε σ' αυτό μονομερώς και άνευ εξουσιοδότησης η Ενάγουσα. Ακολούθως, προβαίνει σε μία αρκετά εκτενή αναφορά των γεγονότων, που έλαβαν χώρα από το 2009 και μετέπειτα, σε σχέση με τις, κατά τους ισχυρισμούς του μονομερείς, παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις και αυξήσεις, στις οποίες προέβηκε η Τράπεζα Κύπρου. Ακολούθως, αναφέρει ότι το 2016, o ίδιος και η Αιτήτρια 2 συμφώνησαν να παραχωρήσουν στην Τράπεζα Κύπρου πρόσθετες εξασφαλίσεις, δηλαδή την εκχώρηση των δικαιωμάτων τους επί νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής που συνήψαν, λόγω της εκτενούς χρηματοδότησης που ζήτησαν, ισχυριζόμενος ότι οι εν λόγω ασφαλιστικές συμβάσεις συνήφθησαν από τους ίδιους κατόπιν εκβιαστικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας. Είναι η θέση του ότι κατά το τέλος του 2017 έλαβε γνώση των παράνομων αυξήσεων προσαύξησης επιτοκίου. Απέστειλε επιστολές στην Ενάγουσα διαμαρτυρόμενος για αυτές, στις οποίες ουδέποτε έλαβε απάντηση, με τις οποίες ζητούσε διευκρινίσεις από την αυτήν, αλλά και αφαίρεση όλων των παράνομων χρεώσεων. Αφού δεν έλαβαν απάντηση, ανέθεσαν το θέμα στον δικηγόρο τους, o οποίος απέστειλε σχετική επιστολή στην Ενάγουσα, διαμαρτυρόμενος εκ μέρους των Εναγομένων για τις παράνομες αυτές χρεώσεις, στην οποία η Ενάγουσα απάντησε αρνούμενη τους ισχυρισμούς που είχαν παρατεθεί από αυτούς και επιμένοντας στη δική της θέση και αμυνόμενη την ορθότητα των χρεώσεων που επιβάλλονται και οι οποίες έχουν συμφωνηθεί. Επειδή τόσο o ίδιος, όσο και η σύζυγός του διαφωνούσαν με την πρακτική της Ενάγουσας, μετά την απάντηση της Ενάγουσας, καταβάλλουν μειωμένη δόση, την δόση δηλαδή που κατά την άποψη τους είναι η ορθή, που θα πρέπει να πληρώνουν, σύμφωνα με τους όρους του δανείου, όπως τους ερμηνεύουν. Όπως αναφέρει περαιτέρω, κατά το έτος 2017 είχαν λάβει από την Ενάγουσα διάφορες επιστολές αξιώνοντας ποσό δανείου με το οποίο διαφωνούν και ενημερώνοντάς τους ότι έπρεπε να πληρώσουν αυξημένα ποσά και καθυστερήσεις, στις οποίες οι ίδιοι απάντησαν με δικές τους επιστολές που ανάφεραν τις δικές τους θέσεις. Η αλληλογραφία με την Ενάγουσα, δηλαδή οι απαιτήσεις της Ενάγουσας για πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης, όπως αυτή της αντιλαμβάνεται και καταβολή εκ μέρους τους αυξημένες δόσεις συνέχισαν, και έτσι o ίδιος και η Αιτήτρια 1 κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων τους, αποφάσισαν στις 4.1.2018 να καταχωρήσουν εναρκτήρια κλήση δυνάμει της Δ.55 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στο Δικαστήριο και να ζητήσουν από αυτό να ερμηνεύσει νομικά τον ειδικό όρο υπ' αριθμό 5 της Σύμβασης Στεγαστικού Δανείου σε σχέση με την προσαύξηση του συνολικού επιτοκίου. Το Δικαστήριο στην εν λόγω πρωτογενή αίτηση, κατά τη θέση του ενόρκως δηλούντα πάντα, περιορίστηκε μόνο στη γραμματική ερμηνεία της λέξης «προσαυξημένο» και δεν εξέτασε τις περιβάλλουσες συνθήκες κατά τη σύναψη της συμφωνίας ούτε τις προθέσεις των μερών. Έκρινε ότι η γραμματική ανάλυση καταδεικνύει ότι πρόκειται για μετοχή με αύξηση, η οποία αναφέρεται σε παρελθοντικό χρόνο και το νόημα είναι πως κατά την υπογραφή της συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ήταν 4,5% και είχε προσαυξηθεί κατά 1%. Αναφέρει ότι τόσο o ίδιος, όσο και η Αιτήτρια 1 διαφωνούν με την εν λόγω ερμηνεία του Δικαστηρίου και καταχώρησαν ειδοποίηση έφεσης, με την οποία αμφισβητούν την απόφαση του Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα εν τω μεταξύ επέδωσε τόσο στον ίδιο, όσο και στη σύζυγό του νέες τυποποιημένες Ειδοποιήσεις Τύπου Θ, αναφέροντας και πάλι ότι υπήρχε από πλευράς τους καθυστέρηση στις πληρωμές του δανείου, τις οποίες και πάλι απάντησαν με επιστολές των συνηγόρων τους θέτοντας τη δική τους θέση. Στις 17.1.2019, η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία δανείου με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, την οποία οι ίδιοι δεν αποδέχονται και θεωρούν ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο να τερματίσει τη συμφωνία, καθώς η ισχυριζόμενη καθυστέρηση υποβολής δόσεων ήταν φαινομενική ή τεχνητή λόγω λανθασμένης πρακτικής της Ενάγουσας και αυθαίρετης εφαρμογής από πλευράς της της μεταξύ τους συμφωνίας. Παρόλο που επανειλημμένα ζήτησαν από την Ενάγουσα να τους δώσει καταστάσεις λογαριασμού με το ισχυριζόμενο υπόλοιπο που οφείλουν, ουδέποτε η Ενάγουσα συναίνεσε και συμμορφώθηκε με αυτή τους την παράκληση. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι παρά τον ισχυριζόμενο τερματισμό, τον οποίο ούτε o ίδιος ούτε η Αιτήτρια 1 αποδέχτηκαν, συνέχιζαν ανελλιπώς να καταβάλλουν μηνιαίες δόσεις στον επίδικο λογαριασμό δανείου, τις οποίες η Ενάγουσα από πλευράς της και παρά τον ισχυριζόμενο τερματισμό της σύμβασης, αποδέχεται και εισπράττει, χωρίς όμως να τους δίνει οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού. Είναι η θέση του, ότι συνολικά σ' αυτό το διάστημα, δηλαδή από 15.3.2017 μέχρι 24.5.2021, έχουν καταθέσει €64.571, ενώ από την έναρξη του δανείου μέχρι το τέλος του 2016, που τους απέστελλε η Ενάγουσα καταστάσεις λογαριασμού, έχουν καταθέσει συνολικό ποσό €226.
- Συνεπώς, μέχρι σήμερα, ως η θέση τους, το συνολικό ποσό που κατέθεσαν έναντι του δανείου ανέρχεται στις €291.242 τουλάχιστον και σύμφωνα με την έκθεση του λογιστή τους το δάνειο βαρύνεται με υπερχρέωση τόκων περίπου €200.
- Στις 2.9.2019 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους, υπέβαλαν πρόταση αναδιάρθρωσης του δανείου τους στην Ενάγουσα, ήτοι καταβολή εφάπαξ ποσού €150.000 και επαναδανειοδότηση για €300.
- Η Ενάγουσα ουδέποτε απάντησε σε αυτήν την επιστολή και αντίθετα καταχώρησε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας τόσο εναντίον του ίδιου, όσο και της Αιτήτριας 1, το ποσό των €610.682,40 πλέον τόκους. Στις 5.10.2020, τόσο o ίδιος όσο και η Αιτήτρια 1 του έλαβαν την Ειδοποίηση Τύπου Ι από την Καθ' ης η Αίτηση, στην οποία επισυναπτόταν και το συνολικό χρέος τους σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της. Στην ειδοποίηση αυτή απάντησαν μέσω δικηγόρων αναφέροντας τη διαφωνία τους για τα ποσά και προτείνοντας νέα συνάντηση για διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς, κάτι που η Ενάγουσα ουδέποτε αποδέχτηκε. Στις επόμενες παραγράφους της ένορκης δήλωσής του, αναφέρει τις πραγματικές και νομικές του θέσεις, όπως τους συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, για την παράνομη εκ πλευράς της Ενάγουσας αυθαίρετη και μονομερή υπερχρέωση τόκων και άλλων εξόδων, που ουσιαστικά είναι οι θέσεις που αναφέρονται και στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους. Συνοπτικά, δεν αρνούνται ότι έχουν χρέος προς την Ενάγουσα, αλλά η θέση τους είναι ότι αυτό είναι πολύ μικρότερο από αυτό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Συγκεκριμένα θεωρούν ότι το πραγματικό υπόλοιπο του δανείου τους δεν πρέπει να υπερβαίνει περίπου τις €432.000, ενώ η Ενάγουσα παράνομα και αντισυμβατικά διεκδικεί από αυτούς περίπου το ποσό των €200.000 σε παράνομες, αντινομικές και αντισυμβατικές χρεώσεις. Είναι η θέση του ότι από τα πιο πάνω, προκύπτει ξεκάθαρα ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αποτελεί μία εκ των προϋποθέσεων για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Ισχυρίζεται επίσης, διαχρονική καταχρηστική συμπεριφορά από την Καθ' ης η αίτηση, κάτι που κατά την άποψή του, επίσης συνηγορεί υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Θεωρεί επίσης, και προς τούτο έχει λάβει και νομική συμβουλή, ότι υπάρχει και πολύ καλή βάση της Ανταπαίτησής τους, ενόψει όλων των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, τόσο o ίδιος όσο και η Αιτήτρια 1, αλλά και τα παιδιά τους, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την αποξένωση της κατοικίας τους, η οποία δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Αντίθετα, η Ενάγουσα δεν θα πάθει οποιαδήποτε ζημιά, καθ' ότι είναι πλήρως εξασφαλισμένη αναφορικά με τις υποχρεώσεις που απομένουν. Το ακίνητο τους από το 2007 που υποθηκεύτηκε έχει πολλαπλάσια αξία, αφού επί τούτου ανεγέρθηκε η κατοικία τους με αποτέλεσμα η σημερινή συνολική αξία του να ανέρχεται στο ποσό των €1.200.000 και παρουσιάζει σχετικά πρόσφατη εκτίμηση. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι εάν επιτύχει η Ανταπαίτησή τους και καθοριστεί το πραγματικό υπόλοιπο του δανείου τους, με βάση τις νόμιμες χρεώσεις τόκων και πάλι η συμβατική τους σχέση θα συνεχίσει και θα αφήσουν ως εξασφάλιση την οικία τους μέχρι την πλήρη αποπληρωμή του χρέους τους, έτσι η Καθ' ης η Αίτηση δεν θα επωμιστεί οποιαδήποτε ζημιά. Θεωρεί ότι η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι όχι μόνο επιτακτική για τη διατήρηση και απόδοση δικαιοσύνης, αλλά είναι και πρόσφορη, ενώ αντίθετα αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, τόσο o ίδιος όσο και η οικογένειά του σε περίπτωση πώλησης της οικογενειακής τους στέγης θα επιφέρει ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες, ειδικά στα παιδιά τους λόγω της εύθραυστης ψυχολογικής τους κατάστασης, κάτι που ίσως τους αναγκάσει να αλλάξουν, πέραν από τον χώρο διαμονής και την καθημερινότητά τους, σχολείο και φυσικό περιβάλλον. Επίσης, όπως τους συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους και οι λόγοι επιείκειας υπαγορεύουν τη μη διατάραξη της οικογενειακής τους στέγης. Αναφέρει τέλος ότι λαμβάνει σχετικά νομική συμβουλή ότι η θεραπεία των αποζημιώσεων στην παρούσα περίπτωση δεν είναι επαρκής για να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, διότι ενδεχόμενη πώληση της κατοικίας τους και παράδοση της σε τρίτους, θα οδηγήσει σε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και παράνομη επέμβαση στην προσωπική τους ζωή, η οποία θα διαταράξει την οικογενειακή τους ζωή και τον ψυχισμό των παιδιών τους, ενώ θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο για τον ίδιο να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του ως προς την οικογένειά του, όσο και την κοινωνία γενικότερα. Πιστεύει ότι το θέμα είναι επείγον, αφού η Ενάγουσα έχει δείξει την πρόθεσή της να συνεχίσει τη διαδικασία πώλησης της οικίας τους και πιστεύει ότι τα Διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν μονομερώς, διαφορετικά η Ενάγουσα θα αφεθεί να προγραμματίζει τη διαδικασία και να δημοσιεύει και/ή να αναρτήσει στη σελίδα πλειστηριασμών και την οικία τους, κάτι το οποίο θα διαταράξει άμεσα την οικογενειακή τους ζωή, αλλά και θα έχει ζημιογόνες επιδράσεις στα δικαιώματά τους. Είναι συνεπώς η θέση του ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς, η Καθ' ης η Αίτηση είναι πλήρως καλυμμένη και εξασφαλισμένη και καλεί το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα μονομερώς. Όπως έχω ήδη αναφέρει, την ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Τρύφωνα συνοδεύουν 41 Τεκμήρια, τα οποία αφορούν μεταξύ άλλων τα αντίγραφα των διαφόρων συμβάσεων δανείων, την αλληλογραφία τους με την τράπεζα, την εκτίμηση του εκτιμητή τους για τις παράνομες χρεώσεις, την απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης που καταχώρησαν για ερμηνεία των όρων της σύμβασης και αντίγραφο της Ειδοποίησης Έφεσης που έχουν καταχωρήσει και τις ειδοποιήσεις που τους έχει αποστείλει η Ενάγουσα, όπως και αντίγραφα των καταθέσεων των δόσεων τους μηνιαίως. Στις 23.6.2021, που ήταν ορισμένη η εξέταση της αίτησης, το παρόν Δικαστήριο με απόφαση του ίδιας ημερομηνίας, έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς και διέταξε επίδοση της αίτησης στην Καθ' ης η αίτηση Ενάγουσα, η οποία και εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 30.6.2021 που είχε οριστεί η αίτηση για επίδοση και ζήτησε από το Δικαστήριο χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Το Δικαστήριο δίδοντας τον χρόνο για καταχώρηση ένστασης, άκουσε επίσης τις θέσεις των δικηγόρων Ενάγουσας και Εναγομένων αναφορικά με τη δημοσίευση του πλειστηριασμού, όπου η Ενάγουσα μέσω του δικηγόρου της ανάφερε ότι μετά από διάφορες συζητήσεις που είχε με Λειτουργούς της, της ανάφεραν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μην προχωρήσει η δημοσίευση και η ανάρτηση πώλησης του επίδικου ακίνητου στην ιστοσελίδα της Ενάγουσας, κάτι το οποίο επιθυμούσαν οι Καθ' ων η Αίτηση διακαώς και έτσι το Δικαστήριο, αν και ο πλειστηριασμός όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι ορισμένος για τις 15.11.2021, έδωσε οδηγίες για γρήγορη εκδίκαση της αίτησης. Η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στις 27.7.
- Σε αυτή προβάλλονται 7 λόγοι ένστασης, οι οποίοι συνοπτικά αποδιδόμενοι είναι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αναφορικά με την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσης και αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης τους, ούτε και έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτηση, οι Αιτητές κωλύονται να προβάλουν ισχυρισμούς περί καταχρηστικότητας συμβατικών όρων και/ή παραστάσεων και/ή συμπεριφοράς και εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν την ουσία της αγωγής και δεν θα εκδικαστούν στα πλαίσια της αίτησης αυτής. Αναφέρουν ακόμα τη θέση τους ότι η απόφαση για τον πλειστηριασμό είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακίνητου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η Αίτηση με βάση τις δυνατότητες που τις παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει, το αιτητικό της αίτησης είναι δυσανάλογο και υπέρμετρα επαχθές σε σχέση με το αποτέλεσμα που θα έχει για την Καθ' ης η Αίτηση, διότι εάν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα η Καθ' ης η Αίτηση θα αποστερηθεί τα οφέλη του δικαιώματος που της παρέχει η επίδικη σύμβαση υποθήκης, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Προβάλλουν επίσης ως λόγους ένστασης το γεγονός ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει, αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση διά της επίδικης σύμβασης υποθήκης το δικαίωμα πώλησης των ενυπόθηκων ακίνητων και ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων θεραπειών και δεν έχουν αποσείσει το βάρος αποδείξεις των ισχυρισμών τους. Νομική βάση της ένστασης είναι άρθρα του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ.6, οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας, ο Ν9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, η ΚΔΠ 185/15, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι γενικοί κανόνες επιείκειας, η νομολογία, η πρακτική και οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ενόρκως δήλωση του κυρίου XXXXX Αδαμίδη, υπαλλήλου της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση, η οποία συνοδεύεται από δύο Τεκμήρια. Στην ένορκη του δήλωση ο κύριος Αδαμίδης δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι τα γεγονότα που παραθέτει είναι εντός της προσωπικής του γνώσης, τόσο λόγω της εργασίας, όσο και των καθηκόντων του, όσο και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης που διατηρείται στην υπηρεσία τους, ενώ όπου αναφέρεται σε στοιχεία ή πληροφορίες που του δόθηκαν από άλλους, αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησής τους. Επίσης, έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση. Η ένορκη δήλωση του κυρίου Αδαμίδη ουσιαστικά αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος ασχολείται με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έλαβαν χώρα, σύμφωνα πάντα με τη θέση της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση, και ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση ως αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Αναφέρεται επίσης, στις διάφορες τροποποιητικές συμβάσεις δανείου που έγιναν μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων μετά την πρώτη σύμβαση δανείου, τις οποίες και επισυνάπτει ως δέσμη εγγράφων ως Τεκμήριο 1 και είναι η θέση του ότι οι Αιτητές όταν υπέγραφαν, τόσο την κυρίως σύμβαση, όσο και τις τροποποιητικές αυτής συμβάσεις, είχαν πλήρη αντίληψη και γνώση του περιεχόμενου των όρων τους και υπέγραφαν αυτές με την ελεύθερη τους βούληση. Είναι η θέση του, ότι η δόση, η οποία θα έπρεπε να πληρώνεται μηνιαίως από τους Καθ' ων η Αίτηση, με βάση την τελευταία συμφωνία του 2016, ανέρχεται στις €2.100 και όχι στα €1.500, ποσό που οι ίδιοι οι Εναγόμενοι, ως παραδέχονται, αποφάσισαν μονομερώς να πληρώνουν στην Καθ' ης η Αίτηση χωρίς να υπογραφεί οποιαδήποτε συμφωνία και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της. Σύμφωνα δε με τη θέση του, αυτή η μονομερής απόφαση των Εναγομένων η οποία δεν έτυχε ποτέ της έγκρισης της Ενάγουσας, αποτελεί κατά την άποψη του αυθαίρετη απόφαση δική τους, χωρίς να παραθέτουν οποιοδήποτε γεγονός σχετικό με αλλαγή στην οικονομική τους δυνατότητα και επίσης αναφέρει ότι το ποσό των €1.500 δεν καταβάλλεται ανελλιπώς ως ισχυρίζονται οι Αιτητές. Επομένως, είναι η θέση του ότι οι Αιτητές κωλύονται από το να προβάλουν το γεγονός αυτό. Ακολούθως αναφέρεται στη Σύμβαση Υποθήκης XXXXX/2008, την οποία επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή του ως Τεκμήριο 2, η οποία έχει υπογραφεί ως είναι παραδεχτό και από τις δύο πλευρές μεταξύ τους, έχει εγγραφεί στο Κτηματολόγιο προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο του πλειστηριασμού και συνεπώς οι ισχυρισμοί των Αιτητών σε σχέση με αυτήν, είναι περισσοί και αφορούν την ουσία της υπόθεσης. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί έντυπο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αριθμό XXXXX/2008, το εξασφαλισθέν με αυτή ποσό είναι το ποσό των Λ.Κ.350.000 και αφορά ένα οικόπεδο και ένα διώροφο διαμέρισμα στην ενορία Άγιος Αντρέας της επαρχίας Λευκωσίας, έχει υποθηκευτεί το όλο μερίδιο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Αναφέρει ακολούθως τη θέση του, ότι συνεπεία της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων, δυνάμει της σύμβασης παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, η εν λόγω σύμβαση τερματίστηκε και η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, στην οποία στις 18.2.2020 οι Εναγόμενοι Αιτητές καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, στην οποία παραδέχονται τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων δανείων και βασική τους θέση είναι ότι το προσαυξημένο περιθώριο ανέρχεται σε 1%, θέμα το οποίο επιλύθηκε με απόφαση Δικαστηρίου, η οποία βρίσκεται σε ισχύ, αφού η έφεση που έχει καταχωρηθεί και η οποία ακόμη δεν έχει εκδικαστεί, δεν μεταβάλλει τον τελεσίδικο χαρακτήρα της απόφασης. Εν πάση περιπτώσει, ως αναφέρει, εκείνο το οποίο αμφισβητούν οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους, είναι οι επίδικες χρεώσεις και η ερμηνεία των όρων της σύμβασης δανείου σε σχέση με αυτές και όχι την ύπαρξη της σύμβασης δανείου και την οφειλή τους. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι η Καθ' ης η Αίτηση ως είχε δικαίωμα, προώθησε διαδικασία ιδιωτικής εκποίησης σε σχέση με το ακίνητο που επιβαρύνεται με τη σύμβαση υποθήκης XXXXX/2007 και απέστειλε την Ειδοποίηση Τύπου Ι συνοδευόμενη από την Ειδοποίηση Τύπου Θ, καθώς επίσης και τις Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ και ΙΒ. Διευκρινίζει ότι η διαδικασία εκποίησης αφορά μόνο στην υποθήκη υπ' αριθμό XXXXX/2007, η οποία παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση του στεγαστικού δανείου, επομένως, οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για άλλες υποθήκες και δάνεια δεν μπορεί να σχετίζονται με τη διαδικασία πλειστηριασμού, της οποίας σκοπείται η ακύρωση. Επομένως, o ίδιος αναφέρει ότι θα εστιάσει την προσοχή του στο πραγματικό αντικείμενο της διαδικασίας, δηλαδή στο αίτημα έκδοσης ενδιάμεσου Διατάγματος, που να απαγορεύει τη διεξαγωγή πλειστηριασμού σε σχέση με την υποθήκη υπ' αριθμό Υ XXXXX/
- Στο δεύτερο μέρος της ένορκης δήλωσής του, με τίτλο «Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60» και επαναλαμβάνοντας ότι η μόνη διαφωνία των Αιτητών είναι η διακύμανση του περιθωρίου και το συνολικό επιτόκιο και όχι η ύπαρξη και νομιμότητα των συμβάσεων δανείων και των οφειλών τους, είναι η θέση του ότι δεν πληρείται καμία από τις τρεις προϋποθέσεις που η νομολογία έχει θέσει, για να εκδοθεί ένα προσωρινό Διάταγμα στη βάση του άρθρου 32 του Ν14/
- Ειδικότερα αναφέρει ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφ' ης στιγμής οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν τη σύναψη των συμβάσεων δανείου, αλλά η διαφωνία τους αφορά τις χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών και κατ' ισχυρισμό καταχρηστικότητα ορισμένων όρων των συμβάσεων δανείων. Αναφέρει επίσης ότι σε σχέση με το θέμα αυτό, οι επανειλημμένες υπογραφές από πλευράς Εναγομένων Αιτητών τροποποιητικών συμφωνιών μεταξύ τους και της Ενάγουσας, δημιουργεί κώλυμα στον οποιοδήποτε ισχυρισμό τους και ξεκάθαρη απόδειξη ότι είχαν πλήρη γνώση για όλες τις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί μεταξύ τους και των όρων τους, αφ' ης στιγμής οι Εναγόμενοι παραδέχονται την κατάρτιση και την υπογραφή των συμβάσεων και ότι οφείλουν στην Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση ποσά, θέματα παρεμφερή που αφορούν τους όρους των δανείων και τις κατ' ισχυρισμό καταχρηστικές ρήτρες και/ή παράνομες χρεώσεις, δεν θα εκδικαστούν στο στάδιο αυτό, γι' αυτό πιστεύει ότι δεν έχουν σοβαρή και συζητήσιμη υπόθεση στην Ανταπαίτησή τους και κατ' επέκταση δεν πληρείται ούτε η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η Ανταπαίτηση των Αιτητών κατά την άποψη του δεν έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, είναι η θέση του ότι το γεγονός ότι στο επίδικο ακίνητο έχει ανεγερθεί κατοικία, στην οποία διαμένουν οι Αιτητές με τα παιδιά τους, δεν διαφοροποιεί το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτησης για εκποίηση. Εν πάση περιπτώσει, η αξία της επίδικης κατοικίας υπερβαίνει το ποσό των €350.000, που μπορεί να αποτελέσει το μέγιστο ποσό αξίας μίας κατοικίας βάσει της οποίας ο χρεώστης μπορεί να αιτηθεί τη συμμετοχή του σε διάφορα σχέδια αφερεγγυότητας εάν πληροί τα απαραίτητα κριτήρια. Σε ό,τι αφορά τον τρόπο διανομής του προϊόντος πλειστηριασμού, αναφέρει ότι εάν ολοκληρωθεί η πώληση και παραμείνει κάποιο ποσό προς όφελος των Αιτητών, αυτό θα τους επιστραφεί. Απορρίπτει τις θέσεις για τη ψυχική υγεία των παιδιών των Αιτητών, αναφέροντας ότι οι ηλικίες τους είναι 19 και 15 ετών, δηλαδή σε κατάσταση να αντιλαμβάνονται πλήρως τι συμβαίνει, και δεν υπάρχει κανένας λόγος όπως η παρούσα υπόθεση διαφοροποιηθεί από πολλές άλλες άλλων πελατών της Ενάγουσας παρόμοιας φύσεως. Αναφέρει επίσης ότι οι Αιτητές από μόνοι τους αποφάσισαν να καταβάλλουν μειωμένη δόση, χωρίς να εξηγούν είτε αλλαγή στην οικονομική τους κατάσταση είτε οποιοδήποτε άλλο λόγο, που να δικαιολογεί τη μονομερή απόφασή τους αυτή. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένο ότι οι Αιτητές παραδέχονται ότι υπέγραψαν με την Ενάγουσα τις συμφωνίες δανείου και έλαβαν από αυτήν τα επίδικα ποσά υπό μορφή χρηματοδότησης, ζητούν ακύρωση της συμφωνίας δανείου χωρίς να αναφέρουν τι θα γίνει με τα χρήματα τα οποία έχουν ήδη λάβει και συνεπώς έχουν αδικαιολόγητα πλουτίσει. Είναι ολοφάνερο, κατά την άποψη του, ότι το όλο θέμα είναι καθαρά χρηματικής φύσης και ακόμα και στην απομακρυσμένη περίπτωση που οι Αιτητές πετύχουν στην Ανταπαίτησή τους, θα τους επιστραφεί το ποσό που αξιώνουν ή η Ενάγουσα θα το συμψηφίσει με το ποσό που θα πρέπει να καταβάλουν. Όπως και να συμβαίνει, η αξίωση των Aιτητών και η ενδεχόμενη ζημιά που τυχόν αυτοί θα υποστούν, είναι καθαρά χρηματική και σε καμία περίπτωση οι Αιτητές δεν έχουν προβάλει ισχυρισμούς ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα και δεν διαθέτει επαρκή αποθέματα για να μπορέσει να αποζημιώσει τους Αιτητές εάν διαφανεί στο τέλος της διαδικασίας ότι αυτοί υπέστησαν ζημιά. Αναφέρει περαιτέρω ότι οι ίδιοι οι Αιτητές δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά από τη στιγμή που οι ίδιοι υποθήκευσαν τα επίδικα ακίνητα προς όφελος της Ενάγουσας, δίνοντάς της έτσι το δικαίωμα δυνάμει της σύμβασης υποθήκης να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα για είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους. Ακολούθως, ασχολείται με το ισοζύγιο της ευχέρειας, και είναι η συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους του, ότι στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθ' ότι δεν είναι λογικό να αποστερηθεί η Ενάγουσα των δικαιωμάτων που της παρέχει η σύμβαση υποθήκης. Τα προσωρινά Διατάγματα είθισται να εκδίδονται με φειδώ και είναι η θέση του ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα πλήξει τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση ανεπανόρθωτα και θα αναταράξει το status quo, καθώς οι Αιτητές με την ελεύθερη τους βούληση παραχώρησαν τις υποθήκες στην Ενάγουσα. Μετά που καταχωρήθηκε η ένσταση και πριν ολοκληρωθεί η ακρόαση της αίτησης που ήταν ορισμένη στις 30.8.2021, καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης ειδοποίηση από το δικηγορικό γραφείο Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ, υπό την ιδιότητά τους ως δικηγόροι της Ενάγουσας Αιτήτριας και της εταιρείας Themis Portfolio Management Holdings Ltd, σύμφωνα με την οποία ειδοποιείται ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι η παρούσα αγωγή αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις που έχουν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στη Themis Portfolio Management Holdings Ltd, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του Ν169(I)/2015 ως έχει τροποποιηθεί και/ή δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε στις 4.6.2021 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με βάση άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου και το οποίο τέθηκε σε ισχύ από τις 8.6.
- Στην ειδοποίηση επίσης αναφέρεται ότι λόγω των ανωτέρω, η εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd έχει αυτόματα αντικαταστήσει και/ή υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην υπό τον πιο πάνω αριθμό αγωγή και ως εκ τούτου όλα τα μελλοντικά δικόγραφα, αιτήσεις κλπ, όπως και/ή Διατάγματα και/ή αποφάσεις που εκδόθηκαν και/ή θα εκδοθούν, τόσο στον τίτλο αλλά και οπουδήποτε αλλού απαιτείται, θα εμφανίζουν και/ή αναγράφουν την εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd ως Ενάγουσα αντί της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αναφέρεται ακόμα ότι η ειδοποίηση αυτή δίδεται με βάση το άρθρο 18
(4)του Ν169(I)/15, ως έχει τροποποιηθεί και το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 4.6.2021, στην αίτηση αριθμό 320/21 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Επίσης, το δικηγορικό γραφείο Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ επισυνάπτει τον σχετικό τύπο διορισμού δικηγόρου τους για την παρούσα υπόθεση από την εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd. Προτού προχωρήσω στο περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων που καταχωρήθηκαν από τους συνηγόρους και των δύο μερών, αφού δεν ζητήθηκε ούτε η καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, ούτε και η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες, αναφέρω ότι η ειδοποίηση αυτή και η διαδοχή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd απασχόλησε τον ευπαίδευτο δικηγόρο των Εναγομένων Αιτητών και σε προφορική του συμπληρωματική αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώντας ότι με βάση αυτήν την ειδοποίηση η Τράπεζα Κύπρου έπαυσε να είναι διάδικος στη διαδικασία, έπαυσε να έχει επίδικα δικαιώματα στην αγωγή και πάρα τούτο, μέχρι και την καταχώρηση ένστασης στις 21.7.2021, συμπεριφέρθηκε ως να ήταν διάδικος, ενώ ο ενόρκως δηλών XXXXX Αδαμίδης στην ένορκή του δήλωση, που συνοδεύει την αίτηση, δηλώνει εξουσιοδοτημένος από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ να προβεί σε αυτήν, ενώ όπως φαίνεται από την ειδοποίηση που έχει καταχωρηθεί, τα δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είχαν ήδη μεταφερθεί στην εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd. Σε ό,τι αφορά επίσης την εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd, είναι η θέση του ότι αυτή πρόκειται για ένα εντελώς νέο ίδρυμα, για το οποίο δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε πληροφορία που να δείχνει ότι είναι φερέγγυο. Ήταν επίσης η θέση του ότι η ισχυριζόμενη φερεγγυότητα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ δεν μπορεί να αποδοθεί στον νέο διάδικο. Ο κύριος Παναγίδης αναφέρθηκε επίσης προφορικά στην αγόρευσή του στην αίτηση που είχε καταχωρηθεί αναφορικά με την ερμηνεία των όρων της σύμβασης, αναφέροντας ότι οι Εναγόμενοι Αιτητές, από πολύ καιρό, πριν η Ενάγουσα τερματίσει τη συμφωνία, άρχισαν να προσπαθούν να βρουν το πρόβλημα και να το λύσουν. Επιμένουν δε ότι οι πελάτες τους έχουν καταβάλει το ποσό των €1.500 μηνιαίως, το οποίο δεν είναι αυθαίρετο. Αναγνωρίζουν ότι έχουν οφειλή προς την Ενάγουσα, ότι έλαβαν το κεφάλαιο που η Ενάγουσα ισχυρίζεται, αλλά είναι η θέση τους ότι η οφειλή τους σήμερα με βάση τους ορθούς υπολογισμούς των επιτοκίων και χωρίς τις υπερχρεώσεις, έπρεπε να είναι γύρω στις €430.000 και όχι €600.000 ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται. Επέμενε στην αγόρευσή του ότι σε περίπτωση έκδοσης του Διατάγματος, εν πάση περιπτώσει, η Ενάγουσα δεν πρόκειται να πάθει καμία ζημιά και είναι πλήρως εξασφαλισμένη από τις υποθήκες που έχουν παραχωρηθεί. Η κυρία Πεύκου στην προφορική της αγόρευση, αφού υιοθέτησε με τη σειρά της τη γραπτή αγόρευση που παρουσίασε στο Δικαστήριο, εξήγησε ότι ο κύριος Αδαμίδης, που έχει ορκιστεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, έχει πράξει τούτο στη βάση του άρθρου 18
(4)του Ν169/15, που προνοεί ότι αντικατάσταση και υποκατάσταση διαδίκου σε εκκρεμούσα διαδικασία λαμβάνει χώρα με καταχώρηση ειδοποίησης σε οικείο Πρωτοκολλητείο και αναφέρεται και στον αγοραστή και στον πωλητή αντίστοιχα. Ακολούθως, επανέλαβε τα όσα αναφέρει στην αγόρευσή της για το ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60 για έκδοση των Διαταγμάτων, τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές για παράνομες χρεώσεις είναι εντελώς αυθαίρετα και δεν φαίνονται πώς υπολογίστηκαν και είναι η θέση της ότι η φερεγγυότητα του οργανισμού που διαδέχτηκε την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δεν αμφισβητείται και όταν υλοποιηθεί η εκποίηση της υποθήκης, εάν εισπραχθεί οποιοδήποτε ποσό πέραν του οφειλόμενου, θα επιστραφεί στους Αιτητές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι που έθεσαν την υποθήκη στη διάθεση του Δικαστηρίου. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, ήταν η τελική της θέση, κλίνει υπέρ της απόρριψης των αιτούμενων Διαταγμάτων και της διατήρησης του status quo. Στη δική τους γραπτή αγόρευση οι συνήγοροι των Αιτητών αναφέρονται σύντομα στο χρονικό ιστορικό της υπόθεσης, όπως και την αίτηση, τη νομική της βάση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, την ένσταση, τους λόγους ένστασης και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Προτού ασχοληθούν με τη νομική πτυχή που διέπει το θέμα, δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι Αιτητές έλαβαν επιστολές, ημερομηνίας 14.6.2021, περί τα μέσα Ιουλίου του 2021, με τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και η Themis Portfolio Management Holdings Ltd τους ενημέρωναν ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και η εξασφάλιση αυτής, δηλαδή η υποθήκη με αριθμό XXXXX/2007, μεταβιβάστηκε στις 18.6.2021 από την Τράπεζα Κύπρου στη Themis Portfolio Management Holdings Ltd. Τονίζουν ότι κατά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, οι Αιτητές δεν είχαν γνώση της μεταβίβασης, η οποία είχε λάβει χώρα προγενέστερα. Ούτε και η Ενάγουσα αποκάλυψε το γεγονός αυτό είτε κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου για την υπό κρίση αίτηση στις 30.6.2021 ούτε όταν οι Αιτητές την 1η.7.2021 είχαν κάνει μία πρόταση για ενδιάμεσο συμβιβασμό. Δεν ενημερώθηκαν οι Αιτητές για το γεγονός αυτό, όπως επίσης δεν ενημερώθηκαν για το γεγονός αυτό στις 2.7.2021, όταν έτυχαν πληροφόρησης ότι η πρότασή τους είχε απορριφθεί. Επίσης, η ένορκη δήλωση του κυρίου Αδαμίδη, που συνοδεύει την ένσταση, που έχει καταχωρηθεί στις 27.7.2021, δεν κάνει καμία αναφορά στο γεγονός αυτό και μάλιστα, ο κύριος Αδαμίδης αναφέρεται σε φερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση, η οποία είναι πιστωτικό ίδρυμα. Είναι συναφώς η θέση τους ότι η Καθ' ης η Αίτηση εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο, αλλά και τους Αιτητές ότι η συγκεκριμένη διευκόλυνση δεν ανήκει πλέον σε πιστωτικό ίδρυμα, αλλά σε νεοσύστατη εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, για να εισηγηθεί ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή και σίγουρη για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Αιτητών. Όπως περαιτέρω αναφέρουν οι Αιτητές στη γραπτή τους αγόρευση, όταν ενημερώθηκαν για την πώληση της επίδικης διευκόλυνσης στη Themis Portfolio Management Holdings Ltd, επικοινώνησαν με υπεύθυνο άτομο για να προσπαθήσουν να τους μεταβιβάσουν τις συμβιβαστικές προτάσεις που κατά καιρό έκαναν οι Αιτητές, για να διαπιστώσουν ότι πρόκειται για τους ίδιους λειτουργούς που χειρίζονταν τον λογαριασμό τους στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και καμία απολύτως προθυμία δεν υπήρχε από πλευράς τους για εξεύρεση λύσης. Αναφέρουν δε ότι η ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για την αλλαγή που έγινε, καταχωρήθηκε μόλις στις 9.8.2021 στον φάκελο της διαδικασίας και μάλιστα μετά από παρότρυνση των ίδιων των Αιτητών. Αναφέρουν επίσης, ότι γνωρίζουν ότι τα θέματα αυτά δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία, αλλά ισχυρίζονται ότι αρκετά από αυτά αποτελούν δικαστική γνώση και μπορεί το Δικαστήριο με βάση την ειδοποίηση που καταχώρησε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στις 9.8.2021 να λάβει το Δικαστήριο ως δεδομένο ότι από τις 8.6.2021 η Τράπεζα Κύπρου δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα επί της επίδικης σύμβασης και συνεπώς ούτε την ημέρα που καταχώρησε ένσταση είχε οποιοδήποτε σχετικό δικαίωμα, γι' αυτό και καλούν το Δικαστήριο να αγνοήσει το σύνολο της ειδοποίησης ένστασης, συμπεριλαμβανομένης της ένορκης δήλωσης του κυρίου Αδαμίδη και των οποιωνδήποτε Τεκμηρίων έχει καταθέσει στο Δικαστήριο. Η μοναδική θέση που έχει το Δικαστήριο ενώπιόν του, είναι ότι ο κύριος Αδαμίδης είναι εξουσιοδοτημένος από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αλλά την ημερομηνία που δήλωνε το γεγονός αυτό, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είχε πλέον παύσει να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στην παρούσα σύμβαση, αφού είχε ήδη μεταβιβαστεί στη Themis Portfolio Management Holdings Ltd από τις 8.6.
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω θέσεων τους, οι συνήγοροι των Αιτητών ακολούθως, ασχολούνται με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, παραθέτοντας τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών ενδιάμεσων Διαταγμάτων, όπως αυτές έχουν ερμηνευτεί από τη νομολογία, παραθέτοντας αριθμό νομολογίας και σχετικά αποσπάσματα. Ακολούθως, προχωρούν να εφαρμόσουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60 στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχοντας τη βασική θέση ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Θεωρώ περιττό να αναπαράξω την όλη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των Αιτητών αναφορικά με τα ζητήματα αυτά, εφόσον η γραπτή τους αγόρευση βρίσκεται κατατεθειμένη και αποτελεί μέρος του δικαστικού φακέλου. Πέραν της παράθεσης της νομολογίας, αναφέρουν με λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς της Ανταπαίτησής τους και τις θέσεις τους γενικότερα σε ό,τι αφορά την κατάρτιση της σύμβασης και των τροποποιητικών συμβάσεων αυτής μεταξύ των και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Κάνουν επίσης αναφορά στην απόφαση του έντιμου Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. στην πρωτογενή αίτηση 1/2018, με την οποία αποφάσισε την ερμηνεία των όρων της σύμβασης. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι η Ενάγουσα άσκησε εναντίον τους ψυχική πίεση, καταχράστηκε της εμπιστοσύνης που της δόθηκε και με παραπομπή στη νομολογία είναι η θέση τους ότι η υπογραφή του όρου σχετικά με τη μονομερή αύξηση του περιθωρίου του επιτοκίου, που ήταν κατά παράβαση του νόμου, δεν μπορεί να νομιμοποιείται με την υπογραφή των Αιτητών. Αναγνωρίζουν ότι το θέμα αυτό θα αποτελέσει θέμα που θα εκδικαστεί κατά την ουσία της αγωγής, όμως θεωρούν ότι τα γεγονότα που έχουν παρατεθεί, ικανοποιούν την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή αυτή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Παρόμοια είναι και η θέση τους αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή θεωρούν ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία. Παραθέτοντας σχετική νομολογία, αναφέρουν ότι στο στάδιο αυτό δεν καλούν το Δικαστήριο ούτε να ερμηνεύσει τους όρους της σύμβασης, ούτε να αποφασίσει εάν αυτή ήταν καταχρηστική, ούτε εάν νόμιμα επέτρεπαν στην Ενάγουσα να αυξομειώνει κατά το δοκούν το περιθώριο του επιτοκίου. Αυτό που ζητούν είναι την αναστολή του πλειστηριασμού μέχρι της τελικής εκδίκασης τους κύριου θέματος της αγωγής, γιατί είναι η θέση τους ότι με βάση τις έγγραφες προτάσεις των Αιτητών, υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και υπάρχουν γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανής ορατότητας οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία παραθέτοντας σημεία από την Ανταπαίτηση τους και άρθρα του περί Συμβάσεων Νόμου, όπως έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία. Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αναφέρουν ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Η τρίτη προϋπόθεση δεν συναρτάται μόνο με την υλική ζημιά, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία. Θέση τους είναι ότι στην παρούσα υπόθεση θα είναι δύσκολο, εάν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Είναι δε η θέση τους ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων, ως ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Αιτητών, γι' αυτό και η έκδοση των Διαταγμάτων με βάση τις αρχές της επιείκειας είναι επιβεβλημένη. Αναφέρουν ότι πέραν της υλικής ζημιάς που θα υποστούν οι Αιτητές, το ζήτημα πώλησης της κατοικίας τους και αλλαγής στέγης ενώ καταβάλλουν ανελλιπώς τη δόση τους, προκαλεί οχληρία και παράνομη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των Αιτητών και των παιδιών τους, ενώ η Καθ' ης η Αίτηση προσπορίζεται παράλληλα περαιτέρω κέρδος. Επαναλαμβάνουν επίσης τη θέση τους, ότι η Themis Portfolio Management Holdings Ltd είναι μία νεοσύστατη εταιρεία, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τραπεζικό ίδρυμα και δεν υπάρχει καμία πληροφορία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τη φερεγγυότητά της. Επομένως, θεωρούν ότι η αίτηση των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι και αναγκαία και απαραίτητη, γιατί υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να μην μπορούν οι Αιτητές σε μεταγενέστερο στάδιο να αποζημιωθούν για οποιαδήποτε ζημιά αποδειχθεί στο μέλλον ότι υπέστησαν. Ακολούθως, ασχολούνται με την ένσταση της Ενάγουσας και είναι η θέση τους ότι κανένας από τους 7 λόγους ένστασης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Επίσης, αναφέρουν ότι στην Έκθεση Απαίτησής τους, οι Ενάγοντες αναφέρονται σε δύο υποθήκες και δύο ενυπόθηκα ακίνητων, ενώ με το Τεκμήριο 2 επιβεβαιώνεται ότι η υπόθεση αναφορικά με το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 0/6847 έχει εξαλειφθεί από το
- Ασχολούνται τελικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας και τη διαφύλαξη του status quo και είναι η θέση τους ότι πέραν του ότι οι Αιτητές απέδειξαν ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60, το Δικαστήριο έχει και τη διακριτική ευχέρεια να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή άδικο να εκδώσει ή όχι τα αιτούμενα Διατάγματα. Με αναφορά στη νομολογία θεωρούν ότι η συντήρηση του υφιστάμενου κράτους πραγμάτων, δηλαδή η συνέχιση εκπλήρωσης της επίδικης σύμβασης, η οποία υφίσταται μπορεί να γίνει μόνο με την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, αφού τυχόν απόρριψη των αιτούμενων Διαταγμάτων ισοδυναμεί με απόδοση κατοχής στην Καθ' ης η Αίτηση και αναγνώριση ότι το όφελος που αποκτήθηκε εις βάρος των Αιτητών από την Καθ' ης η Αίτηση από τη μέρα του ισχυριζόμενου τερματισμού μέχρι και σήμερα, καλώς και νομίμως αποκτήθηκε και έτσι θα ανατραπεί αντί να διατηρηθεί το status quo. Επαναλαμβάνουν ότι οι Αιτητές είναι και ήταν οι πλέον συνεργάσιμοι δανειολήπτες, συνεπέστατοι και κατέβαλαν ήδη το ήμισυ του αρχικού κεφαλαίου του δανείου. Θεωρούν ότι θα έπρεπε να χρεώνονται με άλλο επιτόκιο από αυτό που τους χρεώνει η Ενάγουσα. Έστω και εάν έχουν λάθος, θα πρέπει πριν κριθεί τούτο να επιτραπεί στην Ενάγουσα να ικανοποιήσει το σύνολο της ισχυριζόμενης απαίτησής τους εκποιώντας την κατοικία τους που είναι σήμερα διπλάσιας αξίας. Καταληκτικά, θεωρούν ότι με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου, η έκδοση και επίδοση της Ειδοποίησης Τύπος ΙΑ και η πώληση της ενυπόθηκης κατοικίας, διαταράσσει την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων και θα πρέπει να απαγορευτεί, γι' αυτό και αιτούνται την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Στη δική της γραπτή αγόρευση η συνήγορος της Ενάγουσας προβαίνει με τη σειρά της σε μία σύντομη αναδρομή των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση και εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης και επαναλαμβάνουν τη βασική τους θέση, ότι δεν υπάρχει ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας ούτε συζητήσιμη υπόθεση για να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αλλά και το γεγονός ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι αρκετή για κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Εναγομένων Αιτητών, ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση. Ακολούθως, στην αγόρευσή της με τίτλο «Πραγματική ακολουθία» αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύναψη της πρώτης σύμβασης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων μέχρι τη διαμόρφωση πραγμάτων μέχρι σήμερα με τις διάφορες τροποποιητικές συμφωνίες. Περαιτέρω στην αγόρευση της, με τίτλο «Νομικό πλαίσιο» πραγματεύεται τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60, με πλήρη και ουσιαστική αναφορά στη νομολογία που διέπει το θέμα. Ακολούθως, υπαγάγει τις αρχές της νομολογίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της, ότι καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν ικανοποιείται και ειδικότερα δεν υπάρχει καν συζητήσιμη υπόθεση στην Ανταπαίτηση των Αιτητών ούτε και πιθανότητα αυτοί να δικαιούνται σε θεραπεία, εφόσον το ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει έγκειται στη μεταβολή του κυμαινόμενου επιτοκίου της σύμβασης δανείου, ημερομηνίας 22.5.
- Επαναλαμβάνει ότι ο όρος για μεταβολή του επιτοκίου δεν συμπεριλήφθηκε μόνο στην αρχική σύμβαση μεταξύ Αιτητών και Ενάγουσας, αλλά και σε όλες τις μεταγενέστερες τροποποιητικές συμφωνίες, επομένως, καθίσταται ολοφάνερο ότι οι Εναγόμενοι Αιτητές έχουν αποδεχτεί τους όρους της επίδικης συμφωνίας, όπως έχει τροποποιηθεί, ήταν πάντοτε στη γνώση τους, ουδέποτε τους αμφισβήτησαν και έτσι εφαρμόζεται το δόγμα Estoppel, με αποτέλεσμα να κωλύονται να τους αμφισβητούν. Παραπέμπει σχετικά σε νομολογία. Ακολούθως ασχολείται με την απόφαση του εντίμου Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ., στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 1/2018 που καταχώρησαν οι Αιτητές και της δικαστικής ερμηνείας του περί των όρων της σύμβασης που έχει δώσει, αναφέροντας ότι κατά ακολουθία αυτών ενισχύεται η θέση της περί μη ύπαρξης καν συζητήσιμης υπόθεσης. Προβάλλει σχετικά δε τη θέση ότι ακόμα και να ανατραπεί η απόφαση του κυρίου Χαραλάμπους στο Εφετείο, δεν είναι σίγουρο ότι η ύπαρξη ενός καταχρηστικού όρου, παρόλο που κατά την άποψή της δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, οδηγεί σε ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης δανείου. Επαναλαμβάνει δε ότι δεν υπάρχει καμία ορατότητα επιτυχίας της Ανταπαίτησης των Αιτητών και δεν θα υποστούν καμία ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού σε περίπτωση που πετύχει η Ανταπαίτησή τους, η ισχυριζόμενη ζημιά, την οποία τυχόν αυτοί θα υποστούν, αποτιμάται σε χρήμα, είναι εύκολα υπολογίσιμη και η Ενάγουσα ως φερέγγυα μπορεί να τους αποζημιώσει. Απορρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς για προβλήματα στην ψυχική υγεία των παιδιών των Εναγομένων, αναφέροντας πως οι ηλικίες τους, 19 και 15 ετών, τους δίδει τη δυνατότητα να αντιληφθούν πλήρως τι συμβαίνει και επομένως καμία απολύτως ανεπανόρθωτη ζημιά δεν προκαλείται. Είναι η τελική της θέση ότι ούτε και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση αίτησης. Η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακίνητου ενεργοποιήθηκε και ακολουθείται σωστά και αφ' ης στιγμής μπορούν οι Αιτητές να αποζημιωθούν σε χρήματα, τότε το ισοζύγιο της ευχέρειας συγκλίνει υπέρ της τήρησης των συμβατικών τους υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης και των προνοιών της σύμβασης υποθήκης, την οποία οι ίδιοι οι Αιτητές παραχώρησαν στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού Διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R.557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ.71/11 ημερ. 16.4.14). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνονται σε τέτοιες διαδικασίες και οι ένορκες δηλώσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1Β Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.231. Όπως περαιτέρω προκύπτει από την Αγωγή, φαίνεται επίσης ότι η θέση των Εναγομένων ότι αμφισβητούν την έκδοση του επίδικου διατάγματος στα πλαίσια του Ν.169
(1)/15 και το σχέδιο διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 23/05/2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/2019, όπως έχω ήδη αναφέρει, αν μπορεί να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο, θα εξεταστεί στα πλαίσια της αγωγής και συνεπώς οι Εναγόμενοι Αιτητές δεν θα στερηθούν το δικαίωμα τους να το προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Από όσα προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αλλά και τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων για τις δύο πλευρές, όπως και τις διευκρινίσεις που έχουν τεθεί προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι Αιτητές δεν αρνούνται, αντίθετα παραδέχονται ρητά, ότι σύναψαν αρχική συμφωνία δανείου με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατά ή περί τις 22.5.2007 με την οποία η Ενάγουσα συμφώνησε όπως παραχωρήσει στους Εναγόμενους 1 και 2 δάνειο εκ 350.000 Λίρες Κύπρου για ανέγερση ιδιόκτητης κατοικίας με βασικούς όρους την αποπληρωμή του δανείου σε 35 χρόνια, για τα πρώτα δύο χρόνια και μέχρι να ολοκληρωθεί η ανέγερση δεν θα πληρώνονται τόκοι, ούτε κεφάλαιο. Ενώ τα υπόλοιπα χρόνια θα καταβάλλεται μηνιαία δόση ύψους €2.415 μέχρι εξόφλησης, πλέον τόκους. Όροι της συμφωνίας ήταν επίσης ότι η Ενάγουσα μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει ανάλογα το ποσό κάθε δόσης ή τον αριθμό των δόσεων και την ημερομηνία λήξης του δανείου κατά την κρίση της. Ο λογαριασμός αυτός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο 5,50% ετησίως, που αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας που κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας ήταν 4,50%, προσαυξημένο κατά 1% και οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται κάθε 6 μήνες, δηλαδή κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η εν λόγω συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε εκ συμφώνου από την Ενάγουσα και τους Εναγόμενους Αιτητές με αποφάσεις/εγκρίσεις ημερομηνίας 30.4.2010, 18.2.2011, 25.4.2013, 24.4.2014, 16.5.2016 και 24.5.
- Με την τελευταία τροποποίηση είχε συμφωνηθεί ότι το δάνειο θα αποπληρωθεί σε 12 μηνιαίες δόσεις οι οποίες θα ανέρχονται σε €2.100 η κάθε μία από 24.6.2016 και στη συνέχεια με 224 μηνιαίες δόσεις οι οποίες ενδεικτικά θα ανέρχονται σε €3.693,10 η κάθε μία πληρωτέες την ίδια μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης, που ορίστηκε η 24.1.
- Οι Εναγόμενοι συμφώνησαν επίσης όπως η εν λόγω διευκόλυνση δανείου θα χρεώνεται με έξοδα και επιβαρύνσεις που βρίσκονται επισυνημμένοι σε καταλόγους προμηθειών και χρεώσεων επί των συμβάσεων οι οποίες υπογράφηκαν από τους Εναγόμενους και πρόσθετες διευκολύνσεις, δηλαδή συμβάσεις υποθήκες και συγκεκριμένα τις υποθήκες XXXXX/2008 και XXXXX/2007 που αφορούν ένα οικόπεδο στον Άγιο Αντρέα, το όλο μερίδιο, και ένα διώροφο διαμέρισμα το οποίο έχει ανεγερθεί επί του αναφερόμενου οικοπέδου, επίσης το όλο μερίδιο. Επιπρόσθετα και ως περεταίρω εξασφάλιση, οι Εναγόμενοι με συμφωνίες εκχώρησης 22.6.2016 εκχώρησαν όλα τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από ασφαλιστικά συμβόλαια ζωής που έχουν υπογράψει με τη Eurolife Ltd, στην Ενάγουσα όταν αυτά καταστούν πληρωτέα. Οι διαφωνίες των διαδίκων όπως φαίνονται μέσα από τα δικόγραφα, αλλά και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την επίδικη αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, είναι πολλές. Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι, αν και δεν αμφισβητούν ότι έχουν λάβει το ποσό των χρημάτων που αναφέρεται από την Ενάγουσα και αναγνωρίζουν ότι συνεχίζουν να της οφείλουν ποσό δυνάμει αυτού, αμφισβητούν τους τόκους, τις επιβαρύνσεις και τα έξοδα με τα οποία χρεώνεται ο λογαριασμός τους από την Ενάγουσα, ισχυρίζονται ότι οι υπογραφές των συμφωνιών συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνιών υποθηκών και εκχώρησης των δικαιωμάτων τους από συμβάσεις ασφαλειών ζωής, έγιναν καταχρηστικά και καταπιεστικά λόγω της τεράστιας πίεσης που ασκήθηκε παράνομα από τους λειτουργούς της Ενάγουσας προς το άτομο τους και συμφωνούν ότι ενώ οι πραγματική προβλεπόμενη μηνιαία δόση ήταν 2.145 Λίρες Κύπρου, η Ενάγουσα προχώρησε μονομερώς σε αύξηση της δόσης αυτής αφού χρεώθηκαν έξοδα, τόκοι, επιτόκια, έγιναν αναπροσαρμογές τόκων παράνομα, με αποτέλεσμα να μεταβάλει μονομερώς και να αυξήσει το ποσό της δόσης. Αναφέρουν δε, ότι οι ίδιοι αποφάσισαν μονομερώς ότι επειδή δεν συμφωνούσαν με το ποσό της δόσης που η Ενάγουσα επέβαλε σε αυτούς, κατέβαλαν για κάποιο χρονικό διάστημα μικρότερο ποσό, αυτό που κατά την άποψη τους ήταν αυτό που θα έπρεπε να χρεώνεται με βάση τους πραγματικούς όρους της συμφωνίας, αφαιρεμένων όλων των παράνομων χρεώσεων. Αποτάθηκαν επίσης στο Δικαστήριο με Γενική Αίτηση ζητώντας ερμηνεία και καθορισμό του ύψους του επιτοκίου με βάση τους όρους της σύμβασης. Το αποτέλεσμα της εν λόγω αίτησης ήταν να γίνει μία ερμηνεία των όρων σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, με την οποία διαφωνούν και καταχώρησαν σχετικά έφεση, η οποία και εκκρεμεί. Ισχυρίζονται επίσης ότι η Ενάγουσα προχώρησε σε ψευδείς παραστάσεις έναντι τους, απάτη, άσκησε ψυχική πίεση και/ή εξαναγκασμό και εκμεταλλεύτηκε την οικονομική της υπεροχή και την υπερισχύουσα διαπραγματευτική της θέση, καταχρώμενη τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, για να επιβάλει στους Εναγόμενους παράνομους και καταχρηστικούς όρους που επέφεραν ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες σε αυτούς. Αρνούνται επίσης ότι το σημερινό υπόλοιπο του δανείου είναι αυτό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα στην αγωγή της, δηλαδή €610.682,40, πλέον τόκους προς 3,4772% και τόκο υπερημερίας προς 2% επί του ποσού των €608.621,44 από 17.1.2019 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, και ισχυρίζονται ότι το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού τους δεν υπερβαίνει τις €430.000 και προς τούτο αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου. Εκτός από αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας λόγω εφαρμογής αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οικονομικού εξαναγκασμού και τιμωρητικές ή/και επ' αυξημένες αποζημιώσεις, ζητούν επίσης αποφάσεις του Δικαστηρίου που να κηρύττουν ακυρώσιμη κατ' εκλογή των Εναγομένων τη σύμβαση στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 22.5.2007 όπως έχει τροποποιηθεί, διάταγμα ότι όλες οι τροποποιητικές συμφωνίες που ακολούθησαν είναι επίσης παράνομες και άνευ αντιπαροχής και άρα άκυρες, αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει ως άκυρες όλες τις παράνομες χρεώσεις που επιβλήθηκαν στο επίδικο δάνειο και επαναφορά της προσαύξησης στο 1% ως η αρχική συμφωνία, εξάλειψη της υποθήκης XXXXX/2008 που αφορά τόσο το επίδικο ακίνητο, όσο και το διαμέρισμα που βρίσκεται κτισμένο επί αυτού, όπως επίσης και ως άκυρη την απόφαση της Ενάγουσας περί τερματισμού του δανείου, την αποστολή των διαφόρων ειδοποιήσεων με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 44Α μέχρι 44ΙΑΑ του Νόμου 9/65 και της ΚΔΠ 185/
- Όπως έχει αναφερθεί, η αίτηση που καταχωρήθηκε εκ πλευράς των Εναγομένων Αιτητών, αφορά την έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας πώλησης του επίδικου ακίνητου στον Άγιο Αντρέα, o οποίος είναι ορισμένος να διεξαχθεί στις 15.11.2021 και ώρα 10:00 π.μ. και την περαιτέρω αποστολή ειδοποιήσεων και/ή δημοσίευση της πώλησης δια πλειστηριασμού του επίδικου ακίνητου σε ιστοσελίδες ή στον ημερήσιο τύπο καθ' ότι, κατά την άποψη τους, τούτο εκτός από την οικονομική τους καταστροφή, θα επιφέρει ψυχική οδύνη και τραύματα τόσο στους Αιτητές, αλλά ειδικά στα ανήλικα τέκνα τους, τα οποία θα επηρεαστούν πολύ δυσμενώς σε περίπτωση που η οικογενειακή τους κατοικία πωληθεί και αναγκαστούν να μετακομίσουν σε άλλη κατοικία, άλλη περιοχή μακριά από τους φίλους τους, αλλαγή της προσωπικής τους ζωής όπως έχει διαμορφωθεί με βάση τη διεύθυνση της κατοικίας τους και πιθανή αλλαγή σχολείων. Επίσης, όπως έχει ήδη αναφερθεί στο στάδιο των αγορεύσεων της αίτησης και χωρίς να έχει αντεξεταστεί κανένας από τους ενόρκως δηλούντες, ο κύριος Παναγίδης εκ πλευράς των Αιτητών αμφισβήτησε τη νομιμότητα της μεταφοράς του επίδικου δανείου από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd, επισημαίνοντας το γεγονός ότι με το δεδομένο ότι η ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου για την εν λόγω διαδοχή φέρει ημερομηνία 9.8.2021, η αγωγή φέρει ημερομηνία καταχώρησης 2.9.2019, η ένσταση έχει καταχωρηθεί στις 27.7.2021 και πάλι καταχωρήθηκε στο όνομα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και την ορκίζεται υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ο κύριος XXXXX Αδαμίδης, αναφέροντας ότι εφόσον η επικύρωση της μεταβίβασης από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Themis Portfolio Management Holdings Ltd έγινε δυνάμει προνοιών σχεδίου διακανονισμού που επικυρώθηκε στις 4.6.2021 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και τέθηκε σε ισχύ στις 8.6.2021, αλλά ειδοποίηση περί τούτου τοποθετήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου μόλις στις 9.8.2021, ο κύριος Αδαμίδης που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν είχε καμία εξουσιοδότηση να προβεί σε αυτή, αφού η εξουσιοδότηση που έχει είναι από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως o ίδιος δηλώνει, και όχι από την εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd και θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του ορθή και βάσιμη ένσταση, την οποία το καλούν να αγνοήσει. Ο κύριος Παναγίδης παραδέχτηκε στην αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα θέματα αυτά δεν έχουν τεθεί με μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά μόνο μέσω της αγόρευσης του. Θεωρεί όμως ότι είναι τέτοιας υφής, που το Δικαστήριο θα πρέπει να τα λάβει υπόψη του συνδέοντας την ύπαρξη της εταιρείας Themis Portfolio Management Holdings Ltd, ιδιαίτερα με την τρίτη προϋπόθεση του Νόμου 32/2014, δηλαδή το θέμα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αναφέροντας ότι δεν υπάρχει καμία πληροφορία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με τη φερεγγυότητα της εταιρείας Themis Portfolio Management Holdings Ltd, η οποία φαίνεται να είναι μία νεοσύστατη εταιρεία για την οποία δεν γνωρίζουμε οτιδήποτε. Σε σχέση με το θέμα αυτό, η απάντηση του Δικαστηρίου είναι ότι, ως ορθά ανάφερε ο κύριος Παναγίδης, τα θέματα αυτά έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία και όχι προφορικά κατά την αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, οι ίδιοι οι δικηγόροι των Αιτητών αναφέρουν στην αγόρευση τους, αλλά και ο Αιτητής 2 στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι οι Λειτουργοί της Ενάγουσας που χειρίζονται το δάνειο τους, το οποίο έχει πλέον μεταφερθεί στην εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd είναι οι ίδιοι οι Λειτουργοί που χειρίζονταν το δάνειο τους και ως υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επομένως η θέση αυτή του κυρίου Παναγίδη ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του ορθή ένσταση αφού η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν την έχει ορκιστεί πρόσωπο που να φαίνεται να έχει θετική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης και δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τη φερεγγυότητα της εταιρείας Themis Portfolio Management Holdings Ltd, είναι ότι η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, τόσο διότι αποδεδειγμένα η εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd αποτελεί μέρος του Ομίλου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η ειδοποίηση που έχει δοθεί στο Δικαστήριο είναι η ορθή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 169 (I)/2015 και ειδικότερα το άρθρο 18 αυτού, όπως και το σχέδιο διακανονισμού που επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 4.6.
- Σε ό,τι αφορά το θέμα φερεγγυότητας της εταιρείας Themis Portfolio Management Holdings Ltd, αναφέρω ότι αποτελεί όπως έχω ήδη πει μέρος του Ομίλου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα του τόπου και θεωρώ επομένως ότι υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνα τα γεγονότα από τη δικαστική γνώση του Δικαστηρίου που να του επιτρέπουν να θεωρεί την εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd ως φερέγγυα. Επομένως, θεωρώ ότι αυτό το σκέλος του επιχειρήματος των Αιτητών αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, δεν ευσταθεί. Όσον αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και την πιθανότητα οι Εναγόμενοι να δικαιούνται σε θεραπεία, όπως έχει νομολογηθεί στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να αποφασίσει επί της ουσίας της αγωγής, άρα δεν πρόκειται να αποφανθεί κατά πόσο η βασική σύμβαση και οι επιμέρους τροποποιητικές συμφωνίες είναι έγκυρες ή ακυρώσιμες όπως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι. Με το δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι παραδέχονται την ύπαρξη συμφωνίας δανεισμού, το γεγονός ότι έχουν λάβει το ποσό του δανεισμού από την Τράπεζα Κύπρου, αλλά και τις δικές τους παραδοχές ότι σταμάτησαν να πληρώνουν τη δόση που είχε συμφωνηθεί μετά από τη δική τους ερμηνεία της σύμβασης ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και κατέβαλλαν χαμηλότερη δόση και μετά σταμάτησαν να πληρώνουν οποιαδήποτε δόση με αποτέλεσμα να τερματιστεί η σύμβαση από την Ενάγουσα, θεωρώ ότι και αυτές οι δύο πιθανότητες έχουν μόνο σκιώδη πιθανότητα επιτυχίας. Σε ό,τι αφορά τη θέση τους περί ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού όταν υπέγραφαν τόσο τις επίδικες συμφωνίες και τις τροποποιήσεις αυτών, αλλά και τις συμβάσεις υποθήκες όπως και τις συμφωνίες για εκχώρηση των ασφαλειών ζωής, θεωρώ ότι το επιχείρημα τους εκ των πραγμάτων και λόγω της συμπεριφοράς τους δεν μπορεί να έχει βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας. Οι ίδιοι αποτάθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για δάνειο και οι ίδιοι τουλάχιστον 4 φορές ζήτησαν αναδιάρθρωση ή τροποποίηση των εν λόγω συμφωνιών τις οποίες και πετύχαιναν κάθε φορά και τις υπέγραφαν όπως και το σχετικό έντυπο για τους τόκους και τις χρεώσεις. Επίσης με τη δική τους βούληση υπέγραψαν και τις συμβάσεις υποθήκης και τις συμβάσεις εκχώρησης συμβολαίων ζωής, αφού τους ζητήθηκε από την Ενάγουσα περαιτέρω εξασφάλιση για τα δάνεια. Η συμπεριφορά τους επομένως, αποδεχόμενοι δηλαδή σ' αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα από το 2007 μέχρι και τις 17.6.2021 που καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, αλλά και τις 18.2.2020 που είχαν καταχωρήσει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, τους εμποδίζει από το να ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, ειδικά στα πλαίσια έκδοσης μονομερούς διατάγματος, όπου επαναλαμβάνω ότι δεν εκδικάζεται η ουσία της αγωγής. Στα πλαίσια του άρθρου 18 του Ν.169(Ι)/15 και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 4/6/2021 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 8/6/2021, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μεταβίβασε στην εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ αποφάσεως χρέη και τις εξασφαλίσεις αυτών περιλαμβανομένων και αυτών των Εναγομένων 1, Αιτητών. Το αποτέλεσμα που είχε το εν λόγω διάταγμα και η νομιμότητα του, deν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ.209). Περαιτέρω, σε σχέση με τον ισχυρισμό ανεπανόρθωτης βλάβης, εκεί όπου δεν αμφισβητείται η παραχώρηση υποθήκης, έστω και εάν το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την μόνιμη κατοικία των Αιτητών, εξετάστηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Αγωγή αρ.484/2018, 1.Παπαδάκη, κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Bank Ltd, ημερ. 25/01/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Όπως λέχθηκε από την Π.Ε.Δ. Δημητριάδου, ως ήταν τότε: «Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν Θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. [,..] δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. [...] η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα.» Οι αξιώσεις των Εναγομένων Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και αποτιμώνται σε χρήμα και η ικανότητα της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις, σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης έχει μόνο επιδερμικά επικλειθεί από αυτούς αναφέροντας μόνο ότι πρόκειται για νεοσύστατη εταιρεία που ανέλαβε εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πολλά προβληματικά δάνεια, παράγων ο οποίος οδηγεί πάραυτα σε απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Εάν και εφόσον διαφανεί με κάποιο τρόπο ότι η πώληση του επίδικου ακινήτου, τότε η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση μπορεί να προβεί σε ανάλογη χρηματική αποκατάσταση των Αιτητών. (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1(B) Α.Α.Δ.1235). Συνεπακόλουθα, οι ισχυρισμοί περί ζημίας των Αιτητών δεν τεκμηριώνονται επαρκώς προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Οι Αιτητές έλαβαν ορισμένα ποσά υπό μορφή δανειοδότησης και παρείχαν ως εξασφάλιση τις επίδικες Υποθήκες, όπως άλλωστε παραδέχονται. Επομένως, με την παραχώρηση των δικαιωμάτων τους επί των επίδικων ακινήτων προς την Ενάγουσα, σε αντάλλαγμα της λήψης σημαντικών χρηματικών ποσών, γνώριζαν ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις υπήρχε ο κίνδυνος εκποίησης του εν λόγω ακινήτου, το οποίο με την ελεύθερη τους βούληση υποθήκευσαν. Με άλλα λόγια, οι Αιτητές δεν μπορεί να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς από τη στιγμή που το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση δίδοντάς τους έτσι το δικαίωμα, δυνάμει της Συμβάσης Υποθήκης, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Σχετική είναι επίσης η απόφαση του Έντιμου Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ., στην Αίτηση-Έφεση αρ.182/2018, όπου το Δικαστήριο αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Στην υπό συζήτηση υπόθεση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητη της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης XXXXX/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ήδη από τις 18.02.2007, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλο πρόσωπο». Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι φερέγγυα και ότι σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι επιτύχουν στην Ανταπαίτηση τους, θα μπορεί να τους αποζημιώσει με χρήμα. Οι Εναγόμενοι Αιτητές έθεσαν κάποιους επιδερμικούς ισχυρισμούς ότι η Ενάγουσα δεν γνωρίζουμε ότι φερέγγυα, αντίθετα προέβαλαν τη θέση ότι είναι μια νέα οντότητα. Αντίθετα, η Ενάγουσα διαβεβαιώνει ότι σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή που οι Ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους, διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία του ενεργητικού της για να μπορέσει να καταβάλει στους Ενάγοντες Αιτητές αποζημίωση σε περίπτωση που διαφανεί εν τέλει στο τέλος της διαδικασίας, ότι υπέστησαν ζημιά. Ο κ. Φιλίππου, νυν Π.Ε.Δ., τότε Α.Ε.Δ., στην υπόθεση υπ' αρ.4787/2015 απόφαση ημερ. 17/01/2019, έχει αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού Διατάγματος τα ακόλουθα, με τα οποία συμφωνώ: «Επί της ουσίας η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και/ή δεν έχει ικανοποιήσει τις προθέσεις που θέτει τ άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και/ή η νομολογία. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει και/ή καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι θα είναι δύσκολο η αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί προς όφελος της αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσης αγωγής απορεί να καταβληθεί από τους καθ' ων η αίτηση εφόσον δεν αποδείχθηκε από αυτή η αδυναμία τους να το πράξουν, ενώ οποιαδήποτε ζημιά τυχόν υποστεί η αιτήτρια μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και/ή να αποζημιωθεί.» Αναφέρω επίσης ότι ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη είναι αποτιμητέα αλλά και ανακτήσιμη σε χρήματα η οικονομική επιφάνεια του καθ' ου η αίτηση και η οικονομική δυνατότητα καταβολής των όποιων αποζημιώσεων τυχόν επιδικασθούν υπέρ του αιτητή είναι ένας παράγοντας ο οποίος κρίθηκε ότι λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλ. MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ.1756). Επίσης σχετική είναι η F.K.S. Trading Company Ltd κ.ά ν. Hellenic Bank, όπου ειπώθηκαν από τον Έντιμο Π.Ε.Δ. Παναγιώτου, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αλλά ούτε και η τρίτη προϋπόθεση για αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο έχει αποδειχθεί. Όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από την συνήγορο της εναγόμενης τράπεζας, η ζημιά που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή της, θα απορούσε να αποζημιωθεί με την καταβολή αποζημίωσης στο ύψος των κατ' ισχυρισμών παρανόμως επιβληθέντων χρεώσεων». Με τα πιο πάνω ευθυγραμμίστηκε και η Έντιμη Π.Ε.Δ. Σ. Χατζηγιάννη σε πρόσφατη απόφασή της στην 1885/18 Λατομεία Τοχίνης Αδελφοί Ερωτοκρίτου Λίμιτεδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Limited, ημερ. 02/11/18, όπου το Δικαστήριο κατέληξε επίσης ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση, καθώς οι Αιτητές μπορούσαν να αποζημιωθούν σε χρήμα, παρόλο που οι ισχυρισμοί που προέβαλλαν στην αγωγή τους αφορούσαν υπερχρεώσεις των επίδικων λογαριασμών. Επίσης, στην απόφασή του ημερ. 08/01/19, ο Π.Ε.Δ. Δ. Κίτσιος (τότε Α.Ε.Δ.) μέσα στο πλαίσιο της αγωγής αρ.389/2017 Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν, Αντωνίου Αγαμέμνων κ.ά. ανέφερε τα εξής: «Τέλος, επί του -έωλου- ισχυρισμού τους, ότι σε περίπτωση μη απαγόρευσης των εναγόντων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, η θέση μου είναι η εξής: Από την ώρα που υποθήκευσαν την ακίνητη περιουσία τους, για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 στους ενάγοντες, για το δάνειο που του είχαν παραχωρήσει, προφανώς γνώριζαν -εν πάση περιπτώσει, όφειλαν να γνωρίζουν - για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Με αυτό δεδομένο, εάν σήμερα αισθάνονται ότι σε περίπτωση πώλησης της εν λόγω περιουσίας, θα υποστούν ανεπανόρθωτη συναισθηματική βλάβη, πολύ απλά, δε θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει». Τέλος, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφ.Ε203/13 Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v Hellenic Bank Public Company Ltd, ημερ. 11/09/19, η οποία αφορούσε σε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Εφεσίβλητη Τράπεζα να προχωρήσει στην εκποίηση των επίδικων υποθηκών, ειδικότερα όσον αφορά την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και την ενδεχόμενη απώλεια ακίνητης ιδιοκτησίας που οι Εφεσείοντες είχαν υποθηκεύσει, ο Παμπαλλής Δ. ανέφερε επί λέξει τα εξής: «. Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης...» Χωρίς να παραγνωρίζεται το δικαίωμα των Εναγομένων στην περιουσία τους, η οποία βεβαίως αποτελεί αντικείμενο σύμβασης υποθήκης προς όφελος της Ενάγουσας δυνάμει των σχετικών συμφωνιών και συγκεκριμένης Σύμβασης Υποθήκης, η συνομολόγηση της οποίας δεν αμφισβητείται, θεωρώ πως τα στοιχεία αυτά δεν διαφοροποιούν τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. (ανωτέρω). Η Ενάγουσα προέβαλε τον ισχυρισμό, ο οποίος δεν έχει αντικρουστεί, ότι είναι πλήρως φερέγγυα και μπορεί να ικανοποιήσει την τυχόν οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της και προς όφελος των Εναγόντων. Η θέση αυτή δεν έχει αντικρουστεί από τους Αιτητές. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ιπποδρομιακή Αρχή ν Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ.152, 155 και Ανδρέου Αντώνης ν Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)
(2008)1 Α.Α.Δ.626). Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμα πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, η αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου ούτε και παραβιάζεται οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων να ακουστούν στην αγωγή τους, με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση via Certiorari του Victor Makushin
(2013)1 Α.Α.Δ.2144. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και την απόρριψη των άλλων θέσεων των Αιτητών, κρίνω ότι εν πάση περιπτώσει, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των Αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ.788 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 795: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."» Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση. Και τούτο γιατί αφενός δεν αποδείχθηκε ότι οποιαδήποτε τυχόν ζημιά των Αιτητών δεν είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων και αφετέρου γιατί είναι δίκαιο και εύλογο να αφεθεί η Ενάγουσα να προχωρήσει με την υλοποίηση των δεσμεύσεων των Εναγομένων εφόσον έπαυσαν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους με βάση τις συμβάσεις που υπέγραψαν. Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις από την τυχόν πώληση του ακίνητου, που είναι η οικογενειακή τους κατοικία, τόσο στους ίδιους όσο και στα παιδιά τους, επαναλαμβάνω το εξής απόσπασμα απόφαση του Εφετείου στην απόφαση Loucas Panayiotou Estates Ltd (ανωτέρω) και συγκεκριμένα το εξής απόσπασμα που έχει αναφερθεί από τον τότε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Έντιμο κύριο Κ. Παμπαλλή. «. Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης...» Επομένως, θεωρώ ότι καμία από τις τρεις προϋποθέσεις του Ν14/60 δεν φαίνεται να ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση για να μπορούν να εκδοθούν τα διατάγματα που ζητούν οι Αιτητές και περαιτέρω το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ότι επίσης συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του Διαταγμάτος με τη λογική του ότι εφόσον οι Αιτητές παραδέχονται και τη σύναψη του δανείου και το γεγονός ότι έχουν λάβει τα χρήματα και του ότι έχουν δεχτεί 4 τροποποιήσεις της εν λόγω συμφωνίας, πλείστες όσες έγιναν με δική τους παράκληση και πρωτοβουλία, ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ τους. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι φερέγγυα, η εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd που ανήκει στον Όμιλο της Τράπεζας Κύπρου, κατά τεκμήριο είναι φερέγγυα και αυτή, και όπως αναφέρεται και ρητά στην ένσταση, σε περίπτωση που πωληθεί το επίδικο ακίνητο και υπάρχουν λεφτά προς διάθεση μετά που θα καλυφθούν οι τόκοι και το κεφάλαιο του δανείου και τα άλλα διοικητικά έξοδα της Ενάγουσας, αυτά θα επιστραφούν στους Αιτητές, ενώ σε περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, η Τράπεζα Κύπρου ως φερέγγυο ίδρυμα, και κατ' επέκταση και η εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd, θα μπορεί να τους αποζημιώσει καταβάλλοντας τους ολόκληρα τα ποσά που τυχόν διατάξει το Δικαστήριο να τους αποδοθούν. Το ότι πιθανόν να χάσουν την οικογενειακή τους κατοικία, είναι μία πιθανότητα που αντιμετώπιζαν και το γνώριζαν αυτό με την υπογραφή των συμβάσεων υποθήκης και επομένως δεν μπορεί αυτό να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον εάν επιτύχουν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, με τα χρήματα που θα τους αποδοθούν, πλέον τους τόκους, θα μπορούν να προβούν σε άλλες διευθετήσεις και/ή αγορά άλλης οικογενειακής κατοικίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι κανένας από τους λόγους που έχουν εγερθεί δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, το οποίο και απορρίπτεται όπως και η αίτηση με την οποία αυτό ζητείται. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 Αιτητών, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο