ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΕΝΩΣΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 663/2020, 16/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A483 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 663/2020
- XXXXX ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
- XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗ Ενάγοντες -και- ΕΝΩΣΗΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενοι ___________________________________________________________________________ Αίτηση των Εναγομένων ημερομηνίας 2/7/20 για διαγραφή της Αγωγής Ημερομηνία: 16 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Καμένος. Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Π. Πογιατζής για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Με την υπό κρίση αίτηση αξιώνεται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή αποφασίζεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης ως μη αποκαλύπτουσας καλή και/ή εύλογη αιτία αγωγής και/ή ως ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας και/ή κακόπιστής και/ή καταχρηστικής και/ή αχρείαστης. Β. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή αποφασίζεται η διαγραφή και/ή απόρριψη της Αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης και/ή των αξιούμενων και/ή συναφών αποζημιώσεων και/ή θεραπειών καθότι δεν δύναται να παρασχεθούν και/ή αποδοθούν εξαιτίας του γεγονότος ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίσει και/ή δεν δύναται να αποφασίσει τα εγειρόμενα στην παρούσα Αγωγή ζητήματα εναντίον των Εναγομένων/Αιτητών καθότι αυτά αφορούν και/ή συνδέονται με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, ήτοι της έγκρισης και εγγραφής του τροποποιημένου Καταστατικού των Εναγομένων από την Έφορο Συντεχνιών, η οποία παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα, για την οποία αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Γ. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή αποφασίζεται η διαγραφή και/ή απόρριψη της Αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης και/ή των αξιούμενων και/ή συναφών αποζημιώσεων και/ή θεραπειών καθότι η παρούσα Αγωγή κινείται άνευ της οποιασδήποτε ακυρωτικής απόφασης εκ του Διοικητικού Δικαστηρίου που να ακυρώνει την εκτελεστή διοικητική πράξη της έγκρισης και εγγραφής του τροποποιημένου Καταστατικού των Εναγομένων από την Έφορο Συντεχνιών και συνεπώς οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται τις αιτούμενες θεραπείες από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, θθ. 1, 4, 26 και 27, Δ.27 θθ. 1-3, Δ.29 θθ. 1-2, Δ.39, Δ.48, θθ. 1-9 και 13 και Δ.64 θθ. 1 και 2, επί των άρθρων 2, 21, 22, 29, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως έχει τροποποιηθεί, επί των άρθρων 30, 146 και 179 του Συντάγματος, στα άρθρα 9 και 18 του Περί Συντεχνιών Νόμου 71/1965 ως τροποποιήθηκε και επί των πρακτικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των γενικών αρχών του δικαίου και της επιεικείας. Την υπό κρίση Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Φράγκου, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων (στο εξής ο ΓΦ και η Ένορκη Δήλωση Φράγκου). Σύμφωνα με τον ΓΦ η βάση της απαίτησης των Εναγόντων είναι η τροποποίηση του Καταστατικού των Εναγομένων καθότι με την τροποποίηση, κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Συνεχίζει, λέγοντας ότι το Καταστατικό τροποποιήθηκε στα πλαίσια Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης η οποία έλαβε χώρα νόμιμα στις 20 Νοεμβρίου 2019 και οι σχετικές τροποποιήσεις απεστάλησαν στο γραφείο της Εφόρου Συντεχνιών για εγγραφή δυνάμει του άρθρου 18
(3)του περί Συντεχνιών Νόμου 71/1965 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τον ΓΦ, η Έφορος Συντεχνιών ακολούθως προχώρησε στην εγγραφή και κατ' επέκταση έγκριση της τροποποίησης και επισυνάπτει ως Τεκμήριο αντίγραφο της σχετικής έγκρισης. Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 1, αυτό συνίσταται σε μία επιστολή της Εφόρου Συντεχνιών προς τους Εναγόμενους στην οποία με αναφορά στην αίτηση των εναγομένων για μερική τροποποίηση του καταστατικού επισυνάπτει τα έγγραφα που ενεγράφησαν στο μητρώο Συντεχνιών. Σε ότι αφορά τα συνημμένα στην επιστολή της έγγραφα, αυτά συνίστανται σε ένα πιστοποιητικό εγγραφής μερικής τροποποίησης του Καταστατικού σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου πιστοποιείται ότι η μερική τροποποίηση του Καταστατικού της Συντεχνίας «Ένωση Συντακτών Κύπρου» ενεγράφη στις 26/11/2019 και επισυνάπτεται επίσης αντίγραφο των άρθρων του Καταστατικού ως αυτά είχαν πριν την τροποποίηση και ως αυτά τροποποιήθηκαν. Συνεχίζει ο ΓΦ λέγοντας ότι προσπάθεια εγγραφής των ίδιων τροποποιήσεων έγινε και το 2018 με την Έφορο Συντεχνιών να αρνείται την εγγραφή για λόγους που δεν σχετίζονται με τις αξιώσεις και ισχυρισμούς των Εναγόντων. Περαιτέρω, αναφέρει ότι όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους των Εναγομένων ο έλεγχος νομιμότητας διοικητικής πράξης, έμμεσα ή άμεσα από το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτός εφόσον εμπίπτει εντός της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Καταλήγει λέγοντας ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή και συνεπώς αυτή πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση: Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στις 3/9/20 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (η Ένσταση). Προβάλλουν συνολικά 6 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Η υπό κρίση Αίτηση είναι επιπόλαια, ενοχλητική και άσχετη με τα επίδικα θέματα που συνιστούν την πραγματική αιτία της παρούσας αγωγής. - Είναι έκδηλο ακόμα και από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ότι η αγωγή δεν αποκαλύπτει έννομη σχέση Δημοσίου Δικαίου και δεν στρέφεται κατά οποιασδήποτε πράξης της Διοίκησης ή της έγκρισης του καταστατικού από το αρμόδιο όργανο αλλά αφορά την προσβολή συγκεκριμένων δικαιωμάτων των εναγόντων περιλαμβανομένων και συνταγματικών δικαιωμάτων. - Η υπό κρίση αίτηση είναι προϊόν κακόπιστης και άδικης διαδικασίας, πλήττει την έννοια της δίκαιης δίκης και συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας. - Η νομική βάση της αίτησης πάσχει και/ή περιέχει άσχετες διατάξεις. - Οι Εναγόμενοι δεν καταχώρησαν εμφάνιση υπό όρους (conditional appearance) ως όφειλαν. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Θεοδούλου, ενάγοντα υπ' αριθμό 1 (στο εξής ο ΓΘ και η Ένορκη Δήλωση Θεοδούλου). Ο ΓΘ υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης και ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα γεγονότα που παρατίθενται και στην Έκθεση Απαίτησης στα οποία το Δικαστήριο θα αναφερθεί στη συνέχεια. Επισημαίνει ότι δυνάμει του ισχύοντος καταστατικού κατά την προκήρυξη της εκλογικής διαδικασίας για ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν υπήρχε κανένα κώλυμα ή όρος που να θέτει οροφή με κριτήριο την ηλικία για συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο για αυτό οι ίδιοι υπέβαλαν ανεμπόδιστα τις υποψηφιότητες τους. Επισημαίνει επίσης ότι είναι η θέση τους ότι η διενέργεια της Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης στις 20/11/2019 και αφού ήδη από τις 11/11/2019 είχε προκηρυχθεί η εκλογική διαδικασία δυνάμει του ισχύοντος Καταστατικού και ακολούθησε εμπρόθεσμα η υποβολή των υποψηφιοτήτων τους, ήταν αυθαίρετη και παράνομη και έλαβε χώρα υπό καθεστώς κακοπιστίας και κακοβουλίας. Αναφέρει επίσης ότι για αυτό το γεγονός υπέβαλε τις παραστάσεις και διαμαρτυρίες του ως μέλος του τότε Διοικητικού Συμβουλίου και επισυνάπτει προς επιβεβαίωση της θέσης του αντίγραφο πρακτικού της 65ης συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων. Προσθέτει ότι η επακολουθήσασα έγκριση του τροποποιηθέντος Καταστατικού κατά ή περί την 26/11/2019 από την Έφορο Συντεχνιών δεν επικαλύπτει και/ή δεν αναιρεί την παραβίαση των αστικών δικαιωμάτων τους που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και/ή προηγήθηκαν αυτής της έγκρισης. Νομική Πτυχή: Η Δ.27, θ.3 δυνάμει της οποίας μπορεί μία αγωγή να απορριφθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Η πιο πάνω Διάταξη είναι ταυτόσημη με την O.25 r.3 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Το εύρος της και οι αρχές εφαρμογής της από τα Δικαστήρια αναλύονται στις σελ. 574 και 575 του Annual Practice 1958. Αναφέρονται τα ακόλουθα: « It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule. The powers conferred by r.4 will only be exercised where the case is beyond doubt. The Court must be satisfied that there is no reasonable cause of action. A pleading will not be struck out under this Rule "unless it is not only demurrable but something worse than demurrable". So long as the Statement of Claim or the particulars disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.». Όπως εξηγείται στη νομολογία[1] η Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή ή ανταπαίτηση όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Δεν νοείται η προσκόμιση μαρτυρίας εκτός του πλαισίου της δίκης στην αγωγή προς διάψευση ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης. Το κατά πόσο ο ενάγων αποκαλύπτει με την αγωγή του αιτία αγωγής είναι ζήτημα που όταν εγείρεται σε αίτηση δυνάμει της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και εκδικάζεται προδικαστικά αποφασίζεται στη βάση των όσων δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης. O σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης.[2] Όπως τονίστηκε επανειλημμένα, η δικαιοδοσία για απόρριψη αγωγής ή ανταπαίτησης in limine, ασκείται με άκρα φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αιτία αγωγής είναι έκδηλα και σχεδόν αναντίλεκτα ελαττωματική ή όπου η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική.[3] Στην Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121 αναφέρθηκε ότι: «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246.) Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής, η έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. (Βλ. Costas Mavromoustaki v. I. Yeroudes etc
(1965)1 C.L.R. 176, Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305.).» Στην in Re Pelmaco Development Ltd.
(1991)1 A.A.Δ. 246, 255, στην οποία το ζήτημα διαγραφής δικογράφου συσχετίζεται με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος." Στην Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 1316, αναφέρεται (σελ.1325) ότι: «...πρέπει να πούμε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, ένα δικόγραφο δεν διαγράφεται αν μπορεί να διασωθεί με μια εύλογη ("legitimate") τροποποίηση (Βλ. Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co. 36 CL.D. 496). Επομένως, έστω και αν η επίκληση της συμφωνίας δεν μπορούσε να γίνει στην ένορκη δήλωση των εναγόντων, θα μπορούσε να εισαχθεί στην Έκθεση Απαιτήσεως εάν ήθελε εγκριθεί σχετική αίτηση για τροποποίηση. Κατά συνέπεια, εάν η επίκληση συμφωνίας στο σχετικό δικόγραφο θα μπορούσε να το διασώσει, αυτό είναι ακόμα ένας παράγοντας που συνηγορεί υπέρ της άσκησης της σχετικής διακριτικής μας ευχέρειας εναντίον της απόρριψης της αγωγής συνοπτικώς."» Και στη σελ.1326: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Το υπόβαθρο επί του οποίου κρίνεται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι η έκθεση απαίτησης. Η βάση για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου πρέπει να αποκαλύπτεται στην έκθεση απαίτησης. Το ίδιο, σημειώνεται, ισχύει και για την αιτία της αγωγής. Το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας Έκθεσης Απαίτησης είναι ο οδηγός για την κρίση αμφοτέρων των ζητημάτων που εγείρονται με την υπό κρίση Αίτηση. Αναφέρεται στην Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 E A.A.Δ. 729, 732 πως τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160 τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις και ειδικότερα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. Στην Παπαθανασίου v. Τεχνολογικού Πανεπιστήμιου Κύπρου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. E178/2014, 11/8/2020 με αναφορά στην Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160 επισημάνθηκε ότι η εξέταση της ουσίας του ζητήματος της δικαιοδοσίας προδικαστικά υπαγορεύει τον προσδιορισμό της διαφοράς των διαδίκων με βάση τις δικογραφημένες τους θέσεις. Στην ίδια απόφαση επισημάνθηκε με αναφορά στην Χ˝Οικονόμου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 ότι η προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα πρέπει να γίνεται σε περιπτώσεις που είναι εξαιρετικά απλές και καθαρές. Στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 229, αναφέρεται ότι: «Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το ζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας». Εξέταση υπό κρίση αίτησης: Για τους σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[4] Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία ως αυτή έχει συνοψισθεί πιο πάνω, το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας Έκθεσης Απαίτησης είναι ο οδηγός για την κρίση των ζητημάτων που εγείρονται με την υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, αυτοί κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν τακτικά μέλη των Εναγομένων και διετέλεσαν επίσης σε διάφορα χρονικά διαστήματα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι είναι επαγγελματική συντεχνία δυνάμει του Νόμου, νομίμως εγγεγραμμένη και διέπεται από τους όρους και πρόνοιες Καταστατικού δυνάμει του Νόμου. Δυνάμει των όρων και/ή προνοιών του Καταστατικού κατά τον ουσιώδη χρόνο διοικείτο από εννιαμελές διοικητικό συμβούλιο. Δικογραφείται ότι κατά ή περί την 11/11/2019 προκηρύχθηκε δυνάμει του ισχύοντος καταστατικού εκλογική διαδικασία για την ανακήρυξη νέου διοικητικού συμβουλίου που θα λάμβανε χώρα στις 11/12/2019 και ταυτόχρονα έγινε και σχετική ειδοποίηση για την υποβολή υποψηφιοτήτων μέχρι και την 27/11/2019 με τους Ενάγοντες να υποβάλλουν εμπρόθεσμα υποψηφιότητα. Ταυτόχρονα, με την ίδια προκήρυξη ημερομηνίας 11/11/2019 ανακοινώθηκε και Έκτακτη Καταστατική Συνέλευση στις 20/11/2019 η οποία πραγματοποιήθηκε πριν την εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη του νέου διοικητικού συμβουλίου. Κατά την Έκτακτη Καταστατική Συνέλευση τροποποιήθηκε το καταστατικό και δικογραφούνται οι σχετικές τροποποιήσεις, οι οποίες, μεταξύ άλλων, συνίσταντο στην αφαίρεση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι από μέλη που έχουν συνταξιοδοτηθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της υποψηφιότητας. Σε ότι αφορά τη διενέργεια της Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης, είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι αυτή έγινε κατά τρόπο παράνομο, αυθαίρετο, κακόπιστο και κατά σχήμα πρωθύστερο της εκλογής ενώ γνώριζαν ότι προκήρυξαν την εκλογική διαδικασία που θα λάμβανε χώρα στις 11/12/2019 δυνάμει του ισχύοντος Καταστατικού. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι πιο πάνω ενέργειες των Εναγομένων και ιδιαίτερα η τροποποίηση του Καταστατικού είναι παράνομες, αυθαίρετες και αντισυνταγματικές και έλαβαν χώρα υπό συνθήκες κακοπιστίας και/ή κακοβουλίας, με συνέπεια οι Ενάγοντες να στερηθούν παράνομα του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και/ή να περιορισθεί παράνομα και αντισυνταγματικά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και/ή συνδικαλίζεσθαι ενώ ταυτόχρονα παραβιάζεται και το ίδιο το Καταστατικό. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, συνεπεία των παράνομων πράξεων που αποδίδονται στους Εναγόμενους ήταν παράνομη και η εκλογή του νέου Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες αξιώνουν δήλωση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η εκλογή του νέου διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων είναι παράνομη και άκυρη, έλαβε χώρα κατά παράβαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων και συνιστά παραβίαση της συλλογικής σύμβασης και/ή του Καταστατικού των Εναγομένων. Αξιώνεται επίσης διάταγμα ακύρωσης της εκλογής του νέου διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων, γενικές αποζημιώσεις για τις παράνομες πράξεις που αποδίδουν στους Εναγόμενους καθώς επίσης και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων λόγω της παράνομης και έκδηλα κακόπιστης συμπεριφοράς των εναγομένων. Έχοντας ως οδηγό τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Το επιχείρημα περί έλλειψης δικαιοδοσίας στην υπό εξέταση περίπτωση οικοδομείται επί της θέσης των Αιτητών ότι η βάση της απαίτησης των Εναγόντων είναι, και μάλιστα «κατά απόλυτο τρόπο», οι τροποποιήσεις του Καταστατικού των Εναγομένων. Σχετική είναι η παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση στην οποία αναφέρεται ότι: «.. Βάση της απαίτησης των Εναγόντων είναι η τροποποίηση του καταστατικού των Εναγομένων καθότι με την τροποποίηση, κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται τα Συνταγματικά τους Δικαιώματα» καθώς και η παράγραφος 7 των γραπτών αγορεύσεων συνηγόρων των Αιτητών στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τα πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η απαίτηση των Εναγόντων περιορίζεται, κατά απόλυτο τρόπο, στις τροποποιήσεις του Καταστατικού - οι οποίες κατ' ισχυρισμό παραβιάζουν τα δικαιώματα των Εναγόντων». Έχοντας λοιπόν ως δεδομένη αυτή τη θέση, συνεχίζει η εισήγηση των Αιτητών ότι το αποτέλεσμα, όπως τίθεται στις αγορεύσεις των συνηγόρων των Αιτητών, είναι ότι το Δικαστήριο θα «κληθεί να εξετάσει άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα και εγκυρότητα εκτελεστής διοικητικής πράξης ήτοι της απόφασης της Εφόρου να εγκρίνει/εγγράψει την επίδικη τροποποίηση», κάτι που σύμφωνα με τις εισηγήσεις των Αιτητών δεν έχει δικαιοδοσία να πράξει. Συγκεκριμένα, προβάλλεται η θέση ότι ενόψει του ότι η βάση της απαίτησης των Εναγόντων είναι οι τροποποιήσεις του Καταστατικού από τη στιγμή που αυτές στη συνέχεια εγκρίθηκαν από την Έφορο Συντεχνιών, η απόφαση της Εφόρου αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και ως τέτοια, εκφεύγει της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου και ως εκ τούτου, η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση των Αιτητών ως προς τη βάση της απαίτησης των Εναγόντων. Και εξηγώ: Καθίσταται πρόδηλο από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, ως αυτό έχει συνοψισθεί πιο πάνω, ότι σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων οι πράξεις των Εναγομένων οι οποίες ήταν κατ' ισχυρισμό παράνομες, αυθαίρετες και αντισυνταγματικές και έλαβαν χώρα υπό συνθήκες κακοπιστίας και/ή κακοβουλίας με συνέπεια την κατ' ισχυρισμό παραβίαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων αλλά και την κατ' ισχυρισμό παράνομη εκλογή του νέου διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων της οποίας επιδιώκεται με την παρούσα αγωγή η ακύρωση, δεν περιορίζονται στις τροποποιήσεις και πιο συγκεκριμένα στο περιεχόμενο των τροποποιήσεων του Καταστατικού των Εναγομένων, ως φαίνεται να διατείνονται οι Αιτητές και στη βάση του οποίου προωθούν το επιχείρημα περί έλλειψης δικαιοδοσίας ενόψει της μεταγενέστερης επικαλούμενης έγκρισης των τροποποιήσεων από τον Έφορο Συντεχνιών, αλλά συνίσταντο επίσης σε αυτή καθαυτήν τη διενέργεια εκ μέρους των Εναγομένων της Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης η οποία, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, διενεργήθηκε κατά τρόπο παράνομο, αυθαίρετο και κακόπιστο και κατά «σχήμα πρωθύστερο» της εκλογής και ενώ είχε ήδη προκηρυχθεί εκλογική διαδικασία δυνάμει του ισχύοντος Καταστατικού και ενώ είχαν ήδη υποβληθεί υποψηφιότητες από μέρους των Εναγόντων δυνάμει του ισχύοντος Καταστατικού και για την οποία, σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις τους, εξέφρασαν διαφωνία. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις τους, έλαβε χώρα και παραβίαση του Καταστατικού εκ μέρους των Εναγομένων συνεπεία των παράνομων πράξεων που καταλογίζονται στους Εναγόμενους, οι οποίες δικογραφικά, συνίστανται τόσο σε αυτή καθαυτήν τη διενέργεια της Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης όσο και στο περιεχόμενο των τροποποιήσεων του Καταστατικού που ήταν το αποτέλεσμα της διενέργειας της Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης. Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, συνεπεία των παράνομων πράξεων που καταλογίζονται στους Εναγόμενους, ως αυτές έχουν συνοψισθεί πιο πάνω, η εκλογή του νέου διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων που ήταν το αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας που έλαβε χώρα είναι, κατά τη δικογραφημένη θέση τους, παράνομη και διενεργηθείσα κατά παράβαση του καταστατικού και/ή της Συλλογικής Συμφωνίας αξιώνοντας μάλιστα την ακύρωση της ρηθείσας εκλογής. Είναι γεγονός ότι δικογραφικά δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στο περιεχόμενο των τροποποιήσεων του Καταστατικού πλην όμως ενόψει και των λοιπών δικογραφημένων ισχυρισμών ως αυτοί αναδύονται από την Έκθεση Απαίτησης δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απαίτηση, τουλάχιστον δικογραφικά, περιορίζεται σε αυτές καθαυτές τις τροποποιήσεις του Καταστατικού των Εναγομένων, ως είναι η εισήγηση των Αιτητών και επί της οποίας εισήγησης οικοδομείται το επιχείρημα περί έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου υπό το φως των όσων επικαλούνται ότι ακολούθησαν χρονικά της ρηθείσας τροποποίησης. Από την Έκθεση Απαίτησης αναδύεται ότι αμφισβητείται αυτή καθαυτή η διενέργεια της Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης που ήταν ουσιαστικά αυτή που στη συνέχεια οδήγησε στην τροποποίηση του Καταστατικού. Προβάλλεται επίσης θέση περί παραβίασης του Καταστατικού ως αποτέλεσμα αυτής της πράξης. Οι Αιτητές φαίνεται να λαμβάνουν ως δεδομένο ότι η διενέργεια της Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης ήταν νόμιμη (σχετική είναι η παράγραφος 6 της Ένορκης Δήλωσης Φράγκου) πλην όμως η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων επί τούτου είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Η βασιμότητα των πιο πάνω ισχυρισμών των Εναγόντων θα κριθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Αναμφίβολα όμως, αντικειμενικά ιδωμένοι, λαμβανομένης υπόψη της δικογραφημένης ιδιότητας των Εναγόντων ως τακτικά μέλη των Εναγομένων, συνθέτουν βάση αγωγής με αποτέλεσμα να επιβάλλεται η διατήρηση της παρούσας αγωγής στη ζωή χωρίς να είναι επιτρεπτό στο παρόν στάδιο να εξεταστεί η όποια προοπτική επιτυχίας τους. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής, ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη (βλ. Χατζηκυριάκος (ανωτέρω)). Παρατηρώ επίσης ότι δεν υπήρξε εισήγηση ότι το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να αποφασίσει σε σχέση με τις λοιπές πράξεις που καταλογίζονται στους Εναγόμενους όπως αυτές αναδύονται από την Έκθεση Απαίτησης και ως αυτές έχουν συνοψισθεί πιο πάνω. Συνεπώς, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, οι θέσεις των Αιτητών περί ανυπαρξίας αιτίας αγωγής ή ότι η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική καθώς και ότι η βάση της απαίτησης των Εναγόντων περιορίζεται στις τροποποιήσεις του Καταστατικού και ουσιαστικά στο περιεχόμενο αυτών δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Μια τέτοια ενέργεια θα υποσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο για παροχή θεραπείας (βλ. Λοϊζος Λουκά, σελ. 1327). Με δεδομένη την απόφαση περί διατήρησης στη ζωή της παρούσας αγωγής, δεν φαίνεται να είναι ευχερής ή πρόσφορος στο παρόν στάδιο οποιοσδήποτε διαχωρισμός των αξιώσεων των Εναγόντων με αναφορά μόνο στο περιεχόμενο των τροποποιήσεων του Καταστατικού των Εναγομένων ώστε να ήταν συνακόλουθα πρόσφορη τυχόν μερική απόρριψη οποιωνδήποτε αξιώσεων των Εναγόντων σε περίπτωση αποδοχής της εισήγησης των Αιτητών, με αποτέλεσμα, να κρίνεται απρόσφορη στο στάδιο αυτό η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με τη φύση και συνέπειες της εγγραφής της τροποποίησης του Καταστατικού από την Έφορο Συντεχνιών στη μεταξύ των διαδίκων σχέση και στα όσα οι Ενάγοντες καταλογίζουν στους Εναγόμενους. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις σφραγίζουν και την τύχη της υπό κρίση Αίτησης που δεν είναι άλλη από την απόρριψη της. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και τα ακόλουθα τα οποία θα με οδηγούσαν και πάλι στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης: Υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το πρώιμο στάδιο καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει ταύτιση θέσεων μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εγγραφής των τροποποιήσεων του Καταστατικού των Εναγομένων από την Έφορο Συντεχνιών και των όποιων, ενδεχομένως, συνεπειών τους (το γεγονός της εγγραφής δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τους Ενάγοντες - σχετική είναι η παράγραφος 8 της Ένορκης Δήλωσης Θεοδούλου). Συγκεκριμένα, οι Αιτητές προσπαθούν να διαψεύσουν με ανεπίτρεπτο τρόπο στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης και έξω από το πλαίσιο της δίκης τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων λέγοντας και λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι τροποποιήσεις του Καταστατικού έλαβαν χώρα στο πλαίσιο Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης η οποία έλαβε χώρα νόμιμα ενώ καθίσταται σαφές ότι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων επί τούτου είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Μάλιστα, δικογραφικά, οι Ενάγοντες διατείνονται ότι η διενέργεια της ρηθείσας Συνέλευσης συνιστούσε παραβίαση του Καταστατικού. Αξιοσημείωτη είναι και η θέση που προβάλλεται εκ μέρους των Εναγόντων στην ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση ότι η έγκριση των τροποποιήσεων από την Έφορο Συντεχνιών «δεν επικαλύπτει και/ή αναιρεί την παραβίαση των αστικών δικαιωμάτων μας που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και/ή προηγήθηκαν αυτής της έγκρισης». Σε ότι αφορά αυτή καθαυτήν τη διενέργεια της Έκτακτης Καταστατικής Συνέλευσης από μέρους των Εναγομένων για την οποία δικογραφικά παραπονούνται οι Ενάγοντες, η εισήγηση περί έλλειψης δικαιοδοσίας φαίνεται να λαμβάνει ως δεδομένη τη νομιμότητα της διενέργειας της ρηθείσας Συνέλευσης η οποία προηγήθηκε της επικαλούμενης εγγραφής των τροποποιήσεων από την Έφορο Συντεχνιών, με αποτέλεσμα, με δεδομένη την πιο πάνω διαπιστωθείσα διάσταση θέσεων, να μην μπορεί να διαφανεί σε αυτό το πρώιμο στάδιο με ποιο τρόπο ή εάν και σε ποιο βαθμό αυτά θα επηρεάσουν ή επενεργήσουν με οποιοδήποτε τρόπο στα όσα γεγονότα ακολούθησαν ή οι όποιες, ενδεχομένως, συνέπειες στη μεταξύ των διαδίκων σχέση και συνακόλουθα, ο τρόπος με τον οποίο τα αμφισβητούμενα αυτά γεγονότα θα επενεργήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν βρισκόμαστε κατά την κρίση μου ενώπιον της εξαιρετικά απλής και καθαρής περίπτωσης όπου ο ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας βασίζεται σε τέτοια διαυγή, σαφή και αποκρυσταλλωμένα γεγονότα τα οποία θα παρείχαν στο Δικαστήριο ασφαλές υπόβαθρο για επίλυση τέτοιου ζητήματος προδικαστικά. Κατάληξη: Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς, τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176, Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949). [2] βλ. Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370, The Heirs of Late Theodora Panayi v. The Administrator of the Estate of the Late Stylianos Mandriottis
(1963)2 C.L.R. 167, 170). [3] Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1609, Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305. [4] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο