← Κύπρος

MUZYKAEV κ.α. ν. Κόκκινος, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Leagros Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 464/20, 6/9/2021

MUZYKAEV κ.α. ν. Κόκκινος, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Leagros Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 464/20, 6/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A487 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 464/20 Μεταξύ:

  1. XXXXX XXXXX MUZYKAEV
  2. MAGEX CONSTRUCTION LIMITED Εναγόντων Αιτητών και
  3. XXXXX Κόκκινος, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Leagros Investments Ltd
  4. DOMINGES CO LTD
  5. LESOTHO LIMITED
  6. LOFEXXO LIMITED
  7. XXXXX Μιχαηλίδης
  8. DOMINIUM SERVICES LTD
  9. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 6 Σεπτεμβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για τους Ενάγοντες Αιτητές: Η κα Μ. Νικολαΐδου, για Μιχάλης Βορκάς και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1-5 Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Α. Γεωργίου, για Άντης Γεωργίου και Συνεργάτες ----------- Ενδιάμεση απόφαση στην αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών, ημερομηνίας 10.12.20 Στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερ. 10.12.2020, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα Διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης και ειδικότερα: «Α. Ενδιάμεσο Διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 και οποιουσδήποτε υπηρέτες ή εντολοδόχους του να προβούν σε οποιανδήποτε περαιτέρω ενέργεια, αναφορικά με τη διαδικασία εκκαθάρισης της εταιρείας Leagros Investment Ltd, από την επίδοση του παρόντος Διατάγματος μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Ενδιάμεσο Διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 τους εκπροσώπους και/ή εντολοδόχους αυτού μετά από την επίδοση του παρόντος Διατάγματος να διανέμει και/ή να προβεί σε πληρωμή στους Εναγόμενους 2, 3, 4, τους Διευθυντές, εκπροσώπους και τελικό δικαιούχο αυτών και/ή οιονδήποτε εξ'αυτών και/ή σε τρίτα πρόσωπα συνδεδεμένα επί του προϊόντος πώλησης ύψους €2.000.000.000 και/ή οποιονδήποτε ποσό από το προϊόν της πώλησης του ακινήτου, με αριθμό εγγραφής 0,XXXXX Φ/Σχ 50/53 τεμάχιο XXXXX, Ε. 68228 τ.μ. στην κοινότητα Σοφτάδες στη Λάρνακα, μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Με την εν λόγω αίτηση ζητούνταν και άλλα ενδιάμεσα Διατάγματα, για τα οποία όμως το Δικαστήριο διέταξε όπως η σχετική αίτηση επιδοθεί. Την αίτηση για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων συνόδευε η πολυσέλιδη ένορκος δήλωση της κυρίας XXXXX Σάββα, η οποία περιγράφει, ως η θέση της, τα διάφορα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν σε σχέση με την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, συνοδευόμενη από αριθμό Τεκμηρίων. Μετά την επίδοση της αίτησης και των μονομερών Διαταγμάτων, οι Εναγόμενοι Καθ' ων η Αίτηση 2-5 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στις 12.02.
  10. Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση
  11. Και οι δύο ενστάσεις είναι αρκετά ογκώδεις, συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις και διάφορα Τεκμήρια και καταχωρήθηκαν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο 7, που είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας για και εκ μέρους του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η αίτηση ημερ. 10.10.2020, έχει αποσυρθεί μετά από σχετική δήλωση που έχει γίνει εκ μέρους του συνηγόρου που εμφανίστηκε γι' αυτόν, για συνεργασία του με τους Αιτητές και συμμόρφωσή του με αυτά που ζητούν οι Αιτητές. Εν τω μεταξύ καταχωρήθηκαν άλλες δύο αιτήσεις από τους Ενάγοντες Αιτητές, συγκεκριμένα αίτηση για παρακοή των ενδιάμεσων Διαταγμάτων και αίτηση για προσθήκη διαδίκων, οι οποίες φέρουν ημερομηνία 02.12.2020 και οι οποίες ακόμα εκκρεμούν. Η αίτηση για την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων η οποία προηγείται χρονολογικά, από τις υπόλοιπες αιτήσεις, αλλά ενόψει και του αντικειμένου της θα οριζόταν για ακρόαση, όταν οι Αιτητές καταχώρησαν άλλη ενδιάμεση αίτηση στις 12.03.2021 με την οποία ζητούσαν Διάταγμα του Δικαστηρίου, που να διατάσσει την παρουσία του κυρίου XXXXX Κόκκινου κατά τη μέρα που η αίτηση θα οριστεί για ακρόαση με σκοπό να αντεξεταστεί επί των παραγράφων 8 ‑ 13 και 17 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 12.2.21, που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση για έκδοση μονομερώς Διαταγμάτων, όπως επίσης και Διάταγμα που να διατάσσει την παρουσία του κυρίου XXXXX Μιχαηλίδη ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της αίτησης έκδοσης των ενδιάμεσων προσωρινών Διαταγμάτων με σκοπό να αντεξεταστεί αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 32, 33, 37 και 38 της ένορκης του δήλωσης, ημερομηνίας 1.2.21, που συνοδεύει την ένσταση του για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ημερομηνίας 10.12.
  12. Το παρόν Δικαστήριο με απόφαση του, ημερομηνίας 2.6.21, απέρριψε τις αιτήσεις για αντεξέταση των δυο ενόρκως δηλούντων και επομένως, η ακρόαση της αίτησης προχωρεί με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, και τις αγορεύσεις που έχουν καταχωρηθεί από τους συνηγόρους των δυο πλευρών. Με την αίτηση 10.12.20 οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση: Α) Ενδιάμεσου συντηρητικού και/ή απαγορευτικού Διατάγματος, που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1, στους αντιπροσώπους, υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους του αμέσως μετά από την επίδοση του παρόντος Διατάγματος να προβούν σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια και/ή πράξη αναφορικά με την εκκαθάριση της εταιρείας Leagros Investments Ltd (Leagros) μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής ή νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου, Β) Ενδιάμεσου Διάταγματος του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 και/ή τους αντιπροσώπους του να διανέμουν και/ή να προβούν σε πληρωμή στους Εναγόμενους 2, 3 και 4, τους διευθυντές, αντιπροσώπους και/ή σε οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο συνδεδεμένο με αυτά τα προϊόντα πώλησης ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ και/ή οποιονδήποτε ποσό από το προϊόν πώλησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX στην κοινότητα Σοφτάδες στη Λάρνακα μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Με την παράγραφο Γ της αίτησης ζητούν την έκδοση απαγορευτικού Διατάγματος του Δικαστηρίου, που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 και/ή σε οποιονδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτούς από το να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν οποιονδήποτε ποσό έλαβαν και/ή πρόκειται για λάβουν υπό την ιδιότητά τους ως πιστωτές της Leagros μέχρι πλήρως εκδικάσεως της παρούσας αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Με την παράγραφο Δ της αίτησης ζητούσαν από το Δικαστήριο εκδόσει Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 και/ή σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπό τους από του να πωλήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν οποιαδήποτε κινητή περιουσία συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ποσού βρίσκεται κατατεθειμένο σε προσωπικούς λογαριασμούς τους μέχρι του ποσού των 7 εκατομμυρίων ευρώ μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Εναντίον του Εναγόμενου 7 ζητούσαν ενδιάμεσο και/ή επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου, διά του οποίου να διατάσσεται ο Εναγόμενος 7, όπως εντός 10 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος και προς υποβοήθηση των προηγούμενων Διαταγμάτων να αποκαλύψει μέσω ένορκης δήλωσης του Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας στους δικηγόρους των Αιτητών συγκεκριμένα στοιχεία ενώ με την παράγραφο ΣΤ της αίτησης ζητούσαν την έκδοση ενδιάμεσου και/ή επικουρικού και/ή παρεπόμενου Διατάγματος του Δικαστηρίου, διά του οποίου να διατάσσεται ο Εναγόμενος 1, όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος προς υποβοήθηση των Διαταγμάτων υπό των παραγράφων Γ και Δ ανωτέρω, αποκαλύψει μέσω ένορκης δήλωσης στους δικηγόρους των Αιτητών όλα τα αναγκαία έγγραφα, πληροφορίες και οδηγίες όπως και καταστάσεις τραπεζικών λογαριασμών αναφορικά με πιστώσεις και χρεώσεις που έγιναν στα πλαίσια της εκκαθάρισης της Leagros. Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.40 θθ7&11, Δ.26 θ.14, Δ.39 και Δ.48 θ.θ. 1-13, τα Άρθρα 29, 31, 32 & 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4 και 9 του Κεφ. 6, τα άρθρα 58(α), 60, 61, 62 και 68 του Ν188(Ι)/07, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το Κοινοδίκαιο, οι αρχές της επιείκειας, η ευχέρεια και η σύμφυτη εξουσία. Την αίτηση συνοδεύει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Σάββα, δικηγόρου και Διευθύντριας της Αιτήτιας 2 και εξουσιοδοτημένης και από τον Αιτητή 1 να προβεί σε αυτή. Η ένορκη δήλωση της κυρίας Σάββα αποτελείται από 23 σελίδες και συνοδεύεται από δυο Τεκμήρια. Στην ένορκη δήλωσή της η XXXXX Σάββα αναφέρει ότι ο Αιτητής 1 είναι Ρώσος υπήκοος που διαμένει μόνιμα στην Κύπρο και η Αιτήτρια 2 είναι Κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία. Ο Αιτητής 1 είναι ιδιοκτήτης 3000 μετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο της Leagros, ενώ η Αιτήτρια 2 είναι ιδιοκτήτρια 4500 μετοχών αυτής. Οι Αιτητές 1 και 2 καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με σκοπό να ακυρώσουν τις αποφάσεις που εκδόθηκαν εκ συμφώνου στις αγωγές 965/18, 1549/18 και 1550/18, όλες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας διά των οποίων η Leagros διατάχθηκε όπως καταβάλλει εκατομμύρια ευρώ στις Εναγόμενες 2, 3 και 4, κυπριακές εταιρείες, οι οποίες συνδέονται με τον Εναγόμενο 5, που τυγχάνει δικηγόρος, και τους πελάτες του XXXXX Vladimirovich, που είναι Διευθυντής και τη θυγατέρα του XXXXX Runova, για τον λόγο ότι λήφθηκαν με δόλο και συμπαιγνία των Εναγόμενων. Και οι τρεις επίδικες αποφάσεις είναι για συνολικό ποσό πέραν των 7 εκατομμυρίων ευρώ και καταχωρήθηκαν ως επιβαρύνσεις (memo) στο μοναδικό ακίνητο της εταιρείας Leagros στην κοινότητα Σοφτάδες στη Λάρνακα, η αξία του οποίου ανερχόταν σε περίπου 7 εκατομμύρια ευρώ κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων αποφάσεων. Είναι η θέση της ότι από απλή ανάγνωση της δικογραφίας των τριών αγωγών προκύπτει ότι και οι τρεις αγωγές καταχωρήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο, και στις τρεις αγωγές καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 από τον ίδιο δικηγόρο, και στις τρεις αγωγές εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις χωρίς να καταχωρηθεί η Υπεράσπιση, και στις τρεις αγωγές η βάση αγωγής είναι κατ' ισχυρισμό δήθεν χρεωστικά γραμμάτια, που εξέδωσε η Leagros χωρίς όμως να γίνεται αναφορά σε αυτά. Επίσης, και οι τρεις αγωγές καταχωρήθηκαν στο ίδιο χρονικό διάστημα, ενόσω εκκρεμούσε προς εκδίκαση η αίτηση του Αιτητή 1, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 109/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για ακύρωση δόλιων μεταβιβάσεων των 7.500 μετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο της Leagros για τις οποίες εκδόθηκε εν τέλει το αιτούμενο Διάταγμα ημερομηνίας 8.6.
  13. Ακολούθως, η κυρία Σάββα στην ένορκη δήλωση της αναφέρεται στη Γενική Αίτηση 109/15 που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή 1 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και στο γεγονός ότι μετά από ακροαματική διαδικασία κηρύχθηκαν δόλιες όλες οι μεταβιβάσεις των μετοχών που ο XXXXX Vladimirovich κατείχε στην Leagros. Παράλληλα διατάχθηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση, μεταξύ αυτών και οι Εναγόμενοι 2, όπως επαναφέρουν τις 7.500 μετοχές επ' ονόματι του XXXXX Vladimirovich, ενώ οι υπόλοιπες 2.500 παραμένουν στο όνομα του κύριου XXXXX Κιττή συνεργάτη του Εναγόμενου 5 και του XXXXX Vladimirovich. Κατά της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου στη Γενική Αίτηση 109/15 εκκρεμεί η έφεση E134/18, που καταχώρησε ο XXXXX Vladimirovich και η θυγατέρα του XXXXX Runova. Οι υπόλοιποι Καθ' ων η Αίτηση δεν καταχώρησαν έφεση. Ακολούθως, η κυρία Σάββα αναφέρει αποσπάσματα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην Γενική Αίτηση 109/19 που αναφέρονται στη σχέση του XXXXX Μιχαηλίδη με τον XXXXX Vladimirovich και τη θυγατέρα του XXXXX Runova. Όπως επίσης αναφέρει, ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία ακύρωσης των δόλιων μεταβιβάσεων και χωρίς να το γνωρίζει ο Αιτητής 1, στις 26.11.18 εκδόθηκε Διάταγμα εκκαθάρισης της Leagros στην Αίτηση με αριθμό 767/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με Αιτήτρια την Εναγόμενη 2, που κατά ομολογία του Εναγόμενου 5, ανήκει στον XXXXX Vladimirovich. Μετά από αίτηση παρακοής, ημερομηνίας 18.10.18, που καταχώρησε ο Αιτητής 1 κατά της Καθ' ης η Αίτηση/ Εναγόμενης 6, Γραμματέα της Leagros, και του δικηγόρου Διευθυντή της, XXXXX Μιχαηλίδη, Εναγόμενου 5, το Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 14.12.18, τους βρήκε ένοχους ηθελημένης παρακοής του Διατάγματος του Δικαστηρίου και τους επέβαλε ποινή προστίμου. Εναντίον των εν λόγω αποφάσεων καταχωρήθηκε η έφεση E118/19 η ακρόαση της οποίας εκκρεμεί. Η επαναφορά των 7.500 χιλιάδων μετοχών στο όνομα του XXXXX Vladimirovich έγινε κατόπιν μεγάλης και εσκεμμένης καθυστέρησης από τον Εναγόμενο 5 και συγκεκριμένα την Εναγόμενη 6, Γραμματέα της Leagros, οι οποίοι αρνούντο να προβούν σε συμμόρφωσή τους με το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και να επαναφέρουν τις μετοχές στο όνομα του πραγματικού ιδιοκτήτη τους. Εν τέλει, έπραξαν τούτο τον Ιανουάριο του 2019, αφού ήδη είχαν κριθεί ένοχοι παρακοής από το Δικαστήριο και λίγες μέρες πριν από την επιβολή ποινής. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με την έκδοση του Διατάγματος, ημερομηνίας 14.5.19, διέταξε όπως οι 7.500 μετοχές μεταβιβαστούν επ' ονόματι των Αιτητών 1 και 2 έναντι €100.000 αφαιρεμένων από το εξ αποφάσεως χρέος του XXXXX Vladimirovich προς τον Αιτητή 1, ο οποίος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να του οφείλει € 12.214.000,45 πλέον νόμιμους τόκους. Ακολούθως, η κυρία XXXXX Σάββα αναφέρεται στη σχέση των Εναγόμενων 2, 3 και 4 με τον XXXXX Μιχαηλίδη και με τίτλο «νέα γεγονότα» αναφέρεται στα γεγονότα που προέκυψαν και οδήγησαν τους Αιτητές στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, τα οποία είναι ότι ο Εκκαθαριστής της Leagros είχε αναφέρει σε ένορκη δήλωσή του ότι προέβηκε στην πώληση του μοναδικού ακινήτου ιδιοκτησίας της Leagros από τις 23.12.2019 σε κάποια εταιρεία επ' ονόματι Pomex Ltd για το ποσό των 2 εκατομμυρίων ευρώ. Η εταιρεία Pomex Ltd ανήκει στον XXXXX Τσιάρτα, που τόσο το όνομα, όσο και η διεύθυνση του συνάδουν με τον XXXXX Τσιάρτα, πρώην μέτοχο της Εναγόμενης 4, ο οποίος είναι λογιστής και έχει ελεγκτικό λογιστικό γραφείο στη Λάρνακα. Ο εν λόγω Ηλίας Τσιάρτας είχε επίσης ενεργήσει μέσω του γραφείου του για λογαριασμό των Εναγόμενων 3 και 4 στο σχέδιο αναδιάρθρωσης με το οποίο οι Εναγόμενες 3 και 4 απέρριψαν τις δήθεν πιστώτριες εταιρείες της Leagros και κατ' επέκταση χρησιμοποίησαν ως βάση αγωγής για την έκδοση των επίδικων αποφάσεων υποχρεώσεις που προέκυψαν από δήθεν γραμμάτια και συναλλαγές που είχε η Leagros με αυτές. Ο Εκκαθαριστής δεν επισύναψε καμία συμφωνία πώλησης του ακινήτου, ούτε την απόδειξη μεταφοράς του τιμήματος πώλησης ύψους 2 εκατομμύριων ευρώ. Αντίθετα, κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ο δικηγόρος του Εκκαθαριστή ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν υπάρχει καν γραπτή συμφωνία, γεγονός που προκαλεί ερωτηματικά λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του δήθεν τιμήματος πώλησης, 2 εκατομμύρια ευρώ, αλλά και το γεγονός ότι ιδιοκτήτρια του ακινήτου Leagros τελεί υπό εκκαθάριση. Το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία εξέδωσε στις 31.8.20 Διατάγματα για αποκάλυψη τύπου Norwich Pharmacal και διέταξε τους Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 όπως προβούν εντός 45 εργάσιμων ημερών στην αποκάλυψη των πληροφοριών και εγγράφων που αιτήθηκαν οι Αιτητές. Ο XXXXX Σωκράτους Διευθυντής της Εναγόμενης 4 και ο Εναγόμενος 5, XXXXX Μιχαηλίδης προσωπικά, αλλά και για λογαριασμό των Εναγόμενων 3 και 6, καταχώρησαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης στις 5.11.2020, στις οποίες αναφέρουν ότι δεν έχουν στην κατοχή τους κανένα έγγραφο που να αφορά τις εν λόγω συναλλαγές, πως όλα βρίσκονται στην κατοχή της XXXXX Runova και των λογιστών, γεγονός, που κατά την άποψη της κας XXXXX Σάββα, καταδεικνύει πλέον ότι εσκεμμένα ο εν λόγω δικηγόρος προσπαθεί να παρεμποδίσει τους Αιτητές και το Δικαστήριο να λάβουν ουσιαστική πληροφόρηση για τις εν λόγω συναλλαγές που έγιναν, οι οποίες ξεκάθαρα ήταν εικονικές στη βάση των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις στις τρεις αγωγές που αναφέρθηκαν και των οποίων αξιώνεται η ακύρωση με την παρούσα αγωγή. Από τις ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης επίσης των Εναγόμενων 3, 4, 5 και 6, διαφάνηκε πως τελικός δικαιούχος των Εναγόμενων 3 και 4 είναι η θυγατέρα του XXXXX Vladimirovich, XXXXX Runova, η οποία εκτός από τελικός δικαιούχος των Εναγόμενων 3 και 4, είναι και η εγγεγραμμένη μέτοχος της εταιρείας Pomex Ltd, που αγόρασε το μοναδικό ακίνητό της υπό εκκαθάριση Leagros. Μετά από όλα αυτά, οι Αιτητές ετοίμασαν και καταχώρησαν στις 2.12.20 ενδιάμεση προσωρινή αίτηση διά την οποία αιτούνταν την έκδοση προσωρινού Διατάγματος που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1, Εκκαθαριστή της Leagros, να μεταβιβάσει το ακίνητο στην Pomex Ltd και απέστειλαν επίσης ιδίου περιεχομένου επιστολές στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας διά των οποίων πληροφορήθηκαν ότι το επίδικο ακίνητο είχε ήδη αποξενωθεί από την Leagros, πράγμα που τους οδήγησε να αποσύρουν άνευ βλάβης την αίτηση ημερομηνίας 2.12.20, και να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση στις 10/12/
  14. Ακολούθως, η κυρία XXXXX Σάββα στην ένορκη δήλωσή της πραγματεύεται τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και με αναφορά σε γεγονότα και λεπτομέρειες, της υπόθεσης αναφέρει ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων τόσο με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και τις προϋποθέσεις του, αλλά και στη βάση των αρχών της επιείκειας, και επίσης ισχυρίζεται ότι, και στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Όπως έχει αναφερθεί, η κα Σαββα στην ένορκη δήλωση της επισυνάπτει 2 Τεκμήρια, το πρώτο είναι η επιστολή του δικηγορικού γραφείου Μιχάλης Βορκάς και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, ημερομηνίας 24.11.20, που τους ζητούσαν να μην προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια για αποξένωση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας Leagros, που είναι το ακίνητο στην περιοχή Σοφτάδες στη Λάρνακα, και ως Τεκμήριο 2 την απάντηση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας προς τη δικηγορική εταιρεία Μιχάλης Βορκάς και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., ότι το επίδικο ακίνητο έχει ήδη μεταβιβαστεί και αποξενωθεί από την εταιρεία Leagros. Η επιστολή Τεκμήριο 2 φέρει ημερομηνία 3.12.
  15. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα Διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης, ενώ όρισε τόσο τα Διατάγματα που είχαν εκδοθεί επιστρεπτέα, όσο και την αίτηση για έκδοση των υπολοίπων Διαταγμάτων, για επίδοση. Νομική βάση της ένστασης του Εναγομένου/Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι άρθρα του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ιδιαίτερα τα άρθρα 29, 31, 32, 41, 42 και 47 τα άρθρα 4 και 9 του Κεφ. 6, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Δ.35 και Δ.14, οι αρχές της επιείκειας, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που προβάλει ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι ότι τα Διατάγματα που ζητούν οι Αιτητές είναι μεταξύ τους αντιφατικά και αντινομικά, η αίτηση προωθείται καταχρηστικά και κακόπιστα με αλλότριους σκοπούς, η βάση των γεγονότων στις οποίες αναφέρονται οι Αιτητές, ουδέποτε επιδόθηκε και/ή έλαβαν γνώση επί του περιεχομένου της οι Καθ' ων η Αίτηση, υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης χωρίς να εξηγούνται οι λόγοι της καθυστέρησης, οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν πληρούνται, δεν υπάρχουν και δεν ικανοποιούνται, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς των Αιτητών, δεν έχει αποκαλυφθεί η βάση αγωγής ή της αίτησης, δεν συντρέχουν οι λόγοι που να φαίνεται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά οι Αιτητές εάν δεν εκδοθούν τα Διατάγματα ή δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, η αγωγή δεν έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας ούτε διαφαίνεται καλό αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγόμενων, η αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αόριστη, οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης στο Δικαστήριο και δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια, οι αιτούμενες θεραπείες δεν είναι απαραίτητες για την έγερση της αγωγής, οι θεραπείες που ζητούνται με την αίτηση είναι πανομοιότυπες με αυτές που ζητούνται με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ανεπαρκής, όπως και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση προωθείται καταχρηστικά μόνο και μόνο για να προκαλέσουν οι Αιτητές ατελέσφορη την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων στις αγωγές 965/18, 1549/18 και 1550/18, η παρούσα αίτηση επηρεάζει δυσμενώς και αδιαμφισβήτητα δικαιώματα τρίτου προσώπου, που δεν είναι μέρος της διαδικασίας και προχωρεί εν αγνοία του ούτως ώστε παραβιάζεται το δικαίωμα ακρόασης και οι αρχές φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα για δίκαιη δίκη του τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη διαδικασία, αναφερόμενοι προφανώς στην POMEX Ltd. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 1 αναφέρονται σε ένορκη δήλωση του ιδίου. Στην ένορκη δήλωσή του ο XXXXX Κόκκινος επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης και αναφέρει ότι ειλικρινά και έντιμα πιστεύει ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εντελώς καταχρηστικά και για επιδίωξη αλλότριων σκοπών. Αναφέρει ότι της παρούσης αίτησης προηγήθηκαν άλλες αιτήσεις οι οποίες τελικά αποσύρθηκαν. Αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος ουδέποτε έλαβε γνώση για το περιεχόμενο των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της προηγούμενης αίτησης, ημερομηνίας 2.12.20, η οποία επίσης είχε καταχωρηθεί μονομερώς από τους Αιτητές και αποσύρθηκε. Όπως αναφέρει, είναι λογιστής εγγεγραμμένος στο σύνδεσμο ελεγκτών και λογιστών Κύπρου και έχει διοριστεί εκκαθαριστής της εταιρείας Leagros στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης 767/18 βάσει Διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 26.11.19 και η εκκαθάριση της εταιρείας βρίσκεται σε τελικό στάδιο και έχει φτάσει στο στάδιο αυτό νομότυπα και νόμιμα. Αναφέρει ότι, μόλις διορίστηκε, μετά από μελέτη των οικονομικών στοιχείων της Leagros, διαπίστωσε ότι αυτή κατέχει μόνο ένα περιουσιακό στοιχείο, το ακίνητο στην Επαρχία Λάρνακας περιοχή Σοφτάδες και είχε χρέη προς όφελος άλλων Εταιρειών, για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Με αυτά τα στοιχεία συμφωνούν και οι Αιτητές, οι οποίοι μάλιστα επισυνάπτουν στην αίτησή τους και τα σχετικά Τεκμήρια. Είναι η θέση του ότι αφού κατέγραψε τα οικονομικά στοιχεία της Leagros, προχώρησε σε πώληση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, δηλαδή του επίδικου ακινήτου, μέσω δημοσίευσης και πρόσκλησης υποβολής προσφοράς που έγινε στις 5.12.19 Τεκμήριο
  16. Στη 13.12.19, η εταιρεία Pomex Ltd τον προσέγγισε αποστέλλοντας του ανοικτή επιστολή προσφοράς για αγορά του ακινήτου, Τεκμήριο 4, και επισυνάπτει ως Τεκμήρια 5 και 5Α, την ηλεκτρονική επιστολή και προσφορά της εταιρείας Pomex, Ltd. Όπως αναφέρει, η εν λόγω προσφορά ήταν η υψηλότερη που έλαβε για το εν λόγω ακίνητο και μετά από διαβούλευση με τους πιστωτές της Leagros, η προσφορά της εταιρείας Pomex Ltd έγινε αποδεκτή. Στις 23.12.19 απάντησε στην εταιρεία Pomex Ltd με το Τεκμήριο 6 ότι η προσφορά τους έχει γίνει αποδεκτή και ότι υπολείπεται για ολοκλήρωση της διαδικασίας η μεταφορά του ποσού για να γίνει η μεταβίβαση του ακινήτου. Στις 25.6.20 η Pomex Ltd του απέστειλε επιστολή, με την οποία ζητά ενημέρωση για τη διαδικασία μεταβίβασης και εκφράζει την ετοιμότητά της για άμεση μεταβίβαση. Ο ίδιος τους ενημέρωσε για τη διαδικασία και με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 5.6.20 τους ενημέρωσε ότι υπήρχε περίπτωση η παρούσα διαδικασία να εκτροχιάσει τη συμφωνία που έγινε, η οποία ίσως τον ανάγκαζε να παραβιάσει τη συμφωνία πώλησης μαζί τους, Τεκμήριο
  17. Όπως αναφέρει, η όλη συναλλαγή έχει πλέον ολοκληρωθεί και έγινε υπό μορφή συμψηφισμού, αφού η εταιρεία Pomex Ltd συμφώνησε με τις Καθ' ων η Αίτηση 2, 3, 4, όπως αγοράσει τα δικαιώματα από τις οφειλές που είχαν προς όφελος τους οι Καθ' ων η Αίτηση 3 από την Καθ' ης αίτηση
  18. Υπογράφηκε σχετική συμφωνία ανάθεσης χρέους, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8, μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4 και της εταιρείας Pomex Ltd. Ακολούθως, προχώρησε σε μεταβίβαση του ακινήτου της Leagros στην Pomex Ltd. Επισυνάπτει επίσης την αλληλογραφία μεταξύ των μερών ως Τεκμήριο 9 και αναφέρει ότι η Pomex Ltd συμφώνησε να διαγράψει σημαντικό μέρος του χρέους της Καθ' ης η Αίτηση 1, αφού η εν λόγω εταιρεία δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ως αποτέλεσμα, η Leagros δεν έχει οποιαδήποτε χρήματα που να μπορεί να αποδώσει εις όφελος οποιουδήποτε, άρα τα αιτούμενα Διατάγματα υπο παραγράφους Δ και Ε ουσιαστικά δεν έχουν αντικείμενο. Είναι η θέση του ότι από δικής του πλευράς προχώρησε σε μια πράξη που διευθετούσε πλήρως τις υποχρεώσεις της εταιρείας της οποίας διορίστηκε εκκαθαριστής. Ακολούθως, αναφέρει ότι δυνάμει των νομικών συμβούλων που έχει λάβει, η υπό κρίση αίτηση και τα αιτούμενα Διατάγματα, όπως και τα Διατάγματα που έχουν εκδοθεί δεν έχουν αντικείμενο, είναι αντιφατικά μεταξύ τους, οι Αιτητές δεν πρόσφεραν στο Δικαστήριο ικανοποιητική μαρτυρία για να δικαιολογείται η έκδοσή τους, πρέπει ως εκκαθαριστής της εταιρείας να ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις του για την εταιρεία Leagros και η έκδοση των προσωρινών Διαταγμάτων και τυχόν έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων Διαταγμάτων θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση και είναι η θέση του ότι τόσο το ισοζύγιο της ευχέρειας, όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της νομολογίας συγκλίνουν υπέρ της δικής του θέσης για τη μη έκδοση και ακύρωση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Θεωρεί ότι τα αιτούμενα Διατάγματα για λήψη πληροφοριών και εγγράφων είναι έκδηλη προσπάθεια για αλίευση πληροφοριών, για να μπορέσουν οι Αιτητές να βρουν στοιχεία, για να στηρίξουν τις θέσεις τους, τα οποία μπορούν εν πάση περιπτώσει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία. Εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και τα εκδοθέντα Διατάγματα να ακυρωθούν. Στη δική τους ένσταση οι Καθ' ων η Αίτηση 2-5, η οποία βασίζεται στην ίδια νομική βάση όπως η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 1, ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και προωθούνται οι ίδιοι λόγοι ένστασης, όπως αυτοί που προωθούνται από τον Καθ' ου η Αίτηση
  19. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 5 Μιχάλη Μιχαηλίδη, ο οποίος όπως αναφέρει είναι δικηγόρος, πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε και επί σειρά ετών παραχωρούσε νομικές υπηρεσίες στις Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4, ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 6 είναι εταιρεία δικών του συμφερόντων και δραστηριοποιείται στον τομέα των διοικητικών υπηρεσιών. Υιοθετεί πλήρως τους λόγους ένστασης και είναι η πρώτη του θέση ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς με στόχο να κατάφερουν οι Αιτητές να αποτρέψουν διαδικασίες που έγιναν και γίνονται καθ' όλα νόμιμα συνεπεία εκδόσεως δικαστικών αποφάσεων. Αναφέρει ότι ούτε ο ίδιος έχει λάβει γνώση για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 2.12.20, η οποία αποσύρθηκε χωρίς να του επιδοθεί. Όσον αφορά τις διαδικασίες που έγιναν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 109/15, είναι η θέση του ότι η XXXXX Σάββα μέσω της ένορκης δήλωσής της παρέλειψε εσκεμμένα, με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, να θέσει όλα τα σχετικά γεγονότα και το γεγονός ότι καταχωρήθηκαν εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 Διατάγματα της φύσης Certiorari και επίσης ότι εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε Έφεση και εκδόθηκαν αποφάσεις για αναστολή της διαδικασίας σε αίτηση παραμερισμού. Αναφέρεται επίσης στην αίτηση παρακοής που εκδικάστηκε στα πλαίσια της Αίτησης 109/15, αλλά όπως αναφέρει οι Αιτητές είναι επιλεκτικά που παραθέτουν τα γεγονότα. Είναι η θέση του ότι οι Αιτητές και γνώριζαν, όπως φαίνεται, για την εκκαθάριση της Leagros από τον Δεκέμβρη του 2019 και καταχρηστικά καταχώρησαν αίτηση παραμερισμού με καθυστέρηση. Αναφέρει ότι ο ίδιος καταχώρησε έφεση, τόσο εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην Γενική Αίτηση 109/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όσο και στην απόφαση του στην αίτηση παρακοής όσο και για την ποινή που του επιβλήθηκε, όπως και διατάγματα φύσεως Certiorari, τα οποία όμως δεν δόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι εφέσεις όμως ακόμη εκκρεμούν. Είναι η θέση του ότι όλες οι διαφορές των μερών μπορούν να λυθούν στα πλαίσια των εφέσεων που εκκρεμούν στη Γενική Αίτηση 109/15 και δεν υπήρχε κανένας λόγος καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Αναφέρει ότι υπήρχαν συγκεκριμένες οφειλές της Leagros προς άλλες εταιρείες συμπεριλαμβανομένων και των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4, οι οποίες αφορούσαν δάνεια και άλλες δοσοληψίες και είχαν υπογραφεί σχετικά γραμμάτια. Γι' αυτό και εκδόθηκαν οι αποφάσεις στις αγωγές 965/18, 1549/18 και 1550/18, οι οποίες ήταν εις γνώση των Αιτητών από το
  20. Οι δικηγόροι που εμφανίστηκαν στις υποθέσεις αυτές χειρίστηκαν τις υποθέσεις δίκαια και άμεμπτα και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει δόλο. Ενόψει της έκδοσης των αποφάσεων, νόμιμα καταχωρήθηκαν τα memo, ενώ οι Ενάγοντες/Αιτητές συνεχίζουν να καταχωρούν γενικά και αόριστα συνεχείς αιτήσεις στο Δικαστήριο, οι οποίες είναι άνευ αντικειμένου και μάλιστα αντιφατικές. Αναφέρει επίσης ότι, καταχώρησε ο ίδιος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, μετά από Διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του, ένορκη δήλωση και αποκάλυψε όλα τα έγγραφα και στοιχεία που είχε στην κατοχή του, όπως και τη τελική νόμιμο δικαιούχο της εταιρείας Pomex Ltd και σχετικά επισυνάπτει το Τεκμήριο
  21. Θεωρεί ότι όλοι οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι ανυπόστατοι και ψευδείς και προσπαθούν οι Αιτητές να παρουσιάσουν γεγονότα με εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα, για να δημιουργήσουν πλάνη στο Δικαστήριο και για να πλήξουν το κύρος και την επαγγελματική του ηθική. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι υπάρχει οποιαδήποτε σχέση με τα χρήματα που χρησιμοποίησε η Pomex Ltd για να αγοράσει το ακίνητο της εταιρείας Leagros και αναφέρει ότι ο ίδιος σε συνάντηση που είχε με τον κύριο Βορκά, του ανέφερε ότι είναι άνευ σημασίας να προσπαθήσει να αποκτήσει τις μετοχές της Leagros, καθότι η εταιρεία είχε πολλά χρέη και δάνεια, οι μετοχές της δεν είχαν καμία αξία και τον παρέπεμψε να ερευνήσει τους ελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας που ήταν κατατεθειμένοι στον Έφορο Εταιρειών. Ακολούθως, αναλύει τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων, και είναι η θέση του ότι δεν στοιχειοθετείται καμία από τις προϋποθέσεις ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας συγκλίνει υπέρ της έκδοσης και της οριστικοποίησης των Διαταγμάτων και καλεί το Δικαστήριο αφενός να ακυρώσει τα αιτούμενα Διατάγματα και αφετέρου να απορρίψει την αίτηση για έκδοση των άλλων Διαταγμάτων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, καταχωρήθηκαν στο ενδιάμεσο αιτήσεις εκ μέρους των Εναγόντων/ Αιτητών για αντεξέταση τόσο του XXXXX Κόκκινου, όσο και του XXXXX Μιχαηλίδη, οι οποίες απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο και έτσι η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1-5 και των Αιτητών, αφού όπως έχει ήδη αναφερθεί η αίτηση δεν προωθήθηκε εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως δικηγόρου του Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας μετά από δήλωση του Δικηγόρου της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση ότι θα συνεργαστεί πλήρως με τους Αιτητές και θα ικανοποιήσει τα Διατάγματα που τυχόν εκδόσει το Δικαστήριο. Στη γραπτή τους αγόρευση οι Ενάγοντες - Αιτητές αναφέρονται σύντομα στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, την ιδιότητα των Εναγόντων Αιτητών, αναφέροντας ότι ουσιαστικά είναι οι μέτοχοι της εταιρείας Leagros κατέχοντας συνολικά μαζί 7.500 μετοχές στο μετοχικό κεφάλαιό της, 3000 μετοχές ο Αιτητής 1 και 4.500 χιλιάδες μετοχές η Αιτήτρια 2, ενώ οι υπόλοιπες 2.500 μετοχές κατέχονται από κάποιον XXXXX Κίττη. Αναφέρουν επίσης ότι οι Αιτητές απέκτησαν τις 7.500 μετοχές κατόπιν Δικαστικού Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 14/05/19 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης με αριθμό 109/
  22. Αναφέρονται ακολούθως στην παρούσα αγωγή την οποία ισχυρίζονται ότι καταχώρησαν για να ακυρώσουν τις δικαστικές αποφάσεις στις αγωγές 968/18, 1549/18 και 1550/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εξεδόθηκαν εκ συμφώνου κατά της Leagros στις 21/05/18, 18/06/18 και 8/06/18 αντίστοιχα, θεωρώντας ότι οι εν λόγω αποφάσεις εκδόθηκαν κατόπιν συνομωσίας, δόλου, απάτης και συμπαιγνίας όλων των Εναγομένων, πλην του Εναγομένου
  23. Σημειώνουν, επίσης, ότι οι Ενάγοντες στις επίδικες αποφάσεις ήταν οι Εναγόμενες 2, 3 και 4 στην παρούσα αγωγή. Αναφέρουν επίσης ότι το συνολικό ποσό των τριών εκ συμφώνου εκδοθεισών αποφάσεων ανέρχεται στο ποσό των €7.
  24. 875 πλέον τόκους και έξοδα. Ακολούθως εξηγούν τη θέση τους ότι οι δικαστικές αυτές αποφάσεις λήφθηκαν κατόπιν συμπαιγνίας και δόλου μεταξύ όλων των Εναγομένων πλην του Εναγομένου 7, αφού αναφέρονται στο ότι ο Αιτητής 1 κατάφερε να εκδώσει προς όφελός του, στις 4/04/11, Δικαστική απόφαση από Ρωσικό Δικαστήριο κατά του διεθνώς καταζητούμενου Ρώσου XXXXX Vladimirovich για συνολικό ποσό €12.214.
  25. Ο Αιτητής 1 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας τη Γενική Αίτηση με αριθμό 109/15 στην οποία πέτυχε, κατόπιν μεγάλου και μακρόχρονου δικαστικού αγώνα, στις 4/11/16 την έκδοση Διατάγματος αναγνώρισης εγγραφής και εκτέλεσης της Ρωσικής Απόφασης στην Κύπρο. Την ίδια ημερομηνία και στα πλαίσια της ίδιας αίτησης, ο Αιτητής πέτυχε την κήρυξη ως δόλιων των μεταβιβάσεων των 7.500 μετοχών σε τρίτα πρόσωπα στο μετοχικό κεφάλαιο της Leagros, καθώς και Διαταγή του Δικαστηρίου για επανεγγραφή των 7.500 μετοχών στο όνομα του XXXXX Vladimirovich. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 109/15, οι δόλιες μεταβιβάσεις έγιναν από την XXXXX Runova, Εναγόμενη 8, που είναι θυγατέρα του XXXXX Vladimirovich, την Εναγόμενη 2, την Εναγόμενη 5 και τον Εναγόμενο
  26. Σημειώνεται ότι η Εναγόμενη 2, ανήκει στην XXXXX Runova. Σχετικά, οι συνήγοροί των Αιτητών, προβαίνουν σε εκτενή αποσπάσματα από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, με την οποία κηρύχθηκαν ως δόλιες οι μεταβιβάσεις των μετοχών που έγιναν και είναι η θέση τους ότι μοναδικός και εξ αρχής στόχος των Εναγομένων ήταν πάντα με κάθε δόλιο μέσω η παρεμπόδιση της είσπραξης χρημάτων που οφείλει ο XXXXX Vladimirovich στον Αιτητή
  27. Αναφέρουν επίσης ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι οι μετοχές στο κεφάλαιο της Leagros είχαν μεγάλη αξία η οποία πήγαζε από το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Leagros, δηλαδή το ακίνητο της στη περιοχή Σοφτάδες Λάρνακας, η αξία του οποίου πλησίαζε τα €7.000.
  28. Είναι η θέση τους ότι, ενώ η διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 109/15 βρισκόταν σε εξέλιξη, οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε σειρά δόλιων πράξεων συνεπεία των οποίων ήταν τελικά να εκδοθούν οι εκ συμφώνου αποφάσεις στις 3 αγωγές που έχουν αναφερθεί και επίσης να εκδοθούν Διατάγματα αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης των Εναγομένων. Τα ειδικά ψηφίσματα που ενέκριναν τέτοιες αποφάσεις είχαν υπογραφεί και υποβληθεί στον Έφορο Εταιρειών από τον Εναγόμενο 5, ενώ οι μεταβιβάσεις μετοχών έγιναν και στον δικηγόρο Γιώργο Βαρνάβα που εκπροσώπησε και τις 3 εταιρείες που πέτυχαν αποφάσεις εναντίον της Leagros εκ συμφώνου και στις 3 αγωγές. Δίδουν πλήρεις λεπτομέρειες για τη θέση τους ότι ο Εναγόμενος 5 είχε ουσιαστικό ρόλο στην προετοιμασία του δόλιου σχεδιασμού και την καταχώρηση των 3 «ψεύτικων», όπως τις αποκαλούν, αγωγές όπως και στον διορισμό των δικηγόρων, τόσο των Εναγουσών, όσο και της εκπροσώπησης της Leagros ως Εναγόμενης, και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τις οδηγίες που έδωσε σε αυτούς για να δεχθούν τις εκ συμφώνου αποφάσεις. Όπως επίσης αναφέρουν οι Αιτητές, για να εμποδιστεί επιπρόσθετα ο Αιτητής 1 να ελέγξει την Leagros, τις μετοχές της οποίας όπως είχε αναφερθεί ανέκτησε με Δικαστικό Διάταγμα ημερομηνίας 14/05/19, προχώρησαν σε επόμενο δόλιο βήμα ήτοι τη διαδικασία εκκαθάρισης της Leagros με την Αίτηση υπ' αριθμό 767/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με Αιτήτρια την Εναγόμενη
  29. Η αίτηση εκκαθάρισης καταχωρήθηκε στις 2/10/18 και εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης στις 26/11/
  30. Την Αίτηση Εκκαθάρισης υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Μιχαηλίδη, Εναγομένου 5, υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντής της Εναγόμενης 2, την ίδια δε στιγμή αυτός παρέλαβε και την ειδοποίηση των 3 εβδομάδων ημερομηνίας 18/07/18 για λογαριασμό της Leagros που προηγήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 212 Α του Κεφ.113 υπό την ιδιότητά του ως Γραμματέας της Εναγόμενης 6, που είναι η Γραμματέας της Leagros. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι οι δόλιες ενέργειες των Εναγομένων συνεχίστηκαν έχοντας καταφέρει να καθυστερήσουν τη διαδικασία εκδίκασης της Γενικής Αίτησης 109/15 με διάφορες προφάσεις, ενώ παράλληλα κατεργάζονταν τρόπους απόσπασης του μοναδικού ακινήτου και μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της Leagros αξίας περίπου €7.000.000 κάτι που ενισχύεται και από το γεγονός ότι αντικατέστησαν με τις ενέργειές τους τον Επίσημο Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Leagros από τον Εναγόμενο 1, XXXXX Κόκκινο. Λίγους μόνο μήνες μετά την εκκαθάρισή της Leagros, οι Εναγόμενοι συνωμότες, αφού απαλλάγηκαν από τον Επίσημο Παραλήπτη, έλεγξαν πλήρως τη Leagros μέσω του Εναγόμενου 1 και έχοντας στην κατοχή τους 3 «ψεύτικες» δικαστικές αποφάσεις, όπως και τα memo κατά της ακίνητης περιουσίας της Leagros δεν είχαν πλέον τίποτε για να ανησυχούν, έστω και αν οι 7.500 μετοχές στο μετοχικό της κεφάλαιο περιήλθαν με νόμιμες δικαστικές διαδικασίες στα ονόματα των Εναγόντων Αιτητών στις 14/05/
  31. Αναφέρουν ακολούθως ότι ούτε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ούτε τα ενδιάμεσα Διατάγματα αποκάλυψης που εκδόθηκαν στις 31/08/20 κατά των Εναγόμενων τους εμπόδισαν στην προώθηση των δόλιων σχεδίων τους, αφού ο XXXXX Μιχαηλίδης, Εναγόμενος 5 και το πρόσωπο που σύστησε όλες τις Εναγόμενες εταιρείες και τις διευθύνει μέσω άλλων εταιρειών του, ορκίστηκε και κατέθεσε ένορκη δήλωση αποκάλυψης στις 5/11/20 για να αναφέρει απλά πως όλα τα περιουσιακά στοιχεία, γεγονότα και έγγραφα της Leagros τα κατέχει η XXXXX Runova που ζει στο εξωτερικό. Ακολούθως οι Εναγόμενοι με τα ψεύτικα χρέη στη Leagros και τα ισχυριζόμενα σχέδια αναδιοργάνωσης εταιρειών της, και έχοντας εξασφαλισμένες τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν εκ συμφώνου και έχοντας καταθέσει memo στο μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Leagros και την Εκκαθάρισή της, έφτασαν στο τελικό στάδιο του δόλου και επινόησαν τη διαδικασία αποξένωσης του ακινήτου από τη Leagros δια του δήθεν συμψηφισμού, όπου η Εναγόμενη 9, εταιρεία Pomex Ltd, που φαίνεται ότι και αυτή ανήκει στην XXXXX Runova, θυγατέρα του XXXXX Vladimirovich, συμφώνησε με τους Εναγόμενους 2, 3 & 4 να αγοράσει τα δικαιώματα των «ψεύτικων» δικαστικών αποφάσεων και τις δήθεν οφειλές που είχαν από την Leagros. Ουσιαστικά οι Εναγόμενοι χρησιμοποιώντας τις 3 δόλιες και «ψεύτικες» αποφάσεις που έλαβαν οι Εναγόμενοι 2, 3 & 4 κατά της Leagros σοφίστηκαν τη χρήση συμφωνιών εκχώρησης δικαιωμάτων από τους 3 δήθεν εξ αποφάσεων δόλιους πιστωτές, δηλαδή τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 προς την Pomex Ltd η οποία παρέδωσε στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 promissory notes και ακολούθως αποξένωσαν το μοναδικό ακίνητο αξίας εκατομμυρίων ευρώ μέσω της Εναγόμενης 9, Pomex Ltd, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 8, XXXXX Runova. Ακολούθως οι συνήγοροι των Αιτητών προβαίνουν σε μία εκτενή καταγραφή ερωτημάτων και θέσεων που κατά την άποψή τους καταδεικνύουν την καταφανή σκευωρία των Εναγομένων να οικειοποιηθούν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Leagros με την εμφάνιση των 3 «ψεύτικων» δικαστικών αποφάσεων της εκκαθάρισης της εταιρείας και την αλλαγή του Εκκαθαριστή της και της απορρόφησης δήθεν των χρεών των υπόλοιπων εταιρειών ως αντάλλαγμα για την κατοχή από την Pomex Ltd του μοναδικού ακινήτου της Leagros. Ακολούθως πραγματεύοντας τη νομική πτυχή των αιτημάτων τους που είναι η έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων με αναφορά στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και σε εκτενή νομολογία. Ασχολούνται επίσης με τις ενστάσεις των Εναγομένων δηλώνοντας ότι αν και ο Εναγόμενος 1 από τη μία και οι Εναγόμενοι 2 ‑ 5 από την άλλη καταχώρησαν ξεχωριστές ενστάσεις, οι λόγοι τους είναι απολύτως ταυτόσημοι και βεβαίως θα ήταν περίεργο να μην ήταν έτσι. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους περί δόλιας συμπαιγνίας της Pomex Ltd και των Εναγομένων μεταξύ τους και αναφέρουν ότι και ο Εναγόμενος 1, Ιωσήφ Κόκκινος, είναι και αυτός μέρος της συνομωσίας έχοντας ορκιστεί ότι δήθεν η προσφορά που έλαβε από την εταιρεία Pomex Ltd για το εν λόγω ακίνητο ήταν η ψηλότερη και μετά από διαβουλεύσεις με τους πιστωτές της εταιρείας έγινε αποδεκτή. Αρνούνται τις θέσεις των Εναγομένων ότι οι ίδιοι έχουν προβεί σε κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου με το να καταχωρούν συνεχώς αιτήσεις αναφέροντας ότι όποιες αιτήσεις καταχώρησαν στο στάδιο που τις καταχώρησαν ήταν για να προλάβουν τις δόλιες πράξεις των Εναγομένων, κάτι που δυστυχώς δεν κατάφεραν να κάνουν γι' αυτό και απέσυραν τις άλλες αιτήσεις που είχαν καταχωρήσει μονομερώς και καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, όταν έμαθαν από το Κτηματολόγιο ότι είχε ήδη μεταβιβαστεί το ακίνητο στην εταιρεία Pomex Ltd και με τη δήλωση των Εναγομένων στο Δικαστήριο ότι το προϊόν πώλησης του ακινήτου έχει ήδη διανεμηθεί στους πιστωτές της Leagros, είναι η θέση τους ότι, προσπαθούν οι Εναγόμενοι με δόλιο τρόπο να καταστήσουν άνευ αντικειμένου και την παρούσα αίτηση. Είναι η θέση τους ότι η αρχή της Salomon v. Salomon

(1987)AC 22 που επικαλούνται οι Εναγόμενοι δεν μπορεί να εμποδίσει το Δικαστήριο από του να διερευνήσει τους ισχυρισμούς των Αιτητών για τις δόλιες συμφωνίες μεταξύ των μερών, παραθέτοντας απόσπασμα από την απόφαση Αποστόλου v. Ιωάννου, Εφέσεις αρ. 20/10 και 21/10 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 3/04/
  1. Αρνούνται επίσης τις θέσεις των Εναγομένων ότι δεν έχει γίνει πλήρης αποκάλυψη από τους Αιτητές, αναφέροντας ότι τίποτε ουσιαστικό δεν έχει αποκρυβεί, αντιθέτως είναι οι Εναγόμενοι που κρύβονται πίσω από τους δόλιους χειρισμούς τους και είναι τελικά η θέση τους ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να συνεχίσει την ισχύ των Διαταγμάτων υπό παραγράφους Α και Β της αίτησης που έχει ήδη εκδώσει μονομερώς και δικαιολογείται και η έκδοση των υπολοίπων Διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Γ, Δ και ΣΤ, της αίτησης, διότι μόνο έτσι οι Εναγόμενοι θα αναγκαστούν να αποκαλύψουν ξεκάθαρα τι ακριβώς συνέβηκε με την εκκαθάριση της Leagros και τη διάθεση του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου. Αναφέρουν ότι το Διάταγμα υπο παράγραφο Ε έχει αποσυρθεί με σχετική δήλωσή τους μετά από τη θέση του συνηγόρου του Γενικού Εισαγγελέα ότι θα συνεργαστεί πλήρως με τους Ενάγοντες. Είναι τελικά η θέση τους ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, γι' αυτό και ζητούν από το Δικαστήριο την οριστικοποίηση των Διαταγμάτων υπό παραγράφους Α και Β και την έκδοση των διαταγμάτων υπό παραγράφους Γ, Δ και ΣΤ της αίτησης. Στη γραπτή τους αγόρευση οι Καθ' ων η Αίτηση 2-5 οι οποίοι αν και έχουν καταχωρήσει διαφορετικές ενστάσεις, έχουν καταχωρήσει κοινή αγόρευση με τον Καθ' ου η Αίτηση 1, αναφέρουν σύντομα τα γεγονότα της υπόθεσης και τα διάφορα Διατάγματα των οποίων την έκδοση ζητούν οι Αιτητές. Αναφέρουν επίσης ότι είναι η τρίτη φορά εντός του ίδιου δικαστικού έτους που οι Αιτητές προσπαθούν με καταχώρηση παρόμοιων είδους αιτήσεις να πετύχουν την έκδοση Διαταγμάτων τα πλαίσια της παρούσας αγωγής κάτι που δείχνει την από πλευρά τους προσπάθεια με κάθε δυνατόν τρόπο να εμποδίσουν τον Εκκαθαριστή της Leagros να ολοκληρώσει τα καθήκοντά του. Υιοθετούν και επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο των ενστάσεων που έχουν καταχωρηθεί από τον Εναγόμενο 1 και τους Εναγόμενους 2-5 που τη συνοδεύουν και σημειώνουν ότι με βάση τη νομολογία ισχυρισμοί σε ένορκες δηλώσεις επί των οποίων οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί πάρα να θεωρηθούν ως αποδεχτοί. Ακολούθως ασχολούνται με τη νομική πτυχή του θέματος παραθέτοντας και οι ίδιοι με τη σειρά τους το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και σειρά νομολογίας που αναφέρεται στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθούν αυτού του είδους τα Διατάγματα από το Δικαστήριο. Επίσης, αναφέρουν ότι οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων στη βάση της απόφασης στη Γενική Αίτηση 109/15 στην οποία εκκρεμεί έφεση και αγνοούν παντελώς την κλασική απόφαση στην υπόθεση Salomon v. Salomon (ανωτέρω) στην οποία γίνεται ξεκάθαρα αναγνώριση του διαχωρισμού της ανεξάρτητης νομικής προσωπικότητας μιας εταιρείας από τη φυσική προσωπικότητα των μετοχών και ιδιοκτητών της. Αναφέρουν επίσης ότι άλλος Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με απόφασή του ημερομηνίας 31/08/20 είχε αποφασίσει ότι στην παρούσα υπόθεση δεν τίθετο θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς, κάτι το οποίο υιοθετούν οι Εναγόμενοι και στην παρούσα αίτηση. Σε ό, τι αφορά τα Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal αναφέρουν ότι σύμφωνα με τη νομολογία για να μπορούν να εκδοθούν τέτοιας φύσεως Διατάγματα πρέπει να πληρούνται τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις όπως καθορίστηκαν από την αγγλική νομολογία. Με αναφορά σε κυπριακή νομολογία που πραγματεύεται την έκδοση των Διαταγμάτων αυτών, αναφέρουν ότι θα πρέπει το Δικαστήριο που εξετάζει την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal πρώτα να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: Α. Πρέπει να έχει λάβει χώρα ή κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα. Β. Πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση Διατάγματος, ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα. Γ. Το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση του Διατάγματος πρέπει: 1) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπον που να έχει διευκολύνει τη αδικοπραξία, και 2) να είναι σε θέση να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Είναι η θέση τους ότι η αρχή της λογικής της έκδοσης Διαταγμάτων Norwich Pharmacal είναι ότι χωρίς αυτές τις πληροφορίες δεν θα μπορέσει να ξεκινήσει η σκοπούμενη αγωγή. Αναφέρονται εκτενώς σε νομολογία για τα θέματα αυτά και, εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι η θέση τους ότι τα αιτούμενα Διατάγματα για λήψη πληροφοριών και/ή εγγράφων καταδεικνύουν ότι οι Αιτητές χρειάζονται τις εν λόγω πληροφορίες για να ξεκινήσουν και να καταχωρήσουν την αγωγή. Από την άλλη, ζητούν την έκδοση ενδιάμεσων Διαταγμάτων που συγκρούονται κάθετα με τις υπόλοιπες θέσεις τους για έκδοση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, αφού εκεί απαιτείται μεταξύ άλλων η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία. Σε ό, τι αφορά τα Διατάγματα των παραγράφων Α και Β είναι η θέση των Εναγομένων ότι ουσιαστικά με αυτές οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση ανασταλτικής φύσεως Διαταγμάτων που αφορούν την αναστολή εκτέλεσης του Δικαστικού Διατάγματος Εκκαθάρισης της Εναγόμενης 1 και στηρίζεται στις πρόνοιες της Δ.40 θθ 7 και 11 τις οποίες και παραθέτουν. Με αναφορά στη νομολογία αναφέρουν ότι οι αποφάσεις για τις οποίες ζητείται η αιτούμενη με βάση τη Δ.40 θ11 θεραπεία δεν αποτελούν αντικείμενο έφεσης αφού οι Αιτητές δεν υπήρξαν διάδικοι στο πλαίσιο των αγωγών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις οποίες εκδόθηκαν αποφάσεις εκ συμφώνου. Επίσης, δεν επιδιώκουν την αναστολή των μέτρων εκτέλεσης λόγω εκκρεμότητας της αποπεράτωσης της Έφεσης. Άρα η Δ.40 θ11 την οποία επικαλούνται δεν τυγχάνει εφαρμογής. Σε ό, τι αφορά τη Δ.40 θ7, αναφέρουν ότι δεν έχει αποδειχθεί κανένας λόγος και καμία ειδική περίσταση για να μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή η εν λόγω Διαταγή. Στοιχειοθετούν ακολούθως τους ισχυρισμούς τους ότι οι Αιτητές έχουν προβεί σε κατάχρηση διαδικασίας, αφού η παρούσα είναι η τρίτη αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων που καταχωρούν τον τελευταίο χρόνο, η αίτηση είναι εξ αντικειμένου άνευ ουσίας, αφού ο Εκκαθαριστής έχει ήδη αποξενώσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας Leagros και το μοναδικό αποτέλεσμα τυχόν συνέχισης των Διαταγμάτων Α και Β που έχουν ήδη εκδοθεί θα είναι η καθυστέρηση και η παρεμπόδιση του Εκκαθαριστή της Εναγόμενης 1 να ολοκληρώσει την εκκαθάριση της Εναγόμενης 1 που βρίσκεται στο τέλος της και να τη διαλύσει. Επικαλούνται επίσης καθυστερήσεις από πλευράς των Αιτητών στην υποβολή της αίτησης αφού, όπως αναφέρουν οι Αιτητές γνώριζαν για την εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση τουλάχιστον από τις 14/12/18 όταν εκδόθηκε απόφαση στη διαδικασία Παρακοής Διατάγματος στη Γενική Αίτηση 109/
  2. Η καθυστέρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση, αφού εν τω μεταξύ δημιουργήθηκαν δικαιώματα καλόπιστου τρίτου, της εταιρείας Pomex Ltd, που είναι καλόπιστος αγοραστής με νόμιμη αντιπαροχή και ως τέτοιος δικαιούται, όπως εγγράφει, ως ιδιοκτήτης του ακινήτου που κατέχει η Καθ' ης η Αίτηση 1 και η εταιρεία Pomex Ltd αγόρασε. Παρατηρούν επίσης ότι αν και οι Αιτητές αναφέρονται στο γεγονός ότι ο κύριος XXXXX Vladimirovich είναι ο ηθικός αυτουργός όλων όσων έχουν γίνει, δεν τον έχουν συμπεριλάβει ως Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή και επομένως είναι η θέση τους ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την απόρριψή της και την ακύρωση των Διαταγμάτων των παραγράφων Α και Β που έχουν ήδη εκδοθεί με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση. Αφού έχω παραθέσει την αίτηση υπό εκδίκαση, την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί από πλευράς των Εναγόμενων 1-5 μαζί με τις ένορκές δηλώσεις που τις συνοδεύουν, αλλά και τις αγορεύσεις των συνηγόρων όλων των πλευρών, θεωρώ ορθό πρώτα απ' όλα να θέσω σε γενικές γραμμές τη νομολογία που διέπει την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων μονομερώς με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/
  3. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R.557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ.731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ.71/11 ημερ. 16.4.14). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνονται σε τέτοιες διαδικασίες και οι ένορκες δηλώσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1Β Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.231. Αποτελεί επίσης πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ.209). Επειδή κάποια από τα υπό κρίση Διατάγματα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, έχουν εκδοθεί μονομερώς από το Δικαστήριο στη βάση της αίτησης των Εναγόντων Αιτητών και των ένορκων δηλώσεων που την συνοδεύουν, και εφόσον έχει τεθεί από πλευράς των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση 1-5, ότι κατά το στάδιο της έκδοσης των Διαταγμάτων μονομερώς οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που αφορά η υπόθεση, αντίθετα έχουν προβεί σε ψεύδη, έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο και καίρια και καθοριστικά δεν έχουν αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, καθώς και τα πλήρη έγγραφα που έχουν καταθέσει ως Τεκμήρια, θεωρώ ορθό να ασχοληθώ πρώτα με αυτό το σημείο, αφού όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, αυτός ο λόγος από μόνος του είναι ικανός, σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ισχύει, να οδηγήσει άνευ άλλου στην ακύρωση των μονομερώς εκδοθέντων Διαταγμάτων υπό του Δικαστηρίου. Η έκδοση προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.597, 601-602: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ......... Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του Διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του Διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν Διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248 τονίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως (uberrima fides) επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Στην υπόθεση Larissa (αρ.2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 94 σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του Διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ.1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας.» Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ.1672 (σελ.1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το Διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του Δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού Διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν' αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος (βλ. The Attorney General of the Republic a.a. (No.2) v. George Savvides
(1979)1 AAΔ 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 WLR 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο, για το θέμα αυτό, ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Ως θεραπεία η οποία πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας, κατά την απόφαση κατά πόσο θα δοθεί ή όχι ένα προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, ένας σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας εάν θα εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή όχι, είναι η συμπεριφορά του Αιτητή που επιζητεί τη θεραπεία του δικαίου της επιείκειας ή θεραπεία που εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθ' όλα έντιμα και δίκαια έναντι του αντιδίκου του. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα των Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου «Διατάγματα/Injunctions» 2016 πρώτη έκδοση στις σελίδες 60 ‑και 61, στο σύγγραμμα I.C.F. Spry LL.D και με παραπομπή στο γνωστό ρητό ότι ''he who seeks equity must do equity'' σχετική είναι η υπόθεση Everet v. Williams Ex. 1725, 9 L.Q.197. Σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη αίτηση πρέπει να αναφέρω ότι δεν θεωρώ ότι οι Ενάγοντες Αιτητές δεν έχουν συμπεριφερθεί σωστά αναζητώντας αρχές που πηγάζουν από το δίκαιο της επιείκειας αφού, θεωρητικά όπως εξηγείται στην παρούσα απόφαση, έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το Δικαστήριο με νέα αίτηση, κάτι που έχει ήδη αποφασίσει το Δικαστήριο νοουμένου βέβαια πάντοτε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που η νομολογία έχει καθορίσει. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου επίσης αποτρέπει την κατάχρηση των διαδικασιών όπως τέθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας Beogradska A.D.
(1999)1 Α.Α.Δ.225. Αναφορικά με το καθήκον Αιτητή σε μονομερή αίτηση να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και έγγραφα που ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να είναι γνωστά στον Αιτητή μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχόμενα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, παραπέμπω επίσης στο ακόλουθο απόσπασμα της Εφετειακής Απόφασης COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG & ΑΛΛΟΥ - Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014 - Απόφαση ημερ. 27/2/2015: «.......Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων..........» Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλούνται για σκοπούς μη έκδοσης των Προσωρινών Διαταγμάτων που αιτούνται οι Ενάγοντες Αιτητές στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς των Εναγόντων Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτούνται την έκδοση των Διαταγμάτων. Μάλιστα οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν ένα από τους κύριους άξονες των θέσεων τους. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του ενός προσωρινού Διατάγματος που έχει εκδοθεί μονομερώς, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι, κατά το στάδιο της έκδοσης του, δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία, ενδεχομένως, να επηρέασε το Δικαστήριο. Όταν ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο μονομερούς Αίτησης το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει το εκδοθέν Διάταγμα έστω και αν οι ουσιαστικές περιστάσεις της υπόθεσης θα δικαιολογούσαν τη χορήγηση της θεραπείας. Η έκδοση προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.597, 601-602: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του Διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν Διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ.248 τονίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως (uberrima fides) επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Στην υπόθεση Larissa (αρ.2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 94 σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ.1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ.1672 (σελ.1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση προκαταρκτικά των ισχυρισμών των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση περί μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το πρώτο θέμα με το οποίο θα ασχοληθώ είναι το επιχείρημα των Eναγόμενων Καθ' ων η Αίτηση ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα κατά το στάδιο που αυτό εξέτασε και εξέδωσε μονομερώς τα 2 εκ των αιτούμενων Διαταγμάτων, αφού, όπως αναφέρεται στη νομολογία που έχω παραπέμψει πιο πάνω, ο λόγος αυτός, εάν ευσταθεί, είναι από μόνος του ικανός για να ακυρωθούν από το Δικαστήριο τα μονομερώς εκδοθέντα Διατάγματα. Πρέπει να αναφέρω ότι τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων προβάλλουν στην ένστασή τους οι Καθ' ων η Αίτηση 2-5 και ειδικότερα ο κύριος Μιχαηλίδης στην ένορκή του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Αναφέρω ότι από αυτήν δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια είναι αυτά τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία επικαλείται. Εάν πρόκειται για τις αιτήσεις παραμερισμού που έχουν καταχωρηθεί μετά την έκδοση αποφάσεων στη Γενική Αίτηση 109/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος και τα Διατάγματα φύσεως Certiorari που έχει ο ίδιος καταχωρήσει κατά της απόφασης του Δικαστηρίου Λάρνακας με την οποία τον βρήκε ένοχο ηθελημένης παρακοής και του επέβαλε ποινή υπό μορφή προστίμου, αναφέρω ότι όντως οι Αιτητές δεν έχουν αναφερθεί σε αυτά τα γεγονότα, αναφέρθηκαν μόνο στο ότι εκκρεμεί έφεση κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 109/
  1. Όμως, όπως και ο ίδιος ο κύριος Μιχαηλίδης αναφέρει, οι αιτήσεις για έκδοση Διαταγμάτων φύσεως Certiorari απορρίφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι αυτά τα γεγονότα δεν είναι ουσιώδη ή τέτοιας φύσης που να οδηγούν το παρόν Δικαστήριο στην ακύρωση των Διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί μονομερώς από το Δικαστήριο. Δεν είναι, σύμφωνα με τη νομολογία την οποία παραθέτω σε έκταση πιο πάνω, κάθε απόκρυψη γεγονότος ή μη αποκάλυψη γεγονότος που οδηγεί σε ακύρωση μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος. Το γεγονός ή τα γεγονότα που έχουν αποκρυβεί και/ή μη αποκαλυφθεί πρέπει να είναι ουσιώδη υπό την έννοια του ότι εάν τα γνώριζε το Δικαστήριο δεν θα προχωρούσε στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο που εξέδωσε τα Διατάγματα μονομερώς δεν θα επηρεαζόταν στην κρίση του εάν γνώριζε τις ενέργειες που έχουν γίνει εκ πλευράς του κυρίου Μιχαηλίδη εναντίον των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από άλλα Δικαστήρια, εφόσον δεν επηρεάζουν τη φύση της αίτησης υπό εκδίκαση, επομένως η εισήγηση αυτή που έχει προβληθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση 2-5 στην ένστασή τους είναι κατά την άποψή μου καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Επιθυμώ να σημειώσω εδώ ότι στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση 1-5 δεν φαίνεται να προωθεί αυτόν τον λόγο κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτός έχει εγκαταλειφθεί. Παρά το γεγονός όμως αυτό, εφόσον εγείρεται στην ένσταση και εφόσον όπως έχω ήδη αναφέρει είναι λόγος που θα μπορούσε από μόνος του να οδηγήσει στην ακύρωση των εκδοθέντων Διαταγμάτων τον έχω εξετάσει και έχω αποφασίσει ως ανωτέρω. Άλλο θέμα που εγείρεται από τους Καθ' ων η Αίτηση 1-5 και το οποίο πιστεύω ότι πρέπει να τύχει εξέτασης κατά προτεραιότητα, πριν δηλαδή το Δικαστήριο ασχοληθεί με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/60, αλλά και τις προϋποθέσεις έκδοσης Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, αφορά το θέμα της κατάχρησης. Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση 1-5 ότι οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει πληθώρα αιτήσεων σε σχέση με την υπόθεση που αφορά τους Αιτητές και τους Καθ' ων η Αίτηση, κάτι που καταδεικνύει την από πλευρά τους κατάχρηση διαδικασιών. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής φαίνεται ότι η πρώτη αίτηση που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές ήταν στις 09/03/2020 και με αυτήν ζητούσαν την έκδοση απαγορευτικών Διαταγμάτων αναστολής των 3 εκ συμφώνου αποφάσεων των οποίων ζητείται η ακύρωση με την παρούσα αγωγή, αναστολή της εκτέλεσης επιβάρυνσης MEMO που είχε καταχωρηθεί στη βάση των 3 εκ συμφώνου εκδοθέντων αποφάσεων στο επίδικο ακίνητο, Διάταγμα που να απαγορεύει την επιβάρυνση της περιουσίας της Leagros, όπως και παρεμπίπτοντα Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal από τους Eναγόμενους 3, 4, 5 και
  2. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκαν ενστάσεις από όλους τους Καθ' ων η Αίτηση, και Δικαστήριο με άλλη σύνθεση, μετά από ακρόαση της αίτησης, εξέδωσε απόφαση στις 31 Αυγούστου 2020 με την οποία εξέδωσε Διατάγματα αποκάλυψης και απέρριψε τα άλλα αιτούμενα Διατάγματα. Ακολούθως, καταχωρήθηκε όπως έχει ήδη αναφερθεί μονομερής αίτηση από τους Αιτητές στις 02/12/2020, με την οποία ζητούσαν μονομερώς Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει την αποξένωση και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου της Leagros. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η εν λόγω αίτηση απεσύρθη, αφού κατέστη άνευ αντικειμένου με την καταχώρησή της όπως πληροφορήθηκαν οι Αιτητές από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, αφού είχε ήδη προχωρήσει η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στην εταιρεία Pomex Ltd. Την ίδια ημέρα με την καταχώρηση της ex parte αίτησης ημερομηνίας 02/12/2020 καταχωρήθηκαν από τους Αιτητές ακόμα 2 αιτήσεις και οι δύο δια κλήσεως, οι οποίες εκκρεμούν. Η μία αφορά προσθήκη διαδίκων ως Eναγόμενους 8-13 αντίστοιχα και σχετική τροποποίηση του κλητήριου, ενώ η δεύτερη αφορά αίτηση παρακοής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 3, 4, 5 και
  3. Ακολούθως, μεσολάβησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Εάν τίθεται οποιοδήποτε θέμα κατάχρησης, θεωρώ ότι τούτο αφορά την υπό κρίση αίτηση σε σχέση με την αίτηση ημερομηνίας 09/03/2020 σε ό,τι αφορά την έκδοση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Κατά τα λοιπά, η καταχώρηση όλων των υπολοίπων αιτήσεων όπως και τα αιτητικά ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της υπό κρίση αίτησης, δεν θεωρώ ότι έχουν οποιανδήποτε σχέση με προηγούμενες αιτήσεις και άρα το θέμα κατάχρησης σε σχέση με αυτές απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά το θέμα κατάχρησης αναφορικά με την έκδοση Διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal παρατηρώ ότι είναι διαφορετικά τα αιτητικά της αίτησης ημερομηνίας 09/03/2020 και της υπό κρίση αίτησης όπως τίθενται στο πρόσωπο της αίτησης ημερομηνίας 09/03/2020 και της παρούσας, αφού ήταν διαφορετικές και οι βασικές θεραπείες που ζητούνταν με την αίτηση ημερομηνίας 09/03/2020 σε σχέση με την παρούσα αίτηση. Δεν είναι ο αριθμός των αιτήσεων που καταχωρούνται σε μία υπόθεση από μόνος του που καθορίζει το θέμα κατάχρησης ή όχι, αλλά κυρίως η φύση των διαταγμάτων που ζητούνται. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα όσα έχω αναφέρει, θεωρώ ότι ούτε το θέμα της κατάχρησης δικαιολογείται, και επομένως απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τώρα την έκδοση των Διαταγμάτων υπό παραγράφους Α, Β, Γ και Δ της αίτησης (ουσιαστικά για να τεθεί το θέμα στην ορθή του διάσταση αφορά την οριστικοποίηση ή μη των διαταγμάτων υπό παραγράφους Α και Β που έχουν ήδη εκδοθεί και την έκδοση Διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Γ και Δ), το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αυτά στη βάση της νομολογίας που έχει εκτενώς τεθεί πιο πάνω με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, όπως και το ισοζύγιο της ευχέρειας και τους αντίστοιχους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Λαμβάνω υπόψη μου ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ήδη αίτηση εκκαθάρισης, στην οποία αρχικά ο εκκαθαριστής ήταν ο Επίσημος Παραλήπτης, ο οποίος αντικαταστάθηκε ακολούθως από τον Eναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος είναι και αυτός που προέβηκε στις πράξεις που καταλογίζονται ως δόλιες και προϊόν συμπαιγνίας μεταξύ του και των υπολοίπων Eναγόμενων από τους Ενάγοντες/Αιτητές και οι οποίες οδήγησαν στην πώληση και μεταβίβαση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της Leagros στην Pomex Ltd. Έχοντας υπόψη μου τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο από τους Αιτητές, όσο και από τους Καθ' ων η Αίτηση και λαμβάνοντας υπόψη μου και την τελική θεραπεία που ζητούν οι Ενάγοντες/Αιτητές με την αγωγή τους, θεωρώ ότι δικαιολογείται η οριστικοποίηση των Διαταγμάτων υπό παραγράφους Α και Β της αίτησης που έχουν εκδοθεί μονομερώς, αλλά και η έκδοση των Διαταγμάτων υπό παραγράφους Γ και Δ στην υπό κρίση αίτηση. Θεωρώ ότι με τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία εξηγά με πλήρη λεπτομέρεια η κυρία XXXXX Σάββα στην ένορκή της δήλωση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 ικανοποιούνται με βάση το μέτρο που ισχύει κατά την εξέταση αιτήσεων φύσεως ως η παρούσα, ενώ και το θέμα της ανεπανόρθωτης ζημιάς φαντάζει ως προφανές. Σε σχέση με το θέμα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, επειδή υπάρχει ο ισχυρισμός εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος επηρεάζονται τυχόν δικαιώματα τρίτου καλόπιστου αγοραστή, ως ισχυρίζονται, και δη της εταιρείας Pomex Ltd, θεωρώ στο στάδιο αυτό ότι τα δικαιώματα της Pomex δεν επηρεάζονται, εφόσον έχει πραγματοποιηθεί η πώληση και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματί της με τα Διατάγματα αυτό που ζητείται είναι η μη αποξένωση του ποσού που κατ' ισχυρισμό έχει πληρωθεί με τον τρόπο που αυτό έχει πληρωθεί ως εκτενώς αναφέρεται πιο πάνω και όχι η ίδια η συμφωνία πώλησης, επομένως ούτε το θέμα του καλόπιστου τρίτου, τα δικαιώματα των οποίων επηρεάζονται, θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής. Σημειώνω επίσης ότι στην αίτηση για προσθήκη διαδίκων που εκκρεμεί, η εταιρεία Pomex Ltd επιδιώκεται να προστεθεί ως διάδικος. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι τα Διατάγματα υπό παραγράφους Α και Β είναι αντιφατικά μεταξύ τους δεν με βρίσκει σύμφωνη αυτή η τοποθέτηση, αφού τα Διατάγματα αυτά ουσιαστικά απαγορεύουν στον Eναγόμενο 1 υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της Leagros να προχωρήσει σε οποιανδήποτε περαιτέρω ενέργεια και/ή πράξη σε σχέση με την εκκαθάρισή της, με την παράγραφο Β απαγορεύεται στον Eναγόμενο 1 να προβεί σε οποιανδήποτε πληρωμή του ποσού που εισπράχθηκε για την πώληση του επίδικου ακινήτου, ενώ με τις παραγράφους Γ και Δ ζητείται η παγοποίηση ποσού μέχρι 7 εκατομμύρια ευρώ που ανήκουν στη Leagros μέχρι να εκδικαστεί η ουσία της αγωγής. Η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι τα Διατάγματα πέραν από αντιφατικά είναι και άνευ αντικειμένου, καθότι δεν υπάρχουν χρήματα που είχαν εισπραχθεί για την πώληση του επίδικου ακινήτου, αλλά έγινε συμψηφισμός των χρεών της Leagros και σε αντάλλαγμα με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου είναι κάτι που αφορά την ουσία της αγωγής και δεν θα ήταν δίκαιο με βάση όλες τις προϋποθέσεις της νομολογίας που διέπουν την έκδοση απαγορευτικών Διαταγμάτων, να κριθεί στο παρών στάδιο αφού αυτό αποτελεί ουσιαστικό σημείο της αγωγής, αφού υπάρχουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις των Εναγόντων/Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με την εν λόγω πώληση και το τίμημά της και οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί δόλου και συμπαιγνίας μεταξύ των Eναγόμενων. Τέλος σε ό,τι αφορά τα Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal που ζητούνται με την παράγραφο Στ της υπό κρίση αίτησης, με το δεδομένο ότι το Διάταγμα υπό παράγραφο Ε εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας έχει αποσυρθεί, λαμβάνοντας υπόψη μου τη νομολογία που διέπει τα εν λόγω Διατάγματα θεωρώ ότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται για την έκδοση αυτού του τύπου Διαταγμάτων, δηλαδή φαίνεται εκτός από την πλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 ότι υπάρχει ο ισχυρισμός ότι έχει λάβει χώρα μία αδικοπραξία από έναν αδικοπραγούντα, υπάρχει η ανάγκη για έκδοση Διατάγματος για να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα και το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση του διατάγματος, δηλαδή του Eναγόμενου 1, φαίνεται ότι έχει αναμειχθεί με τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και είναι σε θέση να δώσει πληροφορίες αναφορικά με το θέμα της τελικής αδικοπραξίας και του τελικού αδικοπραγούντος. Είναι συνεπώς η θέση μου ενόψει των ανωτέρω ότι δικαιολογείται η οριστικοποίηση των διαταγμάτων υπό παραγράφους Α και Β της αίτησης ημερομηνίας 10/12/2020, ενώ εκδίδονται και τα διατάγματα υπό παραγράφους Γ, Δ και Στ της αίτησης με τη διαφορά, όμως, ότι σε ό,τι αφορά το διάταγμα υπό παράγραφο Στ ο χρόνος εντός του οποίου διατάσσεται ο Eναγόμενος 1 να καταχωρήσει σχετική ένορκη δήλωση παρατείνεται σε 30 εργάσιμες μέρες από την επίδοση του Διατάγματος σε αυτόν. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανέναν λόγο απόκλισης από τον συνήθη κανόνα που είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, και έτσι επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον των Eναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση 1-5 όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.