CYPRUS COMPUTER SOCIETY LTD ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1585/16, 8/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A495 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1585/16 Μεταξύ: CYPRUS COMPUTER SOCIETY LTD Εναγόντων -και-
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικός Εισαγγελέας Φ/δι Νομικής Υπηρεσίας
- XXXXX Αντωνιάδου Εναγόμενοι --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 24/06/2020 για διαγραφή της Αγωγής Ημερομηνία: 8 Σεπτεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 4 - Αιτήτρια: κα Σκαπούλλαρου, για κ. Ηλία Χρίστου Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: Φ. Χατζηιωάννου, για Α.Κ. Χατζηϊωάννου & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη 4 - Αιτήτρια με την Αίτησή της ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή και ή η απόρριψη και ή ο παραμερισμός της αγωγής ή και του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος ημερομ. 24/03/2016, λόγω κατάχρησης της διαδικασίας ή και προώθησης πολλαπλών διαδικασιών για επίτευξη του ίδιου σκοπού ή και λόγω δεδικασμένου. Διαζευκτικά, ζητείται η αναστολή της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής Αρ. 318/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως νομική βάση της Αίτησης κατεγράφησαν η Δ.15, Δ.19 θ.26, Δ.26 θ.θ.2-10, Δ.27 θ.θ.1-3, Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9, Δ.57, Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 Ν.17(Ι)/2013, το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Ltd Διάταγμα, Κ.Δ.Π. 104/2013, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας, στην έμφυτη και συμφυή πρακτική, στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις αρχές του Κοινοδικαίου. Υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του XXXXX Λέφα, υπαλλήλου στη Cyprus Popular Bank Public Company Ltd, από τις 02/10/1978 μέχρι τις 29/03/2013 και ακολούθως υπαλλήλου στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Από τις 17/03/2014 εργάζεται στο γραφείο του Διαχειριστή της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd για τη διεκπεραίωση όλων των εργασιών που αφορούν την εξυγίανση της συγκεκριμένης Τράπεζας. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η Cyprus Popular Bank Public Company Ltd είναι δημόσια εταιρεία η οποία ασχολείτο με τραπεζικές εργασίες, μέχρι τις 26/03/2013 που τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν.17(Ι)/2013, καθώς και των κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού. Είχε διοριστεί ως Ειδική Διαχειρίστρια η XXXXX Αντωνιάδου, δυνάμει διατάγματος ημερ. 26/03/2013 (ΑΔΠ 197/2013), η οποία παραιτήθηκε στις 31/03/
- Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, ακολούθως διόρισε, ως Ειδικό Διαχειριστή, τον XXXXX Παύλου, ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε για να διοριστεί ο XXXXX Αλεξάνδρου ως Ειδικός Διαχειριστής, για να ενεργεί σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, τον Μάρτιο 2013 απομειώθηκαν όλοι οι λογαριασμοί και απέμεινε διαθέσιμο στους λογαριασμούς των καταθετών της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd το ποσό των €100.000 για κάθε καταθέτη. Οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν στις 28/01/2015 την Αγωγή Αρ. XXXXX/15 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της Εναγομένης 4 - Αιτήτριας, η οποία αφορά καταθέσεις των Εναγόντων ύψους €262.
- Ακολούθως, στις 24/03/2016 καταχώρισαν την υπό κρίση αγωγή και από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα έγινε αντιληπτό ότι η Αγωγή Αρ. XXXXX/15 και η υπό κρίση αγωγή αφορούν το ίδιο αντικείμενο καθώς και τους ίδιους διαδίκους. Ως εκ του γεγονότος αυτού, είναι η θέση του Ομνύοντα ότι δεν μπορούν να επιτύχουν και οι δύο αγωγές αφού αφορούν το ίδιο αντικείμενο και θα μπορούσαν οι όποιες αξιώσεις να συμπεριληφθούν στην πρώτη αγωγή. Υποστηρίζει ότι η αγωγή, στην έκταση που αφορά την Αιτήτρια-Εναγόμενη 4, θα πρέπει να απορριφθεί και να διαγραφεί ως καταχρηστική αλλά και για πολλαπλότητα των διαδικασιών, αφού οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση προώθησαν δύο διαφορετικές αγωγές για να επιτύχουν τον ίδιο σκοπό. Το γεγονός ότι κάποια από τα αιτητικά της Αγωγής XXXXX/15 διαφέρουν από τα αιτητικά της υπό κρίση αγωγής δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Πρόκειται για παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους και η συνύπαρξη τους συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και γι' αυτό εισηγείται την απόρριψη της μεταγενέστερης αγωγής. Ο Ομνύοντας κάνει αναφορά στη σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για καταστολή και αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του. Προωθεί την άποψη ότι η ορθότερη πορεία είναι η αναστολή της υπό κρίση διαδικασίας μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής Αρ. XXXXX/
- Επίσης, ισχυρίζεται ότι η αγωγή κινήθηκε παράτυπα και ή αντινομικά και ή καταχρηστικά και ή κατά παράβαση των νομικών αρχών και ή λανθασμένα και ή χωρίς να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Αιτήτριας-Εναγομένης 4, με αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό της. Εισηγείται ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση Ένστασης, στην οποία προβάλλονται εννέα
(9)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι είναι σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι η Αγωγή στρέφεται εναντίον της Εναγομένης 4 για βαριά αμέλεια υπό την προσωπική της ιδιότητα και όχι υπό την ιδιότητά της ως Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Company Ltd, ενώ στην Αγωγή Αρ. XXXXX/15 ενάγεται ως Διαχειρίστρια και οι αιτίες της αγωγής είναι διαφορετικές, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, είναι πρόωρη και δεν υπάρχει παραδεκτό υπόβαθρο είτε σε σχέση με τα γεγονότα είτε σε σχέση με τη νομική πτυχή, ότι τα γεγονότα που στηρίζουν τη βάση της αγωγής παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, ότι για να διαπιστωθεί πολλαπλότητα στη διαδικασία θα πρέπει να εξεταστεί η ουσία της άλλης αγωγής, ότι δεν προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης οποιαδήποτε βάση για να ενεργοποιηθεί η Δ.27 και ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν γίνεται από την Εναγόμενη 4 αλλά ούτε και από άτομο εξουσιοδοτημένο από αυτή. Νομική βάση για την Ένσταση αποτέλεσαν η Δ.1, Δ.2 κ.κ. 1,2,3,4 και 6, Δ.5 κ.κ. 1,2,8, 9 και 10, Δ.5Β, Δ.9, Δ.16 κ. 9, Δ.19 κ.26, Δ.27 κ.3, Δ.39, Δ.48 κ.κ. 1,2,3, 7,8 και 9, Δ.50, Δ.51, Δ.57, κ.κ.1 και 2, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα άρθρα 1,2,3, 21, 22, 29, 30, 31, 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14 του 1960 (όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα), τα άρθρα 1,2,3,4,11,12, 13, 14, 32, 36, 42, 43 στον Περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1 (όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα), τα άρθρα 1, 2,3,23, 24, 25,26, 27, 29, 30 και 34 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 (όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα), τα άρθρα 2,9,11 και 12 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλοι Διατάξεις) Νόμος Ν.33/1964, άρθρα 5
(7)-
(11)και 14-18 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (17(Ι)/13, το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της CYPRUS POPULAR BANK PULIC CO LTD Διάταγμα του 2013 ΚΔΠ 104/13, στα Άρθρα 26, 30, 160, 161 και 162 του Συντάγματος, στη Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση της κας Ν. Χατζηιωάννου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση και γνώστη των γεγονότων. Είναι ο ισχυρισμός της Ομνύουσας ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν γίνεται από την Εναγόμενη 4, η οποία δεν είναι πλέον Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Ltd, αλλά από υπάλληλο στο γραφείο του Ειδικού Διαχειριστή. Είναι η θέση της ότι λόγω της παραίτησης της Εναγόμενης 4 από Διαχειρίστρια, στις 31/05/2015, η πλευρά των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο ο Ομνύοντας στην Αίτηση είναι πράγματι εξουσιοδοτημένος στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης αφού φαίνεται να εξουσιοδοτήθηκε από αυτήν στις 24/06/
- Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η αγωγή εναντίον της Εναγομένης 4 εγείρεται υπό την προσωπική της ιδιότητα και όχι υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια αφού οι Ενάγοντες επικαλούνται δόλο, βαριά αμέλεια και κακή πίστη. Όσον αφορά την πολλαπλότητα, είναι η θέση της ότι γίνεται διαχωρισμός των απαιτήσεων των Εναγόντων στην κάθε αγωγή ξεχωριστά και ότι οι αιτίες αγωγής είναι διαφορετικές. Καταλήγει, ότι η Εναγόμενη 4 από την ανάληψη των καθηκόντων της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Ltd μέχρι και σήμερα δεν έχει ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα. Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις τις οποίες διαβίβασαν προς το Δικαστήριο χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας στη γραπτή του αγόρευση προωθεί τη θέση ότι οι πρόνοιες της Δ.27 θ.3 εφαρμόζονται στα γεγονότα της υπό κρίση αγωγής και το ίδιο ισχύει για τις πρόνοιες της Δ.19 θ.
- Επικαλείται τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να καταστέλλει καταχρηστικές διαδικασίες με αναφορά σε αγγλική νομολογία ενώ παράλληλα αναγνωρίζει ότι η συγκεκριμένη εξουσία ασκείται με φειδώ. Επίσης, επικαλείται τη δικογράφηση των Εναγόντων για να εισηγηθεί ότι δεν προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ότι η Εναγόμενη 4 - Αιτήτρια ενάγεται υπό την προσωπική της ιδιότητα αλλά ούτε και ότι ως Ειδική Διαχειρίστρια έχει διαπράξει δόλο ή απάτη ή κακόπιστη πράξη. Κάνει αναφορά στους λόγους ένστασης και εισηγείται ότι η Ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει καταρτίστηκε από δικηγόρο και όχι από ένα εκ των Εναγόντων χωρίς να δίδεται κάποια επεξήγηση. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.27 γιατί δεν καταχωρίστηκε Υπεράσπιση από την Αιτήτρια. Με αναφορά σε νομολογία, που αφορά την εφαρμογή της Δ.19 θ.26, υποστήριξε ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο και προώθησε την άποψη ότι το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης φανερώνει ότι η αγωγή δεν στερείται πραγματικού ή νομικού ερείσματος. Προωθεί τη θέση ότι οι δυο αγωγές δεν αφορούν τα ίδια θέματα αφού η υπό κρίση αγωγή στρέφεται εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχής Εξυγίανσης και όχι της Cyprus Popular Bank Public Ltd και της XXXXX Αντωνιάδου προσωπικά και τυχόν έκδοση απόφασης υπέρ των Εναγόντων θα βασιστεί στην αμέλεια ενός εκ των Εναγομένων. Η Αγωγή Αρ. XXXXX/2015 αφορά χρέος και στρέφεται εναντίον διαφορετικών διαδίκων, οπόταν δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων. Τέλος, εισηγείται ότι η αίτηση καταχωρίστηκε πολύ καθυστερημένα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, σημειώνω ότι οι Καθ΄ων η αίτηση εγείρουν τον ισχυρισμό ότι, παρά τη δήλωση του κ. Λέφα ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 4 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι αληθές. Δεδομένης της παράλειψης αντεξέτασης του κ. Λέφα επί της συγκεκριμένης δήλωσής του (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980 στη σελ. 1987, Αναφορικά με την αίτησης της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013 στη σελ. 1018, Favero General Trading Ltd κ.α. v. Medusa Constructions Ltd,
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2476 στη σελ. 2483), θεωρώ ότι αυτή δεν μπορεί βάσιμα να τυγχάνει αμφισβήτησης μέσω της γραπτής αγόρευσης των Καθ΄ων η αίτηση. Με τη γραπτή της αγόρευση η Εναγόμενη 4 - Αιτήτρια προώθησε ως βάση της υπό κρίση Αίτησης τη Δ.27 θ.3, η οποία αφορά απόρριψη ή αναστολή ολόκληρης της αγωγής λόγω του ότι η αγωγή είναι ενοχλητική, καταπιεστική, αχρείαστη και τείνει να προκαταβάλει την Εναγόμενη 4 και να περιπλέξει τη διαδικασία. Στην υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon,
(1998)1(Γ) 1338, έτυχαν ερμηνείας τόσο η Δ.19 θ.26 όσο και η Δ.27 θ.3. Διευκρινίστηκε ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, κάτι που με την Δ.27 θ.3 είναι δυνατό να επιτευχθεί. Ο κύριος σκοπός της Δ.19 θ.26 είναι η συμμόρφωση με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και όχι η εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου ή της αγωγής γενικότερα, ζήτημα που καλύπτει η Δ.27 θ.3 (βλ.Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852). Ανάλυση των υπό εξέταση ζητημάτων εντοπίζεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedence on Pleadings, 12η έκδοση, στις σελίδες 138 κ.ε, καθώς επίσης και στο σύγγραμμα Odger΄s on Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελίδες 139 κ.ε.. Με σαφήνεια και κατ' επανάληψη μέσα από τη νομολογία είναι διατυπωμένη η αρχή ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή, είτε επί μέρους ισχυρισμών που περιέχονται σε ένα δικόγραφο, είτε του ίδιου του δικογράφου, θα πρέπει, ως δραστικό μέτρο που είναι, να ασκείται με εξαιρετική φειδώ και με μεγάλη περίσκεψη, αφού αποτελεί εκτροπή από τα συνηθισμένα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος. Η Δ.27 θ.3, προνοεί ως ακολούθως: « The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. ». Η πιο πάνω Διάταξη είναι ταυτόσημη με την O.25 r.3 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Το εύρος της και οι αρχές εφαρμογής της, από τα Δικαστήρια, αναλύονται στις σελ. 574 και 575 του Annual Practice 1958. Αναφέρεται: « It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule. The powers conferred by r.4 will only be exercised where the case is beyond doubt. The Court must be satisfied that there is no reasonable cause of action. A pleading will not be struck out under this Rule "unless it is not only demurrable but something worse than demurrable". So long as the Statement of Claim or the particulars disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.». Η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων, ως επίσης και εξουσία, με συνοπτική διαδικασία, να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R.176, Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) (ανωτέρω) και πιο πρόσφατα στην Μιχαήλ Σάουρου κ.α ν. Μαρίας Κωνσταντίνου Φιλλίπου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2141). Από τη νομολογία φαίνεται ότι ο σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (βλ. Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370, Τhe Heirs of Late Theodora Panayi v. The Administrator of the Estate of the Late Stylianos Mandriottis
(1963)1C.L.R. 167, 170). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα, η δικαιοδοσία για απόρριψη αγωγής, χωρίς δίκη, ασκείται με άκρα φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αιτία αγωγής είναι έκδηλα και σχεδόν αναντίλεκτα ελαττωματική ή όπου η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Δ.Δ. 1119, 1121 αναφέρθηκε ότι: « Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246.) Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής, η έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη (Βλ. Costas Mavromoustaki v. I. Yeroudes etc
(1965)1 CLR 176, Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 CLR 305.). » Στην υπόθεση In Re Pelmako
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαγραφή δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου, στο οποίο δικαιούται να προσφύγει σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό. Αν με βάση αυτά τα στοιχεία το δικόγραφο κριθεί ως αναντίλεκτα ανυπόστατο, τότε διατάσσεται η διαγραφή του. Η διαπίστωση ως προς το κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά θέμα δικαίου. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, για την εφαρμογή της Δ.27 θ.3, στη σελ. 1326: « Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.». Το σκεπτικό της απόφασης Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α. Πολ. Έφ. Ε191/2015, ημερ. 23/03/2016, εξυπηρετεί την κατανόηση του ζητήματος και αναδεικνύει την απαιτούμενη προσέγγιση από τα Δικαστήρια. Σημειώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην εν λόγω υπόθεση: « Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί παλαιότερα «though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited". (βλ. Lavar Shipping Co. Ltd & Another v. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. σελ. 416). ». Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης κ.α. (ανωτέρω), επισημάνθηκε εκ νέου ότι η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3 συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. και Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704). Η έννοια του ανυπόστατου δικογράφου καθορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η εκδ., σελ. 144: « A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful.». Είναι ξεκάθαρο ότι για να ασκηθεί η σχετική εξουσία θα πρέπει το δικόγραφο να είναι πασιφανώς ανυπόστατο και υπό αυτή την έννοια να συνιστά, κατ΄ ουσία, κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, Civil Procedure, 5η εκδ, τόμος 11, παρά. 534). Επίσης, στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd. And Others [1999] 1 All E.R. 769, 782, αναφέρονται τα εξής: « The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see E. G. Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238) ». Από το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδ., σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα στη σελίδα 143: « Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cause of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary, to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that not amendment, however ingenious, will correct or cure the defect, the pleading will be struct out and the action dismissed or judgment entered accordingly.» Το επίδικο, στην υπό κρίση Αίτηση, ζήτημα είναι κατά πόσο, με την Έκθεση Απαίτησης, καταλογίζεται αμέλεια ή βαριά αμέλεια της Εναγόμενης 4 προσωπικά που να μπορεί να τεκμηριώσει αιτία αγωγής εναντίον της. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης, στην οποία προβάλλονται σωρεία ισχυρισμοί που αφορούν πράξεις και ενέργειες της Εναγόμενης 4 - Αιτήτριας στην εκτέλεση των καθηκόντων της ως Διαχειρίστρια. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλονται στην υπό κρίση Αίτηση, την Ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών. Εξετάζοντας την υπό κρίση Αίτηση, το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης για να διαπιστώσει κατά πόσο αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 4. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο του φακέλου και διαπιστώνω ότι η αποκάλυψη εύλογης τουλάχιστον αιτίας αγωγής σε βάρος της Εναγομένης 4, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που επικαλούνται και εξειδικεύουν στο δικόγραφο τους οι Ενάγοντες σε σχέση με την συμπεριφορά και τις πράξεις που διατείνονται ότι η Εναγόμενη 4 υπέδειξε και διέπραξε, αποτελεί πραγματικότητα που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προχωρήσει στη διαγραφή του δικογράφου ή της αγωγής στην ολότητά της, κατ' εφαρμογή της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επαναλαμβάνεται, ίσως εκ του περισσού, ότι στα πλαίσια αίτησης ως η υπό συζήτηση, η διαγραφή ενός αγώγιμου δικαιώματος δεν δικαιολογείται απλώς και μόνο από το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην πετύχει ή λόγω της πολυπλοκότητας των ζητημάτων που προβάλλονται. Ένα δικόγραφο είναι δυνατόν να διαγραφεί στη βάση της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όταν αυτό δεν αποκαλύπτει καν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και όταν καταδειχθεί ότι είναι άνευ ουσίας, ενοχλητικό και χωρίς καμία προοπτική επιτυχίας ή καταπιεστικό που να προκαλεί στην αντίδικη πλευρά αδικαιολόγητη ταλαιπωρία. Τέτοια δεν κρίνεται ότι είναι η περίπτωση. Έχοντας υπόψιν το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, στην οποία καταγράφηκε ότι το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου, δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. Επιπρόσθετα, νομολογήθηκε πως το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί την εξουσία διαγραφής δικογράφου με προσοχή και φειδώ και ειδικότερα να το πράττει μόνο σε καθαρές περιπτώσεις και εφόσον το συγκεκριμένο δικόγραφο ή μέρος του είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίνει ότι η παρούσα δεν εμπίπτει στις εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες θα πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή του δικογράφου. Όσον αφορά την επίκληση από μέρους της Αιτήτριας της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου προς απόρριψη της αγωγής, σημειώνω ότι σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 574 κάτω από τον τίτλο «Striking Out», όταν το Δικαστήριο ασκεί τη σύμφυτη του εξουσία, μπορεί να επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων προς απόδειξη του ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο ίδιο σύγγραμμα κάτω από τον τίτλο «Inherent Jurisdiction», στη σελίδα
- Βεβαίως η συγκεκριμένη εξουσία ασκείται με εξαιρετική περίσκεψη και φειδώ και όπου είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι η απαίτηση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 577) και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δηλαδή χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς (βλ. In re Pelmako Developments Ltd, (ανωτέρω, σελ. 253). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου για να αχθεί το Δικαστήριο σε μια τόσο δραστική κατάληξη. Aπομένει να εξεταστεί το διαζευκτικό αίτημα της Αιτήτριας για αναστολή της υπό κρίση αγωγής. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws England, 4η έκδοση, τόμος 37, αναφέρεται το σύνολο των περιπτώσεων που η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου επιτρέπει αναστολή μιας διαδικασίας. Διαβάζονται τα ακόλουθα: «
- Stay under inherent jurisdiction; in general. The inherent jurisdiction of the court to stay proceedings is preserved by the Supreme Court Act
- This jurisdiction is, of course, discretionary, since it is exercisable where the court thinks fit to do so, and the court may impose terms. The court's general jurisdiction to stay proceedings in proper cases is not limited by the Civil Procedure Rules, and indeed is distinct from the jurisdiction conferred by the rules, since the two sources of the court's power continue to exist side by side and may be invoked cumulatively or alternatively. The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of this case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue. Under its inherent jurisdiction the court has power to order the stay of proceedings or further proceedings in a variety of circumstances. These include power to stay proceedings:
(1)where there has been an abuse of the process of the court.
(2)by striking out a notice of appeal where is plainly not competent.
(3)unless and until the claimant in a claim for damages for personal injuries submits himself to a medical examination of a reasonable character which is reasonably required.
(4)unless and until the claimant gives security for costs as ordered.
(5)where the costs of a previous claim or previous proceedings have not been paid;
(6)where the proceedings are instituted or continued without lawful authority by the claimant;
(7)upon an agreement to refer the matter to a foreign court or tribunal;
(8)where the parties have concluded an agreement for the compromise or settlement of a pending claim;
(9)where a claim is begun by a minor or mental patient without a litigation friend;
(10)where there are cross-claims between the same parties. The court has an inherent jurisdiction to adjourn proceedings for a stated time, but not generally or for an unreasonably long time». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ούτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου επιτρέπει έγκριση του αιτήματος. Τα γεγονότα της παρούσας δεν εμπίπτουν σε οιανδήποτε από τις δέκα περιπτώσεις που αριθμούνται πιο πάνω. Ούτε και η Αιτήτρια υποστήριξε το αίτημά της με παραπομπή σε νομολογία. Επικουρικά και μόνο επικαλέστηκε τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι ούτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δικαιολογεί έγκριση του αιτήματος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο