Γεωργίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Αρ. Αγωγής: 3241/20, 29/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A498 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3241/20 Μεταξύ: XXXXX Γεωργίου Ενάγουσα-Αιτήτρια και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία,
- Gordian Holdings Limited,
- Gazoland Properties LTD,
- Dazoland Properties LTD,
- XXXXX Σιαρλής,
- XXXXX Ρώτος Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 12/11/2020 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Σεπτεμβρίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια - Ενάγουσα: κ. Γιαλελής, για Καμπούρη & Γιαλελή & ΣΙΑ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μακρίδης, για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα - Αιτήτρια με την Αίτησή της αιτήθηκε από το Δικαστήριο μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή σε άλλα εξουσιοδοτημένα από αυτή πρόσωπα να προχωρήσουν στην εκποίηση της υποθήκης XXXXX/2006 που αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 13/XXXXX, Φ/Σχ.21/62Ε1/13, Τμήμα Ν, Τεμάχιο XXXXX, Μερίδιο όλο. Επιπρόσθετα, αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης με αριθμό XXXXX/2006, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 44(β) και (γ) του Ν.9/1965, καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 να προχωρήσουν με τον πλειστηριασμό του συγκεκριμένου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 27
(1)και
(2), 37
(1), 44Β
(1),
(2)(α),
(3), 44Γ
(1)-
(3), 44Δ, 44Ε του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε), στις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013, στη Δ.48 θ.1-4, 7 και 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα Άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος, στη νομολογία, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε η Αίτηση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της XXXXX Γεωργίου, η οποία είναι η Ενάγουσα και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή. Είναι ο ισχυρισμός της ότι αγόρασε το συγκεκριμένο διαμέρισμα, στην οδό XXXXX 65, στον XXXXX, στον XXXXX, το
- Η ίδια ήταν μέτοχος και διευθύντρια της εταιρείας «ANDRI GEORGIOU (COIFFURE) LIMITED», η οποία διατηρούσε κατάστημα με την επωνυμία «DESSANGE». Το 2005 απαιτείτο οικονομική ρευστότητα για την εταιρεία ύψους £250.000 και αποτάθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Οι συζητήσεις, σε σχέση για την δανειοδότησή της, έγιναν με τον XXXXX Σιαρλή, υπεύθυνο δανείων στην Τράπεζα Κύπρου, ο οποίος της εισηγήθηκε όπως αποταθεί σε μια άλλη εταιρεία της Τράπεζας Κύπρου, η οποία θα της εξασφάλιζε δάνειο πολύ πιο γρήγορα. Η ίδια, λόγω του ότι είχε παραπεμφθεί στον κ. Σιαρλή από φιλικό της πρόσωπο του έδειξε εμπιστοσύνη και τις επόμενες μέρες επισκέφθηκε τα γραφεία, στην Λεωφόρο Κέννετυ, στα οποία την είχε αποστείλει ο κ. Σιαρλής. Σε σχέση με το αίτημά της ενημερωνόταν από τον κ. Σιαρλή και τον βοηθό του κ. XXXXX Ρωτό. Της αναφέρθηκε όταν πήγε να υπογράψει τα έγγραφα του δανείου ότι θα πρέπει να μεταβιβάσει το διαμέρισμά της στην εταιρεία Gazoland Properties Ltd και μερικές μέρες αργότερα θα μεταφερόταν το ποσό του δανείου στο λογαριασμό της. Μετά την υπογραφή άρχισαν να μεταφέρονται τμηματικά τα χρήματα στο λογαριασμό της εταιρείας «ANDRI GEORGIOU (COIFFURE) LIMITED» μέχρι που συμπληρώθηκε το ποσό των £250.
- Όπως της εξήγησε ο κ. Σιαρλής το δάνειο θα γινόταν στο όνομα των εταιρειών Gazoland Properties Ltd και Dazoland Properties Ltd και ως εξασφάλιση θα υποθηκευόταν το δικό της διαμέρισμα. Η εταιρεία της θα κατέβαλλε τη δόση στις συγκεκριμένες εταιρείες, οι οποίες με τη σειρά τους θα την κατέβαλλαν στην Τράπεζα Κύπρου. Από το Μάιο 2005 μέχρι τον Νοέμβριο 2010 η Εταιρεία κατέβαλλε £2.500 το μήνα δόση στις συγκεκριμένες εταιρείες έχοντας καταβάλει συνολικά το ποσό των €415.
- Λόγω οικονομικών προβλημάτων η δόση σταμάτησε να καταβάλλεται από Νοέμβριο 2010 μέχρι το 2012 και εναντίον της εταιρείας είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Αρχές του 2018, λόγω του ότι δεν είχε λάβει οποιοδήποτε έγγραφο για τις δόσεις από τις συγκεκριμένες εταιρείες, αποτάθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, όπου δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τι είχε συμβεί. Όταν αντιλήφθηκε ο κ. Σιαρλής ότι η ίδια έψαχνε το ζήτημα της, εισηγήθηκε να μεταφερθεί η εταιρεία Gazoland Properties Ltd στο όνομά της έτσι ώστε η ίδια να καταστεί ιδιοκτήτρια του διαμερίσματός της. Όταν η ίδια αρνήθηκε, ο κ. Σιαρλής άσκησε πίεση και ακολούθως την ενημέρωσε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ότι το δάνειο της συγκεκριμένης εταιρείας είχε μεταφερθεί στην Gordian Holdings Ltd και ότι έπεται διαδικασία δημοπρασίας του διαμερίσματός της. Τότε αντιλήφθηκε ότι είχε πέσει θύμα απάτης και μιλώντας με την Gordian ανακάλυψε ότι η εταιρεία Gazoland Properties Ltd είχε χρέη ύψους €1.500.
- Στις 26/11/2019 ο Εναγόμενος 5 της είχε αποστείλει την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» με ημερομ. 16/10/
- Αμέσως αναζήτησε δικηγόρους, οι οποίοι προσπάθησαν να βρουν λύση στο πρόβλημα συζητώντας με υπαλλήλους της Τράπεζας Κύπρου χωρίς αποτέλεσμα. Οι συγκεκριμένες προσπάθειες και ο κορονοϊός οδήγησαν στην απώλεια πολύτιμου χρόνου. Στις 25/10/2020 έλαβε από τη μητέρα της, η οποία διαμένει στην Κακοπετριά, Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» καθώς και ειδοποίηση ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Το συγκεκριμένο έντυπο είχε αφεθεί έξω από το σπίτι της μητέρας της στις 23/10/2020 παρά το γεγονός ότι η Τράπεζα γνώριζε από τις συζητήσεις ότι η ίδια διαμένει στο επίδικο διαμέρισμα, το οποίο είναι η μοναδική της κατοικία. Προωθεί τη θέση ότι οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν έχουν δικαίωμα να ζητούν εκποίηση της υποθήκης αφού η οποιαδήποτε υποθήκη είναι αποτέλεσμα εξαπάτησης και/ή παραπλάνησης και το συγκεκριμένο διαμέρισμα συνιστά τη μοναδική κατοικία της ίδιας. Καταλήγει ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα διατάγματα, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση με ορατές πιθανότητες επιτυχίας αφού εξαπατήθηκε από τους Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 - Καθ΄ων η αίτηση στη σύναψη της συμφωνίας η οποία είναι άκυρη λόγω απάτης. Εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ων η αίτηση να προχωρήσουν με τη διαδικασία εκποίησης ή/και τον πλειστηριασμό του συγκεκριμένου διαμερίσματος στις 13/11/2020, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 19/11/2020 η αίτηση στην έκταση που αφορά την Τράπεζα Κύπρου αποσύρθηκε. Με την επίδοση του συγκεκριμένου διατάγματος η Καθ΄ης η αίτηση-Εναγόμενη 2 αντέδρασε καταχωρώντας Ένσταση. Κατεγράφησαν
(12)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι με το εκδοθέν μονομερές διάταγμα το Δικαστήριο ενήργησε ως εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου και κατέστησε ανενεργή και/ή ακύρωσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. XXXXX/12 ημερ. 01/02/2013 με την οποία διατάχθηκε η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/
- Ότι είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήριχτη και/ή τα διατάγματα αποτελούν τελικές θεραπείες οι οποίες δεν μπορούν να εκδοθούν σ' αυτό το στάδιο ή/και το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ότι η αίτηση έχει καταχωριστεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ότι ηθελημένα και/ή εσκεμμένα παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή δεν προέβη σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή εσκεμμένα παρουσιάζει μια αναληθή εικόνα των πραγμάτων. Ότι στερείται εννόμου συμφέροντος να εξαιτείται την αναστολή ή/και ακύρωση του ιδιωτικού πλειστηριασμού γιατί δεν αποτελεί «ενδιαφερόμενο μέρος». Ότι δεν έχει καλή βάση αγωγής και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού με την αγωγή αξιώνει την επανεγγραφή του ακινήτου στο όνομά της. Ότι δεν έχει καλή βάση της αγωγής γιατί μέσω του δικηγόρου της δήλωσε ή/και δεσμεύτηκε ότι έχει μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στους Εναγόμενους 3 με δικαίωμα διαβίωσης εντός αυτού εφ όρου ζωής. Δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τη μη διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος και/ή τυχόν ζημιές που ενδεχομένως να υποστεί η Αιτήτρια από τη μη έκδοση ή/και ακύρωσή του είναι μόνο χρηματικές και μπορούν να αποτιμηθούν. Ότι η Καθ΄ης η αίτηση θα υποστεί ζημιές αφού δεν θα είναι σε θέση να αξιοποιήσει το ακίνητο. Ότι τόσο η έκδοση ή/και η διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος μονομερώς επιχειρεί να διαταράξει την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση και της απόρριψης της αίτησης. Βασίζεται στα άρθρα 5, 27, 36, 44Α-44ΙΑΑ, 44ΣΤ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε) και τα Παραρτήματα, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στους γενικούς κανόνες της Επιείκειας και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου μέχρι τις 02/01/2020 και ακολούθως της Gordian Holdings Ltd. Είναι εξουσιοδοτημένος από την Καθ΄ης η αίτηση 2, στην οποία έχουν πωληθεί ορισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ αποφάσεως χρέη, εξασφαλίσεις και άλλες νομικές διαδικασίες από την Τράπεζα Κύπρου, να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τα γεγονότα, είναι η δική του θέση ότι τα γνωρίζει λόγω των καθηκόντων του. Ισχυρίζεται ότι η επίδικη σύμβαση υποθήκης XXXXX/2006 είχε μεταβιβαστεί στην Καθ΄ης η αίτηση 2 στις 30/09/
- Σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη είχε εκδοθεί την 01/02/2013 απόφαση στην Αγωγή Αρ. XXXXX/2012 για το ποσό των €880.000 πλέον τόκους και είχαν εκδοθεί και διατάγματα πώλησης των ακινήτων επί των οποίων ενεγράφησαν υποθήκες, μεταξύ αυτών και η υποθήκη XXXXX/
- Προωθεί τη θέση ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2 δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή, σχέση ή διασύνδεση με τις ισχυριζόμενες πράξεις ή παραλείψεις των Καθ΄ων η αίτηση 3-6 και δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2 συμμετείχε στην απάτη. Η Καθ΄ης η αίτηση 2 έμαθε τα γεγονότα στις 23/01/2020 σε συνάντηση που είχε κατόπιν απαίτησης της Αιτήτριας, κατά τη διάρκεια της οποίας η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με τους ισχυρισμούς της. Τον Σεπτέμβριο 2020 ο Οικονομικός Σύμβουλος που είχε διοριστεί από την Αιτήτρια ζήτησε τηλεφωνική διάσκεψη και όταν του ζητήθηκε η προσκόμιση εξουσιοδότησης από την Εναγόμενη 3, αφού ζητούσε πληροφόρηση για τις συμβάσεις της, το θέμα έληξε εκεί. Επανήλθε η ίδια η Αιτήτρια με επιστολή ημερ. 22/09/2020 θέτοντας πλέον γραπτώς τους ισχυρισμούς της περί απάτης όσον αφορά τις εξασφαλίσεις και το εξ αποφάσεως χρέος των Εναγομένων
- Στην συγκεκριμένη επιστολή οι δικηγόροι της Αιτήτριας είχαν ισχυριστεί ότι διαμένει στο συγκεκριμένο διαμέρισμα δια βίου βάσει της συμφωνίας μεταβίβασης και υποθήκευσης του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Η συγκεκριμένη θέση των δικηγόρων της Αιτήτριας είναι αντίθετη με τις θέσεις που προωθεί στη δική της ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ο Ομνύοντας ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2 δεν αδιαφόρησε ούτε αγνόησε τις θέσεις της Αιτήτριας, αντίθετα τόσο στη συνάντηση ημερομηνίας 23/01/2020 καθώς και μέσω των επιστολών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων ζήτησε από την Αιτήτρια να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της για να μπορεί και η Καθ΄ης η αίτηση να λάβει τυχόν μέτρα για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της. Όμως οι όποιες επιστολές απεστάλησαν από την Καθ΄ης η αίτηση παρέμειναν αναπάντητες. Είναι η θέση του ότι η Καθ΄ης η αίτηση είχε αποφασίσει να ενεργοποιήσει τη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού τον Οκτώβριο 2019 με την αποστολή των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος ορίστηκε η ημερομηνία πλειστηριασμού του ακινήτου με την υποθήκη XXXXX/2006, ο οποίος ακυρώθηκε λόγω της έκδοσης του διατάγματος. Προωθεί τη θέση ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα έρχεται σε αντίθεση με την εκδοθείσα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απόφαση στην Αγωγή Αρ. XXXXX/
- Η Αιτήτρια απέκρυψε την επιστολή του Οικονομικού Συμβούλου που είχε εργοδοτήσει, ημερομ. 17/09/2020, καθώς και των δικηγόρων της ημερομ. 22/09/
- Κατά τη δική του άποψη η Αιτήτρια όφειλε να αποκαλύψει την αποστολή αλλά και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων επιστολών πλην όμως το απέκρυψε γιατί έρχεται σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην ένορκη δήλωσή της. Επιπρόσθετα, απέκρυψε το γεγονός ότι ταυτόχρονα με την καταχώριση της παρούσας αγωγής καταχώρισε και την Αίτ/Έφ.421/20 εναντίον των Εναγομένων αξιώνοντας τις ίδιες θεραπείες βασιζόμενη στους ίδιους ισχυρισμούς. Υποστηρίζει ότι λόγω της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση σε βαθμό που να προσλαμβάνει τη μορφή της κατάχρησης και δεν δικαιολογείται η κατ΄ ισχυρισμό κατεπείγουσα φύση της αφού η δικαστική απόφαση για εκποίηση της υποθήκης είχε ληφθεί από το
- Τον Σεπτέμβριο του 2019 είχαν εκδοθεί και αποσταλεί οι Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και παραδέχεται ότι το γνώριζε η Αιτήτρια. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί της ότι πρόκειται περί επείγουσας φύσεως θέμα το οποίο έπρεπε να αποφασιστεί μονομερώς δεν βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα και είναι παντελώς ανυπόστατοι. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση των διαταγμάτων υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής ούτε και πιθανότητα επιτυχίας αφού η ίδια μεταβίβασε το συγκεκριμένο διαμέρισμα με τη θέλησή της και με τον όρο ότι θα διαμένει σε αυτό δια βίου, σύμφωνα με δική της παραδοχή. Ισχυρίζεται ότι οι θέσεις της Αιτήτριας περί ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι γενικοί και αόριστοι και εν πάση περιπτώσει, η ζημιά της είναι μόνο οικονομική, η οποία θα μπορεί να ανακτηθεί μέσω της επιδίκασης αποζημιώσεων στην περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή της και η Καθ΄ης η αίτηση είναι σε θέση να την αποζημιώσει πλήρως. Αντίθετα, η Καθ΄ης η αίτηση θα υποστεί ζημιά αφού νομότυπα έχει αρχίσει τη διαδικασία πλειστηριασμού στη βάση ενός εξ αποφάσεως χρέους που παραμένει ανεξόφλητο από το
- Είναι η θέση του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση αφού το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα αλλά και τα υπόλοιπα που ζητούνται διαταράσσουν την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίσταται από το 2013 που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση. Καταλήγει, ότι θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα να ακυρωθεί. Κανένας από τους Ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με κατάθεση βοηθητικών για το Δικαστήριο αγορεύσεων και από τους δυο ευπαίδευτους συνηγόρους. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αυτών αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα πρέπει προκαταρτικά να εξεταστεί το θέμα της απόκρυψης γεγονότων. Όταν ένας αιτητής επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1(B) A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(A) A.A.Δ. 734 και Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066). Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στη σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: « ....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited ν Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.». Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο για την περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Κρίνω ορθό να εξετάσω πρώτα το λόγο ένστασης με τον οποίο η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλανεί το Δικαστήριο, παράγραφοι 25-29 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση της Καθ΄ης η Αίτηση. Και τούτο, γιατί σε περίπτωση που αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί, ενδεχομένως θα κρίνει και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης και/ή το Δικαστήριο δεν θα μπορεί και δεν θα πρέπει να εξετάσει οποιαδήποτε άλλα ζητήματα ή αυτή τούτη την αίτηση επί της ουσίας της. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσο η Αιτήτρια όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι είχε εκδοθεί στην Αγωγή Αρ. ΧΧΧΧΧ/2013 απόφαση Δικαστηρίου με την οποία διατάσσετο η πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου και ότι η ίδια είχε συμφωνήσει να διαμείνει δια βίου στο συγκεκριμένο ακίνητο στη βάση της συμφωνίας μεταβίβασης και υποθήκευσης ακινήτου, όπως κατέγραψε ο δικηγόρος της στο Τεκμήριο 3 στην Ένσταση. Όλα αυτά αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία απεκρύβησαν. Η Αιτήτρια στη δική της ένορκη δήλωση άφησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι ξεγελάστηκε στο να μεταβιβάσει το συγκεκριμένο ακίνητο στην Εναγόμενη 3 ενώ στην πραγματικότητα φαίνεται να διαπραγματεύτηκε και να πέτυχε τη διαμονή της σε αυτό δια βίου. Επίσης, προώθησε τη θέση ότι η Καθ΄ης η αίτηση την αγνόησε, ήτοι δεν απαντούσε στις επιστολές της, πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με βάση το Τεκμήριο 5 στην Ένσταση. Δεν αποκάλυψε επίσης ότι είχε καταχωρίσει Αίτηση - Έφεση 421/2020 την ίδια μέρα που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγή με το ίδιο περιεχόμενο εναντίον των ίδιων προσώπων. Οι νομικές αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα έχουν αναφερθεί από το Δικαστήριο ανωτέρω στην παράθεση της νομικής πτυχής που διέπει την παρούσα αίτηση. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί εκ νέου ότι δεν είναι κάθε στοιχείο που δεν αποκαλύφθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος. Αυτό πρέπει να είναι ουσιώδη και να σχετίζεται με το βάσιμο της απαίτησης του αιτητή και την πιθανότητα επιτυχίας του, αλλά και με άλλα ζητήματα τα οποία ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Γενικά ο αιτητής οφείλει να προβεί σε μια ειλικρινή και ακριβοδίκαιη παρουσίαση όλων των γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση του. Στην απόφαση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLEVA
(2010)1Α Α.Α.Δ. 82, αποφασίστηκε ότι τα γεγονότα τα οποία πρέπει να αποκαλύπτονται από τον αιτητή, σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας. Απόλυτα κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Διατάγματα (Injunctions) των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016)σελ. 60: « Δύο από τα βασικότερα αξιώματα του δικαίου της επιείκειας είναι ότι «όποιος επικαλείται την επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια» και «όποιος επιζητεί επιείκεια, πρέπει να είναι έτοιμος να πράξει επιείκεια». Τα δύο αξιώματα στηρίζονται στην ίδια φιλοσοφία ότι ο ενάγων ο οποίος επιζητεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας ή θεραπεία που εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, θα πρέπει να συμπεριφέρθηκε καθόλα έντιμα και δίκαια έναντι του αντιδίκου του. Με το πρώτο αξίωμα η προσοχή εστιάζεται στο παρελθόν, δηλαδή στη μέχρι σήμερον συμπεριφορά του ενάγοντα έναντι του εναγομένου, ενώ με το δεύτερο στη μελλοντική του συμπεριφορά όπως, για παράδειγμα, κατά πόσο είναι και ο ίδιος διατεθειμένος στο μέλλον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι του αντιδίκου του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά του ενάγοντα δεν ήταν «η ενδεδειγμένη», το πιθανότερο είναι ότι θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και θα αρνηθεί τη χορήγηση της αιτουμένης θεραπείας. Καταρχάς θα πρέπει να τονιστεί ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα που λαμβάνεται υπόψη, είναι αυτή που αφορά την επίδικη διαφορά με τον εναγόμενο και σχετίζεται άμεσα με την αιτούμενη θεραπεία». Η μη αποκάλυψη των πιο πάνω αναφερθέντων γεγονότων χωρίς αμφιβολία, δίδει μια άλλη διάσταση στην εικόνα που η Ενάγουσα - Αιτήτρια προσπάθησε να παρουσιάσει στο μονομερές στάδιο μέσω της αρχικής της ένορκης δήλωσης σε σχέση με την ίδια και την Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η αίτηση και της κακής, όπως την περιέγραψε, αντιμετώπισης που έτυχε από την Εναγόμενη 1 Τράπεζα ή τουλάχιστον, δεν αποκαλύπτει μια ουσιώδη πτυχή σε σχέση με δικές της ενέργειες όσον αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο. Θεωρώ ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο λάμβανε γνώση αυτών των γεγονότων που αποκαλύφθηκαν και επεξηγήθηκαν με την ένσταση της Εναγόμενης 2, σίγουρα θα επηρέαζαν την κρίση του κατά την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων μονομερώς (βλ. Dmitry Rybolovlev κ.α. v. Εlena Rybolovleva (ανωτέρω). Και κριτής αυτού του γεγονότος είναι το Δικαστήριο το ίδιο και όχι το τι οι διάδικοι και οι συνήγοροι τους πιστεύουν ή θεωρούν. Σίγουρα το Δικαστήριο θα προβληματιζόταν κατά πόσο θα έπρεπε να παρεμποδίσει την πώληση του επίδικου ακινήτου, τουλάχιστον μονομερώς και χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά. Θα προβληματιζόταν για το δικαίωμα της Ενάγουσας να εγείρει δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και στη βάση αυτής να εμποδιζόταν η άσκηση των δικαιωμάτων της Εναγόμενης
- Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του. Και τούτο, προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά της Ενάγουσας - Αιτήτριας να θέσει όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγε σ΄ αυτό μoνομερώς, κατά τρόπο δίκαιο και ολοκληρωμένο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη, στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτούμενων Διαταγμάτων. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν την αποτυχία της Αιτήτριας να εκπληρώσει το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθόσον αφορά το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που είχαν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και, ειδικότερα, της ικανοποίησης ή μη των προϋποθέσεων για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Ενόψει του ότι στην υπό κρίση Αίτηση, πέραν του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, αποτελούν αντικείμενο εξέτασης και τα υπό στοιχεία 1 και 2 αιτούμενα διατάγματα, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/
- Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά. ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφ.71/11 ημερ. 16/04/14). Εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 4 του Κεφ.6 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, τότε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4, δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 4 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60. Απλώς το συγκεκριμένο άρθρο προβαίνει σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692). Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζεται στο συγκεκριμένο άρθρο θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 4 του Κεφ.6, στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην υπό κρίση Αίτηση. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (ανωτέρω): « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, «Διατάγματα», σελίδες 54 έως 58 (ανωτέρω), κάτω από τη θεματική ενότητα «Ύπαρξη Αγώγιμου Δικαιώματος», με αναφορά στα άρθρα 31 και 32 του Ν.14/1960 και παραπομπή στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Tsiaos v. Kyprianou
(1982)1 CLR 839 και Re Travelwise Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 242, σημειώνεται ότι, η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου προσδιορίζεται στο άρθρο 31 του Ν.14/1960, το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με την οποιαδήποτε αξίωση στηρίζεται στον νόμο ή τις αρχές της επιείκειας. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι με το άρθρο 31 του Ν.14/1960 «στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο ("legal right") είτε από το δίκαιο της επιείκειας ("equitable right"). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου.». Όπως αναφέρθηκε και από τον Κούρρη Δ., στην προαναφερόμενη υπόθεση Re Travelwise Ltd «.πρέπει να υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή μεταξύ εκείνου που εξασφαλίζει το διάταγμα και εκείνου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα». Περαιτέρω, στη σελίδα 123 του ίδιου συγγράμματος, κάτω από τη θεματική ενότητα «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση», αναφέρονται τα ακόλουθα: « Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να επιτρέψει τη συνέχισή του σε ισχύ. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του ενάγοντα. Όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με την αγωγή της η Αιτήτρια αξιώνει ακύρωση της υποθήκης ΧΧΧΧΧ/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας γιατί είναι αποτέλεσμα πλάνης και/ή απάτης και/ή κατά παράβαση των θέσμιων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων των Εναγομένων 5 και 6. Επίσης, αξιώνονται απαγορευτικά διατάγματα που αφορούν την εκποίηση της υποθήκης. Δεν έχει όμως καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης για να μπορεί να διαπιστωθεί πού βασίζονται οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί. Το Δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει μόνο στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως στο οποίο δηλώνεται ότι η επίδικη υποθήκη είναι προϊόν απάτης γιατί οι Εναγόμενοι 5 και 6 έπεισαν την Αιτήτρια ότι θα εγκρινόταν το δάνειό της πιο γρήγορα με το να μεταβιβάσει το διαμέρισμά της στην Εναγομένη 3 και να αιτηθεί εκείνη το δάνειο. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί είναι αόριστοι και/ή ασαφείς και/ή ακαθόριστοι ιδιαίτερα έχοντας κατά νου πρώτον, ότι η ίδια είχε διαπραγματευτεί όπως συνεχίσει να διαμένει στο συγκεκριμένο διαμέρισμα εφ όρου ζωής, καθώς επίσης και ότι η Εναγόμενη 2 - Καθ΄ης η αίτηση είναι καλόπιστος τρίτος και δεν φαίνεται να είχε εμπλοκή στη μεταβίβαση του ρηθέντος διαμερίσματος. Της παρουσιάστηκε για υποθήκευση ένα διαμέρισμα επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 3 και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να τεθεί σε υποψία. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις του άρθρου 32, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα της να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Κατά πόσο με τα όσα η Αιτήτρια έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά πάντως με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Εν προκειμένω, η Αιτήτρια - Ενάγουσα θεωρώ ότι δεν έχει καταδείξει με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει ότι έχει δυνατότητα επιτυχίας στις εγειρόμενες αξιώσεις της αφού δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να πιθανολογεί ότι υπάρχει μια πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Δεν προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου να έχει αμφισβητηθεί η υπογραφή της μεταβίβασης του συγκεκριμένου ακινήτου αφού με τη μεταβίβαση του η Αιτήτρια - Ενάγουσα έλαβε το ποσό που ζητούσε ως δανεισμό. Το συγκεκριμένο ποσό δεν έχει προβάλει ότι το έχει εξοφλήσει. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση των δυο διαταγμάτων, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών, δεν δικαιολογεί κατ΄ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτών τη θεραπεία. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: « Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Η Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγόμενη 2 είναι τραπεζικός οργανισμός και είναι φερέγγυα, οπόταν δεν τίθεται θέμα να μην μπορεί να αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων αποφασιστεί στην περίπτωση που η Ενάγουσα - Αιτήτρια πετύχει στην αγωγή της. Από τη στιγμή που η αξίωση της Αιτήτριας μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, το οποίο, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την Αιτήτρια - Ενάγουσα μαρτυρία η οποία δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, ανέρχεται, εάν όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης 2 - Καθ΄ης η Αίτηση απορριφθούν, κατά το μέγιστο, στο ποσό των €415.000 που είναι το ποσό που κατ΄ισχυρισμό της Αιτήτριας καταβλήθηκε σε σχέση με το ακίνητο, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας - Ενάγουσας και ως εκ τούτου δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις, πρώτον, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπό 1 και 2 της Αιτήσεως και δεύτερον, για τη διατήρηση του υπό κρίση προσωρινού διατάγματος και ότι αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί και ως εκ τούτου ακυρώνεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση 2 και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι άμεσα καταβλητέα. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο