Ghalanos Distributors Ltd ν. Μακρίδη, Αρ. Αγωγής: 6126/13, 19/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A505 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6126/13 Μεταξύ: Ghalanos Distributors Ltd Ενάγουσας και XXXXX Μακρίδη Εναγόμενου --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Αυγούστου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κα Στεφάνου, για Σκορδή, Παπαπέτρου & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κ. Αριστοτέλους, για Μ.Χ. Μυλωνάς και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα αξιώνει ως οφειλόμενο, από τον Εναγόμενο, το ποσό των €108.307,94 ως υπόλοιπο λογαριασμού ή/και έναντι χρεωστικού λογαριασμού ή/και τρεχούμενου ή/και ως υπόλοιπο το οποίο προέρχεται από την πώληση και παράδοση εμπορευμάτων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας Εταιρείας, αυτή εδρεύει στην Λεμεσό και ασχολείται με την εισαγωγή, πώληση και διανομή οινοπνευματωδών ποτών σε όλη την Κύπρο. Κατά την περίοδο 19/02/2010 μέχρι 07/03/2013 η Ενάγουσα Εταιρεία μετά από εντολή ή/και παράκληση ή/και συμφωνία με τον Εναγόμενο του πώλησε ή/και του παρέδωσε εμπορεύματα, στο υποστατικό του, για τα οποία εξέδωσε τιμολόγια ή/και χρεωστικές σημειώσεις. Ήταν ρητός όρος όπως ο Εναγόμενος εξοφλά κάθε τιμολόγιο εντός 20 ημερών, διαφορετικά θα επιβαρυνόταν με νόμιμο τόκο. Ο Εναγόμενος σε τακτά χρονικά διαστήματα κατέβαλλε διάφορα ποσά με αποτέλεσμα να παραμείνει ως οφειλόμενο το ποσό των €108.307,94, για το οποίο δημιουργήθηκε χρεωστικός ή/και τρεχούμενος λογαριασμός. Παρά το ότι η Ενάγουσα επανειλημμένα όχλησε τον Εναγόμενο για να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, αυτός δεν έπραξε οτιδήποτε προς τούτο. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι ο ίδιος ουδέποτε συμβλήθηκε προσωπικά με την Ενάγουσα Εταιρεία, αλλά ούτε και ανέλαβε την ευθύνη εξόφλησης οποιουδήποτε χρέους προς όφελος τρίτου ή/και προς όφελος οποιουδήποτε άλλου νομικού ή φυσικού προσώπου. Αντίθετα, το ποσό το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα προκύπτει από τις συναλλαγές ή/και συμφωνίες για παροχή προϊόντων ή/και εμπορευμάτων που είχε η Ενάγουσα με τις εταιρείες Z. Makrides Trading Ltd και Κάβα Ποτών Μακρίδη Λτδ, των οποίων διευθυντής είναι ο Εναγόμενος, καθώς και με την εταιρεία C.C.L.M. Trading Ltd, της οποίας διευθύντρια είναι η σύζυγος του Εναγόμενου. Προωθείται ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία C.C.L.M. Trading Ltd είχε συμβληθεί με την Ενάγουσα Εταιρεία, κατά τους ουσιώδεις χρόνους που καθορίζονται στην Έκθεση Απαίτησης, πλην όμως έχει εξοφλήσει πλήρως τα οποιαδήποτε τιμολόγια που εκκρεμούσαν, είτε με την καταβολή επιταγών, είτε με μετρητά. Ο Εναγόμενος προσωπικά δεν διεξήγαγε οποιεσδήποτε εμπορικές συναλλαγές με την Ενάγουσα Εταιρεία ή με οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο. Εάν η Ενάγουσα επέλεξε να εκδίδει τιμολόγια ή/και να διατηρεί κατάσταση λογαριασμού επ' ονόματί του, αυτό γινόταν παράνομα ή/και αντισυμβατικά ή/και καταχρηστικά. Αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα Εταιρεία και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι γίνεται αναφορά σε τιμολόγια ή/και χρεωστικές σημειώσεις ή/και λογαριασμούς χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στους αριθμούς τους. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας Εταιρείας μαρτυρία δόθηκε από τον κ. XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1), Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών της Ενάγουσας, του οποίου η δήλωση κατατέθηκε ως Έγγραφο
- Στη δήλωση του καταγράφει ότι διατελεί Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών της Ενάγουσας από το
- Η Ενάγουσα ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή, πώληση και διανομή οινοπνευματωδών ποτών σε όλη την Κύπρο. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η Ενάγουσα Εταιρεία μετά από εντολή του Εναγόμενου, προμήθευε εμπορεύματα στις εταιρείες Z. Makrides Trading Ltd και Κάβα Ποτών Μακρίδη Λτδ, στα 4 διαφορετικά υποστατικά των εταιρειών αυτών. Λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι συγκεκριμένες εταιρείες, καθώς και του γεγονότος ότι όφειλαν μεγάλα ποσά στην Ενάγουσα, η Ενάγουσα σταμάτησε να τις προμηθεύει με εμπορεύματα περί τις 18/02/
- Στις 19/02/2010 μετά από παράκληση και εισήγηση του Εναγόμενου, ο ίδιος είχε συμφωνήσει προφορικά μαζί του ότι τα εμπορεύματα θα τα αγόραζε προσωπικά ο Εναγόμενος και συνεπακόλουθα θα ήταν αυτός ο οφειλέτης της αξίας των εμπορευμάτων. Ήταν όρος της προφορικής συμφωνίας ότι όλα τα τιμολόγια θα εκδίδονταν επ' ονόματι του Εναγόμενου και ότι ο Εναγόμενος, ως αγοραστής και οφειλέτης, θα είχε υποχρέωση να καταβάλει όλα τα ποσά τα οποία αφορούσαν τον συγκεκριμένο προσωπικό του λογαριασμό, αφού παράλληλα θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα ποσά των εταιρειών του. Είχε περαιτέρω συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι η πληρωμή ή/και εξόφληση των συγκεκριμένων ποσών θα γινόταν από τον Εναγόμενο με μετρητά ή/και δικές του επιταγές ή και επιταγές τρίτων προσώπων. Παράλληλα, θα εκδιδόταν και σχετική απόδειξη είσπραξης από την Ενάγουσα για τον λογαριασμό για τον οποίο γινόταν η σχετική πληρωμή, δηλαδή, είτε η είσπραξη αφορούσε τον προσωπικό του λογαριασμό είτε τον λογαριασμό οποιασδήποτε εκ των εταιρειών του. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν, ήτοι από 19/02/2010 μέχρι 07/03/2013, η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα διάφορα εμπορεύματα στον Εναγόμενο, δυνάμει πάντοτε προφορικών παραγγελιών και παράδοσης των εμπορευμάτων σε υποστατικό του Εναγόμενου ή/και σε αντιπροσώπους του στις αποθήκες της Ενάγουσας στην Λευκωσία. Σε σχέση με την προφορική συμφωνία τηρείτο κατάσταση λογαριασμού όπως τηρείτο και για τις εταιρείες του Εναγόμενου και αντίγραφο της αναλυτικής κατάστασης του αποστέλλετο κάθε μήνα. Ο Εναγόμενος ουδέποτε εξέφρασε σε οποιοδήποτε υπάλληλο της Ενάγουσας την αντίθεσή του σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού ή/και τη γενικότερη πρακτική, η οποία εφαρμοζόταν από την Ενάγουσα για σειρά ετών και ουδέποτε διαφώνησε ή αμφισβήτησε το γεγονός ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν επ' ονόματι του. Ήταν ρητός όρος όπως τα τιμολόγια εξοφλούνται άμεσα ή μέχρι την 20ην ημέρα από το τέλος του μήνα έκδοσής τους. Σε διάφορα χρονικά διαστήματα ο Εναγόμενος κατέβαλλε κάποια ποσά έναντι του χρέους του, πλην όμως στις 07/03/2013 το χρεωστικό υπόλοιπο που αφορούσε το λογαριασμό του ανερχόταν στις €108.307.
- Στις 07/03/2013, λόγω του οφειλομένου ποσού, η προφορική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών τερματίστηκε. Παρά την έκκληση της Ενάγουσας Εταιρείας προς τον Εναγόμενο για καταβολή των οφειλομένων ποσών και παρά τις διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου, αυτός δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα, με αποτέλεσμα να της οφείλει προσωπικά το ποσό των €108.307,
- Προς υποστήριξη των θέσεων του ο μάρτυρας κατέθεσε, ως Τεκμήριο 1 δέσμη από δύο έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών που αφορούν τις εταιρείες Z. Makrides Trading Ltd και Κάβα Ποτών Μακρίδη Λτδ. Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε δέσμη με σωρεία τιμολογίων που, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, αφορούσε την προφορική συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και του Εναγόμενου. Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας Εταιρείας, ημερομ. 18/07/2013, με την οποία αξιωνόταν η καταβολή του υπολοίπου, ενώ ως Τεκμήριο 4 κατατέθηκε η κατάσταση λογαριασμού που αφορούσε την προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ως Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας γνωρίζει πολύ καλά με ποιους συμβάλλεται η συγκεκριμένη εταιρεία και όσον αφορά τις εταιρείες του κ. Μακρίδη γνώριζε πού βρίσκονταν τα υποστατικά των συγκεκριμένων εταιρειών, γιατί τα είχε επισκεφθεί στο παρελθόν. Ερωτηθείς ανέφερε ότι γνώριζε τον κ. Μακρίδη ως Διευθυντή των συγκεκριμένων εταιρειών, με τον οποίο η Ενάγουσα Εταιρεία συνεργαζόταν παραδίδοντάς του εμπορεύματα. Λόγω του ότι οι εταιρείες του αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα σε κάποιο στάδιο ο κ. Μακρίδης τον παρακάλεσε, λόγω των προσωπικών και φιλικών σχέσεων που είχαν, να του παραδίδονται εμπορεύματα και να χρεώνεται ο ίδιος προσωπικά. Υποσχέθηκε ότι θα αποπλήρωνε τα οφειλόμενα ποσά, διότι ανέμενε αποζημιώσεις από κάποια Τράπεζα με την οποία είχε διαφορές. Ο ίδιος πείστηκε και συμφώνησε να χρεώνει τον κ. Μακρίδη προσωπικά, αφού θα πλήρωνε τόσο τα παλαιά οφειλόμενα ποσά καθώς και τις προσωπικές του οφειλές. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ουδέποτε η Ενάγουσα Εταιρεία είχε συνεργαστεί με την εταιρεία C.C.L.M. και ουδέποτε είχαν παραδώσει οποιαδήποτε εμπορεύματα στη συγκεκριμένη εταιρεία. Όσον αφορά τις πληρωμές, υποστήριξε ότι ο κ. Μακρίδης πλήρωνε είτε με επιταγές άλλων πελατών του, τις οποίες οπισθογραφούσε είτε με επιταγές της εταιρείας C.C.L.M. Ήταν η θέση του μάρτυρα, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι οι εταιρείες του κ. Μακρίδη και συγκεκριμένα η Z. Makrides Trading Ltd χρωστούσε €100.000 και η Κάβα Ποτών Μακρίδης, στην οποία παρέδιδαν εμπορεύματα σε 4 διαφορετικά υποστατικά, χρωστούσε €11.
- Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχαν καταχωριστεί αγωγές για τα συγκεκριμένα οφειλόμενα ποσά. Όσον αφορά τη συνεργασία που βασιζόταν στην προφορική συμφωνία εξήγησε ότι ο ίδιος ο κ. Μακρίδης ή ο υιός του ή οι συνεργάτες του παράγγελλαν στο Τμήμα Πωλήσεων της Ενάγουσας στην Λευκωσία και κάποιες φορές τα εμπορεύματα παραδίδονταν στα υποστατικά. Όμως, τις πλείστες φορές, οι συνεργάτες του κ. Μακρίδη περνούσαν από τα καταστήματα της Ενάγουσας και παραλάμβαναν τα προϊόντα. Ο ίδιος μιλούσε με τον XXXXX Μακρίδη μια με δυο φορές το μήνα και πάντοτε του υποσχόταν ότι θα αποπληρώσει όλο το οφειλόμενο ποσό. Παραδέχθηκε ότι ο κ. Μακρίδης βρισκόταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση γιατί οι άλλοι προμηθευτές δεν του παρέδιδαν προϊόντα. Εξού και είχαν συμφωνήσει, οι δύο τους, όπως ο κ. Μακρίδης αναλάβει όλα τα χρέη και από τις 19/02/2010 πελάτης της Ενάγουσας κατέστη ο κ. XXXXX Μακρίδης και παραδίδονταν τα εμπορεύματα στον ίδιο ή στους ανθρώπους του από τις αποθήκες της Ενάγουσας. Όσον αφορά τις πληρωμές, ήταν η θέση του ότι ο κ. Μακρίδης πλήρωνε για τις διάφορες εταιρείες του και για τον προσωπικό του λογαριασμό βάσει της συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ τους. Υποστήριξε ότι ήταν σε γνώση του κ. Μακρίδη ότι χρεωνόταν και πιστωνόταν ο προσωπικός του λογαριασμός επειδή κάθε μήνα του παραδίδετο κατάσταση λογαριασμού για τον προσωπικό του λογαριασμό και ήταν ενημερωμένος. Ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε και υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο στον ίδιο, κατά τη διάρκεια των συχνών τηλεφωνικών συνομιλιών που είχαν, ούτε και στα Τμήματα Πωλήσεων όταν παραλάμβανε ή του παραδίδονταν εμπορεύματα. Αντίθετα, τα τιμολόγια υπογράφονταν από τον εκάστοτε παραλήπτη και χρεωνόταν ο προσωπικός λογαριασμός του κ. Μακρίδη. Ερωτηθείς ανέφερε ότι για όλες τις πληρωμές που προκύπτουν από το Τεκμήριο 4 εκδίδονταν αποδείξεις, είτε στην εταιρεία ή στον πελάτη για τον οποίο πληρώνονταν τα λεφτά. Παραδέχθηκε ότι γίνονταν πληρωμές με επιταγές από διάφορες εταιρείες όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί αν εκδότης των επιταγών ήταν η εταιρεία C.C.L.M. Trading Ltd. Επανέλαβε ότι η μεταξύ τους συμφωνία ήταν, αγοράζοντας ο κ. Μακρίδης, να πληρώνει και για τον δικό του λογαριασμό αλλά και για τις εταιρείες του, εφόσον είχε αναλάβει τη δέσμευση να εξοφλήσει όλα τα υπόλοιπα λογαριασμών των εταιρειών του και συμφωνούσαν μεταξύ τους, κάθε φορά, αναφορικά με ποιο λογαριασμό θα εκδίδετο απόδειξη. Για αυτό και οι διάφορες πληρωμές που γίνονταν δεν αντιστοιχούσαν ακριβώς με τα τιμολόγια γιατί πλήρωνε μεγαλύτερο ποσό από την αξία των εμπορευμάτων που αγόραζε, με σκοπό να εξοφλήσει και τα υπόλοιπα των εταιρειών του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το Τεκμήριο 4 ή/και ο λογαριασμός, είχε ανοιχτεί εν αγνοία του Εναγομένου, αλλά επέμενε στη θέση του ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός είχε ανοιχτεί κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του κ. Μακρίδη και του ιδίου. Υποστήριξε ότι με τον κ. Μακρίδη είχαν μια ιδιαίτερη σχέση εξού και γνώριζε πολλά προσωπικά του θέματα, όπως τα θέματα υγείας και τα προβλήματα που είχε σε σχέση με τις περιουσίες του στην ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου και αυτά τα μάθαινε στις τακτικότατες τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν οι δύο τους. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα τιμολόγια, στο Τεκμήριο 2, εκδίδονταν εν αγνοία του Εναγομένου, επ' ονόματί του, ο μάρτυρας επέμενε στη θέση του ότι ήταν σε συμφωνία με τον κ. Μακρίδη και αυτό γινόταν μετά από τηλεφωνικές συνδιαλλαγές, αφού κανένας οικονομικός διευθυντής εταιρείας, που της οφείλεται το ποσό των €100.000, δεν επαναπαύεται αλλά οχλεί την εταιρεία η οποία οφείλει αυτά τα λεφτά έτσι ώστε να τα αποπληρώσει. Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε μόνο από τον Εναγόμενο (Μ.Υ.1), ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι από το 2006 αντιπροσώπευε τις εταιρείες Z. Makrides Trading Ltd και Κάβα Ποτών Μακρίδης Λτδ στις συναλλαγές που είχαν με την Ενάγουσα Εταιρεία, οι οποίες συναλλαγές αφορούσαν την αγορά και παράδοση διάφορων οινοπνευματωδών ποτών. Οι πληρωμές γίνονταν στο όνομα των συγκεκριμένων εταιρειών και οι αποδείξεις εκδίδονταν επίσης στο όνομά τους, ενώ η παράδοση των προϊόντων, από την Ενάγουσα, γινόταν στα υποστατικά των συγκεκριμένων εταιρειών. Ο ίδιος ουδέποτε συναλλάχτηκε προσωπικά και ουδέποτε διατηρούσε οποιαδήποτε υποστατικά αποθήκευσης οινοπνευματωδών ποτών. Το 2010 τερματίστηκαν οι συναλλαγές των δύο συγκεκριμένων εταιρειών με την Ενάγουσα Εταιρεία, λόγω του ότι η εταιρεία Z. Makrides Trading Ltd τέθηκε υπό εκκαθάριση και η εταιρεία Κάβα Ποτών Μακρίδης Λτδ είχε παύσει τις εργασίες της. Από το 2010 μέχρι και το 2013 οι συναλλαγές με την Ενάγουσα Εταιρεία γίνονταν με την εταιρεία C.C.L.M. Trading Ltd την οποία εκπροσωπούσε ο ίδιος στις συναλλαγές, γεγονός το οποίο γνώριζε η Ενάγουσα. Τη συγκεκριμένη περίοδο η Ενάγουσα Εταιρεία παρέδιδε προϊόντα στα υποστατικά της συγκεκριμένης εταιρείας στο Δάλι και όλες οι πληρωμές γίνονταν με επιταγές της εταιρείας C.C.L.M. και με μετρητά και όλες οι αποδείξεις για την συγκεκριμένη περίοδο εκδίδονταν στο όνομα της συγκεκριμένης εταιρείας. Ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε με τον κ. Χρίστου προσωπικά για την παράδοση προϊόντων και ουδέποτε ανέλαβε προσωπικά την αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Ουδέποτε είχε ενημερωθεί ότι τηρείτο λογαριασμός επ' ονόματί του και ουδέποτε είχε οχληθεί με οποιονδήποτε τρόπο για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Ούτε και είχε λάβει γνώση της επιστολής ημερομ. 18/07/
- Κατά τη δική του άποψη, η κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο για την περίοδο 2010 - 2013, χωρίς τη γνώση και συναίνεσή του, θα έπρεπε να τηρείται στο όνομα της εταιρείας C.C.L.M., αφού η Ενάγουσα Εταιρεία γνώριζε ότι ο ίδιος αντιπροσώπευε την πιο πάνω εταιρεία και ότι όλα τα οινοπνευματώδη ποτά παραδίδονταν στα δικά της υποστατικά. Οπόταν, οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό οφείλεται από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, έντυπο του Εφόρου Εταιρειών που αφορά την εταιρεία C.C.L.M. Trading Ltd. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι είναι Διευθυντής των εταιρειών Ζ. Makrides Trading και Κάβα Ποτών Μακρίδης Λτδ. Επίσης, παραδέχθηκε ότι μέχρι τον Φεβρουάριο 2010 η Ενάγουσα Εταιρεία παρέδιδε εμπορεύματα στις δύο αυτές εταιρείες. Διευκρίνισε ότι οι συγκεκριμένες δύο εταιρείες τέθηκαν υπό διαχείριση τον Οκτώβριο 2010, όμως αρνήθηκε την υποβολή ότι από τον Οκτώβριο 2010 μέχρι τον Μάρτιο 2013 παραδίδονταν εμπορεύματα από την Ενάγουσα στον ίδιο προσωπικά, κατόπιν δικής του παραγγελίας. Παραδέχθηκε ότι είχε μιλήσει με τον κ. Χρίστου για να τον ενημερώσει ότι οι εταιρείες του είχαν τεθεί υπό διαχείριση. Όμως, δεν μπορούσε να αντιληφθεί πώς το υπόλοιπο των εταιρειών αυτών, το οποίο ανερχόταν στις €108.000, είχε μεταφερθεί προσωπικά στο όνομά του. Έθεσε το ερώτημα πού παρέδιδε η Ενάγουσα Εταιρεία τα προϊόντα, αφού η εταιρεία C.C.L.M. είχε εγγραφεί στις 28/12/2010, ενώ η Ενάγουσα Εταιρεία ισχυρίζεται ότι της παρέδιδε εμπορεύματα από 19/02/
- Επέμενε στη θέση του ότι το ποσό των €108.000 που οφειλόταν αφορούσε τις δύο εταιρείες και όχι τον ίδιο προσωπικά και ότι με έξυπνο τρόπο είχε μεταφερθεί, ως οφειλόμενο από τον ίδιο και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν είχε αιτηθεί επιστροφή του 19% του ΦΠΑ σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσό. Ερωτηθείς παραδέχθηκε ότι ο ίδιος λάμβανε προσωπικά τις καταστάσεις λογαριασμού όλων των εταιρειών, ως Πρόεδρος αυτών. Προώθησε την άποψη ότι ο ίδιος είχε προβεί σε συνεννόηση με τον κ. XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) μετά από πίεση, ότι η Ενάγουσα Εταιρεία θα συνέχιζε να προμηθεύει οποιαδήποτε εταιρεία δική του, πλην όμως η πληρωμή θα γινόταν τοις μετρητοίς. Εξού και η Ενάγουσα Εταιρεία λάμβανε από την εταιρεία C.C.L.M. επιταγές για ποσά που ανταποκρίνονταν στα τιμολόγια. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία εισέπραττε τα λεφτά και τα κατέθετε έναντι των οφειλομένων ποσών των άλλων δύο εταιρειών. Σε σχέση με την εταιρεία C.C.L.M. ήταν η θέση του ότι ανήκει στη γυναίκα του, η οποία υπέγραφε και τις επιταγές και ο ίδιος απλώς την εκπροσωπούσε και βρέθηκε ξαφνικά να οφείλει προσωπικά ποσό ύψους €108.
- Ερωτηθείς σε σχέση με το Τεκμήριο 4, υποστήριξε ότι πρώτη φορά το έβλεπε και ότι ο ίδιος από τις 16/10/2010 βρισκόταν στο American Heart Institute λόγω του ότι είχε υποστεί έμφραγμα. Ο ίδιος είχε υποθέσει ότι οι αποδείξεις που εκδίδονταν αφορούσαν την εταιρεία C.C.L.M. και δεν γνώριζε ότι εκδίδονταν στο όνομά του. Ανέφερε ότι από το 2010 αντιμετωπίζει καθημερινά εκποιήσεις, προβλήματα υγείας και δεν είχε το χρόνο να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν έχει λεφτά στο όνομά του για να μπορεί να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, τα τιμολόγια, ισχυρίστηκε ότι κανένα δεν φέρει την υπογραφή ούτε του ιδίου ούτε της γυναίκας του και επίσης ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία C.C.L.M. εγγράφηκε 28/12/2010, οπόταν από 18/02/2010 η Ενάγουσα Εταιρεία παρέδιδε εμπορεύματα χωρίς να γνωρίζει πού τα παρέδιδε. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι γνώριζε πολύ καλά τον κ. Γαλανό, ο οποίος, ως θέμα πρακτικής, δεν παρέδιδε εμπόρευμα πέραν των €5.000 αν δεν υπήρχε τραπεζική εγγύηση ή προσωπική εγγύηση. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος παραλάμβανε προσωπικά τα εμπορεύματα που παραδίδονταν σε άλλα υποστατικά, ενώ επίσης αρνήθηκε γνώση της κατάστασης λογαριασμού που του είχε υποδειχθεί. Παραδέχθηκε την προφορική συμφωνία με τον κ. Χρίστου, με τον οποίο δήλωσε ότι είναι φίλοι και τον σέβεται, πλην όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε αναλάβει προσωπική ευθύνη για την αποπληρωμή των παραδοθέντων προϊόντων. Εξήγησε ότι η συμφωνία που είχε γίνει με τον κ. Χρίστου ήταν, ό,τι τιμολόγιο έβγαινε να πληρώνεται τοις μετρητοίς. Αυτή την συμφωνία την τήρησε. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι δυο πλευρές κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, υποβοηθητικές για το Δικαστήριο, στις οποίες παρέθεσαν τις εκατέρωθεν θέσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους δύο μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Η Ενάγουσα Εταιρεία έχει καθήκον να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. μεταξύ άλλων Κουκούλη κ.ά. ν. Παπαδημήτρη, ECLI:CY:AD:2016:A50, Πολ. Εφ. 378/2010 ημερ. 29/01/2016, Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.∆. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1Β Α.Α.∆. 614 και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 Α.Α.∆. 1295). Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ (ανωτέρω), το κριτήριο ως προς το τι συνιστά «απόδειξη (proof) στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων» δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του, αλλά το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not), ενώ εάν αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται και συνιστά το επίδικο θέμα της υπόθεσης, είναι το ποιος χρωστά το οφειλόμενο ποσό, ήτοι το ποσό των €108.307,
- Η εκδοχή της Ενάγουσας είναι ότι το εν λόγω υπόλοιπο προκύπτει από τις διάφορες συναλλαγές που είχε με τον Εναγόμενο προσωπικά, ως αυτές καταγράφονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε και αφορά την περίοδο από το 2010 μέχρι και το 2013, Τεκμήριο 4, ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συναλλάχθηκε με την Ενάγουσα Εταιρεία προσωπικά αλλά είχε δημιουργηθεί μια άλλη εταιρεία, η C.C.L.M. η οποία ενεγράφηκε στις 28/12/2010, με διευθύντρια τη γυναίκα του, η οποία είχε συναλλαγές με την Ενάγουσα Εταιρεία, τις οποίες έχει εξοφλήσει με δικές της επιταγές. Έχοντας σκιαγραφήσει το πλαίσιο εντός του οποίου κύλησε η υπόθεση αμφότερων των διαδίκων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιόν μου μαρτυρία. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Οικονομικού Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας, Μ.Ε.1, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι λόγω της φιλίας του με τον Εναγόμενο προέβη σε κάποιες χαλαρώσεις αναφορικά με τους κανόνες και εμπορική τακτική που εφάρμοζε η Ενάγουσα Εταιρεία. Όμως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί την εκδοχή του ότι ενώ γνώριζε για τα σοβαρά προβλήματα υγείας του Εναγόμενου, καθώς και τα οικονομικά προβλήματα του ιδίου και των εταιρειών του και ενώ υπήρχε προς την Ενάγουσα Εταιρεία ένα οφειλόμενο ποσό της τάξεως των €100.000 από εταιρείες συμφερόντων του Εναγόμενου, το οποίο δεν αποπληρωνόταν, προχώρησε σε προσωπική συμφωνία μαζί με τον Εναγόμενο για την προμήθεια περαιτέρω προϊόντων μια μέρα μετά τον τερματισμό της συνεργασίας της Ενάγουσας με τις Εταιρείες συμφερόντων του Εναγόμενου. Στις 18/02/2010 είχε σταματήσει η προμήθεια εμπορευμάτων στις δυο εταιρείες του Εναγόμενου και μια μέρα μετά, στις 19/02/2010, είναι ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1, ξεκίνησε συνεργασία σε προσωπική βάση με τον Εναγόμενο. Η θέση του αντιβαίνει της λογικής αφού μια τέτοια συνεργασία έθετε σε κίνδυνο την Ενάγουσα Εταιρεία στο να υποστεί περαιτέρω απώλειες και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Επίσης, ήταν ο ισχυρισμός του ότι μέρος αυτής της προσωπικής συμφωνίας ήταν να εξοφλείται κάθε τιμολόγιο με μετρητά ή επιταγή άμεσα ή εντός 20 ημερών. Δεν υποστηρίζεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός από το Τεκμήριο 2, τα τιμολόγια και το Τεκμήριο 4, την κατάσταση λογαριασμού. Προσεκτική μελέτη των δύο Τεκμηρίων οδηγεί στη διαπίστωση ότι τα προϊόντα αγοράζονταν επί πιστώσει. Όσον αφορά δε τις πληρωμές, διαπιστώνεται ότι γίνονταν πληρωμές έναντι και όχι εξόφληση του κάθε τιμολογίου. Παράλληλα ισχυρίστηκε ότι για όλες τις πληρωμές εκδίδονταν αποδείξεις είτε στην εταιρεία είτε στον πελάτη. Δεν προσκομίστηκε καμία απόδειξη προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Διαπιστώνεται επίσης ότι στην προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των λεχθέντων του υπέπεσε σε αντιφάσεις όπως ότι τα προϊόντα παραδίδονταν σε υποστατικό του Εναγόμενου ή σε αντιπροσώπους του. Όλα τα τιμολόγια, Τεκμήριο 2, καταγράφουν ως διεύθυνση την οδό XXXXX στο Δάλι. Δεν υπήρξε μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε υποστατικό στο Δάλι. Επίσης, ο κ. Χρίστου ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος πλήρωνε σε μετρητά ή επιταγές, πάντοτε πιο μεγάλο ποσό από την αξία των εμπορευμάτων για να καλύπτει και τα χρέη των άλλων του εταιρειών. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4, την κατάσταση λογαριασμού, είχε παραληφθεί εμπόρευμα ύψους €162.237,27 και είχε καταβληθεί το ποσό των €53.929,
- Καμιά εταιρεία δεν θα παρέδιδε εμπόρευμα της συγκεκριμένης αξίας, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενώ οι εταιρείες του είχαν τεθεί υπό εκκαθάριση, αν δεν ήταν εξασφαλισμένη ως προς τον τρόπο είσπραξης του συγκεκριμένου ποσού. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας απέφευγε να εξηγήσει κάποια γεγονότα, όπως το ποιος ήταν ο εκδότης των επιταγών που δίδονταν στην Ενάγουσα Εταιρεία σε σχέση με τις συγκεκριμένες συναλλαγές, προτίμησε να το αφήσει αναπάντητο. Θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων, πλην αυτών που πιο κάτω αναφέρονται και που στην ουσία είναι ζητήματα που δεν αμφισβητούνται από την Υπεράσπιση. Με βάση όλα τα πιο πάνω δυσκολεύομαι να θεωρήσω τυχαία την παράλειψή του να διευκρινίσει ποιος ήταν ο εκδότης των επιταγών που παραδίδονταν προς πληρωμή των παραληφθέντων προϊόντων και δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι «οι επιταγές αυτές ήταν από διάφορες εταιρείες και ότι πλήρωνε για τους διάφορους λογαριασμούς του». Αυτό που προβάλλεται είναι ότι μια εταιρεία της εμβέλειας και του κύρους της Ενάγουσας Εταιρείας είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο όπως αναλάβει ο ίδιος προσωπικά την πληρωμή των προϊόντων που θα παραδίδονταν κατ' εντολή του, γνωρίζοντας ότι οι άλλες δυο εταιρείες του βρίσκονταν υπό διαχείριση και ενώ ο ίδιος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Η συγκεκριμένη εκδοχή κρίνεται απομακρυσμένη από την πραγματικότητα αφού σύμφωνα με τον κ. Χρίστου, Μ.Ε.1, οι εταιρείες του κ. Μαρκίδη χρωστούσαν στην Ενάγουσα Εταιρεία πολλά λεφτά και συγκεκριμένα €111.000 και ήταν σε γνώση της Ενάγουσας Εταιρείας ότι βρίσκονταν υπό διαχείριση οπόταν ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να προβαίνει σε οποιεσδήποτε πληρωμές, συναλλαγές ή ακόμα και εισπράξεις σε σχέση με αυτές. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η παραδοχή του Εναγόμενου, κατά την αντεξέτασή του, ότι όντως υπήρχε συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας, μετά τη λήξη της συνεργασίας των δυο εταιρειών του με την εταιρεία C.C.L.M. Trading και ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ του ίδιου και του Μ.Ε.1 για την πληρωμή σε μετρητά του κάθε τιμολογίου ή με επιταγές της ημέρας αναφορικά με τα προϊόντα που θα παραδίδονταν στην C.C.L.M. Trading. Όμως επέμενε ότι ουδέποτε είχε αναλάβει προσωπικά οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, που η θέση του αυτή έχει λογική αφού ο ίδιος είχε οικονομικά καταστραφεί. Παράλληλα, διερωτήθηκε γιατί δεν κινήθηκε η Ενάγουσα Εταιρεία να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά των άλλων δυο εταιρειών του και υποστήριξε ότι απλώς είχαν μεταφέρει, τα οφειλόμενα ποσά, στο όνομα του ιδίου προσωπικά. Η θέση του Εναγόμενου είναι πιο κοντά στη λογική παρά η εκδοχή της Ενάγουσας Εταιρείας. Καμία εταιρεία δεν θα αποδεχόταν να συναλλαχθεί προσωπικά με ένα άτομο γνωρίζοντας ότι αυτός αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα και η περιουσία του τυγχάνει διαχείρισης. Καταλήγω ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας Εταιρείας έχει πολλά κενά. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για να διαπιστωθεί σε ποιού το όνομα εκδίδονταν οι αποδείξεις, προφανώς γιατί, σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, «οι αποδείξεις που εκδίδονταν ήταν επ' ονόματι της εταιρείας ή του πελάτη για τον οποίο πληρωνόντουσαν τα λεφτά». Επίσης, η θέση ότι οι πληρωμές γινόντουσαν για τις διάφορες εταιρείες του Εναγόμενου και ότι πλήρωνε περισσότερα λεφτά από την αξία των εμπορευμάτων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το Τεκμήριο
- Εν πάση περιπτώσει, δεν κατατέθηκαν οποιεσδήποτε αποδείξεις προς υποστήριξη των ισχυρισμών της Ενάγουσας Εταιρείας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη μη αποδοχή της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα που κατέθεσε για την Ενάγουσα Εταιρεία, ήτοι του Μ.Ε.1, σε σχέση με τα αμφισβητούμενα ζητήματα και κυρίως σε σχέση με το κατά πόσον η προφορική συμφωνία αφορούσε την προσωπική ανάληψη πληρωμής των παραδοθέντων προϊόντων από τον Εναγόμενο, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προβεί σε ευρήματα πέραν των όσων προκύπτουν από τα παραδεκτά γεγονότα και του ότι υπήρχε κάποια συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και του Εναγόμενου για την πώληση και παράδοση προϊόντων στην εταιρεία C.C.L.M. Trading και ότι τα οποιαδήποτε προϊόντα παραδίδονταν, έπρεπε να πληρώνονται είτε με μετρητά είτε με επιταγές της εταιρείας C.C.L.M. Trading. Η απαίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας βασίζεται σε υπόλοιπο λογαριασμού και όχι σε εκδοθέντα τιμολόγια, η παρουσίαση βέβαια των οποίων τείνει απλά να αποδείξει την απαίτηση, σύμφωνα και με την απόφαση Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ,
(2006)1 Α.Α.Δ. 728. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι λογαριασμοί εμπορευομένου, δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν, εφόσον τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν μέσω αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης το οποίο εγείρεται μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση (βλ. D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263, A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 156). Η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς βέβαια, χωρίς οτιδήποτε που να το τεκμηριώνει, δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από ένα απλό ισχυρισμό που στερείται αποδεικτικής αξίας και είναι για το λόγο αυτό που η νομολογία επιβάλλει όπως σε υποθέσεις αυτής της φύσης, απαιτείται θετική μαρτυρία, με την οποία να αποδεικνύονται οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού (βλ. Χαράλαμπος Κρασάρης ν. CYPRUS INVERSTMENT SECURITIES CORPORATION LTD, Πολ. Έφ. 95/2010, ημερ. 10/7/2015 και D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited (ανωτέρω). Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση CITI PRINCIPAL INVESTMENS LTD ν. Γιωργαλλά, Πολ. Έφ. Αρ. 271/2012, ημερ. 10/07/18: « .. η ουσία είναι ότι η εφεσείουσα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ήτοι κατά πόσο η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, είχε δώσει ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας προς υποστήριξη της αξίωσης της. Αναμφίβολα θα μπορούσε να έδινε περισσότερες λεπτομέρειες, ακόμη και να υποστήριζε την αξίωση με πρόσθετα στοιχεία και έγγραφα, αλλά εκείνο το οποίο είχε παρουσιάσει, δηλαδή, το Τεκμήριο 1, ήταν ικανοποιητικό. Πρόκειτο για κατάσταση λογαριασμού στην οποία αποτυπωνόταν όλο το ιστορικό των συναλλαγών με την εφεσίβλητη, με γνώση του περιεχομένου του από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ως λειτουργός του Back Office ήλεγχε τις συναλλαγές. Η κατάσταση δόθηκε στην εφεσίβλητη και ανά πάσα στιγμή μπορούσε και να γνωρίζει και να αμφισβητήσει τις πράξεις. Η εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τη μαρτυρία αυτή. Η αντεξέταση του Μ.Ε.1, περιορίστηκε στην άρνηση εντολών από την εφεσίβλητη και στην απουσία γνώσης των συναλλαγών από το μάρτυρα. Η υπεράσπιση δικογραφικά δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της Δ.21 θ.2, ότι σε αγωγές για χρέος, όπως ήταν και η επίδικη, απλή άρνηση του χρέους δεν θα είναι αποδεκτή. Η εν λόγω διάταξη δεν αφορά μόνο τις εκκαθαρισμένες χρηματικές απαιτήσεις στις οποίες αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και τις απλές αγωγές για χρέος. Η απαίτηση αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού, ως μια αιτία αγωγής. Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση διότι, ως ήδη έχει λεχθεί, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την εφεσίβλητη ως αναξιόπιστη και αναληθή μάρτυρα, επί της μαρτυρίας της οποίας δεν μπορούσε να βασισθεί. Ό,τι, λοιπόν κατέθεσε προς το αντίθετο η εφεσίβλητη αμφισβητώντας τις εντολές και τις γενόμενες συναλλαγές, παρέμεινε κενό γράμμα.». Στην παρούσα υπόθεση, τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα φέρουν την Ενάγουσα Εταιρεία να συναλλάσσεται μέχρι και τις 18/02/2010 με εταιρείες συμφερόντων του Εναγόμενου, με τη συνεργασία τους να συνίσταται στην πώληση και παράδοση εμπορευμάτων με τη συνοδεία σχετικών τιμολογίων. Η κοινή μαρτυρία φέρει τη συνεργασία να συνεχίζεται και μετά τις 18/02/2010, πλην όμως η Ενάγουσα δηλώνει ότι ήταν προσωπικά με τον Εναγόμενο ενώ ο Εναγόμενος δηλώνει ότι ήταν με την νέα εταιρεία την C.C.L.M. Trading, η οποία πλήρωνε με δικές της επιταγές τα προϊόντα. Υπάρχει παραδοχή λήψης επιταγών της συγκεκριμένης εταιρείας από την Ενάγουσα προς αποπληρωμή τιμολογίων. Τίποτα περαιτέρω δεν διευκρινίστηκε από την Ενάγουσα Εταιρεία, η οποία είχε το βάρος να αποδείξει ότι πράγματι συναλλασσόταν με τον Εναγόμενο προσωπικά και όχι με την εταιρεία C.C.L.M. Trading και ότι οι πληρωμές γίνονταν από τον Εναγόμενο και όχι από τη εταιρεία C.C.L.M. Trading. Έχοντας εξετάσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που ο Μ.Ε.1 προσέφερε προς το σκοπό απόδειξης του κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου υπόλοιπου διαπιστώνω ότι αυτή συνίστατο σε γενικές και ατεκμηρίωτες αναφορές με τις οποίες ο Μ.Ε.1 αξίωνε διάφορα ποσά από τον Εναγόμενο προσωπικά στηριζόμενος σε πληθώρα τιμολογίων που κατέθεσε στο Δικαστήριο χωρίς, όμως, να προσκομίζει οποιαδήποτε πρωτογενή στοιχεία και αποδείξεις που να υποστηρίζουν και να τεκμηριώνουν ότι η απαίτηση αφορά τον Εναγόμενο προσωπικά. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν μπορεί να βοηθήσει την πλευρά της Ενάγουσας Εταιρείας και ειδικότερα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο οφείλεται προσωπικά από τον Εναγόμενο προς την Ενάγουσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας Εταιρείας. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 καταλήγω ότι η πλευρά της Ενάγουσας Εταιρείας απέτυχε να αποδείξει το αξιούμενο ποσό των €108.307,94, ως το οφειλόμενο υπόλοιπο από την πώληση και προμήθεια εμπορευμάτων στον Εναγόμενο προσωπικά. Η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας Εταιρείας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο