XELOR ENTERTAINMENT LIMITED («υπό διαχείριση») μέσω του Παραλήπτη-Διαχειριστή της ΚΙΜΩΝΟΣ ν. ALPHA BANK CYPRUS LIMITED κ.α., Αίτηση/Έφεση αρ.: 283/20, 29/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A509 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση αρ.: 283/20 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, άρθρα 44ΙΣΤ-44ΚΖ και 51 και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224, άρθρα 80 και 81 Μεταξύ: XELOR ENTERTAINMENT LIMITED («υπό διαχείριση») μέσω του Παραλήπτη-Διαχειριστή της XXXXX ΚΙΜΩΝΟΣ Ενάγοντα v.
- ALPHA BANK CYPRUS LIMITED
- XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
- XXXXX WORTH AIDAN Εναγομένου ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18/03/2021 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Σεπτεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εφεσείοντα - Αιτητή: κ. Κ. Πανάγος, για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ Για Εφεσίβλητους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Καλογήρου, για Α.Π. Παύλου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εφεσείοντας-Αιτητής με την αίτησή του ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη δήλωση του Παύλου Λοφίτη ημερομ. 11/09/2020, που συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό ή και ακύρωση της απόφασης για μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.30/13W2, τεμάχιο XXXXX στην Αγία Παρασκευή, Λευκωσία. Νομική βάση για την υπό κρίση αίτηση αποτέλεσαν το Άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος, το άρθρο 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, τα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, οι κανονισμοί 1-18 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμών, η Δ.39 θ.θ. 1-2 και η Δ.48 θ.θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η Νομολογία, οι γενικές αρχές του δικαίου της επιείκειας καθώς και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Λοφίτη, συνεργάτη του Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εφεσείουσας - Αιτήτριας Εταιρείας και γνώστη των γεγονότων λόγω του ότι χειρίζεται προσωπικά το φάκελο των Αιτητών. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, μετά την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, διαπιστώθηκε ότι σε αυτήν περιέχονται ισχυρισμοί οι οποίοι βασίζονται σε νέα γεγονότα, τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση της αρχικής αίτησης ημερομ. 11/09/2020, με τα οποία αμφισβητούνται οι θέσεις των Αιτητών, ήτοι του Παραλήπτη Διαχειριστή. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ελλιπείς και τείνουν να προσδώσουν μια αλλοιωμένη εικόνα των γεγονότων έτσι ώστε να απορριφθεί η Αίτηση. Κατά τη δική του άποψη, λόγω του ότι επιβάλλεται η απόδειξη των ισχυρισμών από τον Παραλήπτη Διαχειριστή, αφού αυτός φέρει το βάρος απόδειξης της νομιμότητας έκδοσης των διαταγμάτων ημερομ. 14/09/2020, είναι επιβεβλημένη η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να μπορούν να διασαφηνιστούν και να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί των Αιτητών. Είναι η θέση του ότι θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία να εκτεθούν τα νέα και σημαντικά γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώριση της αρχικής αίτησης. Επιπρόσθετα, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα απαντηθούν και θα αντικρουσθούν οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3, όπως αυτοί καταγράφονται στην παράγραφο 12 της Ένστασης και επεξηγούνται στις παραγράφους 15 και 16 της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Σκοπός των συγκεκριμένων ισχυρισμών είναι να οδηγήσουν στην κατάληξη ότι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής δολίως δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο την ύπαρξη άλλης διαδικασίας για την οποία είχε γνώση ή εύλογα μπορούσε να έχει γνώση και ότι το διάταγμα πετυχαίνει τον ίδιο σκοπό με το διάταγμα που εκδόθηκε προς όφελος της Καθ΄ης η αίτηση 1 και επομένως πρέπει να ακυρωθεί. Αυτό τον ισχυρισμό κατά τη δική του άποψη οφείλει η Εφεσείουσα - Αιτήτρια να τον απαντήσει γιατί ο Παραλήπτης - Διαχειριστής έλαβε γνώση της διαδικασίας της Αίτησης - Έφεσης 277/2020 στις 16/09/2020, 5 μέρες μετά την καταχώριση της αίτησης ημερ. 11/09/2020 και δυο μέρες μετά την έκδοση του διατάγματος και αυτό αποδεικνύεται από την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη. Προωθεί τη θέση ότι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής οφείλει να ενεργεί με ανεξαρτησία από τον πιστωτή που τον διόρισε, ήτοι την Καθ΄ ης η αίτηση 1 και να μην επικοινωνεί με αυτόν για οποιαδήποτε διαβήματα λάβει. Όσον αφορά την έφεση που καταχωρίστηκε από την Καθ΄ης η αίτηση 1, αυτή αφορά το ίδιο ακίνητο αλλά αφορά σε άλλη διαδικασία και το διάταγμα που εκδόθηκε σε εκείνη τη διαδικασία είναι προσωρινό. Ο ίδιος ο Διευθυντής Κτηματολογίου εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτει την ένσταση τόσο της Καθ΄ης η αίτηση 1 καθώς και του Παραλήπτη - Διαχειριστή. Συμπεραίνει ότι το διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτηση - Έφεσης 277/2020 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα διαδικασία αφού το κάθε διάταγμα επενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της κάθε απόφασης του Διευθυντή ξεχωριστά, μέχρι την εκδίκαση της κάθε έφεσης ξεχωριστά. Εισηγείται ότι τα γεγονότα που προτίθεται να εισάγει μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι απαραίτητα για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις διατήρησης των μονομερώς εκδιδόμενων διαταγμάτων. Είναι η θέση του ότι δεν επιχειρείται η επανόρθωση παράληψης πληροφόρησης, ότι η ανάγκη για αποκάλυψη των συγκεκριμένων γεγονότων προέκυψε με την καταχώριση της Ένστασης από τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, ότι τα γεγονότα που θα καταγραφούν προέκυψαν μετά την έκδοση του διατάγματος, ότι δεν αλλοιώνεται η αρχική εικόνα που δόθηκε από την Αιτήτρια και ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα είναι αναγκαία να τεθούν ώστε το Δικαστήριο να έχει σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Καταλήγει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εάν επιτραπεί η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει η πιθανότητα οι Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Επισυνάπτει, ως Παράρτημα Α, την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 - Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην οποία καταγράφονται 10 λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή αναιτιολόγητη, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος ή/και «καλός λόγος» για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ότι είναι προϊόν δεύτερης σκέψης και σκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικαστικής διαδικασίας, ότι επιδιώκεται η εισαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας που τείνει να μεταβάλλει και/ή να αλλοιώσει την αρχική εικόνα που δόθηκε στο Δικαστήριο, ότι τα γεγονότα που προτίθενται να προσθέσουν ήταν γνωστά κατά την ημερομηνία της καταχώρισης της αρχικής ένορκης δήλωσης ημερομ. 11/09/2020, ότι η άγνοια δεν συνιστά «καλό λόγο», ότι δεν πληρούνται οι εκ του νόμου και της νομολογίας προϋποθέσεις, ότι οι Αιτητές εξασφάλισαν θεραπεία στα πλαίσια μονομερούς αίτησης και ότι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να γνωρίζει και να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου τα συγκεκριμένα γεγονότα αφού ήταν προγενέστερα της έκδοσης του Διατάγματος. Η Ένσταση βασίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, στα άρθρα 80 και 82 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, στους Κανονισμούς 1-18 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμών, στη Δ.39 θ.1, στη Δ.48 θ.θ.1-9 και στη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στη Νομολογία, στις γενικές αρχές του Δικαίου της Επιείκειας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Ένσταση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της Έλενας Παναγιώτου, Εφεσίβλητης - Καθ' ης η αίτηση 2 και γνώστη των γεγονότων. Είναι εξουσιοδοτημένη και από το σύζυγό της, Εφεσίβλητο - Καθ΄ου η αίτηση 3 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση της ότι ο Εφεσείοντας - Αιτητής πέτυχε στα πλαίσια μονομερούς αιτήσεως την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο απαγορευόταν στον Διευθυντή Κτηματολογίου να μεταβιβάσουν τόσο επ' ονόματι της ίδιας αλλά και επ' ονόματι του συζύγου της το συγκεκριμένο ακίνητο. Υποστηρίζει ότι ο Διαχειριστής - Παραλήπτης γνώριζε ή με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να γνωρίζει ότι είχε καταχωριστεί η Αίτηση 277/2020 από την Καθ΄ης η αίτηση 1 με την οποία επιδιώχθηκε το ίδιο αποτέλεσμα με την υπό κρίση Αίτηση. Ισχυρίζεται, η Ομνύουσα, ότι από τη στιγμή που ο Παραλήπτης - Διαχειριστής είχε διοριστεί από την Καθ΄ης η αίτηση 1 - Εφεσίβλητη, είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει μαζί της και να ενημερωθεί για την καταχώριση της Αίτησης - Έφεσης 277/
- Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι με τους ισχυρισμούς που θέλει να προβάλει η Αιτήτρια - Εφεσίβλητη στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα αλλοιώσει την εικόνα που δόθηκε στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς και οι Εφεσίβλητοι - Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη. Εμμένει στη θέση ότι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να γνωρίζει την καταχώριση έτερης αίτησης - έφεσης με την οποία επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα με την παρούσα. Κατά τη δική της άποψη δεν ευσταθεί «καλός λόγος» για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και αν εκδοθεί το διάταγμα θα αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα είχε καθήκον να αποκαλύψει στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να αποφευχθεί η ταυτόχρονη καταχώριση δύο μονομερών αιτήσεων με το ίδιο αιτητικό και την ίδια θεραπεία. Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι τα γεγονότα που συνηγορούν υπέρ της καταχώρησης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι μεταγενέστερα της έκδοσης του μονομερούς διατάγματος αφού το διάταγμα στην Αίτηση - Έφεση 277/2020 εκδόθηκε στις 09/09/2020, ήτοι πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης. Καταλήγει ότι αποκλειστική ευθύνη για τη συγκεκριμένη παράληψη φέρει ο Παραλήπτης - Διαχειριστής και ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα σημαίνει την προσθήκη νέων γεγονότων με πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Καθ΄ων η Αίτηση 2 και
- Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν προς το Δικαστήριο εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές για το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενό τους και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Ανάγνωση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δια κλήσεως ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από το διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφ. Αρ. 29/2014, ημερ. 03/11/2016, στην οποία επισημάνθηκε ότι: « καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd, Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007: « Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής: « Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας, την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Προκύπτει ότι, μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων σε συνάρτηση και με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Mε δεδομένο το περιορισμένο αντικείμενο της ενδιάμεσης διαδικασίας εκδίκασης προσωρινού διατάγματος, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που να απαντώνται προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, δεν είναι επιθυμητή. Αναφορά μπορεί να γίνει στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Ως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, η διαδικασία της εκδίκασης προσωρινών διαταγμάτων δεν πρέπει να γίνεται «απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1665, αλλά και στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 731, σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον ο Παραλήπτης - Διαχειριστής επιδιώκει να συμπληρώσει ηθελημένα κενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του για την έκδοση των αιτούμενων απαγορευτικών διαταγμάτων ούτως ώστε να τροποποιήσει ή αλλοιώσει την εικόνα που αρχικά έθεσαν στο Δικαστήριο. Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, δεύτερον, κατά πόσον εκείνο που επιδιώκει είναι να απαντήσει σε ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Καθ' ων η αίτηση, τους οποίους δεν μπορούσε να προβλέψει. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις παραγράφους για τις οποίες ο Αιτητής ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων η αίτηση, όπως αυτοί διαφαίνονται στη δική τους ένορκη δήλωση. Για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων δικηγόρων τα οποία έχουν εκτεθεί με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 15 και 16 της ένορκης δήλωσης της Εφεσίβλητης - Καθ΄ης η αίτηση 2 και αφορούν τη θέση ότι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής γνώριζε κατά το χρόνο της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης, στις 11/09/2020, ότι υπήρχε εν ισχύ άλλο απαγορευτικό διάταγμα με σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο. Όπως προκύπτει από τις παραγράφους 6 - 9 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ο Αιτητής επιθυμεί να προβάλει γεγονότα προς απάντηση των όσων καταγράφει η Εφεσίβλητη - Καθ΄ης η αίτηση 2 στη δική της ένορκη δήλωση. Αυτό συνιστά «καλό λόγο» για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επιπρόσθετα, το στοιχείο της επίδοσης του διατάγματος που εκδόθηκε στην Αίτηση - Έφεση 277/2020, το οποίο επιθυμεί να εισαγάγει ο Παραλήπτης - Διαχειριστής, είναι νέο αφού προέκυψε μετά από την καταχώριση της αίτησης για έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε 11/09/2020 ενώ το εκδοθέν διάταγμα στην Αίτηση - Έφεση 277/2020 επιδόθηκε στις 16/09/2020 στον Παραλήπτη - Διαχειριστή. Αποτελεί στοιχείο το οποίο αγνοούσε ο Παραλήπτης - Διαχειριστής προηγουμένως, έτσι ώστε να το παραθέσει στο Δικαστήριο κατά την υποβολή της μονομερούς αίτησής του. Υπάρχει «καλός λόγος» με την έννοια του ότι είναι αναγκαίο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που περιήλθαν στην αντίληψή του μετά την καταχώρηση της αρχικής του ένορκης δήλωσης που άπτονται του θέματος του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και να καταρρίψει τη θέση ότι απέκρυψε γεγονότα. Το εύρος της μαρτυρίας που ο Παραλήπτης - Διαχειριστής θέλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι περιορισμένο και δεν σκοπεί στο να συμπληρώσει τυχόν κενά υπάρχουν στην αρχική ένορκη δήλωση. Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιτρέψω την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ως το συνημμένο Παράρτημα Α. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της υπό συζήτηση Αίτησης, θα είναι έξοδα στην πορεία της κυρίως αίτησης ημερομ. 11/09/2020. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο