OLYMPIC SUPERMARKET LIMITED ν. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΖΩ» ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1172/20, 9/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A508 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1172/20 Μεταξύ: OLYMPIC SUPERMARKET LIMITED Ενάγουσας -και- ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΖΩ» ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30/09/2020 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 09 Σεπτεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Α. Δημητριάδης, για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Κ. Παπαντωνίου, για Γιώργος Παπαντωνίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα-Αιτήτρια Εταιρεία με την Αίτησή της, ημερομηνίας 30/09/2020, αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης-Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €342.700,96, ποσό το οποίο προκύπτει ως υπόλοιπο λογαριασμού. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.18, θ.θ.1-4 και 6 και στη Δ.48 θ.θ.1- 4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Κοινοδίκαιο, στις αρχές της Επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση του XXXXX Χριστοφόρου, Διευθυντή της Ενάγουσας και εξουσιοδοτημένου από αυτήν, στην κατάρτιση της ενόρκου δηλώσεως. Γνωρίζει τα γεγονότα ως εκ των καθηκόντων του, τα οποία περιλαμβάνουν τον χειρισμό, την παρακολούθηση και ανάλυση των πωλήσεων και εξόδων, καθώς και τον χειρισμό και παρακολούθηση των παραγγελιών και των αποθεμάτων των προϊόντων που πωλεί η Ενάγουσα Εταιρεία. Επίσης, γνωρίζει προσωπικά τη διακίνηση των λογαριασμών των πελατών της Ενάγουσας καθώς και τις πιστώσεις και χρεώσεις του λογαριασμού της Εναγομένης Εταιρείας. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, η Ενάγουσα ήταν και είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη διανομή, πώληση και εμπορία προϊόντων όπως τρόφιμα, ποτά, είδη υπεραγοράς και άλλα εμπορεύματα. Η Εναγόμενη είναι επίσης εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη διανομή, πώληση και εμπορία προϊόντων όπως τρόφιμα, είδη υπεραγοράς και άλλα εμπορεύματα. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν πελάτης της Ενάγουσας Εταιρείας και αγόραζε από αυτή διάφορα προϊόντα όπως τρόφιμα, ποτά, είδη υπεραγοράς και άλλα παρεμφερή προϊόντα. Η συνήθης πρακτική για τη συνεργασία ήταν να υποβάλλεται από την Εναγόμενη παραγγελία προς την Ενάγουσα ή απευθείας προς τον προμηθευτή των προϊόντων. Με την παράδοση η Ενάγουσα εξέδιδε και παρέδιδε τιμολόγια στην Εναγόμενη, τα οποία υπογράφονταν από το προσωπικό της και προέβαινε σε σχετική χρέωση βάσει της συμφωνημένης τιμής των προϊόντων, τα οποία η Εναγόμενη αναλάμβανε να πληρώσει σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και εντός της ισχύουσας περιόδου πίστωσης. Μετά από συνεννόηση, είχε ανοιχθεί στο όνομα της Εναγόμενης λογαριασμός όπου καταγράφονταν και χρεώνονταν οι χρεώσεις της Ενάγουσας και πιστώνονταν οι πληρωμές στις οποίες προέβαινε η Εναγόμενη έναντι των συγκεκριμένων χρεώσεων. Όταν γινόταν παράδοση από τον προμηθευτή, το τιμολόγιο εκδίδετο στο όνομα της Ενάγουσας, πλην όμως ελέγχετο και υπογράφετο κατά την παράδοση από προσωπικό της Εναγόμενης. Η τελευταία δοσοληψία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης, σύμφωνα με τον Ομνύοντα, έγινε περί τα τέλη 2018 και ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €342.700,96, το οποίο αφορούσε δοσοληψίες σε σχέση με τιμολογημένα και παραδοθέντα προϊόντα, τα οποία είχαν παραληφθεί ανεπιφύλακτα από την Εναγόμενη. Ο αρχικός αριθμός λογαριασμού της Εναγόμενης ήταν XXXXX7190 και μεταγενέστερα έγινε XXXXX
- Ο Ομνύοντας στις παραγράφους 8 και 9 της ενόρκου δηλώσεως του επεξηγεί τις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες έχει επισυνάψει ως Τεκμήριο 2 και αφορούν τις δοσοληψίες των μερών. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι ελέγχονταν και επανελέγχονταν οι λογαριασμοί της Εναγομένης από το λογιστήριο της Ενάγουσας ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ενώ παράλληλα τόσο ο ίδιος ή και άλλος υπάλληλος του λογιστηρίου επικοινωνούσαν με την Εναγόμενη προς επιβεβαίωση του υπολοίπου του λογαριασμού. Οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών αποστέλλονταν περιοδικά στην Εναγομένη, μια με δυο φορές το μήνα, η οποία ουδέποτε αμφισβήτησε οποιαδήποτε χρέωση ή άλλη καταχώριση σε αυτούς. Η Ενάγουσα, από πλευράς της, κοινοποιούσε με ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο 3, τις καταστάσεις λογαριασμών για την περίοδο Ιανουάριο 2017 μέχρι Δεκέμβριο 2017 στις διευθύνσεις XXXXX@cytanet.com.cy και XXXXX@cytanet.com.cy, η οποία πρώτη ηλεκτρονική διεύθυνση ανήκει στον Διευθυντή της Εναγομένης και η δεύτερη είναι του λογιστηρίου της. Παράλληλα, οι συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμού δίνονταν και στον κ. XXXXX Παναγιώτου δια χειρός. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι τον Ιούλιο 2019 η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη επιστολή με την οποία την ενημέρωνε για το υπόλοιπο του λογαριασμού, ως αυτό φαινόταν στα αρχεία της στις 31/12/2018 και ζητούσε όπως η Εναγόμενη το επιβεβαιώσει. Η Εναγόμενη συμφώνησε με το υπόλοιπο των €342.700,96 και o κ. Χρυσάνθου, Υπεύθυνος Αγορών της Εναγόμενης, υπέγραψε τη σχετική επιστολή αναγνωρίζοντας το υπόλοιπο ως ορθό. Παρά τις υποσχέσεις ότι θα το διευθετούσε σύντομα, η Εναγόμενη παρέλειψε να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Τον Φεβρουάριο 2020 αποστάληκε από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη επιστολή απαίτησης, με την οποία την κάλεσε όπως εξοφλήσει το συμφωνηθέν οφειλόμενο ποσό, όμως ούτε και μετά από την επίδοση της συγκεκριμένης επιστολής, με δικαστικό επιδότη, καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό. Γι' αυτό και αξιώνεται το ποσό των €342.700,96, ως ποσό που προκύπτει από εκκαθαρισμένο λογαριασμό και ως αναγνώριση χρέους προς την Ενάγουσα, για πωληθέντα και παραδοθέντα προς την Εναγόμενη προϊόντα, για το οποίο η Εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση στην οποία καταγράφονται δώδεκα
(12)λόγοι ενστάσεως και είναι οι ακόλουθοι: Ότι η Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση έχει καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας και επί νομικών θεμάτων, ότι το Σημείωμα Εμφάνισης της Εναγομένης δεν αποσκοπεί στο να καθυστερήσει την υπόθεση αλλά γιατί υπάρχει ουσιαστική υπεράσπιση η οποία προωθείται με την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Παναγιώτου, ότι η Εναγόμενη εταιρεία αρνείται το αξιούμενο ποσό, ότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε την αλήθεια ή όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα ότι αποστάληκε επιστολή από το συνήγορο της Εναγόμενης με την οποία αμφισβητείτο το αξιούμενο ποσό, ότι δεν αναφέρθηκαν ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, ότι τα νομικά και ουσιαστικά γεγονότα που αποκαλύφθηκαν δεν επαρκούν για έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία, ότι δεν αποδεικνύεται με θετικό τρόπο και μαρτυρία το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο και ότι η επιβεβαίωση του κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού έγινε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, ήτοι υπάλληλο της Εναγόμενης. Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.18 και στη Δ.48 θ.θ.1-4 και 9, στο Σύνταγμα, στις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, αναφορικά με τα γεγονότα, με ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Παναγιώτου, Διευθυντή της Εναγομένης και γνώστη των γεγονότων. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν παρουσίασε όλα τα γεγονότα ή και δεν τα παρουσίασε ορθά γι' αυτό και προωθεί τη θέση ότι η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση. Είναι η θέση του ότι δεν παρουσιάστηκαν τα τιμολόγια που υποστηρίζουν το συγκεκριμένο λογαριασμό έτσι που να φαίνεται η αποδοχή ενός έκαστου τιμολογίου. Κατά τη δική του άποψη, η παρουσίαση του λογαριασμού χρεοπιστώσεων από μόνη της δεν παρέχει ικανοποιητική μαρτυρία για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε έκδοση συνοπτικής απόφασης, αφού η Ενάγουσα Εταιρεία - Αιτήτρια όφειλε να επισυνάψει τα τιμολόγια από τα οποία προκύπτει καθαρά η αποδοχή του περιεχομένου του κάθε τιμολογίου με την σχετική υπογραφή εκ μέρους της Εναγόμενης από αρμόδιο πρόσωπο. Ο Ομνύοντας προωθεί τη θέση ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός είναι λανθασμένος και ο ισχυρισμός ότι έγινε αποδεκτός είναι αβάσιμος γιατί υπογράφτηκε από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, αφού το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν δέσμευε την Εταιρεία. Παραδέχεται, ο Ομνύοντας, τη σχέση συνεργασίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης η οποία δεν ήταν σχέση πωλητή-αγοραστή αλλά και οι δύο μαζί προέβαιναν σε παραγγελίες προϊόντων από προμηθευτές με απώτερο στόχο την αύξηση του κύκλου εργασιών, με την επίτευξη καλύτερων συμφωνιών με τους προμηθευτές των προϊόντων σε χαμηλότερες τιμές. Εξού και η συμφωνία προνοούσε ότι η Ενάγουσα θα λάμβανε προμήθεια από την Εναγόμενη της τάξεως του 2% στο καθαρό κόστος αγοράς των προϊόντων. Οι παραγγελίες των προϊόντων γινόντουσαν από την Ενάγουσα, μετά από συμφωνία με την Εναγόμενη και οι προμηθευτές εξέδιδαν τιμολόγια επ' ονόματι τόσο της Ενάγουσας καθώς και της Εναγόμενης. Τα τιμολόγια παραλαμβάνονταν από την Ενάγουσα, η οποία αφαιρούσε τις εκπτώσεις και χρέωνε στην Εναγομένη το ποσοστό που προβλεπόταν στη συμφωνία. Η Εναγόμενη λόγω του ότι δεν προέβαινε σε παραγγελίες δεν παραλάμβανε οποιαδήποτε τιμολόγια. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι είχε γίνει προφορική συμφωνία ότι στην περίπτωση που υπήρχαν διαφορές σε τιμολόγια θα παραπέμπονταν σε ειδικό λογαριασμό και θα εξετάζονταν από τους Διευθυντές-Συμβούλους των δύο εταιρειών για τελική εκκαθάριση και διευθέτηση μεταξύ τους και για αυτό το λόγο θα πρέπει να δοθεί το δικαίωμα στην Εναγόμενη να υπερασπιστεί την αγωγή. Λόγω του ότι η Ενάγουσα εταιρεία - Αιτήτρια είναι οικογενειακή επιχείρηση, υπήρχαν οικονομικές διαφορές μεταξύ των Διευθυντών και των μετόχων και ο Διευθυντής, κ. XXXXX Χριστοφόρου, με τον οποίο η Εναγόμενη εταιρεία είχε προβεί σε συμφωνία αποχώρησε από την εταιρεία. Οι υπόλοιποι διευθυντές, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ξεκίνησαν να χρεώνουν στην Εναγόμενη Εταιρεία προμήθεια ύψους 5% στις ακαθάριστες αγορές που γίνονταν μέσω της, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους την αρχική προφορική συμφωνία για αφαίρεση των εκπτώσεων. Εξού και ο εργοδοτούμενος της Εναγομένης - Καθ΄ης η αίτηση, XXXXX Χρυσάνθου, αρνήθηκε να παραλάβει τα τιμολόγια της περιόδου 11/02/2017 μέχρι 28/06/
- Τα συγκεκριμένα τιμολόγια, παρά το γεγονός ότι ήταν λανθασμένα, χρεώθηκαν στο λογαριασμό που συνιστά Τεκμήριο 1 στην αίτηση. Ουδέποτε έγινε αποδεκτό το υπόλοιπο λογαριασμού, αλλά αντίθετα επανειλημμένως έγιναν παραινέσεις προς την Ενάγουσα Εταιρεία - Αιτήτρια, στις καθημερινές συνομιλίες, για να διορθωθεί το υπόλοιπο. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι ο XXXXX Χρυσάνθου παράτυπα υπέγραψε την αποδοχή του επίδικου λογαριασμού. Ακολούθως, ο συγκεκριμένος παραιτήθηκε από την Εναγομένη Εταιρεία και εργοδοτήθηκε, λίγους μήνες μετά την υπογραφή του λογαριασμού, στην Ενάγουσα Εταιρεία. Είναι η θέση του ότι η Ενάγουσα ουδέποτε προέβηκε σε διόρθωση του υπολοίπου και προκειμένου να συνεχίσει η συνεργασία ο ίδιος συμφώνησε το ποσοστό προμήθειας που θα λάμβανε η Ενάγουσα να ανέρχεται στο 3% με την προϋπόθεση να διορθωθούν όλα τα ποσά που, κατά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, της χρωστούσε η Εναγόμενη. Προωθεί τη θέση ότι με βάση τη συμφωνία για προμήθεια 3% και σύμφωνα με τα τιμολόγια που παραδόθηκαν προκύπτει ότι υπάρχουν επιπλέον χρεώσεις ύψους €243.777,
- Το συγκεκριμένο ποσό προέκυψε από τη διεργασία στην οποία προέβη ο λογιστής της Εναγομένης Εταιρείας, ο οποίος τοποθέτησε τις συναλλαγές στις οποίες υπήρχε διαφωνία σε ξεχωριστό λογαριασμό, suspense account, έτσι ώστε να τοποθετηθούν και οι δύο πλευρές και να βρεθεί το πραγματικό οφειλόμενο ποσό. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός παραλήφθηκε διά χειρός από την Ενάγουσα πριν την αποστολή οποιασδήποτε επιστολής για την καταβολή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού και είχαν ληφθεί διαβεβαιώσεις από την Ενάγουσα ότι θα προβεί στις δέουσες διορθώσεις σε σχέση με το αξιούμενο ποσό. Όμως, αντί αυτού, απέστειλε το λογαριασμό ο οποίος υπογράφτηκε από τον εργοδοτούμενο XXXXX Χρυσάνθου χωρίς την οποιαδήποτε έγκριση. Ο συγκεκριμένος υπάλληλος δεν μπορούσε να εκπροσωπεί την εταιρεία σε θέματα αναγνώρισης χρέους αφού ο ίδιος ο Ομνύοντας ως Διευθυντής της εταιρείας δεν αναγνώριζε το χρέος. Ο συγκεκριμένος υπάλληλος είχε πολύ στενή σχέση με τον XXXXX Χριστοφόρου και ήταν σε γνώση του ότι το ποσό είχε αλλοιωθεί και ότι ο λογαριασμός είχε υπερχρεωθεί. Παρά τη συγκεκριμένη γνώση έθεσε την υπογραφή του χωρίς τη δική του έγκριση. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο Ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση από το 2017 αποχώρησε από την Ενάγουσα Εταιρεία, λόγω διαφωνίας του με τους άλλους διευθυντές της για διάφορα θέματα, μεταξύ αυτών και οι υπερχρεώσεις προς την Εναγόμενη. Τον Μάιο του 2018 ίδρυσε δική του εταιρεία με την οποία συνεχίστηκε η συνεργασία, ενώ η συνεργασία με την Ενάγουσα Εταιρεία διακόπηκε. Ισχυρίζεται ότι ο τότε υπάλληλος της Εναγόμενης Εταιρείας, XXXXX Χρυσάνθου, δεν είχε εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί την Εναγόμενη Εταιρεία σε θέματα αναγνώρισης χρέους και ο ίδιος ουδέποτε ενέκρινε την συγκεκριμένη υπογραφή. Ο ίδιος ως Διευθυντής ουδέποτε αναγνώρισε το συγκεκριμένο ποσό ως οφειλόμενο παρά τις καθημερινές επαφές με εκπροσώπους της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα γνώριζε το γεγονός αυτό αφού της είχε σταλεί επιστολή από τον συνήγορο της Εναγόμενης Εταιρείας. Καταλήγει ότι τα ποσά που δυνατόν να οφείλει στην Ενάγουσα Εταιρεία είναι πολύ λιγότερα και ότι ο ενόρκως δηλών στην Αίτηση δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ενώ δεν παρουσίασε και τα σχετικά τιμολόγια από τα οποία θα διαφαίνετο ότι κάποια από αυτά ήταν ανυπόγραφα, Τεκμήριο 4 στην Ένσταση. Η πραγματική συμφωνία που είχε η Ενάγουσα με την Εναγόμενη οδηγεί στην κατάληξη ότι το οφειλόμενο ποσό είναι πολύ μικρότερο. Προωθεί τη θέση ότι η κατάσταση λογαριασμού δεν ανταποκρίνεται στη συμφωνία μεταξύ των μερών και στα παραδεκτά τιμολόγια και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στην Εναγόμενη να καταχωρίσει την υπεράσπιση της και η αίτηση να απορριφθεί. Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις τις οποίες διαβίβασαν προς το Δικαστήριο. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σ΄ αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο εναγόμενος- καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων-αιτητής δύναται, κατόπιν Ένορκης Δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος-καθ΄ ου η αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίησή τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο ενάγων-αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης, ενώ ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Χαραλάμπους ν. Μελά, Πολ. Εφ. Ε242/14 ημρ. 03/09/20. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα-αιτητή και η απλή δήλωση του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: « I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.». Οι αρχές επαναλήφθηκαν στην απόφαση Κώστας Κυριάκου ν. Θεράποντας Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Όσον αφορά την ουσία του θέματος, είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant?s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff?s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated.». Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Μελά (ανωτέρω) διαβάζονται τα ακόλουθα: « Όπως αποκαλύπτει η ίδια η πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και o εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή όχι, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, Πολ. Εφ. 473/11, ημερ. 28/09/2017 το οποίο παραθέτω αυτούσιο: « Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί.Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης.». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης διαπιστώνεται ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει καταχωρίσει Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και η Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση έχει καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης αφορά την καταλληλότητα του Ομνύοντα στην Αίτηση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Το συγκεκριμένο ζήτημα αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού και είναι καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης. Όπως προκύπτει από το λόγο της απόφασης Sensus Gymnasium Ltd κ.ά v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 Α.Α.Δ. 1795: « Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Stavrinides, σελ. 136-138) και Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω) ». Στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνω ότι ο Ομνύοντας δηλώνει Διευθυντής της Ενάγουσας - Αιτήτριας Εταιρείας και ότι έχει προσωπική γνώση για όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η εμπλοκή του, ως εκ της θέσεώς του, στην εξέλιξη των γεγονότων δεν αμφισβητείται. Συγκεκριμένα δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και ορκίζεται θετικά ως προς αυτά, ενώ επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και καταγράφει την πίστη του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή επισυνάπτοντας παράλληλα το Τεκμήριο 4 που κατά τον ισχυρισμό του συνιστά την αποδοχή του χρέους από την Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση. Προκύπτει από τα λεχθέντα του ότι είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1, για να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα στα οποία αναφέρεται η ένορκη δήλωση που καταχώρησε. Όπως έχει προλεχθεί, με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατίθεται στην Εναγόμενη - Καθ΄ ης η αίτηση, η οποία πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα, τα οποία να θεωρηθούν επαρκή ούτως ώστε να της δοθεί η δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους της Εναγόμενης, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο αλλά και τις ένορκες δηλώσεις και τα Τεκμήρια που τις συνοδεύουν, προκύπτει ότι η απαίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας αφορά υπόλοιπο λογαριασμού ύψους €342.700,96 το οποίο προέκυψε από τιμολόγια τα οποία είχαν εκδοθεί κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των δυο εταιρειών. Η συνεργασία μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ης η αίτηση είναι δεδομένη και αποδεκτή. Αυτό που αμφισβητείται είναι κάποιες από τις χρεώσεις, οι οποίες είναι εκτός της συμφωνίας αφού το ποσοστό προμήθειας σύμφωνα με τον Διευθυντή της Καθ΄ης η αίτηση είχε συμφωνηθεί στο 3% ενώ η Αιτήτρια χρέωνε 5%, καθώς επίσης υπάρχουν και ανυπόγραφα τιμολόγια. Υπάρχει μια διαφορά της τάξεως των €243,777,35, ήτοι υπερχρεώσεις σύμφωνα με τη μαρτυρία της Εναγόμενης - Καθ΄ης η αίτηση. Προς υποστήριξη της θέσης της για υπερχρεώσεις, επισύναψε η Καθ΄ης η αίτηση τα ανυπόγραφα τιμολόγια, Τεκμήριο 4 καθώς και το λογαριασμό που δημιουργήθηκε και αφορούσε τις συναλλαγές σε σχέση με τις οποίες υπήρχε διαφωνία, Τεκμήριο
- Βασικός ισχυρισμός της Εναγόμενης Εταιρείας - Καθ΄ης η αίτηση είναι ότι με την αλλαγή στη διευθυντική ομάδα της Ενάγουσας - Αιτήτριας Εταιρείας αυθαίρετα χρεωνόταν περισσότερη προμήθεια από την Ενάγουσα, ήτοι 5% αντί 2% που είχε αρχικά συμφωνηθεί, ενώ υπήρχαν και λανθασμένα τιμολόγια την περίοδο 11/02/2017 μέχρι 28/06/2018 τα οποία δεν είχαν υπογραφτεί. Στο τέλος της ημέρας η θέση της Εναγόμενης Εταιρείας απολήγει να είναι όχι η ολική αμφισβήτηση του οφειλόμενου ποσού αλλά η αμφισβήτηση του ακριβούς ποσού το οποίο οφείλεται προς την Ενάγουσα Εταιρεία. Τονίζεται ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπερασπίσεως και κατ' ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Δεν αξιολογεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης, αλλά το Δικαστήριο θέτει το ερώτημα «κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο Εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν» και το ερώτημα αυτό απαντάται χωρίς αξιολόγηση και στάθμιση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, στην παρούσα περίπτωση η Εναγόμενη Εταιρεία αποδέχεται ότι οφείλει μέρος του αξιούμενου από την Ενάγουσα Εταιρεία ποσού για παραδοθέντα προϊόντα, αρνούνται, ωστόσο, ότι οφείλουν το ποσό των €342.700,96 και με βάση τη δική τους κατάσταση λογαριασμού υπάρχουν υπερχρεώσεις ύψους €243.777,
- Είναι προφανές λοιπόν από τα ανωτέρω ότι οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα τα οποία η Εναγόμενη Εταιρεία προέβαλε σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό που η Ενάγουσα Εταιρεία διεκδικεί υπό μορφή αποδεκτής οφειλής είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ικανά να καταδείξουν καλόπιστη υπεράσπιση. Θα επαναλάβω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η συνοπτική απόφαση, αποτελεί εξαιρετική θεραπεία και δεν εκδίδεται παρά μόνον όπου είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι ο εναγόμενος δεν έχει καθόλου υπεράσπιση. Η παρούσα υπόθεση για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν εμπίπτει σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου θα μπορούσε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Η Εναγόμενη Εταιρεία έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή ούτως ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί. Υπάρχουν στην παρούσα, τόσον νομικά όσον και πραγματικά ζητήματα που μπορούν να αποφασιστούν μόνο μετά από πλήρη ακρόαση και αφού το Δικαστήριο ακούσει και τις δύο πλευρές. Ως επακόλουθο, η αίτηση απορρίπτεται. Η Εναγόμενη Εταιρεία να καταχωρίσει Υπεράσπιση εντός 14 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί. Η Ενάγουσα Εταιρεία να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν δε στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο