← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ & ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2905/17, 13/8/2021

ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ & ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2905/17, 13/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A503 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2905/17 Μεταξύ:

  1. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ & ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. Εναγόντων -και-
  2. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD
  3. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14/05/2020 για διαγραφή των Εναγόντων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Αυγούστου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κ. Κ. Βαρνάβας, για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση 1-12: κα Γ. Τρυφωνίδου, για Μαρίνα Σιαμμούτη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια με την Αίτησή της ζητά την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, ζητά τη διαγραφή όλων, πλην ενός, εκ των Εναγόντων από τον τίτλο της αγωγής καθότι δεν δύνανται να συνεχίσουν την Αγωγή και θα πρέπει να γίνει επιλογή ποιος εξ αυτών θα συνεχίσει να προωθεί την υπό κρίση αγωγή. Επίσης, ζητά την ανάλογη τροποποίηση των δικογράφων. Διαζευκτικά, στην περίπτωση που δεν επιλεγεί ένας μόνο ενάγοντας, αιτείται τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή την διαγραφή της αγωγής λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Ως νομική βάση της Αίτησης κατεγράφησαν το Άρθρο 30 του Συντάγματος, τα άρθρα 21, 29, 30 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η Δ.9 θ.θ.1-13, Δ.13 θ.1, Δ.19 θ.26, Δ.27, Δ.48 θ.θ. 1-3, 7 και 9, Δ.59 και Δ.64, καθώς επίσης και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα τέθηκαν στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Καφά, Διευθυντή Εξωτερικών Ελέγχων στην Εναγόμενη 1 μέχρι το 2013, ακολούθως υπάλληλου στην Τράπεζα Κύπρου και σήμερα εργοδοτούμενου στο Γραφείο του Ειδικού Διαχειριστή της Εναγόμενης 1-Αιτήτριας για τη διεκπεραίωση εργασιών που αφορούν την εξυγίανση της Εναγόμενης 1-Αιτήτριας. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος στην κατάρτιση της ένορκης δήλωσης. Το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίστηκε στις 20/07/2017 και ακολούθησε στις 13/09/2017 η καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων. Λόγω του όγκου των εγγράφων που έπρεπε να εντοπιστούν και μελετηθούν, ενόψει του μεγάλου αριθμού Εναγόντων, χρειάστηκε να ζητηθεί δυο φορές παράταση του χρόνου καταχώρισης υπεράσπισης. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι πληρούνται τα νομολογιακά κριτήρια για έγκριση της υπό κρίση αίτησης καθότι υπό τις περιστάσεις η εκδίκαση των αξιώσεων όλων των Εναγόντων σε μια αγωγή προκαταβάλλει την Εναγόμενη 1 -Αιτήτρια και θα οδηγήσει σε καθυστέρηση και σύγχυση στη διαδικασία. Καθοριστικός παράγοντας, σύμφωνα με τον Ομνύοντα, για την εκδίκαση της απαίτησης του κάθε Ενάγοντα είναι τα ιδιαίτερα γεγονότα και περιστατικά που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση και συγκεκριμένα, οι συνθήκες πώλησης των επιδίκων αξιογράφων στον κάθε Ενάγοντα αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι γνώσεις του κάθε Ενάγοντα ξεχωριστά. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες αγόρασαν τα επίδικα αξιόγραφα από διαφορετικά υποκαταστήματα, επικοινωνώντας, για το σκοπό αυτό, με αριθμό διαφορετικών λειτουργών του ομίλου της Εναγομένης 1 για κάθε αγορά. Ενόψει τούτου, είναι η άποψη του Ομνύοντα, αναμένεται πως ο κάθε Ενάγοντας θα προσκομίσει μαρτυρία ξεχωριστά για τις συνθήκες πώλησης των επιδίκων αξιογράφων προς αυτόν. Επιπρόσθετα, προκύπτει ότι πλείστοι Ενάγοντες είναι κάτοχοι αξιογράφων και άλλων εκδόσεων του ομίλου της Εναγομένης
  4. Με δεδομένο ότι υπήρχαν διαφορετικές συμφωνίες, με διαφορετικούς όρους και διαφορετικά ενημερωτικά δελτία δημόσιας προσφοράς, θα υπάρχει όγκος μαρτυρίας και εγγράφων που θα πρέπει να προσκομιστούν. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες στην υπό κρίση διαδικασία έχουν καταχωρίσει παράλληλες διαδικασίες στις υποθέσεις με Αρ. Αγωγών 2750/17, 2906/17, 2908/17 και 2923/17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και στις οποίες δεν έχει μέχρι τώρα καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον Ομνύοντα, καθιστά την υπό κρίση αγωγή καταχρηστική, ενόψει του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας θα κληθεί να αποφασίσει ζητήματα που επαναλαμβάνονται και στις συγκεκριμένες αγωγές. Ενώ οι συνθήκες πώλησης των αξιογράφων, σε προγενέστερες εκδόσεις, σε κάθε ένα Ενάγοντα ξεχωριστά, αποτελούν πραγματικά ζητήματα που αφορούν και τα επίδικα θέματα της παρούσας διαδικασίας. Καταλήγει ότι, ακρόαση της Αγωγής με όλους τους Ενάγοντες θα οδηγήσει σε ατέρμονη διαδικασία και αμηχανία, ενώ είναι αδύνατο για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια να υπερασπιστεί ταυτόχρονα όλες τις απαιτήσεις. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από πλευράς των Εναγόντων 1-12 - Καθ' ων η Αίτηση. Ως λόγοι Ένστασης κατεγράφησαν οι ακόλουθοι: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι μέσω της αίτησης η Εναγόμενη 1 προσπαθεί να στερήσει από τους Ενάγοντες το δικαίωμα τους να αναζητήσουν το δίκαιο τους στο Δικαστήριο, ότι η Αγωγή αποτελεί τη μοναδική λύση για να αναζητήσουν οι Ενάγοντες το δίκαιο τους, ότι η όποια καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης προκλήθηκε από την Εναγόμενη 1, ότι τα νομικά σημεία τα οποία αφορούν την αγορά αξιογράφων είναι για όλους τους Ενάγοντες τα ίδια αφού η Εναγόμενη εξέδωσε ενημερωτικό δελτίο το οποίο διέπει τη συγκεκριμένη αγορά και αφορά τις αγορές όλων των Εναγόντων. Ότι η Εναγόμενη κατηγοριοποίησε όλους τους Ενάγοντες ως ιδιώτες επενδυτές και γι' αυτό εφαρμόστηκε ο Νόμος 144(Ι)/07 και ότι στόχος της Αγωγής δεν είναι να σπαταλήσει δικαστικό χρόνο αλλά αντίθετα να τον εξοικονομήσει αφού τα νομικά σημεία είναι ακριβώς τα ίδια σε όλες τις περιπτώσεις, ενώ η Τράπεζα θα προσκομίσει μαρτυρία από τους ίδιους μάρτυρες και το Δικαστήριο θα αναγκαστεί να ακούσει τη μαρτυρία σε δώδεκα διαφορετικές υποθέσεις στην περίπτωση που επιτραπεί η αίτηση. Νομική βάση της Ένστασης αποτέλεσαν οι Δ.9 θ.θ.1, 4, 5 και 9, Δ.19 θ.θ.19, 21, 23 και 27, Δ.20 και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι γενικές αρχές και/ή συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, τα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης κατεγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση της κ. Γεωργίας Τρυφωνίδου, δικηγόρου και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με την Ομνύουσα, θα πρέπει να παρασχεθεί στους Ενάγοντες η ευκαιρία να αποδείξουν την υπόθεσή τους. Στην περίπτωση που διαγραφεί η Αγωγή, οι Ενάγοντες θα βρεθούν σε δυσμενή θέση, αφού δεν έχουν περιθώρια να αναζητήσουν το δίκαιο τους λόγω του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, καθώς επίσης και λόγω του ότι δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να το πράξουν. Υποστηρίζει, ότι οι Ενάγοντες σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να κινηθούν ξεχωριστά εναντίον της Εναγομένης 1 για οικονομικούς λόγους και η αγωγή, η συγκεκριμένη, αποτελεί τη μοναδική λύση για αυτούς. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι τα νομικά σημεία που αφορούν την συγκεκριμένη αγορά των αξιογράφων είναι τα ίδια για όλους τους Ενάγοντες, αφού το εκδοθέν ενημερωτικό δελτίο αφορά τις αγορές όλων των Εναγόντων και οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι υποχρεώσεις δεν διαφοροποιούνται αλλά εφαρμόστηκαν σε όλους τους Ενάγοντες. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι το υποκατάστημα από το οποίο αγοράστηκαν τα αξιόγραφα και οι παραστάσεις που έγιναν σε κάθε ένα ξεχωριστά. Η Εναγόμενη 1 κατηγοριοποίησε όλους τους Ενάγοντες ως ιδιώτες επενδυτές και εφαρμόστηκε ο Ν.144(Ι)/07, οπόταν οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από το Νόμο, σε σχέση με τους Ενάγοντες, είναι οι ίδιες. Στόχος της αγωγής είναι να εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος αφού τα νομικά σημεία είναι ακριβώς τα ίδια σε όλες τις περιπτώσεις, ενώ η Τράπεζα θα φέρει τους ίδιους μάρτυρες. Καταλήγει, η Ομνύουσα, ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται οφείλεται στην Εναγόμενη 1, η οποία ζητά δυο

(2)χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης την «τροποποίηση» με αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και την πρόκληση δυσχέρειας στους Ενάγοντες. Με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα υπάρξει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και οι Ενάγοντες θα βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που είναι σήμερα, γι' αυτό και θα πρέπει η Αίτηση να απορριφθεί. Και οι δυο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις και δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Ουσιαστικά προβάλλεται η θέση, από την Αιτήτρια-Εναγομένη 1, ότι το δικαιοδοτικό πλαίσιο της Δ.9 θ.1 επιτρέπει στους Ενάγοντες να επιλέξουν ποιός από αυτούς θα συνεχίσει την αγωγή. Κοινή εκδίκαση, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας, θα προκαλέσει περιπλοκότητα, σύγχυση, καθυστέρηση, έξοδα αλλά και δυσχέρεια στην ταυτόχρονη υπεράσπιση των απαιτήσεων. Αντίθετη είναι η άποψη των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση, οι οποίοι υποστήριξαν ότι με την καταχωρηθείσα Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια απαντά σε θέματα τα οποία οι Ενάγοντες θα είχαν υποχρέωση ν΄ αποδείξουν, όπως την αγορά των αξιογράφων. Τα νομικά σημεία που θα πρέπει να απαντηθούν είναι τα ίδια για όλους τους Ενάγοντες και η μόνη διαφοροποίηση αφορά τον τρόπο πώλησής τους. Υποστηρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 θα φέρει τους ίδιους μάρτυρες και με αυτό τον τρόπο θα εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος, ενώ παράλληλα δίδεται στους Ενάγοντες η ευκαιρία ν' ακουστούν, την οποία πιθανόν να μην είχαν λόγω της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία έχουν επέλθει λόγω της αγοράς των συγκεκριμένων αξιογράφων. Καταλήγουν, ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για να μην προκληθεί αδικία στους Ενάγοντες. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με τη γραπτή της αγόρευση η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια προώθησε ως βάση της υπό κρίση Αίτησης τη Δ.9 θ.1 η οποία επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων που επιβάλλουν τη διεξαγωγή διαφορετικής ακροαματικής διαδικασίας για την απαίτηση έκαστου Ενάγοντα. Η Δ.9 θ.1 προνοεί ως ακολούθως: « All persons may be joined in one action as plaintiffs, in whom any right to relief in respect of or arising out of the same transaction or series of transactions is alleged to exist, whether jointly, severally, or in the alternative, where if such persons brought separate actions any common question of law or fact would arise : provided that, if upon the application of any defendant it shall appear that such joinder may embarrass or delay the trial of the action, the Court or a Judge may order separate trials, or make such other order as may be expedient, and judgment may be given for such one or more of the plaintiffs as may be found to be entitled to relief, for such relief as he or they may be entitled to, without any amendment. But the defendant, though unsuccessful, shall be entitled to his costs occasioned by so joining any person who shall not be found entitled to relief unless the Court or a Judge in disposing of the costs shall otherwise direct.». Tο κριτήριο για να διαπιστωθεί αν ορθά συνενώθηκαν ως ενάγοντες τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στον τίτλο μιας αγωγής να έχουν αυτή την ιδιότητα, είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού σημείου (common question of law or fact). Βεβαίως, όπως αναφέρεται και στην ίδια τη Δ.9 θ.1, τέτοια συνένωση δεν πρέπει να προκαταβάλλει (embarrass) τον εναγόμενο ή να προκαλεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. Εξετάζοντας κατά πόσο υπάρχει κοινό πραγματικό ή νομικό σημείο στις αξιώσεις των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση θα πρέπει να γίνει αναφορά στην καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης. Προκύπτει από την παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης ότι όλοι οι Ενάγοντες συνήψαν ξεχωριστές συμβάσεις αγοράς αξιογράφων υπογράφοντας όμως πανομοιότυπα «έντυπα αίτησης». Ο κάθε ένας από αυτούς όμως αγόρασε αξιόγραφα διαφορετικής αξίας από διαφορετικό υποκατάστημα των Εναγομένων 1 - Αιτητών. Από αυτό διαπιστώνεται η πιθανότητα να υπάρχουν κοινά νομικά σημεία. Αυτό που φαίνεται να ελλείπει είναι τα κοινά πραγματικά ζητήματα, αφού οι κατ΄ ισχυρισμό παραστάσεις και διαβεβαιώσεις έγιναν από διαφορετικούς υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η αίτηση. Και δεν είναι μόνο αυτό. Λόγω της διαφορετικότητας του κάθε ενός από τους Ενάγοντες, ιδιαίτερα σε σχέση με την κατανόηση της πληροφόρησης που λήφθηκε σε σχέση με τα αξιόγραφα, το κατά πόσο υπήρξε παραπλάνηση, είναι θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί ξεχωριστά για κάθε ένα από τους Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση. Καθοδήγηση σε σχέση με το θέμα μπορεί να αντληθεί από το Annual Practice 1958, σελ.301-304, όπου διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά στη σελ.304: « Provided that . . . " , etc.—The Court has very wide powers to protect a defendant against being prejudiced by the joinder of causes of action which cannot conveniently be tried together. In addition to the proviso contained in the present Rule, see O. 18, rr. 1, 8 and 9. The claims of several plaintiffs may arise out of the same series of transactions, and there may be questions of fact or law common to them all, yet the common factor may be completely put into the background by the issues peculiar to the separate plaintiffs. Moreover, at the date of the issue of the writ a common question of law or fact may arise, which may disappear as soon as the defence is delivered: e.g., several persons injured in a railway accident join in one action, where at the time of the issue of the writ liability had not been admitted; if the company deliver a defence admitting liability the continued joinder of the several plaintiffs would probably be found inconvenient and embarrassing. Each case as it arises must be dealt with upon its special facts (see Thomas v. Moore, [1918] 1 K. B. 555). Under this proviso and under 0 . 18, rr. 1, 8 and 9, and under O. 36, r. 7, the Court may
(1)order separate trials (
  1. a)of the issues relating to different plaintiffs, (
  2. b)of separate causes of action of the same plaintiff;
(2)confine the action to certain causes of action only;
(3)exclude certain causes of action; and
(4)make any other order which may be expedient. See Chitty F. 277, D. C. F.
  1. Practical considerations as to joinder of Plaintiffs . A plaintiff may be embarrassed by defendant setting up a counterclaim against his co-plaintiff, or bringing in a third party with reference to his co-plaintiff's claim; and a plaintiff may be prejudiced by discovery made by a co-plaintiff. The joinder of several plaintiffs in respect of separate causes of action is bound to increase costs to a certain extent. There is also the risk of the proceedings being embarrassed or delayed by the death, lunacy, or bankruptcy of a co-plaintiff, by his failure to obey orders for discovery, or particulars, or other interlocutory orders, or by his illness or absence from the jurisdiction occasioning an application to postpone the trial. Such considerations as the foregoing may be outweighed by the advantages to be gained by such joinder in any particular case. ». Η ίδια η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν αξιόγραφα μετά από επικοινωνία με διαφορετικούς λειτουργούς του ομίλου της Εναγόμενης
  2. Οπόταν, το κοινό νομικό θέμα που φαίνεται ότι θα απασχολήσει το Δικαστήριο αφορά το κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε παραπλάνηση ή μη επαρκής πληροφόρηση των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση, που να τους οδήγησε στην αγορά των συγκεκριμένων αξιογράφων. Δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η αγωγή αφορά το ίδιο χρηματοοικονομικό προϊόν το οποίο πωλήθηκε από την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια στους Ενάγοντες με τον ίδιο τρόπο από υπαλλήλους της. Η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια δεν έχει καταχωρήσει Υπεράσπιση για να μπορεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει την Υπερασπιστική της γραμμή. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες της παρούσας έχουν καταχωρίσει παράλληλες αγωγές, παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, δεν έχει επεξηγηθεί επαρκώς για να μπορεί να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχει κατάχρηση. Συνεπώς, κανένας λόγος δεν διαπιστώνεται γιατί να πρέπει οι Ενάγοντες να αντιμετωπιστούν με διαφορετικό τρόπο, όπως και δεν διαπιστώνεται να προκαταβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο η Εναγόμενη 1 από την συνένωση των Εναγόντων στην ίδια αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει καταχωριστεί η υπεράσπιση της Εναγομένης 1 για να μπορεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει τις επιπτώσεις στην υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 από την συνένωση των Εναγόντων. Από τη δική τους Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι όλοι έχουν ακολουθήσει την ίδια διαδικασία για την αγορά αξιογράφων, διαφορετική όμως αξίας. Υπό το φως των επίδικων θεμάτων επομένως, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί μέσα από την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες φαίνεται να ικανοποιούν το κριτήριο της Δ.9 θ.
  3. Η Αίτηση συνεπώς δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και θα πρέπει να απορριφθεί. Όμως η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια επικαλείται και την Δ.27 και επικεντρώνεται, στην γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος της, στο θεσμό 3 αυτής, ο οποίος προνοεί ως ακολούθως: « The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. ». Η πιο πάνω Διάταξη είναι ταυτόσημη με την O.25 r.3 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Το εύρος της και οι αρχές εφαρμογής της, από τα Δικαστήρια, αναλύονται στις σελ. 574 και 575 του Annual Practice
  4. Αναφέρεται: « It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule. The powers conferred by r.4 will only be exercised where the case is beyond doubt. The Court must be satisfied that there is no reasonable cause of action. A pleading will not be struck out under this Rule "unless it is not only demurrable but something worse than demurrable". So long as the Statement of Claim or the particulars disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.». Η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων, ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R.176, Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949, Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1(Γ) 1338 και πιο πρόσφατα στην Μιχαήλ Σάουρου κ.α ν. Μαρίας Κωνσταντίνου Φιλλίπου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2141). Από τη νομολογία φαίνεται ότι ο σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (βλ. Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370, Τhe Heirs of Late Theodora Panayi v. The Administrator of the Estate of the Late Stylianos Mandriottis
(1963)1C.L.R. 167, 170). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα, η δικαιοδοσία για απόρριψη αγωγής, χωρίς δίκη, ασκείται με άκρα φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αιτία αγωγής είναι έκδηλα και σχεδόν αναντίλεκτα ελαττωματική, ή όπου η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική. Ανάλυση των υπό εξέταση ζητημάτων εντοπίζεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedence on Pleadings, 12η έκδοση, στις σελίδες 138 κ.ε, καθώς επίσης και στο σύγγραμμα Odger΄s on Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελίδες 139 κ.ε.. Με σαφήνεια και κατ' επανάληψη μέσα από τη νομολογία είναι διατυπωμένη η αρχή ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για διαγραφή, είτε επί μέρους ισχυρισμών που περιέχονται σε ένα δικόγραφο, είτε του ίδιου του δικογράφου θα πρέπει, ως δραστικό μέτρο που είναι, να ασκείται με εξαιρετική φειδώ και με μεγάλη περίσκεψη, αφού αποτελεί εκτροπή από τα συνηθισμένα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος. Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Δ.Δ. 1119, 1121 αναφέρθηκε ότι: « Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (Βλ. In re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246.) Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής, η έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. (Βλ. Costas Mavromoustaki v. I. Yeroudes etc
(1965)1 CLR 176, Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 CLR 305.). » Στην υπόθεση In Re Pelmako
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαγραφή δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου, στο οποίο δικαιούται να προσφύγει σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό. Αν με βάση αυτά τα στοιχεία το δικόγραφο κριθεί ως αναντίλεκτα ανυπόστατο, τότε διατάσσεται η διαγραφή του. Η διαπίστωση ως προς το κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά θέμα δικαίου. Όπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, για την εφαρμογή της Δ.27 θ.3, στη σελ. 1326: « Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.». Το σκεπτικό στην Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α. Πολ. Έφ. Ε191/2015, ημερ. 23/03/2016, εξυπηρετεί την κατανόηση του ζητήματος και αναδεικνύει την απαιτούμενη προσέγγιση από τα Δικαστήρια. Σημειώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην εν λόγω υπόθεση: « Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί παλαιότερα «though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited". (βλ. Lavar Shipping Co. Ltd & Another v. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. σελ. 416). ». Η έννοια του ανυπόστατου δικογράφου καθορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η εκδ., σελ. 144: « A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful.». Είναι ξεκάθαρο ότι για να ασκηθεί η σχετική εξουσία θα πρέπει το δικόγραφο να είναι πασιφανώς ανυπόστατο και υπό αυτή την έννοια να συνιστά, κατ΄ ουσία, κατάχρηση της διαδικασίας (Βλ. Halsbury's Laws of England, Civil Procedure, 5η εκδ, τόμος 11, παρά. 534). Επίσης, στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd. And Others [1999] 1 All E.R. 769, 782, αναφέρονται τα εξής: « The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see E. G. Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238) ». Το επίδικο, στην υπό κρίση Αίτηση, ζήτημα είναι κατά πόσο, με την Έκθεση Απαίτησης, καταλογίζεται πράξη ή παράλειψη στην Εναγόμενη Τράπεζα, που μπορεί να τεκμηριώσει αιτία αγωγής εναντίον της. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης, στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη Τράπεζα δεν προέβηκε σε αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και πληροφοριών που αφορούσαν τη φύση και τον χαρακτήρα των χρηματοοικονομικών προϊόντων, των αξιογράφων, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει όλους τους Ενάγοντες στο να αγοράσουν τα αξιόγραφα, ότι εκμεταλλεύτηκε την έλλειψη γνώσεων των Εναγόντων σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά μέσα και τους επηρέασε με ψευδείς παραστάσεις να προβούν στην αγορά αξιογράφων. Έχω εξετάσει με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλονται από την υπό κρίση Αίτηση, την Ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών. Αποτελούν αναντίλεκτα γεγονότα ότι οι Ενάγοντες ήταν όλοι πελάτες της Εναγόμενης 1 και είχαν αγοράσει αξιόγραφα που είχαν εκδοθεί από την Εναγομένη 1 μετά από ενημέρωση από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 σε σχέση με το συγκεκριμένο προϊόν. Εξετάζοντας την υπό κρίση Αίτηση, το Δικαστήριο οφείλει να περιοριστεί στα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης για να διαπιστώσει κατά πόσο αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον της Εναγόμενης
  1. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο του φακέλου και διαπιστώνω ότι η αποκάλυψη εύλογης τουλάχιστον αιτίας αγωγής σε βάρος της Εναγομένης 1, σε συνάρτηση με τις συμφωνίες που επικαλούνται και εξειδικεύουν στο δικόγραφο τους οι Ενάγοντες σε σχέση με την συμπεριφορά που διατείνονται ότι η Εναγόμενη 1 υπέδειξε αναφορικά με την συμφωνία επένδυσης, κατά τον τρόπο που προβάλλεται από τους Ενάγοντες ότι έγιναν, σε συνάρτηση με την πιο πάνω επένδυση, αποτελεί πραγματικότητα που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προχωρήσει στη διαγραφή του δικογράφου, κατ' εφαρμογή της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Επαναλαμβάνεται, ίσως εκ του περισσού, ότι στα πλαίσια αίτησης ως η υπό συζήτηση, η διαγραφή ενός αγώγιμου δικαιώματος δεν δικαιολογείται απλώς και μόνο από το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι πιθανόν να μην πετύχει ή λόγω της πολυπλοκότητας των ζητημάτων που προβάλλονται. Ένα δικόγραφο είναι δυνατόν να διαγραφεί στη βάση της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όταν αυτό δεν αποκαλύπτει καν εύλογο αγώγιμο δικαίωμα και όταν καταδειχθεί ότι είναι άνευ ουσίας, ενοχλητικό και χωρίς καμία προοπτική επιτυχίας ή καταπιεστικό που να προκαλεί στην αντίδικη πλευρά αδικαιολόγητη ταλαιπωρία. Τέτοια δεν κρίνεται ότι είναι η περίπτωση. Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, εδράζεται στην αγορά αξιογράφων κεφαλαίου αορίστης διάρκειας της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει της έκδοσης του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου, από όλους τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Εναγόντων όλοι είχαν λάβει επενδυτική συμβουλή από υπαλλήλους της Εναγόμενης
  2. Το γεγονός ότι επέλεξαν να κινηθούν όλοι μαζί εναντίον της Εναγόμενης 1 για οικονομικούς λόγους, ως είναι ο ισχυρισμός τους, δεν προκαλεί δυσχέρεια αλλά ούτε επενεργεί σε βάρος της Εναγόμενης 1, η οποία εν πάση περιπτώσει, θα καλούσε τους ίδιους μάρτυρες αν ο κάθε ένας από τους Ενάγοντες επέλεγε να καταχωρίσει ξεχωριστή αγωγή και θα αντεξέταζε τον κάθε ένα Ενάγοντα ξεχωριστά. Βάσει όλων των πιο πάνω και με γνώμονα ότι το Δικαστήριο ποτέ δεν υποδεικνύει στους διαδίκους τον τρόπο που θα συντάξουν το δικόγραφό τους και με δεδομένο ότι τα δικογραφημένα γεγονότα στην Έκθεση Απαίτησης δεν είναι άσχετα ή επουσιώδη ή ενοχλητικά προς την Εναγόμενη 1 ή σκανδαλώδη προς τη δικαστική διαδικασία, η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.