COMPULEVEL DISTRIBUTORS LTD ν. W.G.T. WHITE GLOBAL TECHNOLOGY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1674/19, 11/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A502 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1674/19 Μεταξύ: COMPULEVEL DISTRIBUTORS LTD Εναγόντων -και- W.G.T. WHITE GLOBAL TECHNOLOGY LIMITED Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18/11/2020 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 11 Αυγούστου
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ά. Ιωαννίδου, για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Τζ. Μπετίτο ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την Αίτησή τους, ημερομηνίας 18/11/2020, αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση για το συνολικό ποσό των €162.713,16, ποσό το οποίο προκύπτει ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή τιμολογίων από τις συναλλαγές των Εναγόντων με τους Εναγόμενους. Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίστηκε στη Δ.18, θ.θ.1-9, Δ.48 θ.1- 4, 8-9, 11 και 12, Δ.57 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση του XXXXX Ευριπίδου, Διοικητικού Συμβούλου των Εναγόντων και εξουσιοδοτημένου στην κατάρτιση της ενόρκου δηλώσεως λόγω προσωπικής γνώσης των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ασχολούμενη με την εισαγωγή και πώληση ηλεκτρονικών και ηλεκτρικών ειδών και συναφή προς αυτές εργασίες. Οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες των Εναγόντων και αγόραζαν από αυτούς προϊόντα. Κατά την περίοδο 01/06/2016 μέχρι και τον Νοέμβριο 2018 οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους ηλεκτρονικά και ηλεκτρικά είδη, καθώς και άλλα προϊόντα έναντι τιμολογίων. Τα συγκεκριμένα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα των Εναγομένων και τα ποσά των τιμολογίων χρεώνονταν στον χρεοπιστωτικό λογαριασμό που τηρείτο σε σχέση με τους Εναγόμενους. Οι όποιες πληρωμές από τους Εναγόμενους, πιστώνονταν επίσης στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Στις 16/11/2018 ο συγκεκριμένος λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €162.713,16 ως οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες και παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι είχαν κληθεί κατ' επανάληψη από τους Ενάγοντες να εξοφλήσουν το χρέος τους, μέχρι και σήμερα παραλείπουν να το πράξουν. Καταλήγει, ο Ομνύοντας, ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί απόφαση για το ποσό των €162.713,
- Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση, στην οποία κατεγράφησαν 8 λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην αξίωση, ότι υπάρχουν ουσιώδη γεγονότα τα οποία δίδουν στους Εναγομένους το δικαίωμα να ακουστούν, ότι υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να εκδικαστούν, ότι το αξιούμενο ποσό είναι παράνομο ή και υπέρογκο και ότι οι Ενάγοντες έχουν προβεί σε αυθαίρετες χρεώσεις, ότι αμφισβητείται η ουσία της αγωγής αφού δεν είναι αποδεκτό το οφειλόμενο υπόλοιπο, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτική απόφασης, ότι το πραγματικό και ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση απόφασης και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Η Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση βασίζεται στη Δ.18 Θ.Θ.1-3, 5-6 και 9(β), Δ.48 ΘΘ1-4, 6 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στην κυπριακή και ευρωπαϊκή νομολογία και στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση του XXXXX Ροτσάκη, Διευθυντή των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, πράγματι οι Εναγόμενοι είχαν συνδιαλλαγές με τους Ενάγοντες, πλην όμως έχουν εξοφλήσει οποιοδήποτε οφειλόμενο, προς τους Ενάγοντες, ποσό και δεν οφείλουν σε αυτούς οτιδήποτε. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε ενημερώθηκαν και ουδέποτε τέθηκε υπόψη τους η ύπαρξη λογαριασμού ή/και τιμολογίου και εν πάση περιπτώσει, ο ρηθείς λογαριασμός ουδέποτε έγινε αποδεκτός. Αντίθετα, με έκπληξη παρέλαβαν αντίγραφο της αγωγής μετά την ολοκλήρωσης της συνεργασίας με τους Ενάγοντες και αφού είχαν εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι η καταχώριση της αγωγής ήταν καθαρά για εκδικητικούς λόγους και συγκεκριμένα, οφείλεται στο ότι δεν συνεχίστηκε η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία. Προωθεί τη θέση ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση έχουν βάσιμη και ισχυρή υπεράσπιση την οποία θα πρέπει να τους δοθεί δικαίωμα να προβάλουν στο Δικαστήριο αφού δεν οφείλουν ή/και έχουν εξοφλήσει το ποσό το οποίο αξιώνεται από τους Ενάγοντες-Αιτητές. Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα οδηγήσει στην αποστέρηση του δικαιώματος των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση να ακουστούν και θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού τα γεγονότα, ως παρατίθενται από τους Ενάγοντες-Αιτητές, δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης. Αξιώνει δε την απόρριψη της αίτησης. Και οι δυο συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις και οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α), όπου ο εναγόμενος - καθ΄ ου η αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων-αιτητής δύναται, κατόπιν Ένορκης Δήλωσης που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος-καθ΄ ου η αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο ενάγων-αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης, ενώ ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Χαραλάμπους ν. Μελά, Πολ. Εφ. Ε242/14 ημερ. 03/09/20. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα-αιτητή και η απλή δήλωση του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: « I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» Οι αρχές επαναλήφθηκαν στην απόφαση στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου ν. Θεράποντας Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την ουσία του θέματος, είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated.». Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Πολύ πρόσφατα στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Μελά (ανωτέρω), κατεγράφησαν τα ακόλουθα: « Όπως αποκαλύπτει η ίδια η πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και o εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολ. Εφ. 473/11, ημερ. 28/09/2017, τα οποία παραθέτω αυτούσια: « Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί.Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης.». Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο και εφαρμόζοντας σε αυτά τις νομολογιακές αρχές, η απαίτηση των Εναγόντων - Αιτητών αφορά υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο προέκυψε, σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Εναγόντων - Αιτητών από την πώληση προϊόντων στους Εναγόμενους - Καθ΄ων η αίτηση. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Διοικητικού Συμβούλου των Εναγόντων, ο οποίος είναι αρμόδιο πρόσωπο για να ορκιστεί για τα γεγονότα. Στην παράγραφο 1 της Ένορκης Δήλωσης καθώς και στις παραγράφους 5 και 7, επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, θέτοντας ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου το συγκεκριμένο έγγραφο που υποστηρίζει την αξίωση, Τεκμήριο 1. Ενώ, στην παράγραφο 11 της Ένορκης Δήλωσης δηλώνει, ο Ομνύοντας, ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον των Εναγομένων - Καθ΄ων η αίτηση. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες οι Ενάγοντες - Αιτητές υποχρεούνται να ικανοποιήσουν, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στους Εναγόμενους - Καθ΄ων η Αίτηση να προσκομίσουν εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 αυστηρά. Ενώ ο εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408, Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και στην J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 ΑΑΔ 1280, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: « Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Αυτό που πρέπει να εξεταστεί, στη συνέχεια, είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι - Καθ'ων η αίτηση έχουν αποκαλύψει, μέσα από την Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των Εναγομένων -Καθ΄ων η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.18, είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος- καθ' ου η αίτηση που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει, μέσω σχετικών γεγονότων, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης (όπως ήταν τότε) στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: « Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, στην Ένορκη Δήλωση των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση που υποστηρίζει την Ένσταση, γίνεται παραδοχή της συνεργασίας μεταξύ των Εναγομένων και των Εναγόντων, πλην όμως προβάλλεται ως Υπεράσπιση το γεγονός ότι το υπόλοιπο έχει εξοφληθεί πριν τη λήξη της συνεργασίας. Αυτή η θέση των Εναγομένων - Καθ΄ων η αίτηση παρέμεινε αναπάντητη, αφού ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε. Επιπρόσθετα, διαπιστώνεται ότι το Τεκμήριο 1 που συνοδεύει την Αίτηση είναι αποσπασματικό, υπάρχει ένα κενό 2 χρόνων σε σχέση με τις δοσοληψίες των μερών και ενώ φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση κατέβαλαν στους Ενάγοντες - Αιτητές το ποσό των €20.000 στις 15/09/2016, στη συνέχεια φαίνεται να οφείλουν €162.713.16 χωρίς να υπάρχει επεξήγηση πώς προέκυψε το συγκεκριμένο υπόλοιπο. Ο συνδυασμός των επικαλεσθέντων από τους Καθ' ων η αίτηση - Εναγόμενους δίδει κάποιες λεπτομέρειες, σε λογική έκταση για να τους δοθεί η άδεια να υπερασπιστούν και έχουν καταγράψει γεγονότα που ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα. Γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να τους δοθεί δικαίωμα για καταχώριση Υπεράσπισης, καθώς και δικαίωμα να ακουστούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι Καθ' ων η αίτηση πέτυχαν να καταδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών και έχει αποσείσει το αναφερθέν βάρος απόδειξης. Ως εκ τούτου, η αίτηση αποτυγχάνει, με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση - Εναγόμενων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο