← Κύπρος

Μαυρομμάτη κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας, κατά το Σύνταγμα και Νόμο υπεύθυνος για τις πράξεις και ή παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, οργάνων, υπου

Μαυρομμάτη κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας, κατά το Σύνταγμα και Νόμο υπεύθυνος για τις πράξεις και ή παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, οργάνων, υπουργείων, υπηρετών της κ.α., Αρ. Αγωγής: 1055/21, 31/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A512 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1055/21 Μεταξύ:

  1. XXXXX Μαυρομμάτη κ.α. Ενάγοντες - Αιτητές και 1.Γενικός Εισαγγελέας, κατά το Σύνταγμα και Νόμο υπεύθυνος για τις πράξεις και ή παραλείψεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, οργάνων, υπουργείων, υπηρετών της
  2. Κωσταντίνος Ιωάννου, Υπουργός Υγείας
  3. Πρόδρομος Προδρόμου, Υπουργός Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------- Αίτηση ημερομ. 23/04/2021 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Αυγούστου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κ. Γ. Γεωργιάδης με κα Α. Σολομωνίδου, για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενους: κα Μαυρομουστάκη με κ.κ. Χαραλάμπους και Αλεξάνδρου, για Γενικό Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες - Αιτητές με την Αίτησή τους αιτούνται μονομερώς από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να αναστέλλουν την ισχύ των διαταγμάτων του Υπουργού Υγείας με ημερομ. 31/03/2021, την ΚΔΠ 142/2021 και αφορούν την προσκόμιση πιστοποιητικού αρνητικής διαγνωστικής εξέτασης ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου ως προϋπόθεση για τη φυσική παρουσία τους στο σχολείο, καθώς και την αναγκαστική χρήση μάσκας από παιδιά άνω των 12 ετών, ήτοι τους μαθητές Γυμνασίων, Λυκείων και Τεχνικών Σχολών. Επιπρόσθετα, αιτούνται την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους την έκδοση κανονιστικών διοικητικών πράξεων που να εμπίπτουν στο πεδίο της υγείας ή και της εκπαίδευσης και με τα οποία να επιβάλλονται περιορισμοί, καθώς και διάταγμα που να διατάσσει τους αρμόδιους λειτουργούς όπως επιτρέπουν την είσοδο των Αιτητών στο σχολείο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Η Αίτηση βασίστηκε στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 9 του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, στα Άρθρα 7, 20 28, 33 και 183 του Συντάγματος, στο Άρθρο 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το Άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στον περί της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων και της Αξιοπρέπειας του Ανθρώπου αναφορικά με την Εφαρμογή της Βιολογίας και Ιατρικής Κυρωτικού Νόμου (Ν.31(ΙΙΙ)/01), στα άρθρα 5 και 6 του περί της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού Κυρωτικού Νόμου και στη Δ.48 θθ.1, 2 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά κατεγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση της κας Αγγελικής Σολομωνίδου, δικηγόρου και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με την Ομνύουσα, μετά από νομική έρευνα προέκυψε ότι οι Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που έχουν εκδοθεί ή και εκδίδονται από τον Υπουργό Υγείας, περιλαμβανομένης και της ΚΔΠ 142/21, έχουν εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 6 του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, αφού αυτό δεν περιλαμβάνει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς την έγκριση της Βουλής. Ισχυρίζεται η Ομνύουσα ότι έχουν εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου (N.99/1989). Είναι η θέση της ότι η απαίτηση για την υποβολή πιστοποιητικού αρνητικής διαγνωστικής ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου, καθώς και η επιβολή της χρήσης μάσκας από παιδιά άνω των 12 ετών, σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, είναι παράνομη, αφού ο τρόπος της έκδοσης των διαταγμάτων είναι παράνομος, ενώ το περιεχόμενό τους προσκρούει στα Άρθρα 33 και 183 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία αποτελούν τον μοναδικό τρόπο νόμιμου περιορισμού των Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που δεν έχει κηρυχθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 183 του Συντάγματος, τα οποιαδήποτε μέτρα τα οποία επιβάλλονται δυνάμει διατάγματος είναι παράνομα και εν πάση περιπτώσει είναι δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Είναι η θέση της ότι οι Ενάγοντες είναι μαθητές Γυμνασίου, Λυκείου ή Τεχνικής Σχολής στους οποίους έχει απαγορευθεί η διά ζώσης εκπαίδευση στους χώρους των σχολείων γιατί είτε επιλέγουν, είτε δεν μπορούν να υποβληθούν σε διαγνωστική εξέταση ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου. Το γεγονός αυτό τους έχει αποστερήσει το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα τους στην εκπαίδευση ή και έχουν υποβληθεί σε δυσμενή διάκριση προηγούμενων και όχι εν ισχύ Διαταγμάτων. Επίσης, δεν έχουν γίνει οι απαραίτητες ενέργειες για την παροχή εναλλακτικής εκπαίδευσης μέσω του διαδικτύου, όπως προνοείται από τα συγκεκριμένα διατάγματα και ανακοινώσεις του Υπουργείου Παιδείας. Προωθεί τη θέση ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε αριθμό διαβημάτων και συγκεκριμένα ενημέρωσαν γραπτώς και επανειλημμένα τον Υπουργό Παιδείας Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας σε σχέση με τα προβλήματα τα οποία έχουν δημιουργηθεί και αντιμετωπίζουν καθημερινά οι μαθητές. Παράλληλα, απευθύνθηκαν στην Επίτροπο Διοίκησης και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και την Επίτροπο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού αποστέλλοντας και σχετική έκθεση εμπειρογνώμονα-επιδημιολόγου, στην οποία παρατίθενται στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητα για τη μείωση της διασποράς του Covid-19 από τη διενέργεια των αναγκαστικών εξετάσεων ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου. Είναι η θέση της ότι σε κάποια σχολεία έχει γίνει μέριμνα για την παροχή διαδικτυακής εκπαίδευσης σε παιδιά τα οποία επιλέγουν ή και για οποιοδήποτε λόγο δεν μπορούν να προχωρήσουν σε διαγνωστική εξέταση ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου. Η συγκεκριμένη παροχή διαδικτυακής εκπαίδευσης αφορά όμως μερικά μαθήματα και όχι όλα. Είναι ο ισχυρισμός της ότι Διευθυντές, καθώς και προσωπικό κάποιων σχολείων έχουν επιδείξει απειλητικές συμπεριφορές προς τους Ενάγοντες σχετικά με την καταγραφή των απουσιών των παιδιών από το σχολείο, είτε λόγω της άρνησης τους, είτε λόγω της αδυναμίας τους να υποβληθούν σε διαγνωστική εξέταση ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου, με εμφανή τον κίνδυνο να παραμείνουν στάσιμοι λόγω των απουσιών. Επιπρόσθετα, λόγω των τελικών εξετάσεων, είναι ο ισχυρισμός της ότι θα πρέπει να διαφυλαχθεί το δικαίωμα και η δυνατότητα των Εναγόντων να παρακαθίσουν στις εξετάσεις έτσι ώστε να προαχθούν στην επόμενη τάξη ή να εισαχθούν στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της επιλογής τους. Καταλήγει, η Ομνύουσα, ότι οι Ενάγοντες λόγω της παραβίασης στο δικαίωμα τους στην εκπαίδευση, έχουν υποστεί βλάβη στην ψυχική τους υγεία, ενώ παράλληλα υφίστανται ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία εκ των πραγμάτων είναι αδύνατη να υπολογιστεί σε κατοπινό στάδιο αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα. Άμεση ήταν η αντίδραση των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι καταχώρισαν Ένσταση. Παρατέθηκαν 21 λόγοι Ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Ότι οι Ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν την ιδιότητα τους σε σχέση με τους ανήλικους, ότι δεν νομιμοποιούνται να προσφεύγουν από κοινού και ή να καταχωρούν λαϊκή αγωγή, ότι τα διατάγματα του Υπουργού Υγείας ημερομ. 31/03/2021 κατέστησαν άνευ αντικειμένου λόγω του ότι δεν ισχύουν πλέον, ότι δεν μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα γιατί είναι ασαφή ή και αφορούν μελλοντικές ενέργειες ή και μη προβλέψιμες ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση, ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι νόμο και ουσία αβάσιμα, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι τυχόν έκδοση τους θα παραβιάσει την αρχή της διατήρησης του status quo ante, ότι η αίτηση στηρίζεται σε ελλιπή νομική βάση, ότι η αγωγή είναι πρόωρη, ότι τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις των Καθ' ων η αίτηση συνιστούν πράξεις κυβερνήσεως, ότι οι Καθ' ων η αίτηση άσκησαν τα εκ του νόμου καθήκοντα τους όπως αυτά πηγάζουν από τον περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας δεν προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και ή συνταγματικότητας της Κ.Δ.Π. 142/2021 και ότι θέματα εφαρμογής των προνοιών της ΕΣΔΑ δεν εξετάζονται στα πλαίσια αιτήματος έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, ότι λανθασμένα ενάγονται οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπό την προσωπική τους ιδιότητα, ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα εκδόθηκαν στη βάση της αρχής της αναλογικότητας και λαμβάνοντας υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τη δημόσια υγεία των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι είναι δίκαια και πρόσφορα και ότι οι Ενάγοντες προσφεύγουν στο Δικαστήριο καταχρηστικά και ή κακόπιστα και ή χωρίς να αποκαλύπτουν τα πραγματικά γεγονότα. Ως νομική βάση για την Ένσταση καταγράφηκαν τα Άρθρα 7, 20, 28, 35 και 54 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εν τοις εφεξής και «ΕΣΔΑ»), το Άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το άρθρο 28 του περί της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου του 1990, τα άρθρα 5 και 26 του περί της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Αξιοπρέπειας του Ανθρώπου αναφορικά με την Εφαρμογή της Βιολογίας και Ιατρικής (Κυρωτικού) και άλλες Συναφείς με την Εφαρμογή της Σύμβασης, Διατάξεις Νόμου του 2001, τα άρθρα 2, 31, 32 και 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/1960), τα άρθρα 4 και 6 του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου Κεφ.260 και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα Διατάγματα, ιδίως και χωρίς περιορισμό οι Κ.Δ.Π. 91/2021, Κ.Δ.Π. 142/2021, Κ.Δ.Π. 155/2021, Κ.Δ.Π. 173/2021, Κ.Δ.Π. 175/2021 και Κ.Δ.Π. 194/2021, το άρθρο 4 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το άρθρο 5 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, οι Δ.39, Δ.48, θ.θ.1, 2, 4 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η Νομολογία και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του Κυπριανού Δ. Λούη, ο οποίος είναι Διευθυντής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα από μελέτη του φακέλου, καθώς και του Αντωνάκη Αντωνίου, Ανώτερου Διοικητικού Λειτουργού στο Υπουργείο Υγείας. Σύμφωνα με τον κ. Λούη, το Υπουργείο Παιδείας από την έναρξη της πανδημίας εφαρμόζει τα μέτρα που ανακοινώνονται από το Υπουργείο Υγείας στη βάση του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου και ενεργεί διασφαλίζοντας τη συμμόρφωση μαθητών/μαθητριών, εκπαιδευτικών αλλά και λοιπού προσωπικού κάθε σχολικής μονάδας με τις πρόνοιες των προαναφερθέντων διαταγμάτων. Συνεπεία της πιστής εφαρμογής των διαταγμάτων είναι ότι κανένας δεν μπορεί να προσέρχεται ή να παρευρίσκεται στο σχολείο χωρίς αρνητικό αποτέλεσμα σε εξέταση ταχείας διάγνωσης και με αυτό τον τρόπο περιορίζεται δραστικά η μετάδοση της ασθένειας, ενώ παράλληλα προφυλάσσεται το συλλογικό δικαίωμα στην υγεία. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η ανάγκη προσκόμισης αρνητικού αποτελέσματος σε εξέταση ταχείας διάγνωσης αντιγόνου και η χρήση μάσκας αποτελούν νόμιμα μέτρα κατ΄ εφαρμογή της Κ.Δ.Π. 142/2021, η οποία δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ και η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν συνδέεται με την άσκηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση αφού παρέχεται εξ αποστάσεως εκπαίδευση στους μαθητές και μαθήτριες που δεν επιλέγουν την δια ζώσης εκπαίδευση. Υποστηρίζει ότι σύμφωνα με ανακοίνωση της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού, ημερ. 28/08/2020, συστήνεται η χρήση μάσκας στα παιδιά ως μέτρο αυτοπροστασίας από τον ιό στο χώρο του σχολείου. Υποστηρίζει ότι σε μια προσπάθεια του Υπουργείου Παιδείας να διατηρήσει τα σχολεία ανοικτά εφαρμόζει τα ενδεδειγμένα μέτρα υγειονομικής προστασίας κατά τη διάρκεια της δια ζώσης εκπαίδευσης, τα οποία τηρούνται από τον ευρύτερο πληθυσμό, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το μέγεθος, την έκταση και την ένταση της πορείας εξάπλωσης του ιού. Αυτή η πορεία οδήγησε στο να συγκαταλέγεται η Κύπρος στις 2 - 3 χώρες που διασφάλισαν ότι παρά τις δύσκολες συνθήκες, οι μαθητές είχαν αρκετό χρόνο στα σχολεία. Ισχυρίζεται ότι τα συγκεκριμένα μέτρα δεν εφαρμόστηκαν αδιάκριτα και ομοιόμορφα όσον αφορά την υποχρεωτική χρήση της μάσκας, αλλά λήφθηκε υπόψη η ηλικία των μαθητών, καθώς και οι συστάσεις της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής και το συγκεκριμένο μέτρο δεν επεκτάθηκε στους μαθητές της Δημοτικής Εκπαίδευσης και στις ειδικές μονάδες. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τα παιδιά που για λόγους υγείας, μετά από βεβαίωση του ιατρού τους, δεν μπορούν να υποβληθούν σε διαγνωστική εξέταση ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου, παραχωρείτο δωρεάν μοριακή εξέταση για να είναι δυνατή η φοίτησή τους με φυσική παρουσία στο σχολείο. Σε σχέση με την εξ αποστάσεως εκπαίδευση υποστήριξε ότι προβλέπεται στους περί Λειτουργίας των Δημόσιων Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης Κανονισμούς του 2017 έως 2020 και προσφέρεται στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητο. Σε σχέση με την τηλεκπαίδευση το Υπουργείο Παιδείας εξέδωσε σχετικές οδηγίες για τη μορφή της και δεν έλαβε οποιαδήποτε παράπονα σε σχέση με την παροχή της. Παραδέχεται, ο Ομνύοντας, ότι το Υπουργείο Παιδείας έλαβε επιστολές διαμαρτυρίας από γονείς/κηδεμόνες και μαθητές οι οποίοι αρνούνται να υποβληθούν σε ελέγχους ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου και κατ' επέκταση αρνούνται να συμμορφωθούν με τα διατάγματα και τις οδηγίες του Υπουργείου Υγείας και σε αυτούς προσφέρθηκε η δυνατότητα της φοίτησης εξ αποστάσεως. Σε σχέση με το ζήτημα των απουσιών των μαθητών υποστήριξε ότι ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 18 των περί Λειτουργίας των Δημόσιων Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης Κανονισμών του 2017 έως 2020 και απέρριψε τους ισχυρισμούς για απειλητικές συμπεριφορές. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε και ρύθμισε τις διαδικασίες που θα ακολουθηθούν σε σχέση με τη διεξαγωγή εξετάσεων Β Τετραμήνου για την Α΄ και Β΄ Λυκείου. Καταλήγει ότι οι Ενάγοντες δεν στερήθηκαν του δικαιώματος τους στην εκπαίδευση αφού τους παρασχέθηκε εναλλακτικός τρόπος παρακολούθησης μαθημάτων. Όσον αφορά την ΚΔΠ 142/2021 είναι η θέση του ότι έχει καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί από την ΚΔΠ 194/2021 η οποία δεν έχει προσβληθεί από τους Αιτητές. Γι' αυτό και θεωρεί ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας στην υπόθεσή τους που να δικαιολογεί την έκδοση των διαταγμάτων. Ο XXXXX Αντωνίου, Ανώτερος Διοικητικός Λειτουργός στο Υπουργείο Υγείας στη δική του ένορκη δήλωση κατέγραψε ότι εντός των καθηκόντων του είναι και ο χειρισμός υποθέσεων και προσφυγών που στρέφονται κατά αποφάσεων και ενεργειών του Υπουργείου Υγείας. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, η ΚΔΠ 142/2021 δεν βρίσκεται σε ισχύ και έχει αντικατασταθεί από την ΚΔΠ 173/2021. Ως εκ τούτου, κατά τη δική του άποψη, τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν γιατί έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου. Προωθεί τη θέση ότι οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση-Εναγομένων έχουν έρεισμα τα άρθρα του Συντάγματος, τις πρόνοιες του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου αλλά και τις υποδείξεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και άλλων αρμοδίων Οργανισμών και με κανένα τρόπο δεν περιόρισαν το δικαίωμα των Εναγόντων στην εκπαίδευση το οποίο διασφάλισαν με την εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Ισχυρίζεται ότι οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση είναι εύλογες και αναλογικές με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ήτοι την προστασία της δημόσιας υγείας. Υποστηρίζει ο Ομνύοντας ότι οι Ιατρικές Υπηρεσίες και Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας από την έναρξη της Πανδημίας μαζί με τον Υπουργό Υγείας παρακολουθούν καθημερινώς τις εξελίξεις και με προτεραιότητα τη διαφύλαξη της υγείας του πληθυσμού και με σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή λαμβάνουν, σε συνεννόηση με την Συμβουλευτική Επιστημονική Επιτροπή και τη Μονάδα Επιδημιολογικής Επιτήρησης τα κατάλληλα και επιβαλλόμενα μέτρα προστασίας του πληθυσμού. Κατά τη δική του άποψη για να επαναλειτουργήσουν τα Γυμνάσια, σύμφωνα με τις εισηγήσεις της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής ημερομ. 22/03/2021, έπρεπε να εφαρμοστούν αυστηρά τα υγειονομικά πρωτόκολλα και οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί να έχουν ελεγχθεί με εξέταση. Αυτό οδήγησε στην έκδοση της ΚΔΠ 142/2021, η οποία καταργήθηκε και στη μεταγενέστερη αντικατάστασή της. Οι πιο πάνω ενέργειες, σύμφωνα με τον Ομνύοντα, πηγάζουν από την υποχρέωση του Κράτους να προστατεύσει το δικαίωμα στη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Συντάγματος. Ο μόνος τρόπος διασφάλισης του δικαιώματος στη ζωή είναι με τη λήψη θετικών μέτρων και το δικαίωμα και υποχρέωση της διασφάλισης της δημόσιας υγείας υπερτερεί του ατομικού δικαιώματος των Εναγόντων-Αιτητών να μην υποστούν το τεστ ανίχνευσης του ιού ή να φέρουν την απαραίτητη μάσκα για σκοπούς προφύλαξης/πρόληψης. Καταλήγει ότι οι Αιτητές δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή τους και δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη από την μη έκδοση των διαταγμάτων. Τόσο η πλευρά των Αιτητών καθώς και η πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση ετοίμασαν εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές για το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, ενώ παράλληλα αγόρευσαν και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση των Αιτητών, η οποία προωθήθηκε σθεναρά από τον συνήγορο τους, είναι ότι τα υποχρεωτικά μέτρα επηρεάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των μαθητών όπως κατοχυρώνονται από το Άρθρο 7 του Συντάγματος και το Άρθρο 20, αλλά και τις Διεθνείς Συμβάσεις περί Προστασίας του Ανθρώπου και της Προστασίας του Παιδιού. Εισηγείται ότι οι προσβαλλόμενες ΚΔΠ που επιβάλλουν τα περιοριστικά μέτρα είναι νομοθετικές πράξεις οπόταν εκφεύγουν της αρμοδιότητας του Διοικητικού Δικαστηρίου. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι τα διατάγματα ήταν εξ αρχής άκυρα γιατί δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του Ν.99/89 που απαιτούν την έγκριση της Βουλής, ενώ το άρθρο 6 του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου δίδει εξουσιοδότηση στο Υπουργικό Συμβούλιο για έκδοση κανονισμών και όχι διαταγμάτων, όπως έγινε. Όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 επεξηγεί, στις σελίδες 18-27, πως κατά τη δική του άποψη πληρούνται. Αναφορά σ' αυτό το μέρος της αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Αιτητών θα γίνει στη συνέχεια. Είναι η θέση του ότι το τελευταίο διάταγμα, ήτοι η ΚΔΠ 208/2021 με το οποίο συνεχίζεται η επιβολή της υποχρεωτικής προσκόμισης αρνητικής εξέτασης ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου καθώς επίσης και η χρήση της μάσκας προσβάλλονται μαζί αφού είναι η συνέχιση των προνοιών της ΚΔΠ 142/2021 και δεν απαιτείται η καταχώριση νέας αγωγής. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στις αποφάσεις Andrew Borrowdale v. Director-General of Health and others [2020] NZHC 2090, ημ. 19/08/20, η οποία αφορά το δικαίωμα στην ελεύθερη διακίνηση και κυκλοφορία και στην απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Weimar, 9F 148/21, ημερομ. 08/04/
  1. Οι Καθ΄ων η αίτηση στη δική τους αγόρευση επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η ΚΔΠ 142/2021, την οποία οι Αιτητές επικαλούνται ως βάση της αγωγής τους, έχει λήξει με την έκδοση της ΚΔΠ 173/2021 και μετέπειτα άλλων Διαταγμάτων και ως εκ τούτου τα αιτητικά που αφορούν την αναστολή της ισχύος της ΚΔΠ 142/2021 έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, προωθούν τη θέση ότι δεν έχει αποκαλυφθεί η ιδιότητα των Εναγόντων - Αιτητών σε σχέση με τους ανήλικους και ότι κακώς έχουν καταγραφεί ως Εναγόμενοι 2 και 3 οι δυο Υπουργοί αφού ο μόνος ορθός διάδικος είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Υποστηρίζουν ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προσφεύγουν από κοινού και να καταχωρούν λαϊκή αγωγή και ότι τα συγκεκριμένα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν γιατί είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμα. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 ήταν η δική τους θέση ότι δεν πληρούνται γιατί απαιτούν από το Δικαστήριο την αξιολόγηση μαρτυρίας και την εξαγωγή ευρημάτων αφού η αλήθεια των ισχυρισμών των Αιτητών, περί χρήσης απειλητικών συμπεριφορών στα σχολεία, μη παροχής διαδικτυακής εκπαίδευσης και αμφισβήτησης της αποτελεσματικότητας των επιβληθέντων μέτρων, δεν είναι αποδεκτά από τους Καθ΄ων η αίτηση, αλλά αντίθετα καταρρίπτεται από την επιστημονική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Υποστηρίζουν ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει, σ' αυτό το στάδιο, θέματα που άπτονται της νομιμότητας, της συνταγματικότητας και αποτελεσματικότητας των μέτρων. Προωθούν τη θέση ότι η όποια κατ' ισχυρισμό ζημιά των Αιτητών μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, ενώ εάν εμποδιστεί η συνέχιση των μέτρων η ζημιά η οποία πιθανόν να προκληθεί στον πληθυσμό δεν είναι δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα και θα πρόκειται περί ανεπανόρθωτης ζημιάς. Επιπρόσθετα, υποστηρίζουν ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, ότι δεν δύναται να εκδοθούν γιατί οι προσβαλλόμενες πράξεις συνιστούν πράξεις κυβερνήσεως και δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, ενώ παράλληλα προωθείται η θέση ότι στα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας και/ή συνταγματικότητας της ΚΔΠ 142/
  2. Καταλήγουν, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει την ουσία της υπό κρίση Αίτησης θα εξετάσει το λόγο ένστασης 15, ο οποίος αφορά τους Εναγόμενους 2 και 3 - Καθ΄ων η αίτηση και κατά πόσο αυτοί δύνανται να ενάγονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα για πράξεις ή/και αποφάσεις τις οποίες έλαβαν ως μέλη της Κυβέρνησης. Το Άρθρο 172 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: « Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» Συνεπώς, το μόνο πρόσωπο που μπορεί να κριθεί υπεύθυνο για τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του Υπουργού Υγείας καθώς και του Υπουργού Παιδείας είναι η Δημοκρατία, η οποία ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, σύμφωνα με το άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Επομένως, δεν υφίσταται βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 και ως εκ τούτου η αίτηση αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από αυτό το στάδιο και απορρίπτεται. Επίσης, το δεύτερο θέμα το οποίο το Δικαστήριο θεωρεί ορθό όπως επιλυθεί προτού εξετάσει την ουσία, αφορά τους ισχυρισμούς των Αιτητών, όπως επεξηγούνται στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και αφορούν την εσφαλμένη ή/και παράνομη διαδικασία έκδοσης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Η διαδικασία έκδοσης των Διαταγμάτων δεν μπορεί να εξεταστεί αφού μια τέτοια εξέταση πιθανώς να προσκρούει με τη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου. Όμως, θα εξεταστούν σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς περί παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων των Αιτητών. Άλλωστε, δεν θα ήταν νοητή η κατάληξη σε ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη βάση μόνο ισχυρισμών ως προς τη νομότυπη έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος, χωρίς να υπάρχουν αναφορές ως προς την παραβίαση συγκεκριμένων δικαιωμάτων των Αιτητών. Αντίθετη προσέγγιση θα προσέδιδε στην αγωγή τον χαρακτήρα της «actio popularis», λαϊκής αγωγής, μιας διαδικασίας που δεν αναγνωρίζεται από το δικαιϊκό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. Pitsillos v. Cyprus Broadcasting Corporation
(1982)3 C.L.R. 208). Το τρίτο θέμα που δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο σ' αυτή τη διαδικασία είναι η νομιμοποίηση των Αιτητών-Εναγόντων, στην έκταση που προωθήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα. Μ' όλο το σεβασμό προς τις θέσεις που έχουν εκτεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν χωρεί η εξέταση της ιδιότητας των Εναγόντων-Αιτητών και συγκεκριμένα κατά πόσο υπάρχει η συγκατάθεση και των δύο γονέων στην έγερση της παρούσας διαδικασίας, αφού αυτό το εγχείρημα προϋποθέτει εκ βάθους ανάλυση των δικαιωμάτων εκάστου γονέα επί του τέκνου του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί, θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε η έκδοση διαταγμάτων που να αναστέλλουν την ισχύ του Διατάγματος του Υπουργού Υγείας ημερ. 31/03/2021, ήτοι την Κ.Δ.Π. 142/2021, καθώς και η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να παρεμποδίζεται ουσιαστικά ο Υπουργός Υγείας από την έκδοση μελλοντικών Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων. Παράλληλα, ζητήθηκε και προστακτικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι αρμόδιοι λειτουργοί όλων των σχολείων της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως επιτρέπουν την είσοδο των Αιτητών στους χώρους των σχολείων ανεξάρτητα από την ύπαρξη των υφιστάμενων και/ή μελλοντικών Διαταγμάτων. Η έκδοση διαταγμάτων του είδους που αιτούνται οι Αιτητές αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Θα εξεταστούν στη συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω παρατεθείσες προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό..». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα τους να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Α. Χατζηπιερής Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Εφ. Ε.1/2015 ημερ. 05/04/2021, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: « Θεωρούμε χρήσιμο εδώ να υπομνήσουμε ότι το Δικαστήριο σε τέτοιες διαδικασίες, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Η αρχή, όπως επαναλήφθηκε και σε πιο πρόσφατη νομολογία (βλ. Trafalgar Developments Limited κ.ά. ν Uralchem Holdings P.L.G. κ.α, Πολ. Εφ. 331/2017 ημερ. 21 Φεβρουαρίου, 2019) είναι ότι δεν απαιτείται διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη ουσιαστικών δικαιωμάτων, παρά μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους, (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2015).». Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα από το οποίο αποκαλύπτεται ότι αξιώνεται γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, ήτοι εγείρονται ζητήματα παραβίασης των συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόντων-Αιτητών, παράγραφος Β της Οπισθογράφησης (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία (μέσω του Γενικού Εισαγγελέα) ν. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1 ΑΑΔ 704). Στην αξίωση Β της Έκθεσης Απαίτησης καταγράφουν, οι Ενάγοντες - Αιτητές, όχι μόνο τα Άρθρα του Συντάγματος που κατά τον ισχυρισμό τους παραβιάζονται, αλλά και τις Ευρωπαϊκές Συμβάσεις που παραβιάζονται από τους Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενους με τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων. Αν οι αξιώσεις αυτές επιτύχουν τελικά, θα παρασχεθεί στους Ενάγοντες-Αιτητές η αιτούμενη θεραπεία, ενώ κατ' επέκταση αν έχουν υποστεί οποιαδήποτε πραγματική ζημιά θα τους αποδοθούν γενικές ή και ειδικές αποζημιώσεις. Σχετικές είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1(Α) ΑΑΔ 558 και Γ.Ε. ν. Ανδριανής Πάλμα, Πολ. Έφ. 44/13, ημερομ. 19/11/
  1. Οπόταν, η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Σύμφωνα με τη νομολογία, αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου, ανωτέρω). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, ήτοι τη μαρτυρία που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις. Δεν είναι επιθυμητό για το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να υπεισέρθει σε βάθος στα επίδικα θέματα. Οπόταν, θα πρέπει να εξεταστούν οι ισχυρισμοί των πλευρών όπως αυτοί προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις. Η επιχειρηματολογία των Αιτητών επικεντρώθηκε στο ότι εξαναγκάζονται να υποβληθούν σε εργαστηριακή εξέταση ή εξέταση ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου σε σχέση με την νόσο Covid 19 για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους, διαδικασία αχρείαστη σύμφωνα με Έκθεση εμπειρογνώμονα που οι ίδιοι έχουν συμβουλευθεί. Η πιο πάνω υποχρέωση, κατά τους Αιτητές, παραβιάζει τα επικαλούμενα συνταγματικά τους δικαιώματα. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι υπάρχει εναλλακτικά, όπως έγινε αποδεκτό και από τις δύο πλευρές, και η διδασκαλία εξ αποστάσεως. Όμως, για τις προεισαγωγικές εξετάσεις είτε πρέπει να παρουσιαστεί αρνητικό αποτέλεσμα διαγνωστικής εξέτασης ταχείας ανίχνευσης, είτε οι μαθητές, που δεν έχουν προβεί σε εξέταση, μπορούν να παρακαθίσουν τις εξετάσεις σε άλλη αίθουσα. Δηλαδή έγιναν ρυθμίσεις για τους μαθητές που για οποιοδήποτε λόγο δεν είχαν στην κατοχή τους αποτέλεσμα εξέτασης ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου με αρνητικό αποτέλεσμα. Ως αναφέρθηκε, ο δικηγόρος των Αιτητών παρέπεμψε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Νέας Ζηλανδίας στην υπόθεση Andrew Borrowdale (ανωτέρω), η οποία αφορούσε τα μέτρα τα οποία επιβλήθηκαν εκεί, συγκεκριμένα απαγόρευση της κυκλοφορίας, στα πλαίσια της αντιμετώπισης του ιού Covid-
  2. Ο λόγος της εν λόγω απόφασης δεν φαίνεται να υποστηρίζει την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Αιτητών πως το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το μέτρο της ολικής απαγόρευσης κυκλοφορίας (lockdown) αφ΄ εαυτού παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών. Αυτό που αποφασίστηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση ήταν ότι η έλλειψη νομικού υποβάθρου, ήτοι εξουσίας δια νόμου, για τη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης παραβίαζε το Σύνταγμα της Νέας Ζηλανδίας. Τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποκαλύπτουν ολοκληρωτική απαγόρευση της μάθησης στην περίπτωση μη προσκόμισης του αποτελέσματος της εξέτασης, αντίθετα δίδεται εναλλακτική λύση με την εξ αποστάσεως μάθηση ενώ σε σχέση με τις εξετάσεις, την παρακάθισή τους σε άλλη αίθουσα όπως έχει προαναφερθεί. Οπόταν, εύλογα εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο παραβιάζεται το Άρθρο 28 του Συντάγματος. Χωρίς να προβαίνω σε τελική αξιολόγηση, διαφαίνεται ότι υπάρχει διιστάμενη επιστημονική μαρτυρία, η οποία τέθηκε και από τις δυο πλευρές με τις Εκθέσεις Εμπειρογνωμόνων από πλευράς των Καθ΄ ων η αίτηση και την Έκθεση ανεξάρτητου Καθηγητή Επιδημιολογίας από πλευράς των Αιτητών, την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αξιολογήσει σε αυτό το στάδιο. Συνεπώς, κατά πόσο τα συγκεκριμένα μέτρα παραβιάζουν τις ατομικές ελευθερίες των ανθρώπων, το οποίο αποτελεί νομικό ζήτημα, θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσίας και όχι κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των Αιτητών αναφορικά με τα δικαιώματά τους που κατοχυρώνονται από τα Άρθρα 7 και 20 του Συντάγματος. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτών τη θεραπεία. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. Ε7/18 ημερ.21/03/2019, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: « Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.». Επίσης, στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Α. Χατζηπιερής Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), διαβάζονται τα ακόλουθα: « Ορθά παρατήρησε το Δικαστήριο, ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν την μοναδική παράμετρο του υπό εξέταση θέματος. Κατά πάγια νομολογία, «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία.» (Mitsingas Trading Ltd v The Timberland Co of USA
(1997)1 ΑΑΔ 1791). Λέχθηκε, περαιτέρω στην Όξυνος κ.ά. ν. Λού
(2011)1 ΑΑΔ 1066: « Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα . Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland Co.
(1977)1Γ ΑΑΔ 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία.». Θεωρώ ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις περιπτώσεις που ήθελε καταδειχθεί η παραβίαση οποιουδήποτε συνταγματικού δικαιώματος ή νόμου, η κατάλληλη θεραπεία είναι αφενός δήλωση περί αυτού και αφετέρου η απόδοση αποζημιώσεων και όχι η έκδοση διηνεκούς απαγορευτικού διατάγματος, ιδιαίτερα σε σχέση με θέματα που άπτονται της δημόσιας υγείας. Στην υπόθεση Γιάλλουρος v. Νικολάου (ανωτέρω), αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά ότι το δικαίωμα σε θεραπεία για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι εκείνη της δίκαιης αποζημίωσης. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν εκδίδει προσωρινό διάταγμα στις περιπτώσεις όπου οι αποζημιώσεις αποτελούν επαρκή θεραπεία, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει σε εκείνες που η απόδοση αποζημιώσεων θα συνιστούσε επαρκή θεραπεία, αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε πραγματική ζημιά, αφού έχουν ρυθμιστεί εναλλακτικοί τρόποι για να παρακολουθούν οι Αιτητές τα μαθήματά τους αλλά και για να παρευρεθούν στις εισαγωγικές εξετάσεις οι μαθητές που επιθυμούν να το πράξουν χωρίς τη διενέργεια εξέτασης ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη, Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19. Όπως συνοψίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου (ανωτέρω): « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. » Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788, σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως, αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να σταθμίσει μεταξύ της υποχρέωσης του κράτους να λαμβάνει μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας, ως στοιχείου που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και του ενδεχόμενου παραβίασης των συγκεκριμένων δικαιωμάτων των Αιτητών, από τη θέσπιση της υποχρέωσης να υποβάλλονται σε εξετάσεις ανίχνευσης της νόσου COVID 19, ως προϋπόθεση για να μπορούν να παρευρίσκονται στα μαθήματά τους αυτοπροσώπως. Ταυτόχρονα, πρέπει να συνυπολογιστεί ότι τυχόν εξαίρεση των Αιτητών από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το επίδικο διάταγμα δυνατόν να επιφέρει ρήγμα στην καθολικότητα των εφαρμοζόμενων μέτρων και να οδηγήσει σε μια μεγάλη έξαρση της νόσου. Δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι πρόκειται περί πανδημίας και όχι περί μιας απλής νόσου, εξ' ου και από την έναρξη της πανδημίας το Υπουργείο Υγείας ζήτησε τη συνεργασία εμπειρογνωμόνων επιδημιολόγων και ακολουθώντας τις συστάσεις του ΠΟΥ και του ECDC, λαμβάνει τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα για την προστασία του πληθυσμού. Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 12η έκδοση παράγραφος 3-27, καταγράφεται η ακόλουθη αρχή που ξεπροβάλλει μέσα από την Αγγλική νομολογία: « The public interest is a legitimate factor to be considered in assessing where the balance of convenience lies.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Smith and others v. Inner London Education Authority [1978] 1 All ER 411, o Lord Denning υπέδειξε τα ακόλουθα ως προς τα κριτήρια του ισοζυγισμού των επιπτώσεων, όταν ο Εναγόμενος είναι δημόσια αρχή που ασκεί τις εξουσίες της προς όφελος του κοινού: « I am of opinion that a local authority should not be restrained, even by an interlocutory injunction, from exercising its statutory powers or doing its duty towards the public at large, unless the plaintiff shows that he has a 'real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. ». Δεν χωρεί καμία αμφισβήτηση ότι η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του Καθ΄ου η αίτηση για όλους τους λόγους που έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας που να αποκαλύπτει, πρώτον, ότι ζημιώνονται με οποιοδήποτε άμεσο τρόπο οι Αιτητές ή ότι η ζημιά των Αιτητών, από τυχόν παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τη διαταγή αποζημιώσεων. Υπενθυμίζεται ότι έχουν τεθεί σε εφαρμογή εναλλακτικοί τρόποι παρακολούθησης των μαθημάτων ενώ κανένας δεν έχει αποστερηθεί του δικαιώματος να παρακαθίσει τις εξετάσεις. Ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων τυχόν έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Περαιτέρω, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ανέτρεπε την υφιστάμενη κατάσταση, από αυτό το στάδιο, χωρίς να κριθεί επί της ουσίας το κατά πόσο η εφαρμογή των επίδικων διαταγμάτων απολήγει σε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Αιτητών. Η διατήρηση του «status quo ante» για την ευρύτερη προστασία του πληθυσμού από τη νόσο Covid-19 επιβάλλει την απόρριψη της αίτησης. Η υγεία είναι το υπέρτατο αγαθό του ανθρώπου, πόσο μάλλον του πληθυσμού της Κύπρου. Όσον αφορά το Αιτητικό Γ της Αίτησης, με το οποίο ζητείται απαγορευτικό διάταγμα στο διηνεκές σε σχέση με την έκδοση μελλοντικών διαταγμάτων ή/και Κανονισμών «τα οποία να εμπίπτουν στα πεδία της υγείας ή/και της εκπαίδευσης και επιβάλλουν περιορισμούς ή/και προκαλούν δυσμενή διάκριση μεταξύ των μαθητών» είναι τόσο γενικό και αόριστο που η έκδοσή του θα παραβίαζε τη θεμελιακή νομολογιακή αρχή ότι τα διατάγματα πρέπει να είναι σαφή και όχι διατυπωμένα με γενικό τρόπο. Στην υπόθεση Γ.Κ. v. Ε.Ζ., Πολ. Έφ. 8/21, ημ. 13/05/21, διαβάζονται τα ακόλουθα: « Θα πρέπει τα διατάγματα να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια και είναι στους όρους του ιδίου του διατάγματος που πρέπει να ανατρέξει κάποιος ώστε να εντοπίσει τις υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί (Μ. ν. P. (ανωτέρω), Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 4η έκδοση, παρ. 12-51, σελ.1017). ». Επομένως, το συγκεκριμένο διάταγμα εκ του περιεχομένου του δεν είναι δυνατό να εκδοθεί. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο νοιώθει την ανάγκη να τονίσει το γεγονός ότι το Διάταγμα ΚΔΠ 142/2021 είχε ήδη αντικατασταθεί κατά το χρόνο της εκδίκασης της υπό κρίση Αίτησης, για όποια σημασία αυτό ενέχει. Η εκδίκαση της Αίτησης δεν έχει οποιαδήποτε νομική ή πραγματική σημασία αλλά μόνο ακαδημαϊκή. Συνεπακόλουθο όλων των προαναφερθέντων, είναι η απόρριψη της Αίτησης στο σύνολό της. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Καθ' ου η αίτηση δικαιούται στα έξοδά του, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.