Νικολάου, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Νίκου-Ιωάννου κ.α. ν. Καφετζή κ.α., Αρ. Αγωγής: 235/20, 31/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A513 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 235/20 Μεταξύ:
- XXXXX Νικολάου, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της XXXXX Νίκου-Ιωάννου
- XXXXX Νικολάου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της XXXXX Νίκου-Ιωάννου (μόνιμος κάτοικος εξωτερικού) Ενάγοντες και
- XXXXX Καφετζή
- XXXXX Ιωάννου
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας Εναγομένων ------------------------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερομ. 29/01/2020 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 31 Αυγούστου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σ. Αγγελίδης, για Α.Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η αίτηση: κ. Χριστοδούλου, για Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες Για Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η αίτηση: κ. Ν. Σταύρου, για Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η αίτηση: κα Τ. Μενοίκου, για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την αίτησή τους, ημερομηνίας 29/01/2020, ζητούν την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να κηρύσσεται άκυρο ή/και ανυπόστατο ή/και πλαστό ή/και άνευ νομικής και δεσμευτικής ισχύος το πληρεξούσιο έγγραφο με αρ. ΠΛΕ 574/2004, το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Επιπρόσθετα, ζητούν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 3 ή/και οποιοσδήποτε υπάλληλος ή/και υπηρέτης ή/και αντιπρόσωπος του όπως αναστείλει ή/και ακυρώσει την πώληση ή/και τη μεταβίβαση στην Εναγόμενη 1, του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/XXXXX, Φ./Σχ. 21/44, Ε1, τεμάχιο XXXXX που βρίσκεται στον Δήμο Αγίου Δομετίου, ενορία Αγίου Γεωργίου, ιδιοκτησία της XXXXX Νίκου-Ιωάννου, μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Παράλληλα, ζητείται προσωρινό διάταγμα που να διατάσσει τη διαγραφή και απόσυρση της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου ΠΩΕ 1139/04 ως προϊόν απάτης και/ή δόλου. Διαζευκτικά, ζητείται διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος 3 ή/και οποιοσδήποτε εντολοδόχος ή/και οποιοσδήποτε αντιπρόσωπός του εμποδιστεί, εκκρεμούσης της παρούσας αίτησης, από το να αποδεχθεί ή/και να προχωρήσει να εκτελέσει οποιαδήποτε εντολή ή/και οδηγία που να αφορά την πώληση ή/και τη μεταβίβαση, δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου ΠΛΕ 574/2004, του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/XXXXX, Φ./Σχ. 21/44, Ε.1, τεμάχιο XXXXX που βρίσκεται στον Δήμο Αγίου Δομετίου, ενορία Αγίου Γεωργίου. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, στη Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στο άρθρο 44 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί, στα Άρθρα 35 και 172 του Συντάγματος, στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1-Αιτητή, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθεί, δυνάμει πληρεξουσίου, από την αδελφή του, XXXXX Νίκου-Ιωάννου, τόσο στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής αλλά και στην κατάρτιση της ενόρκου δηλώσεως, ενώ έχει και τη σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα
- Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα, το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο παραχωρήθηκε από την αδελφή του, XXXXX Νίκου-Ιωάννου στα τρία αδέλφια της και συγκεκριμένα στον ίδιο, στον XXXXX Νικολάου και στον XXXXX Νικολάου, ο οποίος απεβίωσε στις 22/01/
- Η αδελφή του Ιφιγένεια Νίκου-Ιωάννου είναι η ιδιοκτήτρια του κτήματος με αρ. εγγραφής 4/XXXXX, Φ./Σχ. 21/44, Ε1, τεμάχιο XXXXX που βρίσκεται στον Δήμο Αγίου Δομετίου, ενορία Αγίου Γεωργίου, είναι άγαμη και άκληρη και πάσχει από χρόνια ψύχωση. Το Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο ΠΛΕ 574/04 φέρει την υπογραφή της XXXXX Ιωάννου, ως πληρεξουσιοδοτούσας, να πληρεξουσιοδοτεί τον Ανδρέα Ιωάννου, πλην όμως περιέχει δύο πιστοποιήσεις με δύο διαφορετικές ημερομηνίες, συγκεκριμένα 30/11/2005 και 29/07/
- Η πιστοποίηση 29/07/2003 προηγείται χρονικά της οποιασδήποτε καταχωρημένης εξουσιοδότησης. Υπάρχει, επίσης, δεύτερο πληρεξούσιο χαρτοσημασμένο στις 28/04/
- Το πωλητήριο έγγραφο με το οποίο επιχειρείται να γίνει η μεταβίβαση του κτήματος της XXXXX Νίκου-Ιωάννου, από τον XXXXX Ιωάννου προς την Εναγόμενη 1 φέρει ημερομηνία 29/02/2004, ενώ το πωλητήριο έγγραφο καταγράφει, ως ημερομηνία υπογραφής του, την 09/09/2003, χρόνο προγενέστερο της κατ' ισχυρισμό εξουσιοδότησης και δεν είναι χαρτοσημασμένο. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι μόλις λήφθηκε γνώση του συγκεκριμένου πληρεξουσίου εγγράφου και της πώλησης, η οποία είχε γίνει με βάση το κατ΄ ισχυρισμό πληρεξούσιο έγγραφο, οι ίδιοι διόρισαν ειδικό γραφολόγο, τον κ. XXXXX Παναγιώτου, ο οποίος προέβη σε γραφολογική εξέταση στην οποία αποφάνθηκε ότι στο πληρεξούσιο ΠΛΕ574/04 ημερομηνίας 29/07/2003 η υπογραφή της XXXXX Νίκου-Ιωάννου δεν είναι γνήσια. Ακολούθησαν παραστάσεις προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, μέσω δικηγόρων, με αποτέλεσμα να μην προχωρήσει η μεταβίβαση προς την Εναγομένη
- Στις 06/11/2019 λήφθηκε επιστολή, από την XXXXX Νίκου-Ιωάννου, με την οποία ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός την ενημέρωνε για την πρόθεση του να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο δυνάμει της σύμβασης ΠΩΕ 1139/
- Με επιστολή ημερομηνίας 05/12/2019 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό ο δικηγόρος της XXXXX Νίκου-Ιωάννου ενημέρωσε για το πόρισμα της γραφολογικής έκθεσης και υπέβαλε ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου. Σε απαντητική του επιστολή, ημερομηνίας 30/12/2019, ο Διευθυντής Κτηματολογίου ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγομένης 1 εκτός εάν προσκομιζόταν διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Υποστηρίζει, ο Ομνύοντας, ότι η συγκεκριμένη διαδικασία πώλησης προέκυψε λόγω του ότι ο αδελφός τους, XXXXX Ιωάννου, ενήργησε με πλαστογραφημένο ή/και μη έγκυρο εκ του νόμου πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση της αδελφής τους XXXXX Νίκου-Ιωάννου. Είναι η θέση του ότι ο ίδιος έχει στην κατοχή του αντίγραφο απόδειξης είσπραξης ημερομ. 09/09/2003, στην οποία φαίνεται να εισέπραξε το ποσό των £100.000, ο XXXXX Ιωάννου, από την πώληση του συγκεκριμένου κτήματος προς την Εναγομένη 1, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο XXXXX Ιωάννου αρνείται την είσπραξη του συγκεκριμένου ποσού. Κατά τον Ομνύοντα είναι άξιον απορίας γιατί δεν επιτεύχθηκε η μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου την ημερομηνία καταβολής του συγκεκριμένου ποσού αλλά παρέμεινε σε εκκρεμότητα για τόσα χρόνια. Καταλήγει ότι, παρά το προφανές ποινικό αδίκημα, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα συντρέχει κίνδυνος να μεταβιβαστεί παράνομα η περιουσία της αδελφής τους, η οποία έπεσε θύμα εκμετάλλευσης και πλαστογραφίας και θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εκδόθηκε μονομερώς, από αδελφό Δικαστή, διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε στον Εναγόμενο 3 όπως μεταβιβάσει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4/XXXXX, Φ./Σχ. 21/44, Ε1, τεμάχιο XXXXX που βρίσκεται στο Δήμο Αγίου Δομετίου, ενορία Αγίου Γεωργίου, στην Εναγόμενη 1, μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Η Αίτηση σε σχέση με τα λοιπά διατάγματα ορίστηκε για επίδοση. Ένσταση καταχωρίστηκε μόνο από την Εναγόμενη 1, η οποία απαρίθμησε 4 λόγους ενστάσεως. Συγκεκριμένα, καταγράφει ότι υπάρχει παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, ότι δεν μπορεί να προβληθεί οποιαδήποτε ένσταση στη μεταβίβαση εναντίον καλόπιστου τρίτου, ότι δεν υπάρχει νομική βάση στην αίτηση και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Ως νομική βάση για την Ένσταση κατεγράφησαν η Δ.39 και Δ.48 θ.θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 22, 57, 58, 195 και 198 του περί Συμβάσεων Νόμου, τα άρθρα 4, 6 και 7 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου, το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1, η οποία γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και ισχυρίζεται ότι υπάρχει παραγραφή σε σχέση με τον ισχυρισμό που αφορά την ακυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου αφού οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν γνώση της ύπαρξης του πληρεξουσίου και της μεταβίβασης του κτήματος από τις 21/09/
- Προωθεί τη θέση ότι η ίδια αγόρασε το συγκεκριμένο κτήμα, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 29/02/2004, για το ποσό των £100.000 από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος έχει στην κατοχή του χαρτοσημασμένο πληρεξούσιο έγγραφο της XXXXX Νικολάου-Ιωάννου, το οποίο φέρει την υπογραφή πιστοποιούντος υπαλλήλου και παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο. Η σύμβαση πώλησης κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 28/04/2004 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι η ίδια δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με την αλήθεια των ισχυρισμών των Εναγόντων-Αιτητών. Προωθεί όμως τη θέση ότι έχουν παρέλθει πέραν των 11 χρόνων από τότε που οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση της μεταβίβασης και ότι η ίδια είναι καλόπιστος τρίτος. Ισχυρίζεται ότι αν ήθελε φανεί ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων-Αιτητών είναι αληθείς, θα πρέπει να προστατευθεί. Σύμφωνα με τον περί Συμβάσεως Νόμο, ο οποίος υπαγορεύει ότι η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη από μόνη της λόγω της πλαστογραφίας, είναι η δική της θέση ότι η πράξη αγοράς του κτήματος συνιστά νόμιμη πράξη και η πλαστογραφία συνιστά παράνομη πράξη και η νόμιμη πράξη είναι εκτελεστή. Αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 2-Καθ΄ου η αίτηση έχει καταχωρίσει την Αίτηση - Έφεση 532/19 στην οποία προβάλλει μια εκδοχή που δεν συνάδει ούτε με τους δικούς της ισχυρισμούς, αλλά ούτε με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων - Αιτητών. Καταλήγει, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος γιατί δεν υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση, αλλά και λόγω της παραγραφής του ισχυρισμού περί πλαστότητας του πληρεξουσίου το ζήτημα θεωρείται λυμένο και η ίδια, ως καλόπιστος τρίτος, θα πρέπει να προστατευθεί. Επιπρόσθετα, δεν συντρέχει, λόγω της παρέλευσης του χρόνου και της αργοπορίας στη λήψη δικαστικών μέτρων, οποιοδήποτε ίχνος κατ' επείγοντος στην έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος μονομερώς. Οι Εναγόμενοι 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση δεν καταχώρισαν ένσταση αλλά προέβησαν σε δηλώσεις προς το Δικαστήριο. Η πλευρά του Εναγομένου 2 δήλωσε ότι δεν υιοθετεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ο δε Εναγόμενος 3 δήλωσε ότι θα σεβαστεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Οι Ενάγοντες - Αιτητές προώθησαν τις θέσεις τους διαβιβάζοντας προς το Δικαστήριο γραπτή αγόρευση. Η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση δεν καταχώρισε γραπτή αγόρευση αλλά αρκέστηκε να υιοθετήσει το περιεχόμενο της Ένστασή της ημερομηνίας 04/03/
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί, θεωρώ κατάλληλο στάδιο για να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από το τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα: « Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Αιτητών, ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμά τους να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Εναγόντων - Αιτητών. Συγκεκριμένα, με βάση το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε και έχοντας υπόψη τις θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνω ότι οι ισχυριζόμενες βάσεις αγωγής αφορούν σε παροχή ακριβώς των ίδιων διαταγμάτων που ζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση, καθώς και αποζημιώσεων που προκύπτουν από την κατ' ισχυρισμό παράνομη και δόλια προσπάθεια μεταβίβασης του συγκεκριμένου ακινήτου. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπεισέρθει σε εξέταση της αγωγής επί της ουσίας της, αλλά ως καθίσταται προφανές από τις ένορκες θέσεις που έχουν προβληθεί, οι Αιτητές βασίζουν την απαίτησή τους σε πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου, ιδιοκτησίας της αδελφής τους Ιφιγένειας Ιωάννου, δυνάμει πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου. Η Καθ΄ης η αίτηση 1 δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ακίνητο ανήκει στην XXXXX Ιωάννου. Αυτό που προωθεί είναι ότι το αγόρασε δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, ότι είναι καλόπιστος τρίτος και ότι ο όποιος ισχυρισμός περί πλαστογραφίας του πληρεξουσίου δυνάμει του οποίου έγινε η πώληση έχει παραγραφεί. Μέσα στα πλαίσια αυτής της αντίληψης μου δεν θα ήταν πρέπον, κατά την άποψη μου, σε αυτό το στάδιο να εξετάσω το θέμα της παραγραφής και του κατά πόσο η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση 1 συνιστά καλόπιστο τρίτο, αφού τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ελλιπή. Από τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην Αίτηση, τα οποία αποκαλύπτουν γεγονότα, προκύπτει ότι έγιναν δύο συμφωνίες πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου, μία στις 09/09/2003 και μία στις 29/02/2004, Τεκμήρια 11 και 12 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Το πληρεξούσιο, δυνάμει του οποίου έγινε η πώληση, φέρει ημερομηνία καταχώρισης στο Κτηματολόγιο 28/04/
- Από το γεγονός αυτό μπορεί να εξαχθεί το προκαταρτικό συμπέρασμα ότι η πώληση ημερομηνίας 09/09/2003 είχε γίνει χωρίς να υπάρχει καταχωρημένο πληρεξούσιο από τον πωλητή, αφού σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση το ακίνητο το είχε αγοράσει από τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση. Αν όμως το είχε αγοράσει στις 09/09/2003 ερωτηματικά γεννά η ύπαρξη του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 29/02/
- Πώς γίνεται να υπάρχουν δύο πωλητήρια έγγραφα για το ίδιο ακίνητο και η απόδειξη είσπραξης, Τεκμήριο Γ στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, να φέρει ημερομηνία 09/09/
- Για αυτά τα γεγονότα δεν δόθηκε κάποια εξήγηση από την πλευρά της Καθ΄ης η αίτηση 1 - Εναγόμενης. Στη βάση των πιο πάνω, έκδηλα καθίσταται φανερό ότι οι Αιτητές έχουν αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται, στα πλαίσια εξέτασης αυτής της φύσης των αιτήσεων, ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση με βάση το δικόγραφό τους και συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Θα πρέπει να τονιστεί ότι το βάρος απόδειξης ότι το πληρεξούσιο είναι πλαστογραφημένο βαραίνει τους Αιτητές και με την Έκθεση του εμπειρογνώμονα, η οποία έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 13 στην Αίτηση, ήτοι τα συμπεράσματα αυτής, έχουν πετύχει να αποσείσουν το βάρος αυτό στο βαθμό που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις (βλ. Χαρούς ν. Χαρούς
(2010)1 ΑΑΔ 267). Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, είναι αρκετό ο ενάγοντας να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ενάγοντας πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείσουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται, σ΄ αυτό το στάδιο, από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980, ελέχθη συναφώς ότι «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Το Δικαστήριο έχει κάθε δυνατή ευχέρεια με την εκατέρωθεν ενώπιον του μαρτυρία να σχηματίσει μια εικόνα για τις πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω. Προκύπτει ότι οι Αιτητές είναι αδέλφια της ιδιοκτήτριας του συγκεκριμένου ακινήτου που έχει πωληθεί, δυνάμει δύο διαφορετικών πωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 09/03/2003 και 29/02/2004, στην Καθ΄ης η αίτηση 1 - Εναγόμενη από ένα άλλο αδελφό τον XXXXX Ιωάννου, ο οποίος φαίνεται να εισέπραξε το ποσό των £100.000 χωρίς να έχει ενημερώσει τα υπόλοιπα αδέλφια. Όταν το συγκεκριμένο γεγονός, ήτοι της ύπαρξης του πληρεξουσίου, έγινε αντιληπτό, λόγω του ότι είχαν οι ίδιοι πληρεξούσιο από την αδελφή τους, διορίστηκε γραφολόγος ο οποίος κατάρτισε σχετική έκθεση και κατέληξε ότι η υπογραφή της XXXXX Νικολάου-Ιωάννου, στο συγκεκριμένο πληρεξούσιο, δεν είναι αυθεντική. Με την παραλαβή της Ειδοποίησης Μεταβίβασης, ημερομηνίας 11/09/2019 από το Κτηματολόγιο, Τεκμήριο 14 στην Αίτηση, οι Αιτητές αντιλήφθηκαν ότι θα έπρεπε να ενεργήσουν άμεσα γιατί η αδελφή τους, η οποία αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, θα έχανε το ακίνητό της με την μεταβίβαση. Όσον αφορά την είσπραξη του ποσού των £100.000 το 2003 από τον Ανδρέα Ιωάννου, ο ίδιος το αρνείται στην παράγραφο 24 της ένορκης δήλωσής του που συνοδεύει την Αίτηση - Έφεση, Τεκμήριο 21 στην Αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω είναι η άποψη μου ότι οι Αιτητές στην παρούσα υπόθεση έχουν αποδείξει ότι έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση των διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται απαντώντας το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή, αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ των Εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι νομολογιακές αρχές επαναβεβαιώνονται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία παρατίθεται και το ακόλουθο απόσπασμα: « Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.». Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της ενάγουσας. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφηνίστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Αναφορά μπορεί να γίνει και στο άρθρο 5
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα στοχεύει στη διαφύλαξη του «status quo», δηλαδή στο να μην μεταβιβαστεί το συγκεκριμένο ακίνητο μέχρι να επιλυθεί το θέμα του κατά πόσο πωλήθηκε δυνάμει πλαστού πληρεξουσίου εγγράφου αποστερώντας τη νόμιμη ιδιοκτήτρια από την περιουσία της. Σίγουρα το γεγονός ότι μπορεί η ιδιοκτήτριά του, η XXXXX Ιωάννου, λόγω της κατάστασης της υγείας της να μην επιθυμούσε να το πωλήσει, είναι μια παράμετρος που το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει. Οπόταν πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα διατάγματα. Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας» σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως, αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται νε έχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχουν καταγραφεί από τους Αιτητές - Ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι εύλογοι και διαπιστώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ τους (βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785). Στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19, νομολογήθηκε ότι αυτό το κεφάλαιο εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε. Ο λόγος της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19 είναι περιεκτικός και διαφωτιστικός: « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. ». Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με χρήμα. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ των Αιτητών, αφού η ανάγκη προστασίας της περιουσίας της Ιφιγένειας Ιωάννου, η οποία εκπροσωπείται από τους Ενάγοντες - Αιτητές πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη της Εναγομένης 1 - Καθ΄ης η Αίτηση. Η Καθ΄ης η Αίτηση 1 - Εναγόμενη από το 2003 ή 2004 που αγόρασε το συγκεκριμένο ακίνητο δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να το εγγράψει επ' ονόματί της, παρά το γεγονός ότι είχε πληρώσει £100,000, σύμφωνα πάντοτε με τον ισχυρισμό της, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Το γεγονός αυτό εύλογα γεννά διάφορα ερωτηματικά. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι στην περίπτωση που δικαιωθούν οι Αιτητές-Ενάγοντες, το μέτρο της αποζημίωσης δεν θα είναι αρκετό αφού ένα άτομο με ψυχικά προβλήματα θα έχει αποστερηθεί της περιουσίας της, ενώ η Καθ΄ης η αίτηση 1 - Εναγόμενη μπορεί να αποζημιωθεί σε μετρητά αφού καθίσταται εμφανές από την καθυστέρηση στη μεταβίβαση του ακινήτου ότι δεν το αγόρασε για άμεση χρήση. Αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστεί η Εναγόμενη 1-Καθ' ης η αίτηση από την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, είναι πολύ λιγότερη από αυτή που θα υποστούν οι Ενάγοντες-Αιτητές από τη μη οριστικοποίησή του. Τα αιτητικά αφορούν μέρος των τελικών θεραπειών της Αγωγής, έχοντας όμως κατά νου τη νομολογία επί του θέματος (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν C. Koukkouris Trading Ltd
(1998)1Α ΑΑΔ 149, Αβερκίου ν Θεο Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1Α ΑΑΔ 222 και Penderhill Holdings Ltd κ.α. v Abramchyk κ.α.
(2014)1Α ΑΑΔ 118), κρίνω ότι οριστικοποίηση ενός εκ των αιτούμενων διαταγμάτων δικαιολογείται. Εν πάση περιπτώσει, η εξουσία έκδοσης διατάγματος ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης πηγάζει από το ίδιο το άρθρο 32
(2)του Ν.14/60, αλλά και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Καταληκτικά, θεωρώ ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να καταστεί απόλυτο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Όμως, ως προς τα λοιπά διατάγματα που ζητούνται και είναι τα ίδια με τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να αποδοθούν. Tα νομικά και πραγματικά θέματα που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση προς εξέταση και τα οποία σε τελευταία ανάλυση συνθέτουν τα επίδικα της παρούσας υπόθεσης θέματα σαφώς και δεν είναι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας που θα απαντηθούν προς επίλυση της διαφοράς (βλ. Ιερά Μονά Κύκκου δια του Ηγούμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τυλληρίας κ.κ. Νικηφόρου ν. White Moon Services Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 354). Το ζητούμενο, εν προκειμένω, δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής κατάληξης για την υπόθεση των Εναγόντων-Αιτητών. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από τους Ενάγοντες - Αιτητές ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 σε σχέση με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα το καταστήσω απόλυτο. Ως προς τα υπόλοιπα διατάγματα που ζητούνται η αίτηση απορρίπτεται. Συνεπακόλουθα, το διάταγμα ημερομηνίας 30/01/2020 καθίσταται απόλυτο μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι να δοθεί άλλη διαταγή από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Αιτητές - Ενάγοντες δικαιούνται στα έξοδά τους. Η Καθ΄ης η Αίτηση 1 - Εναγόμενη 1 να καταβάλει τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο