← Κύπρος

PPF SERVICES LTD ν. ΚΥΘΡΑΙΩΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4907/2014, 12/10/2021

PPF SERVICES LTD ν. ΚΥΘΡΑΙΩΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4907/2014, 12/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A517 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4907/2014 Μεταξύ: PPF SERVICES LTD Ενάγουσας και XXXXX ΚΥΘΡΑΙΩΤΗ XXXXX ΚΥΘΡΑΙΩΤΗ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11.12.2020, από PPF Cyprus Management Limited, για υποκατάσταση Διαδίκου Ημερομηνία: 12.10.2021 Εμφανίσεις : Για Αιτήτρια: κα Χριστοδούλου για Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κα Μαυρικίου για Λουκά Γ. Μαυρίκιο ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αποτελεί η αίτηση της Ενάγουσας, ημερομηνίας 11.12.2020, με την οποία ζητείται Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καθώς η προώθηση των αξιώσεων υπό τις παρ. (Α), (Δ), (Ε) και (ΣΤ) του παρακλητικού της Αγωγής συνεχιστεί από την εταιρεία PPF Cyprus Management Limited, σε υποκατάσταση της εταιρείας PPF Services Ltd. Επιπρόσθετα, ζητείται διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής δια αντικατάστασης της υφιστάμενης Ενάγουσας με την προτιθέμενη Ενάγουσα, καθώς και ανάλογη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση ερείδεται επί της στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.12, Θ. 1 - 4, Δ.25, Δ.64, Δ.48 Θ. 8

(1)(ρ), Δ.39, στη νομολογία, πρακτική, διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αλέξανδρου Παναγή δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Ο ομνύων στην ένορκή του δήλωση επισύναψε μεταξύ άλλων και την γραπτή σύμβαση εκχώρησης μεταξύ της υφιστάμενης Ενάγουσας και της προτιθέμενης Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση στις 27.5.2021 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιου κατωτέρω: «(α) Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου καθότι η προώθηση της Αγωγής θα έπρεπε να προωθηθεί μέσου του εκκαθάρισή των Εναγόντων κ.XXXXX Σαββίδη . (β) Υπάρχει υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας Αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων. Επίσης, δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση παρά μόνο ισχυρισμοί οι οποίοι αποτελούν προϊόν δευτέρας σκέψεως των Εναγόντων. (γ) Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και αντίκειται στα όσα προνοούνται από τα Άρθρα 261, 263, 264 και 266 του ΚΕΦ.
  1. (δ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες είναι αντινομικές και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπούν καθότι οι Ενάγοντες-Αιτητές ουσιαστικά επιχειρούν την προώθηση της Αγωγής μέσω μιας νέας εταιρείας η οποία ουδέποτε είχε συμβατική σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 και όχι μέσω του εκκαθαριστή των Εναγόντων ως η νενομισμένη διαδικασία γεγονός που αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της= διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the court). (ε) Η προβαλλόμενη με την παρούσα Αίτηση εκχώρηση και/ή η επιδιωκόμενη με την παρούσα Αίτηση αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση των Εναγόντων -Αιτητών στην παρούσα Αγωγή στην βάση της ισχυριζόμενης συμφωνίας Εκχώρησης ευρίσκονται σε αντίθεση και/ή προσκρούουν στο άρθρο 16 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και/ή δεν εμπίπτουν σε οιεσδήποτε τυχόν νομοθετικές εξαιρέσεις που ενδεχομένως να υφίστανται και/ή προσκρούουν και/ή είναι αντίθετες με τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος (bare right to litigate) και/ή την δημόσια πολιτική (public policy). (στ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι παράτυπες και ανεδαφικές καθότι οι Ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να εκχωρήσουν τα οιαδήποτε δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από την Συμφωνία ημερ. 23/7/09, της Πρώτης Τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 1/8/11, και της Συμφωνίας Τερματισμού ημερ. 16/9/13, εκχώρηση την οποία οι Καθ'ών η Αίτηση αμφισβητούν. (ζ) Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή αντίκειται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς καθ'ότι η Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 11/12/20 γίνεται από τον Δικηγόρο των Εναγόντων-Αιτητών. (η) Η παρούσα Αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία της παρούσας Αγωγής και/ή κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την ακροαματική διαδικασία. (θ) Η παρούσα Αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα και έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας Αγωγής. (ι) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και προσθήκες δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις. (κ) Τα αιτούμενα Διατάγματα θα επιφέρουν τέτοια βλάβη στους Εναγόμενους-Καθ' ών η Αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  2. Διαδικασία - Γεγονότα Στην υπό κρίση υπόθεση, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Ενάγουσα με τους Εναγόμενους διατηρούσαν συμβατική σχέση ενοικίασης, η οποία έληξε τον Σεπτέμβριο του
  2. Προς τούτο υπογράφηκε σχετική συμφωνία τερματισμού. Η υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Από τον φάκελο του Δικαστηρίου και τα δικόγραφα που έχουν καταχωρηθεί, προκύπτει ότι η πιο πάνω ενοικίαση και ο επακόλουθος τερματισμός της αποτέλεσαν τη βάση τόσο για την καταχώρηση της αγωγής της υφιστάμενης Ενάγουσας όσο και για την καταχώρηση της ανταπαίτησης των Εναγομένων. Οι δύο πλευρές μέσα από τις εκατέρωθεν αξιώσεις απαιτούν αποζημιώσεις αναφορικά με κατ' ισχυρισμόν ζημίες που πηγάζουν από την ενοικίαση και τον τερματισμό αυτής. Νομική πτυχή- Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Προτού προχωρήσω με την εξέταση της βασιμότητας της αίτησης, επειδή εγέρθηκε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση ζήτημα παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω ορθότερο να το εξετάσω κατά προτεραιότητα. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ομνύσθηκε από δικηγόρο. Επομένως, αναδύεται το ερώτημα του κατά πόσο το πιο πάνω γεγονός καθιστά παράτυπη την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Παρόλο που η νομολογία έχει επανειλημμένα επισημάνει ως ανεπιθύμητη την πρακτική της όμνυσης ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, εντούτοις δεν έχει θεσπίσει κανόνα απόλυτης απαγόρευσης αυτής. Θεμελιακή, εν προκειμένω, είναι η απόφαση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, όπου κρίθηκε πως όπου δεν είναι εμφανής ο λόγος που ο δικηγόρος προβαίνει στην ένορκη δήλωση θα πρέπει να δίδεται κάποια εξήγηση. Στην υπό κρίση υπόθεση, από τη φύση της αίτησης και των λόγων που προβάλλονται προς υποστύλωσή της, προκύπτει ότι τα ζητήματα είναι αμιγώς νομικά. Επομένως, είναι εμφανής ο λόγος που δικηγόρος ορκίσθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Ταυτόχρονα ο ομνύων δεν χειρίστηκε την υπόθεση ενώπιόν μου. Συνεπώς, κρίνω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι παράτυπη. Επομένως, προχωρώ να εξετάσω την βασιμότητα της υπό συζήτηση αίτησης. Όπως φαίνεται από τη νομική βάση της αίτησης η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.12 θ.3 και 4 και της Δ.25 των περί πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Το βασικό θεμέλιο της αίτησης είναι η Δ.12 , αφού οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό τη Δ.25 είναι παρεπόμενες του βασικού αιτήματος της Αιτήτριας για αντικατάσταση της υφιστάμενης Ενάγουσας. Συγκεκριμένα η Δ.12 θ.3 και 4 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
  1. In case of an assignment, creation, or devolution of any estate or title pendente lite, the cause or matter may be continued by or against the person to or upon whom such estate or title has come or devolved.
  2. Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party, or that any person already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence.» Σύμφωνα δε με τη θεμελιακή απόφαση Kαφφά Iωάννης Σ. Σπανού και Άλλος ν. Σάββα Iωάννου Kαφφά
(1999)1 ΑΑΔ 544: «Το κριτήριο της Δ.12 για μη τερματισμό (abatement) και για συνέχιση της διαδικασίας δεν είναι το πρόσωπο του διαδίκου αλλά η συνεχιζόμενη ύπαρξη επιδίκου θέματος (cause or matter).» Όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825: «Όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12, κ.3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48, κ.8
(1)(p) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διάδικου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte).» Από τα πιο πάνω εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι σε περίπτωση έγκυρης εκχώρησης δικαιωμάτων, η αγωγή μπορεί να συνεχιστεί από το πρόσωπο που απέκτησε τον τίτλο ή δικαίωμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.12 θ4 τις οποίες επικαλούνται οι Αιτητές προκύπτει ότι η σχετική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι διακριτική. Υπό το φως των πιο πάνω, αναδύεται η ανάγκη αρχικά να εξεταστεί το κατά πόσο υφίσταται έγκυρη εκχώρηση δικαιωμάτων. Η εκχώρηση (assignment) δεν τυγχάνει νομοθετικής ρύθμισης στο Κυπριακό Δίκαιο αλλά πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας, το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 29
(1)γ του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Vassos Ayiomamitis Developments Ltd v. Αρτέμη Θωμαΐδη
(2000)1 ΑΑΔ 238 . Ιδίως ως προς τον τύπο της συμφωνίας εκχώρησης σχετική είναι η απόφαση Markidou v. Kyriacos Killiaris and another
(1983)1 CLR 392 όπου κρίθηκε ότι: «No specific form is required to effect an assignment. Form is never significant in equity. It looks to the intent. So long as an intent to assign is disclosed, equity will give effect to it. Assignment is effective the moment it is communicated to the assignee.» Συνεπώς, προκύπτει ότι δεν απαιτείται συγκεκριμένος τύπος για την εκχώρηση, φτάνει να αποδεικνύεται η πρόθεση εκχώρησης. Στην υπό κρίση υπόθεση η συμφωνία εκχώρησης έγινε γραπτώς και μέσα από το περιεχόμενο της προκύπτει σαφώς η πρόθεση εκχώρησης. Επιπρόσθετα ως προς την φύση των δικαιωμάτων που δυνατόν να εκχωρηθούν διαφωτιστική είναι η απόφαση Λουκά Aνδρέας ν. Eurolife Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1524, όπου υιοθετήθηκε η προσέγγιση του Δικαστή Κωνσταντινίδη (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε) στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην αγωγή Χριστόπουλου v. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ. 2617/73, ημερ. 16.6.90 ως ακολούθως: «Στην Αγγλία, πρώτα με το Αρθρο 25
(6)του Supreme Court of Judicature Act 1873 και στη συνέχεια με το Αρθρο 136
(1)του Law of Property Act 1925, υπό τον όρο της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων αναγνωρίστηκε νομοθετικά η δυνατότητα εκχώρησης «αντικειμένων αγωγής» (choses in action). Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο όμως ότι η νομοθετική ρύθμιση ούτε περιόρισε ούτε διεύρυνε τις δυνατότητες εκχώρησης όπως τις αναγνωρίζει το δίκαιο της επιείκειας. Η νομοθετική ρύθμιση δεν διαφοροποίησε την ουσία αλλά πρόσφερε μηχανισμό για άμεση διεκδίκηση δικαιωμάτων από την εκχώρηση χωρίς την ανάγκη σύμπραξης του εκχωρητή.» ( η υπογράμμιση είναι του παρόντος δικαστηρίου) Τέλος, στην απόφαση Kyriacos Killiaris ( ανωτέρω), με παραπομπή στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3th edition Volume 4, para. 991, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τον όρο choses in action: «Presently, it signifies an actionable right of a personal character, as contrasted to a right in rem, that is, a right attaching to the thing itself. A chose in action encompasses both corporeal and incorporeal rights of property not in possession. » Στην υπό εξέταση υπόθεση αυτό που ουσιαστικά προβάλλεται από τους Καθ' ων η αίτηση είναι το ότι το αγώγιμο δικαίωμα που φέρεται να εκχωρείται δεν είναι δεκτικό εκχώρησης. Συγκεκριμένα προβάλλεται η θέση ότι το αγώγιμο δικαίωμα πηγάζει από αστικό αδίκημα και δεν είναι δεκτικό εκχώρησης. Από την έκθεση απαίτηση προκύπτει ότι η Ενάγουσα αξίωνε το ποσό των € 10.500 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και επιστροφή αντικειμένων που κατά τη θέση της παρέμειναν εντός του υποστατικού που ενοικίαζε. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας στην αγόρευσή της περιόρισε την αξίωση μόνο στην επιστροφή του πιο πάνω ποσού. Περαιτέρω, από τη συμφωνία εκχώρησης προκύπτει ότι εκχωρήθηκε μόνο η αξίωση για επιστροφή της προκαταβολής. Επιπλέον, σημειώνεται ότι η νομολογία έχει υπαγάγει το ζήτημα της επιστροφής της προκαταβολής στο κεφάλαιο των αποζημιώσεων που δυνατόν να προκύψουν από παράβαση σύμβασης. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Οδυσσέως Νίκος ν. Χαρίτου Χαρίτου
(2004)1 ΑΑΔ 1061 και Μάριος Αγαπίου κ. α. ν Ευαγγελίας Λεωνίδου
(2007)1Α Α.Α.Δ.
  1. Επομένως, το ζήτημα που εκχωρήθηκε προκύπτει από συμβατικό δικαίωμα και όχι από αστικό αδίκημα, ως εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι έχει εκχωρηθεί ένα εκ των επικαλούμενων αγώγιμων δικαιωμάτων, το όποιο αποτελεί choose in action. Συνεπώς, έχουμε έγκυρη εκχώρηση με αντικείμενο δεκτικό εκχώρησης. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι να υπάρχει έγκυρη εκχώρηση του υπό συζήτηση αγώγιμου δικαιώματος από την υφιστάμενη Ενάγουσα προς την PPF Cyprus Management Limited και ως εκ τούτου να συνεχίζει να υφίσταται επίδικο θέμα. Όμως, το ζήτημα δεν τελειώνει με την πιο πάνω διαπίστωση. Η Αιτήτρια όφειλε να καταδείξει ότι η αντικατάσταση της αρχικής Ενάγουσας είναι αναγκαία ή επιθυμητή. Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα The Annual Practice του έτους 1959 στη σελίδα 421 στα σχόλια της πανομοιότυπης παλαιάς Αγγλικής O. 17 r.4, υπό τον τίτλο Assignment or Alienation Pending suit: «It is not generally necessary to bring before the Court an assignee pendnente lite of an equitable interest, not by operation of law.» Έτσι, το γεγονός της εκχώρησης και μόνο δεν καθιστά από μόνο του αναγκαία την υποκατάστατη της Ενάγουσας αλλά το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το σύνολο των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης. Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι η αξίωση της αρχικής Ενάγουσας ερείδεται επί σύμβαση ενοικίασης, η οποία τερματίστηκε. Η Ενάγουσα στη βάση του τερματισμού αυτού αξίωνε μεταξύ άλλων και την επιστροφή της προκαταβολής. Ταυτόχρονα η ίδια σύμβαση ενοικίασης αποτέλεσε και τη βάση της ανταπαίτησης των Εναγομένων εναντίον της αρχικής Ενάγουσας. Επομένως, προκύπτει ότι τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση έχουν ως έρεισμα ισχυρισμούς που αναφύονται μέσα από τη σχέση ενοικίασης μεταξύ αρχικής Ενάγουσας και Εναγομένων και τον τερματισμό αυτής. Η εν λόγω σύμβαση τερματίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2013 και η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 3.9.2014, ενώ η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 24.2.
  2. Παράλληλα, η προτιθέμενη Ενάγουσα ουδεμία σχέση είχε με την επίδικη σύμβαση ενοικίασης και ουδεμία ευθύνη μπορεί να φέρει για πράξεις ή παραλείψεις της αρχικής Ενάγουσας που σχετίζονται με τη συμπεριφορά της τελευταίας κατά την περίοδο ενοικίασης. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι με την υπό κρίση δεν επιδιώκεται απλώς η προσθήκη της Αιτήτριας ως Ενάγουσα μαζί με την υφιστάμενη Ενάγουσα, αλλά επιδιώκεται η υποκατάσταση της υφιστάμενης Ενάγουσας με την Αιτήτρια. Άλλωστε, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να επιδιωχθεί αφού ελλείπει το σχετικό δικονομικό υπόβαθρο. Έτσι, τυχόν αντικατάσταση της αρχικής Ενάγουσας από την προτιθέμενη Ενάγουσα θα αφήσει χωρίς αντικείμενο, στο πλαίσιο εκδίκασης της παρούσας αγωγής, την ανταπαίτηση των Εναγομένων, αφού ουδεμία σύνδεση υφίσταται μεταξύ της Αιτήτριας και των ζητημάτων που εγείρονται με την Ανταπαίτηση. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου τη χρονική απόσταση από τη γένεση των εκατέρωθεν αξιώσεων, οι οποίες ανάγονται στο έτος
  3. Συνεπώς, η αίτηση για υποκατάσταση της Ενάγουσας, η οποία καταχωρήθηκε το 2020 όχι απλά θα αφήσει χωρίς αντικείμενο την ανταπαίτηση των Εναγομένων αλλά θα εγείρει και ζήτημα παραγραφής σε τυχόν καταχώρηση καινούργιας αγωγής εναντίον της αρχικής Ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, το να υποχρεωθεί κάποιος διάδικος, ο οποίος ήγειρε ανταπαίτηση, να καταχωρήσει νέα αγωγή έξι χρόνια μετά την καταχώρηση της ανταπαίτησής του, επειδή υποκαταστάθηκε ο αντίδικος του, δημιουργεί αδικία σε αυτόν που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, αφού άπτεται της δυνατότητάς του να επιδιώξει ή να αξιώσει δικαστική θεραπεία εντός ευλόγου χρόνου. Τα πιο πάνω τόσο σωρευτικά όσο και μεμονωμένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αντικατάσταση της αρχικής Ενάγουσας από την προτιθέμενη Ενάγουσα δεν είναι αναγκαία ή επιθυμητή. Το πιο πάνω συμπέρασμα σφραγίζει το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης και παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης που προβλήθηκαν. Επίσης, επειδή οι αιτούμενες τροποποιήσεις ουσιαστικά ήταν παρεπόμενες της αντικατάστασης διαδίκου, η υπό κρίση αίτηση κρίνεται απορριπτέα στο σύνολό της. Κατάληξη: Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.