Cyprus Popular Bank Public Ltd ν. Δημητριάδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1967/13, 4/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A523 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1967/13 ΜΕΤΑΞΥ: Cyprus Popular Bank Public Ltd Ενάγουσας -και-
- XXXXX Παντελή Δημητριάδη
- XXXXX Δημήτρη Χαρή Εναγομένων Ημερομηνία: 04 Οκτωμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Γεωργίου για Ιωαννίδης Δημητρίου Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Ευσταθίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, είναι η αξίωση της Ενάγουσας, εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, για το ποσό των €34.457,02, ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και του ποσού των €36.833.18 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου. Περαιτέρω η Ενάγουσα αξιώνει τόκο 14% ετησίως, από 14.3.13 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Τέλος, η Ενάγουσα αξιοί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εκποίηση της υποθήκης XXXXX/09, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ
- Η Ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της, αναφέρθηκε στη συμφωνία ημερομηνίας 17.11.08, με την οποία ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αριθμόν 013‑ 11‑ 015507, προς όφελος του Εναγόμενου 1 και αναφέρθηκε στους κυρίους όρους αυτής. Επίσης ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 2, δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως, ημερομηνίας 17.11.08, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις που προέκυπταν από τον πιο πάνω λογαριασμό. Επιπρόσθετα η Ενάγουσα, δικογράφησε τον ισχυρισμό, ότι δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 30.10.09, παρείχε δάνειο ύψους €30 στον Εναγόμενο 1, και ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αριθμόν 013‑ 12‑
- Ταυτόχρονα η Ενάγουσα δικογράφησε τους βασικούς όρους της επίδικης συμφωνίας και ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 2, στη βάση συμφωνίας εγγύησης, ημερομηνίας 30.10.2009, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, σε σχέση με την πιο πάνω συμφωνία δανείου. Προς εξασφάλιση των επίδικων διευκολύνσεων οι Εναγόμενοι 1 και 2, σύστησαν προς όφελος της Ενάγουσας την υποθήκη XXXXX/2009, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Περί τις 12.7.2009, η Ενάγουσα ζήτησε από τον Εναγόμενο 1, να διευθετήσει τις καθυστερημένες δόσεις και τον ενημέρωσε για τη μεταβολή του επιτοκίου που θα επέρχετο από 12.7.
- Ακολούθως περί τις 23.8.2011, η Ενάγουσα καθόρισε το επιτόκιο των επίδικων λογαριασμών σε 14% και τερμάτισε τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών. Σχετικά ενημερώθηκε και η Εναγόμενη
- Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους, αποδέχτηκαν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, αλλά αρνήθηκαν την ύπαρξη των όρων που επικαλείται η Ενάγουσα. Διαζευκτικά ισχυρίστηκαν ότι οι επίδικοι όροι είναι καταχρηστικοί και ή περιέχουν καταχρηστικούς όρους. Σε σχέση με την εγγύηση της Εναγόμενης 2, ισχυρίστηκαν ότι αυτή είναι παράνομη, καθότι οι υποχρεώσεις αυτής, απορρέουν από παράνομη σύμβαση. Ισχυρίστηκαν τέλος, ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην αξίωση του επίδικου ποσοστού επιτοκίου και ότι η αύξηση του επιτοκίου σε 14% είναι παράνομη και αντίκειται στη νομοθεσία. Ανταπαιτητικώς αξίωσαν αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου, ότι η συμφωνία ημερομηνίας 17.11.2008, περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες να διατάσσονται να διαγράψουν οποιαδήποτε ποσά έχουν χρεώσει αυθαίρετα και ή παράνομα και αντισυμβατικά. H Eνάγουσα στην απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, αναφέρθηκε στη μετονομασία της Marfin Popular Bank Public Co σε Cyprus Popular Bank Public Co και στην ΚΔ.Π. 104/2013 περί υποκατάστασης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στη θέση της Cyprus Popular Bank Public Co. Επίσης, συνένωσε τα επίδικα θέματα με τους Εναγόμενους και αρνήθηκε τις αξιώσεις που προβάλλονται στην ανταπαίτηση. Η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί. Σχετική είναι η απόφαση G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ.
- Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
- Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από τους χειρισμούς της υπεράσπισης κατά την ακρόαση δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, καθώς και το περιεχόμενο αυτών. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η νομιμότητα συγκεκριμένων όρων, καθώς και την εγκυρότητα και δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών. Συνακόλουθα, προβαίνω σε εύρημα σε σχέση με την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δανείου, εγγύησης και υποθήκης. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Ενάγουσα κάλεσε έναν μάρτυρα, ήτοι τoν XXXXX Αδαμίδη, υπάλληλο της Ενάγουσας ως Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε1, κατά την κυρίως εξέτασή του, κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και 2, ειδοποίηση με βάση τον περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων νόμο 17(ι)/
- Ως Τεκμήριο 3, έντυπο ανοίγματος λογαριασμού ημερομηνίας 12.4.2007, ως Τεκμήριο 4, συμφωνία του τρεχούμενου λογαριασμού, ημερομηνίας 17.11.
- Ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο των γενικών όρων και κανονισμών της τράπεζας. Ως Τεκμήριο 6, επιστολή ημερομηνίας 17.11.2008 και ως Τεκμήριο 7, επιστολή υπογεγραμμένη από την Εναγόμενη 2, ημερομηνίας 17.11.
- Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 8, τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 30.10.2009, ως Τεκμήριο 9, εξουσιοδότηση προτιθέμενου πρωτοφειλέτη. Ως Τεκμήριο 10, επιστολή ημερομηνίας 27.10.
- Ως Τεκμήριο 11, συμφωνία εγγύησης, ημερομηνίας 30.10.
- Και ως Τεκμήριο 12, επιστολή υπογεγραμμένη από την Εναγόμενη 2, ημερομηνίας 30.10.
- Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 13, τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης, μαζί με το έγγραφο υποθήκης. Ως Τεκμήριο 14, επιστολή ημερομηνίας 12.7.11 και ως Τεκμήριο 15, επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 23.8.
- Επιπλέον κατέθεσε ως Τεκμήριο 16, τις καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο από 13.4.7‑ 30.6.11, σε σχέση με τον λογαριασμό XXXXX
- Και ως Τεκμήριο 17, αντίγραφο των καταστάσεων λογαριασμού για την περίοδο από 17.11.2009‑ 31.12.2020, σε σχέση με τον λογαριασμό XXXXX
- Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, επιστολή των συνηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 30.12.
- Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 και 20, αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία δόθηκε μέσω γραπτής δήλωσης, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, αναφέρθηκε στην ιδιότητά του στην Ενάγουσα και στο ιστορικό σε σχέση με τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας. Αναφέρθηκε ιδίως στη μετονομασία της Marfin Popular Bank Public Co σε Cyprus Popular Bank Public Co και στην υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ στη θέση της Cyprus Popular Bank Public Co. Ακολούθως, αναφέρθηκε στη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων, ημερομηνίας 17.11.2008, και στη σχετική σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε η Εναγόμενη
- Ακολούθως, αναφέρθηκε στη συμφωνία δανείου, ημερομηνίας 30.10.2009 και στη σχετική συμφωνία εγγύησης που υπόγραψε η Εναγόμενη
- Σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων, ανέφερε ότι λειτουργούσαν με βάση του Γενικούς Όρους της Λαϊκής Τράπεζας, οι οποίοι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμφωνιών. Κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο 5 δηλώνοντας ότι ήταν αντίγραφο των εν λόγω όρων. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη σύμβαση υποθήκης, καθώς και στην αποστολή της προειδοποιητικής επιστολής και της επιστολής τερματισμού, σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού για τις οποίες δήλωσε ότι η τράπεζα διατηρεί τραπεζικό βιβλίο και τηρεί τις καταστάσεις λογαριασμού σε ηλεκτρονική μορφή. Οι καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο, καταχωρούνται και αποθηκεύονται, όλα τα σχετικά στοιχεία κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Οι καταχωρήσεις γίνονται κατά τη συνήθη εκτέλεση των εργασιών της Ενάγουσας. Όλες οι καταχωρήσεις που γίνονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αποτελούν το σύνηθες τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Η κατάσταση του υπόλοιπου των επίδικων καταστάσεων λογαριασμού, αποτελεί πιστή απεικόνιση των καταχωρήσεων που έγιναν κατά καιρούς στο τραπεζικό βιβλίο, και ο ίδιος βεβαίωσε την ορθότητα αυτών. Ακολούθως ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών και περιόρισε την αξίωση της τράπεζας, σε σχέση με το επιτόκιο υπερημερίας, σε ποσοστό 2%. Κατά την αντεξέταση του, αναφέρθηκε στη χρέωση του τόκου, εξηγώντας ότι στις καταστάσεις λογαριασμού, φαίνεται να χρεώνεται τόκος κάθε 3 μήνες, όμως αυτός ανακεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες. Ως εκ τούτου, ήταν η θέση του ότι ο ανατοκισμός γινόταν δύο φορές τον χρόνο. Αναφέρθηκε επίσης στους όρους επί των επίδικων συμβάσεων που επέτρεπαν τον ανατοκισμό δύο φορές τον χρόνο. Τόνισε ότι η ίδια τακτική ακολουθήθηκε και στην ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού. Αρνήθηκε την υποβολή, ότι τα ποσά που παρουσιάζονται, δεν προκύπτουν από τις επίδικες συμφωνίες και ότι τα ποσά που αξιώνονται είναι υπέρογκα. Τόνισε ότι οι καταστάσεις που κατέθεσε, αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, (ανωτέρω). Στην παρούσα, παρόλο που δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της Εναγομένης, εντούτοις έχει αμφισβητηθεί μέσω της αντεξέτασης η ορθότητα της εκδοχής του μάρτυρα της Ενάγουσας. Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο προτού ενδεχομένως η μαρτυρία του ΜΕ1, χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων, αυτή να αξιολογηθεί. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τον μάρτυρα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Ασφαλώς το Δικαστήριο έχει κατά νου ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε 1 Ο Μ.Ε1, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, σαφήνεια και πειστικότητα. Επίσης, η μαρτυρία του υποστηρίζεται από την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία και στα πλείστα σημεία της δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του περί της μετονομασίας της Marfin Popular Bank Public Co σε Cyprus Popular Bank Public Co. Περαιτέρω, η θέση του ότι το Τεκμήριο 5 αποτελεί αντίγραφο των Γενικών όρων και Κανονισμών που κατέστησαν αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμβάσεων δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, η θέση του ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που προσκόμισε, αποτελούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επιπρόσθετα, δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση, η αποστολή των σχετικών προειδοποιητικών επιστολών και της επιστολής τερματισμού. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Εναγόμενη 2 έλαβε γνώση για των πιο πάνω επιστολών. Ταυτόχρονα, από το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών, προκύπτει ότι αυτές στάλθηκαν στη διεύθυνση που προνοούν οι επίδικες συμφωνίες και δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι αυτές έχουν επιστραφεί από το ταχυδρομείο. Τέλος, κατά την αντεξέταση του, δεν υπέπεσε σε οποιανδήποτε αντίφαση τέτοιας φύσης, η οποία να είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Ε1, για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το κοινό υπόβαθρο γεγονότων και την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ με τη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η Marfin Popular Bank Public Co και ο Εναγόμενος 1 κατήρτισαν συμφωνία ημερομηνίας 17.11.08, με την οποία ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αριθμόν XXXXX5507, προς όφελος του Εναγόμενου
- Η επίδικη συμφωνία θα διέπετο και από τους Γενικούς όρους της Τράπεζας, αντίγραφο των οποίων έλαβε ο Εναγόμενος 1 και αποδέχθηκε το περιεχόμενό τους. Η Εναγόμενη 2, δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως, ημερομηνίας 17.11.08, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις που προέκυπταν από την πιο πάνω συμφωνία. Για την επίδικη συμφωνία το συμβατικό επιτόκιο ανερχόταν σε 9.25% ετησίως. Επιπρόσθετα δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 30.10.09, η Marfin Popular Bank Public Co παρείχε δάνειο ύψους €30.000 στον Εναγόμενο 1, και ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αριθμόν 013‑ 12‑
- Για τη συγκεκριμένη συμφωνία το συμβατικό επιτόκιο ανερχόταν σε 8.25% ετησίως. Η επίδικη συμφωνία θα διέπετο και από τους Γενικούς όρους της Τράπεζας, αντίγραφο των οποίων έλαβε ο Εναγόμενος 1 και αποδέχθηκε το περιεχόμενό τους. Σύμφωνα με τις επίδικες συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων οι εν λόγω όροι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμφωνιών. Οι Γενικοί όροι και Κανονισμοί της τράπεζας στο άρθρο 18 επέτρεπαν την χρέωση τόκου ανά τριμηνία και την κεφαλαιοποίηση του τόκου μέχρι δυο φορές τον χρόνο. Η Εναγόμενη 2, στη βάση συμφωνίας εγγύησης, ημερομηνίας 30.10.2009, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, σε σχέση με την πιο πάνω συμφωνία δανείου. Προς εξασφάλιση των επίδικων διευκολύνσεων οι Εναγόμενοι 1 και 2, σύστησαν προς όφελος της Ενάγουσας την υποθήκη XXXXX/2009, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας. Στις δύο συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων υφίστατο πρόνοια για επιβολή τόκου υπερημερίας. Στην μεν συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού Τεκμήριο 4 προνοείτο η δυνατότητα επιβολής τόκου υπερημερίας μέχρι 5 εκατοστιαίες μονάδες και στη συμφωνία δανείου Τεκμήριο 8, μέχρι 10 εκατοστιαίες μονάδες. Περί τις 12.7.2009, δια επιστολής της η Ενάγουσα ζήτησε από τον Εναγόμενο 1, να διευθετήσει τις καθυστερημένες δόσεις και τον ενημέρωσε για τη μεταβολή του επιτοκίου που θα επέρχετο από 12.7.
- Ακολούθως περί τις 23.8.2011, η Ενάγουσα καθόρισε το επιτόκιο των επίδικων λογαριασμών σε 14% και τερμάτισε τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών. Σχετικά ενημερώθηκε και η Εναγόμενη
- Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση προβλήθηκε ότι δεν νομιμοποιείται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ, να συμμετέχει στη διαδικασία. Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων παρέπεμψε στην απόφαση Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της περιουσίας της D.K. Intercity Buses Larnaca Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2011, ημερομηνίας 7.7.
- Η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται από την πιο πάνω απόφαση, αφού στην προκειμένη περίπτωση η συμμέτοχη της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ στη διαδικασία επήλθε δια καταχώρισης ειδοποίησης ημερομηνίας 12.8.2013 στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η εν λόγω ειδοποίηση δόθηκε στη βάση της Κ.Δ.Π. 104/2013, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του ειδικού νόμου Ν.17(Ι)/
- Σύμφωνα δε με το άρθρο 13(β) της ΚΔΠ 104/13 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υποκαθιστά τη Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία. Επομένως, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, συμμετείχε στη διαδικασία κατ' εφαρμογή των προνοιών του Ν.17(Ι)/2013και τις ΚΔΠ 104/
- Συνεπώς, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ συμμετείχε στη διαδικασία νομότυπα στη βάση της σχετικής Κ.Δ.Π 104/2013 και δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Επομένως προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η αξίωση της Ενάγουσας. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί η συνομολόγηση των επιδίκων συμφωνιών. Αυτό που αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους ήταν η ορθότητα του υπολογισμού του επιτοκίου. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων το επιτόκιο επιβαλλόταν ανά τριμηνία, πράγμα παράνομο. Επίσης, προέβαλε τη θέση ότι στις επίδικες συμφωνίες δεν ξεκαθαρίζεται το τοπίο αναφορικά με τον χρόνο χρέωσης του επιτοκίου. Σε σχέση με τα πιο πάνω, παρατηρώ ότι στις επίδικες συμφωνίες Τεκμήρια 4 και 8 καταγράφεται ρητά ότι ο πελάτης έχει παραλάβει και αποδεχθεί τους Γενικούς όρους και Κανονισμούς της Τράπεζας, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι οι επίδικες συμφωνίες λειτουργούσαν στη βάση των Γενικών Όρων αντίγραφο των οποίων κατέθεσε, ως Τεκμήριο
- Σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν υποβλήθηκε ότι το αντίγραφο των Γενικών όρων που κατατέθηκε διέφερε από το κείμενο των Γενικών όρων που δόθηκε στον Εναγόμενο 1 και αποδέχθηκε κατά τον χρόνο συνομολόγησης των επίδικων συμφωνιών. Επομένως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι επίδικες συμφωνίες λειτουργούσαν στη βάση των Γενικών Όρων της Τράπεζας, οι οποίο αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμφωνιών, και ότι αντίγραφο αυτών αποτελεί το Τεκμήριο
- Έτσι, το γεγονός ότι κατατέθηκε ως αντίγραφο η 5η έκδοση των εν λόγω όρων, ημερομηνίας μεταγενέστερης των επίδικων συμφωνιών δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν Γενικοί Όροι κατά τον χρόνο συνομολόγησης των επιδίκων συμφωνιών ή ότι οι Γενικοί Όροι της Τράπεζας ήταν διαφορετικοί κατά τον χρόνο που υπογράφθηκαν οι επίδικες συμβάσεις. Αντίθετα, ενόψει της μη υποβολής της θέσης ότι οι Γενικοί Οροί που δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμβάσεων ήταν διαφορετικοί από τους όρους του Τεκμήριο 5, το Δικαστήριο κρίνει ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 επαρκεί για ν' αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τους σχετικούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των εν λόγω όρων προκύπτει ότι η Τράπεζα είχε δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τον τόκο δυο φόρες τον χρόνο. Επίσης στο άρθρο 18 προκύπτει ρητά ότι ο τόκος μπορούσε να ήταν πληρωτέος μηνιαίως ή ανά τριμηνία και εν πάση περιπτώσει μπορούσε να κεφαλαιοποιηθεί μόνο δύο φορές τον χρόνο. Επομένως, η χρέωση τόκου ανά τριμηνία ήταν ενέργεια σύμφωνη με τους Γενικούς όρους της Τράπεζας, οι οποίοι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των επίδικων συμβάσεων. Επιπλέον, μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι όντως η τράπεζα κεφαλαιοποιούσε τον τόκο δύο φορές τον χρόνο. Το γεγονός ότι στις καταστάσεις λογαριασμού καταγράφεται τόκος ανά τριμηνία δεν συνεπάγεται κεφαλαιοποίηση πέραν των δύο φορών ανά έτος, αφού όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1 το ποσοστό του επιτοκίου προστίθετο στο υπόλοιπο ανά εξάμηνο. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 αυτή είναι η σημασία του όρου value date. Συνακολούθα, δεν διαπιστώνω ότι η Ενάγουσα κεφαλαιοποιούσε τον τόκο πέραν των δύο φορών ετησίως. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3
(1)δ του Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/1999, οι τράπεζες δεν δικαιούνται να κεφαλαιοποιούν πέραν των δύο φορές τον χρόνο. Επομένως η κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο εφόσον έχει συμφωνηθεί δεν αντίκεται στον Νόμο. Επίσης, έχοντας υπόψη το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε του όρους των επίδικων συμφωνιών. Περαιτέρω, μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι αποστάληκε προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 12.7.2011, Τεκμήριο 14, στον Εναγόμενο 1 σε σχέση με κατ' ισχυρισμόν καθυστερήσεις στους λογαριασμούς του. Η πιο πάνω θέση δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επίσης, ο Μ.Ε.1 κατέθεσε την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 23.8.2011, ως Τεκμήριο 15. Τέλος, ο Μ.Ε.1 δήλωσε ότι η Εναγομένη 2 έλαβε αντίστοιχες ειδοποιήσεις. Οι πιο πάνω αναφορές του Μ.Ε.1 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση. Επιπλέον, δεν υποβλήθηκε, αλλά ούτε υφίσταται μαρτυρία ότι οι εν λόγω επιστολές επιστράφηκαν πίσω. Τα πιο πάνω συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης των σχετικών επιστολών στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονταν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου κ.ά
(2009)1.(Α) Α.Α.Δ
- Στον αντίποδα, η πλευρά των Εναγομένων ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε ώστε να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο. Επομένως, έχει αποδειχθεί τόσο η παράβαση των όρων των επιδίκων συμβάσεων και ο τερματισμός αυτών. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει το υπόλοιπο του κατ' ισχυρισμόν χρέους. Στην υπό κρίση υπόθεση, προς απόδειξη του κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16 και 17 οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Οι εν λόγω καταστάσεις κατατέθηκαν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου. Ταυτόχρονα υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία από τον Μ.Ε.1 ότι η Τράπεζα τηρούσε Τραπεζικό Βιβλίο. Περαιτέρω, ο ίδιος ο μάρτυρας δήλωσε ότι οι καταχωρήσεις στα Τεκμήρια 16 και 17 έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Επιπρόσθετα, ο Μ.Ε.1 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρήσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και αποτελούν ορθή αντιγραφή των αρχικών καταχωρήσεων στο Τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Ταυτόχρονα ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο. Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 16 και 17 να κριθούν ως αντίγραφα του Τραπεζικού Βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου, αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010, ημερομηνίας 8.7.
- Σύμφωνα δε με τη νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1 ΑΑΔ 479, και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.
- Επιπλέον, στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σχετική επίσης είναι και η απόφαση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολ. Εφ. 426/11, ημερομηνίας 29.11.
- Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που αμφισβητήθηκε κυρίως ήταν η κεφαλαιοποίηση των τόκων δυο φορές ετησίως και η χρέωση του ανά τριμηνία. Όπως έχει κριθεί ανωτέρω η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τον τόκο δυο φόρες τον χρόνο όπως και έπραττε. Επίσης, η Τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώνει τόκο ανά τριμηνία. Συνεπώς, ενόψει του γεγονότος ότι δεν είχαν αμφισβητηθεί άλλες χρεώσεις στους επίδικους λογαριασμούς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων, όταν κρίνεται από την Τράπεζα πως θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησής της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, η Ενάγουσα κατέθεσε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού περιορίζοντας σε ποσοστό 2% τον αξιούμενο τόκο υπερημερίας. Το εν λόγω ποσοστό είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο σύμφωνα με το άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/
- Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον ο τόκος υπερημερίας προβλέπεται στη σύμβαση είναι επιτρεπτή η αξίωσή του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ( Κύπρου) Λτδ ( ανωτέρω). Από την ενέργεια της Ενάγουσας να προσκομίσει αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία περιορίζει το αξιούμενο ποσοστό επιτοκίου στο μέγιστο επιτρεπόμενο δυνάμει του Νόμου, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, συνάγεται ότι αυτή έχει περιορίσει της αξίωσή της ως προς τον τόκο υπερημερίας στο ποσοστό του 2%. Υπό το φως των πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι, παρόλο που η Ενάγουσα αρχικά χρέωνε και αξίωνε μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου, αυτό περιορίστηκε στο 2%. Συνεπώς, κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται να αξιώνει ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας προς 2% ετησίως. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η Τράπεζα επέβαλε επιτόκιο 14% από 23.8.
- Την εν λόγω ημερομηνία το τοκοφόρο υπόλοιπο του Τρεχούμενου λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των € 16.252,62 ενώ το υπόλοιπο του επίδικου δανείου ανερχόταν σε € 29.134,
- Επομένως, προκύπτει ότι η Ενάγουσα δικαιούται απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό € 16.252,62 πλέον τόκο προς 11,25% ετησίως, ήτοι συμβατικό 9.25 % πλέον 2% επιτόκιο υπερημερίας, από 23.8.2021 και για το ποσό € 29.134,62 με τόκος προς 10.25% ετησίως, ήτοι συμβατικό 8.25 % πλέον 2% επιτόκιο υπερημερίας, από 23.8.
- Επίσης, μέσω της απόδειξης των επιδίκων συμφωνιών εγγύησης και της αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας του Μ.Ε.1 ότι η Εναγομένη 2 λάμβανε ειδοποιήσεις για τις καθυστερήσεις και τον τερματισμό, προκύπτει ότι έχει αποδειχθεί και η αξίωση εναντίον της Εναγομένης
- Τέλος, έχει αποδειχθεί η νομότυπη υποθήκευση του επιδίκου ακινήτου και ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε εκποίηση αυτού. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Ανταπαίτηση Οι Εναγόμενοι με την ανταπαίτησή τους αξίωσαν δήλωση και ή διαταγή του Δικαστηρίου οι ρήτρες που περιέχει η σύμβαση, ημερομηνίας 17.11.2008, είναι καταχρηστικές, καθώς και διάταγμα που να διατάσσει την Ενάγουσα να διαγράψει οποιαδήποτε ποσά που έχουν χρεωθεί παράνομα. Όμως, οι Εναγόμενοι κατά την ακρόαση πέραν της θέσης περί παράνομης κεφαλαιοποίησης του επιτοκίου, η οποία απορρίφθηκε, ουδεμία χρέωση αμφισβήτησαν. Επίσης, ουδεμιά μαρτυρία προσέφεραν που να σχετίζεται με ισχυρισμό καταχρηστικότητας οποιασδήποτε συμβατικής ρήτρας. Επομένως, οι αξιώσεις τους στην ανταπαίτηση παρέμειναν μετέωρες και αστήρικτες. Αναπόδραστη συνέπεια των πιο άνω είναι να κριθεί η ανταπαίτηση ως απορριπτέα με έξοδα εις βάρος των Εναγομένων. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν της ανταπαίτησή τους. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας, η οποία έχει υποκατασταθεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των για το ποσό € 16.252,62 πλέον τόκο προς 11,25% ετησίως από 23.8.2021 και για το ποσό € 29.134,62 με τόκος προς 10.25% ετησίως από 23.8.
- Επιπλέον εκδίδεται διάταγμα ως το Αιτητικό Ε της Έκθεσης Απαίτησης. Επιπλέον, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Ενόψει της συνεκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης ένα σετ εξόδων να υπολογιστεί. (Υπ.)........... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο