← Κύπρος

BROWDER κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 3325/17, 15/10/2021

BROWDER κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 3325/17, 15/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A530 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3325/17 Μεταξύ:- XXXXX BROWDER 2. XXXXX CHERKASOV Εναγόντων και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15/10/2021 Αίτηση από τους Ενάγοντες για περαιτέρω ή ειδική αποκάλυψη εγγράφων, ημερομηνίας 08/12/20 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Χρίστος Πουργουρίδης για ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΟΥΡΓΟΥΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση: κα Δήμητρα Παπαμιλτιάδους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας --------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση τους οι Ενάγοντες ζητούν: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως προβούν σε πλήρη και/ή περαιτέρω αποκάλυψη έτσι που να αποκαλυφθούν: (
  2. i)Τα ηλεκτρονικά μηνύματα και/ή σημειώσεις που αντηλλάγησαν μεταξύ των λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας στη διάρκεια της προετοιμασίας της Ένστασης στην αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 18/09/2017. (
  3. ii)Τα έγγραφα και/ή ηλεκτρονικά μηνύματα και/ή σημειώσεις που αντηλλάγησαν μεταξύ λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας και λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως καθώς και άλλων κυβερνητικών υπηρεσιών / Αστυνομίας / ΜΟΚΑΣ και αφορούν το επίδικο αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας καθώς και αιτήματα που προηγήθησαν για τα ίδια θέματα. (iii) Τα έγγραφα και/ή ηλεκτρονικά μηνύματα και/ή σημειώσεις που καταρτίσθηκαν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως και/ή από λειτουργούς του εν λόγω Υπουργείου και αφορούν το επίδικο αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας καθώς και προηγούμενα αιτήματα για τα ίδια θέματα. Όπως και σημειώσεις από τις συναντήσεις που είχαν ο Υπουργός και ή άλλοι λειτουργοί του Υπουργείου με Ρώσους αξιωματούχους όπως τον Ρώσο General Prosecutor κ. Chaika και τον βοηθό του κ. Alexandrov. (
  4. iv)Οποιαδήποτε άλλα έγγραφα που αφορούν το επίδικο αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας και δεν έχουν αποκαλυφθεί». Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.1 και 11, Δ.48 ΘΘ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η Αίτηση περιέχονται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Χρίστου η οποία λέγει στην ένορκη της δήλωση, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Χρήστος Πουργουρίδης & Σια ΔΕΠΕ και έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Ενάγοντες οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού όπως προβεί εκ μέρους τους στην ένορκη δήλωση. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να αποκαλύψουν έγγραφα σχετικά με την παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 87 της Σύνοψης της Μαρτυρίας του Ενάγοντα 2 γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο έγγραφο, (ηλεκτρονικό μήνυμα), από το οποίο προκύπτει η ύπαρξη και άλλων εγγράφων (ηλεκτρονικών μηνυμάτων) τα οποία ο Εναγόμενος παρέλειψε να αποκαλύψει. Εκτός των πιο πάνω εγγράφων υπάρχουν και άλλα έγγραφα που ο Εναγόμενος παρέλειψε να αποκαλύψει. Πρόκειται για σημειώσεις σχετικά με το επίδικο αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως καθώς και σημειώσεις λειτουργών του ιδίου Υπουργείου. Την ύπαρξη των σημειώσεων αυτών είδε ο δικηγόρος Χρήστος Πουργουρίδης σε συνάντηση που είχε με τον Υπουργό Ιωνά Νικολάου και είχε τον φάκελο της υπόθεσης αυτής ανοικτό πάνω στο γραφείο του και διάβαζε από τις σημειώσεις αυτές, χωρίς βέβαια να βλέπει ο Πουργουρίδης τι ανεγράφετο στις εν λόγω σημειώσεις. Τα πιο πάνω έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και ιδιαίτερα με το επίδικο θέμα του κατά πόσο το αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας γίνεται κακόπιστα και/ή η ποινική έρευνα εναντίον των Εναγόντων ελαύνεται από αλλότρια πολιτικά κίνητρα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση την οποία βάσισε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.28, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στον Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων, άρθρο 13, στη νομολογία και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Κατέγραψε δε στην ειδοποίηση ένστασης αριθμό λόγων ένστασης. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή Ένορκη Δήλωση της Έλενας Νεοφύτου, η οποία λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Είναι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός, υπεύθυνη του Τομέα Αστικών Υποθέσεων της Νομικής Υπηρεσίας, γνώστης των γεγονότων και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Ο Εναγόμενος έχει προβεί σε αποκάλυψη εγγράφων στην υπόθεση, με βάση τις οδηγίες του Δικαστηρίου και τις πρόνοιες των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και τη νομολογία. Τυχόν έγκριση του αιτήματος των Εναγόντων παραβιάζει Συνταγματικά δικαιώματα του Εναγομένου και δη ως προς το απόρρητο της αλληλογραφίας και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Τα αιτήματα αφορούν αποκάλυψη εγγράφων, αλληλογραφίας και «σημειώσεων», εκτός του πλαισίου των σχετικών με τη δίκη και τα επίδικα θέματα εγγράφων και μαρτυρίας, με αποτέλεσμα η Αίτηση να είναι απαράδεκτη και παντελώς νόμω και ουσία αβάσιμη. Τα ζητούμενα έγγραφα, «σημειώσεις» και αλληλογραφία δεν αποτελούν «έγγραφα» εν τη εννοία των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και της νομολογίας, τα οποία δέον όπως αποκαλύπτονται. Το αίτημα των Εναγόντων είναι απαράδεκτο και νόμω και ουσία αβάσιμο, μη στηριζόμενο στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, ούτε στη νομολογία, καθ΄ ότι οι αιτητές αιτούνται αποκάλυψη εγγράφων, αλληλογραφίας και «σημειώσεων», όπου εάν ικανοποιηθεί θα πρόκειται περί «ψαρέματος» μαρτυρίας. Πρόσθετα, σε «ψάρεμα» μαρτυρίας αφορά και το αίτημα για την αποκάλυψη των εγγράφων που προκύπτουν από τη Σύνοψη Μαρτυρίας των Εναγόντων, παράγραφος 87 και όχι από τη Σύνοψη Μαρτυρίας του Εναγομένου, πράγμα παντελώς απαράδεκτο. Όσον αφορά στις «σημειώσεις» σχετικά με το επίδικο αίτημα της Ρωσικής Ομοσπονδίας του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και λειτουργών του Υπουργείου, όπως συνάγεται από τις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης της κας Χρίστου, πέραν των πιο πάνω αναφερομένων, αποτελεί επίσης απαράδεκτο αίτημα αποκάλυψης των, καθ΄ ότι η ύπαρξη των εν λόγω «σημειώσεων» τελεί υπό την προϋπόθεση προσκόμισης μαρτυρίας και δή από τον ίδιο τον Δικηγόρο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες, πράγμα παντελώς ανεπίτρεπτο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και ειδική αναφορά θα γίνει αν και εφόσον χρειασθεί. Νομική Πτυχή Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd

(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του.(Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αποκάλυψη βάση της Δ.28 εξετάστηκε σε αρκετές υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Τυλληρής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271, αποφασίστηκαν τα εξής: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην Πολιτική Έφεση 9960 G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL, ημερομ. 22.9.98, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. Μεταξύ άλλων O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 O.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)1 AM, σελ.600, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)Α.Α.Δ. 40). Στην απόφαση VECTOR ONEGA A.G. v. 1. ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ M/V GRIVAS, κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 823 λέχθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με την υπόθεση National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and Another
(1962)1 C.L.R. 40 σχετικά με τα επίδικα θέματα είναι έγγραφα που άμεσα ή έμμεσα βοηθούν το διάδικο που ζητά αποκάλυψη να προωθήσει τη δική του υπόθεση, ή να βλάψει εκείνη του αντιπάλου του και που σχετίζονται με θέματα της αγωγής. Επιπρόσθετα, τα έγγραφα αυτά πρέπει να ήταν ή να ευρίσκονται στην κατοχή ή εξουσία του διαδίκου που θα προβεί στην αποκάλυψη. (Buben and Fried Kg. v. Kriticos ανωτέρω). Επισημαίνεται ότι η αποκάλυψη δεν περιορίζεται σε έγγραφα τα οποία θα ήταν αποδεκτά ως μαρτυρία (Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 62· O' Rourke v. Darbishire & Others [1920] A.C. 581), νοουμένου ότι αυτά είναι δυνατόν να προωθήσουν την υπόθεση του αιτούντος ή να βλάψουν εκείνη του αντιπάλου του». Είναι ανάγκη συγκεκριμενοποίησης των εγγράφων των οποίων αιτείται η αποκάλυψη KIPAGROTIKH LTD v. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΑΒΒΑ
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1610 Στην απόφαση
  1. Muskita-Aluminium Co Ltd, κ.α. ν.
  2. Groupal-Γρουπ Αλουμίνιο Ελλάς ΑΒΕΕ, κ.α., Αρ. Αγωγής 925/2001 απόφαση ημερ. 14.7.2005, Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η κα Λ. Δημητριάδου. Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) σκιαγραφώντας τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αποκάλυψης εγγράφων, όπως αποκρυσταλλώνονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είπε τα εξής: «Η αποκάλυψη εγγράφου στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε ο,τιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί, κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας ή για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση. Το Δικαστήριο έχει πραγματική διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να αποδεκτεί ή να περιορίσει ένα διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων αν τίποτε το θετικό δεν αναμένεται να προκύψει από την έκδοση του. Διάταγμα αποκάλυψης δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια για να αποφασίσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας να κάνει αναφορά στα δικόγραφα, στις ένορκες δηλώσεις και σε οποιαδήποτε διαδικασία μέσα στην ίδια την αγωγή. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων, θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη. Αναφορικά με τη «σχετικότητα» όπως και την «κατοχή» των εγγράφων από την άλλη πλευρά είναι αρκετό για τον αιτητή να αποδείξει την υπόθεση του εκ πρώτης όψεως. Να πω και κάτι τελευταίο. Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από το συγκεκριμένο διάδικο γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της ίδιας της υπόθεσης του». Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28, θ.1, είτε ειδική βάσει της Δ.28, θ.
  3. Η Δ.28, θ.1 προβλέπει ότι οιοσδήποτε διάδικος μπορεί, χωρίς να καταχωρήσει ένορκη δήλωση, να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για διατάγματα που να διατάσσει οιονδήποτε άλλο διάδικο σε οιονδήποτε ζήτημα να αποκαλύψει ενόρκως τα έγγραφα που είναι ή ήταν στην κατοχή του ή έλεγχο του και που σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα. Η Δ.28 Θ.11 προβλέπει ότι το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν αίτησης από οιονδήποτε διάδικο σε οιονδήποτε χρόνο, ανεξάρτητα αν μία ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα που να ζητεί από οιονδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκη δήλωση κατά πόσο οιονδήποτε ειδικό έγγραφο ή έγγραφα ή οιαδήποτε τάξη ή τάξεις εγγράφων που ειδικεύεται ή καθορίζεται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του, σύνταξη ή έλεγχο του, πότε τα αποξενώθηκε και τι απέγιναν. Αντίθετα με την γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28,θ.1, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (ειδική αποκάλυψη) δυνάμει της Δ.28, θ.
  4. Αυτό μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Μπορεί, όμως, να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεση του. Το στοιχείο αυτό, προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της Δ.28,θ.11 όπου αναφέρεται ότι η σχετική αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί, ανεξάρτητα του αν έχει προηγηθεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 153, η Δ.28, θ.11 χρησιμοποιείται εφόσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων που με έρεισμα πλέον την θ.11 μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Συνεπώς θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από τις εν λόγω πηγές, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έχει και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή του. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δεν διατάσσεται περαιτέρω Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης (Further Affidavit). Ως πηγές εννοούνται μόνον η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2: «δικηγόρος ο οποίος ασκεί το επάγγελµα» σηµαίνει δικηγόρο ο οποίος αποκτά το δικαίωµα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλµατος δυνάµει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 11 και ο οποίος έχοντας ως κύριο επάγγελµα την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλµατος, προσφέρεται ως έτοιµος να το ασκήσει, και περιλαµβάνει Νοµικό Λειτουργό ο οποίος είναι δικηγόρος και ∆ηµόσιο Κατήγορο ο οποίος είναι δικηγόρος και υπάγεται στη Νοµική Υπηρεσία από την ηµέρα του διορισµού του.». Το δε άρθρο 6 Α του ιδίου πιο πάνω Νόμου εξαιρεί τους νομικούς λειτουργούς από την υποχρέωση για εγγραφή δικηγόρων που ασκούν το επάγγελμα, σε βιβλίο που τηρείται από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Τα σχετικά εδάφια του άρθρου που προβλέπουν την πιο πάνω εξαίρεση έχουν ως εξής: «6 Α
(1)
(2)
(3)
(4)
(5)Καµιά διάταξη που περιέχεται στο άρθρο αυτό δεν εφαρµόζεται σε— (α) Οποιοδήποτε νοµικό λειτουργό· 4(α) του 11(Ι) του 2009. (β) οποιοδήποτε κυβερνητικό λειτουργό εξουσιοδοτηµένο από το Γενικό Εισαγγελέα της Δηµοκρατίας να εµφανίζεται, παρίσταται σε δικαστήριο (plead) και ενεργεί σε οποιαδήποτε διαδικασία στην οποία η Δηµοκρατία, η κυβέρνηση ή οποιοσδήποτε από τους λειτουργούς της υπό την επίσηµή του ιδιότητα είναι διάδικος· (γ) οποιοδήποτε Δηµόσιο Κατήγορο ο οποίος υπάγεται στη Νοµική Υπηρεσία». Στους περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμούς (ΚΔΠ 237/02) Κανον. 13, προβλέπονται τα εξής: «13-
(1)Το επαγγελματικό απόρρητο του δικηγόρου αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες και πρωταρχικό δικαίωμα και υποχρέωση του και πρέπει να τυγχάνει της προστασίας του Δικαστηρίου και οποιασδήποτε κρατικής ή δημό­σιας αρχής.
(2)Ο δικηγόρος είναι θεματοφύλακας των εμπιστευτικών πληροφοριών και στοιχείων που του εμπιστεύεται ο πελάτης του. Η διασφάλιση του απορ­ρήτου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για. τη δημιουργία εμπιστοσύνης από τον πελάτη στο δικηγόρο.
(3)Ο δικηγόρος οφείλει να σέβεται, χωρίς χρονικό περιορισμό, το απόρ­ρητο κάθε εμπιστευτικής πληροφορίας ή στοιχείου του οποίου έλαβε γνώση μέσα στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας του.
(4)Ο δικηγόρος φροντίζει για την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου από τα μέλη του προσωπικού του και από κάθε άτομο που συνεργάζεται μαζί του στα πλαίσια της επαγγελματικής δραστηριότητας του. Νοείται ότι όταν οι δικηγόροι ασκούν δικηγορία υπό μορφή δικηγορικού οίκου (ομάδας/ένωσης/ συνεταιρισμού) οι Κανονισμοί περί επαγγελματικού απορρήτου εφαρμόζο­νται στο σύνολο της ομάδας και σε όλα τα μέλη της.
(5)Σε περίπτωση που δικηγόρος θα είναι μάρτυρας σε υπόθεση, οφείλει να μην εμφανιστεί πλέον και ως δικηγόρος, ως μάρτυρας δε οφείλει να εμφα­νιστεί στο Δικαστήριο με πλήρη ανεξαρτησία γνώμης και δύναται να αρνηθεί να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση η οποία δυνατό να κατατείνει να τον οδηγήσει σε αποκάλυψη ή παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου,
(6)Το καθήκον της τηρήσεως του επαγγελματικοί) απορρήτου περιλαμβά­νει προστασία εμπιστευθέντων απορρήτων από τρίτα πρόσωπα λόγω του επαγγέλματος του, επίσης δε των εμπιστευθέντων απορρήτων συνεπεία συνο­μιλιών οι οποίες ήσαν αναγκαίες για να επιτευχθεί συμφωνία η οποία κατό­πιν δεν επραγματοποιήθει. Το απόρρητο περιλαμβάνει επίσης τα εμπιστευθέντα από άλλο συνάδελφο του». Επίσης στο βιβλίο του Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Γ. Σάντη, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ: ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ, 2014, στη σελίδα 988 διαβάζονται τα εξής κάτω από τον τίτλο Δικηγορικό Απόρρητο και Δικηγορική Δεοντολογία: «Στην Κύπρο, το δικηγορικό απόρρητο διασφαλίζεται με τους σχετικούς κανονισμούς που έχουν εκδοθεί με βάση τις πρόνοιες του Περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 13
(1)των Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών 2002 (ΚΔΠ 237/02), αναφέρεται ότι το δικηγορικό επαγγελματικό απόρρητο αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες πρωταρχικό δικαίωμα και υποχρέωση και πρέπει να τυγχάνει της προστασίας των Δικαστηρίων και οποιασδήποτε άλλης κρατικής ή δημόσιας αρχής. Συνεπώς, όταν δικηγόρος παρουσιαστεί ως μάρτυς σε δικαστική διαδικασία σε υπόθεση που αφορά σε πελάτη του, οφείλει - υπό το πλέγμα των αρχών και προϋποθέσεων που αναλύονται ανωτέρω - να εμφανιστεί με πλήρη ανεξαρτησία γνώμης και να αρνηθεί να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση που δυνατόν να κατατείνει στην αποκάλυψη ή παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου, ως το άρθρο 13
(5)των Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών 2002 (Παπαγεωργίου v Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή Αρ. 669/06, ημ. 15.5.08, Παπαγεωργίου v Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2000)4(Α) ΑΑΔ 216)». Αναμφίβολα τα όσα εγγράφως ζητούν οι Αιτητές να αποκαλυφθούν με τα Αιτητικά (
  1. i)(
  2. ii)και (iii) χωρίς να τα εξειδικεύουν καλύπτονται από το δικηγορικό απόρρητο σύμφωνα με τα πιο πάνω νομοθετήματα, αφού οι νομικοί λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας θεωρείται ότι ασκούν δικηγορία. Κρίνω περαιτέρω ότι τα όσα έγγραφα των οποίων επιζητείται η αποκάλυψη ζητούνται γενικά και είναι για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. Η παράγραφος (
  3. iv)του Αιτητικού είναι γενική και αόριστη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται ως κατ΄ αποκοπή ποσό €1500 έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.