CAC CORAL LIMITED ν. PANAGI, Αγωγή Αρ. 7813/2012, 22/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A534 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ?Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 7813/2012 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED Ενάγουσα -και- XXXXX PANAGI Εναγόμενος Ημερομηνία? 22 Οκτωβρίου, 2021 Εμφανίσεις? Για την Ενάγουσα? κα Μιχαλίνα Κουππάρη, για ΚΑΚΚΟΥΡΑΣ & ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο? κ. Ανδρέας Χατζηχριστοφή, για ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΟΡΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Η υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 6.11.2012. Το Κλητήριο Ένταλμα περιέγραφε στον τίτλο του ως Ενάγουσα την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ., η οποία ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εταιρεία εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών της Κύπρου σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, και διεξήγαγε πάσης φύσεως τραπεζικές εργασίες σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, με την έδρα των εργασιών της να βρίσκεται στη Λευκωσία (βλ. παρα. 1 της Έκθεσης Απαίτησης). Η Ενάγουσα είχε αξίωση εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €10.097,53σ. βάσει παράβασης σύμβασης πίστωσης υπό μορφή Σύμβασης Χορήγησης Ατομικής Πιστωτικής Κάρτας και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή χρεωστικού υπολοίπου και/ή υπολοίπου λογαριασμού, πλέον τόκο προς 14% επί του ποσού των €10.097,53σ. ετησίως από 01/7/2012 κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα, έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Σημειωτέον ότι, στις 14.3.2017, ο Εναγόμενος καταχώρησε, μέσω του Επίσημου Παραλήπτη, την Αίτηση ΔΑΟ αρ. 17/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)και 12
(1)του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου (Ν.65(Ι)/2015)και εξασφάλισε την έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών, ημερομηνίας 23/05/2017, δυνάμει του άρθρου 16 του ιδίου Νόμου, για ποσό €8.397,00σ. σε ό,τι αφορά το καθορισμένο χρέος του προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σε σχέση με την πιστωτική κάρτα Αρ. Λογ. XXXXX0534. Αυτές οι εξελίξεις δεν ενσωματώθηκαν στα δικόγραφα της παρούσας αγωγής με οποιαδήποτε τροποποίηση αυτών, ήταν όμως παραδεκτό κατά την ακρόαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι συνέβησαν, εφόσον παρουσιάστηκε από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δέσμη εγγράφων από τον δικαστικό φάκελο της ΔΑΟ 17/2017 (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β»). Δεδομένης της πιο πάνω εξέλιξης, η Ενάγουσα, συμμορφούμενη προς το εν λόγω Δικαστικό Διάταγμα, κατέληξε να προβαίνει στις 24/10/2018 σε διαγραφή μέρους του επίδικου ποσού κεφαλαίου και τόκων. Συγκεκριμένα, απομείωσε το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού πιστωτικής κάρτας κατά €9.109,66, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπο κατά ή περί τις 24.10.2018 να ανέρχεται σε €10.015,66σ.. Μαρτυρία προς τούτο, δόθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από τον πρώτο μάρτυρα της Ενάγουσας, ο οποίος με την γραπτή δήλωση κατά την κυρίως εξέτασή του στις 7.9.2020 περιόρισε την αξίωση της Ενάγουσας στο ποσό των €10.015,66σ., πλέον τόκο 14% ετησίως από 1.11.2018, κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφληση, πλέον τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής, πλέον ΦΠΑ. Εκκρεμούσης της αγωγής για έναρξη ακρόασης, καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο Ειδοποίηση, ημερ. 19.2.2019, με την οποία ενημερωνόταν το Δικαστήριο, με κοινοποίηση προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου, ότι η αγωγή αφορούσε σε πιστωτική διευκόλυνση, η οποία μεταβιβάστηκε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. προς την CAC CORAL LIMITED (με αρ. εγγραφής ΗΕ387010), κατ' εφαρμογήν των προνοιών του άρθρου 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε στις 20.12.2018 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198 έως 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 21.12.2018. Το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/2015 προβλέπει ότι οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε αγωγής και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται, δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από τον αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων. Η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο Πρωτοκολλητείο. Συνεπώς, κατά τον χρόνο που το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει απόφαση στην αγωγή, είναι η CAC CORAL LIMITED εκείνη που αξιώνει απόφαση για το ποσό της απαίτησης όπως περιορίστηκε με δήλωση του ΜΕ1 στις 7.9.
- Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ. Η Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α»), όπως τροποποιήθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου στις 7.9.2020 ως προς την παρα. 3 αυτής, παραθέτει την πιο κάτω εκδοχή γεγονότων (βλ. παρα. 2 έως 6)? «
- Ο Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την έγερση της παρούσας αγωγής, ήταν πελάτης της Ενάγουσας και/ή η Ενάγουσα της παρείχε τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή πίστωση υπό μορφή σύμβασης Χορήγησης Ατομικής Πιστωτικής Κάρτας MASTERCARD και/ή άλλες υπηρεσίες όπως αναφέρονται πιο κάτω.
- Κατά ή περί την 06/10/2008 κατόπιν αίτησης του Εναγομένου στην Λευκωσία η οποία έγινε αποδεκτή από την Ενάγουσα, κατόπιν συμφωνίας η οποία διεπόταν από τον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου, η Ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε σ' αυτόν πιστωτική κάρτα με αρ. XXXXX4363 με όριο €3.500,
- Μεταξύ των όρων χρήσης της εν λόγω κάρτας που συμφώνησε ο Εναγόμενος με την Ενάγουσα ήταν και οι ακόλουθοι: (α) Ο Εναγόμενος συμφώνησε πως η Ενάγουσα θα χρεώνει το Λογαριασμό Κάρτας με όλα τα ποσά των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν από τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος θα ευθύνεται για την πληρωμή προς την Ενάγουσα όλων των ποσών που θα χρεώνονται, ανεξάρτητα αν έχει υπογράψει δελτίο πώλησης. Παράλειψη του Εναγόμενου να υπογράφει δελτίο πώλησης δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη πληρωμής οποιωνδήποτε ποσών με τα οποία έχει χρεωθεί η κάρτα. (β) Ο Κάτοχος της κάρτας - Εναγόμενος δεν δικαιούται να χρησιμοποιήσει την κάρτα καθ' υπέρβαση του πιστωτικού ορίου του λογαριασμού που αναφέρεται στην πιστωτική συμφωνία. (γ) Ο Εναγόμενος συμφώνησε πως η Ενάγουσα θα αποστέλλει μηνιαία κατάσταση Λογαριασμού στον Εναγόμενο, η οποία θα περιλαμβάνει όλες τις συναλλαγές που έχουν γίνει με τη χρήση της Κάρτας. Ο Εναγόμενος θα πρέπει να πληρώνει στην Ενάγουσα το ελάχιστο ποσό πληρωμής (ελάχιστη καταβολή) που αναγράφεται στη μηνιαία κατάσταση Λογαριασμού μέσα στην περίοδο που αναγράφεται σε αυτήν. (δ) Η τράπεζα θα λογίζει τόκο σε ημερήσια βάση πάνω σε οποιοδήποτε απλήρωτο υπόλοιπο που εκκρεμεί στον λογαριασμό κάρτας. (ε) Ο τόκος υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που ανακοινώνει από καιρό σε καιρό η τράπεζα για τον λογαριασμό κάρτας και θα ανατοκίζει ως προνοείται από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο - Επιτόκιο επισυνάφθηκε σε Πίνακα Α. (στ) Σε περίπτωση καθυστέρησης στην πληρωμή ή παράκαμψης πληρωμής ή πληρωμής ποσού μικρότερου από την ελάχιστη μηνιαία καταβολή που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού ως οφειλόμενη, η Τράπεζα θα επιβάλλει επιβάρυνση καθυστέρησης (charges on arrear) επί του ποσού που παραμένει οφειλόμενο, το σημερινό ποσό / ποσοστό της οποίας αναφέρεται στον Πίνακα Α. εννοείται ότι η επιβάρυνση καθυστέρησης που αναφέρεται πιο πάνω θα λογίζεται επί του ποσού της ελάχιστης καταβολής που παραμένει απλήρωτο και επ' αυτής θα χρεώνονται και τόκοι ως προνοείται πιο πάνω. (ζ) Σε περίπτωση παράβασης από τον κάτοχο κάρτας οποιουδήποτε όρου και πρόνοιας της συμφωνίας αυτής ή παράλειψης πληρωμής οποιουδήποτε ποσού της πίστωσης από την ημερομηνία που το ποσό αυτό κατέστη πληρωτέο ή αν ο κάτοχος κάρτας αποβιώσει ή πτωχεύσει ή εκκρεμεί αίτηση εναντίον του για την κήρυξη του σε πτώχευση ή δικαστική διαδικασία η οποία δυνατόν κατά την κρίση της Τράπεζας να επηρεάσει την ικανότητα αποπληρωμής των χρεών του στη Τράπεζα ή σε οποιοδήποτε άλλο πιστωτή του ή αν έχει εκδοθεί ένταλμα εκποίησης της κινητής του περιουσίας ή δικαστική απόφαση για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας του κατόχου Κάρτας, τότε η τράπεζα δικαιούται να τερματίσει την παρούσα συμφωνία με ειδοποίηση της προς τον Κάτοχο Κάρτας. (η) Μόλις επισυμβεί οποιοδήποτε από τα πιο πάνω γεγονότα, η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα, μετά την εκπνοή της καθορισμένης από το Νόμο ειδοποίησης, να απαιτήσει από τον κάτοχο κάρτας να πληρώσει αμέσως κάθε οφειλόμενο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας ποσό, οπότε αυτό θα καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο και ο κάτοχος κάρτας θα υποχρεούται να πληρώσει πάραυτα στην τράπεζα το εν λόγω οφειλόμενο ποσό, περιλαμβανομένων τόκων, επιβαρύνσεων, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του κατόχου κάρτας να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους, πλέον τόκους, επιβαρύνσεις πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα και έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως. Τόκος και επιβάρυνση θα εξακολουθούν να χρεώνονται επί του οφειλόμενου ποσού μέχρι την πλήρη εξόφληση του λογαριασμού κάρτας. Η Ενάγουσα επιφυλάσσεται να παρουσιάσει όλους τους όρους κατά την ακρόαση.
- Κατά ή περί την 28/03/2012 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς τον Εναγόμενο με την οποία τον πληροφορούσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Δεν προβαίνει σε ικανοποιητική κατά την κρίση της τράπεζα χρήση, λειτουργία και κίνηση του λογαριασμού πιστωτικής κάρτας, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει υπόλοιπο €9.261,10 και υπέρβαση ορίου €5.761,10 πλέον τόκους και επιβαρύνσεις (excess charge) / ληξιπρόθεσμες δόσεις διπλάσιου ποσού €8.900,18 πλέον τόκους και επιβαρύνσεις. (β) Βασιζόμενη στον όρο 3 (κατάσταση λογαριασμού των όρων Χρήσης Κάρτας της Συμφωνίας που διέπεται από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο), σε περίπτωση παράβασης του, η τράπεζα θα επιβάλλει επιβάρυνση καθυστέρηση (charges on arrear) 3% επί του ποσού της ελάχιστης καταβολής του παραμένει απλήρωτο. (γ) Σε περίπτωση που εντός 10 ημερών από την παρούσα ειδοποίηση δεν προβεί ο Εναγόμενος σε ικανοποιητική για την Τράπεζα χρήση και λειτουργία του λογαριασμού και/ή δεν κατατεθούν χρήματα για να αρθεί η υπέρβαση ορίου / εξοφληθεί η οφειλή, τότε αυτόματα με την λήξη των 10 ημερών και χωρίς άλλη ειδοποίηση η πιστωτική συμφωνία θα θεωρηθεί ότι ανακλήθηκε οπότε όλα τα ποσά θα καταστούν άμεσα πληρωτέα και απαιτητά. (δ) Σε περίπτωση που μέσα σε είκοσι μια
(21)μέρες μετά την ημερομηνία της προς εσάς επίδοση της ειδοποίησης αυτής δεν προβείται σε εξόφληση προς την Τράπεζα κάθε υπολοίπου οφειλομένου ποσού της πίστωσης πλέον του κόστους της πίστωσης και των επιπρόσθετων επιβαρύνσεων θα λάβει τα δέοντα δικαστικά μέτρα προς εξασφάλιση των οφειλομένων ποσών. (ε) Σε περίπτωση που αρθούν μέσα σε 21 ημέρες οι παραβάσεις και/ή επιφυλάξεις της Τράπεζας και/ή κατατεθεί στον λογαριασμό πιστωτικής κάρτας χρηματικό ποσό και αρθεί η υπέρβαση ορίου / εξοφληθεί η οφειλή, θα θεωρηθεί ότι δεν έγινε οποιαδήποτε παράβαση.
- Κατά την 04/05/2012 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή προς τον Εναγόμενο με την οποία του γνωστοποίησε την αύξηση του συνολικού επιτοκίου σε 14% (βασικό επιτόκιο 6,25% το χρόνο και πρόσθετο επιτόκιο 7,75% το χρόνο) κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως εκτός εάν άλλως πως γνωστοποιηθεί από την Τράπεζα. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή των δικαιωμάτων που απορρέουν από την συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου, η Ενάγουσα έκλεισε την 04/05/2012 τον λογαριασμό του Εναγομένου, μεταφέροντας το υπόλοιπο των €9.877,78σ. στις οριστικές καθυστερήσεις με αριθμό XXXXX
- Στις 30/06/2012 το οφειλόμενο υπόλοιπο είχε φτάσει το ποσό των €10.097,
- Η Ενάγουσα επιφυλάσσεται κατά τη δικάσιμο να προσκομίσει την εν λόγω επιστολή και να αναφερθεί και στην νομική της ισχύ.
- Ο Εναγόμενος παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας αρνείται και/ή αμελεί μέχρι σήμερα να διευθετήσει την οφειλή του γι' αυτό και εγείρεται η παρούσα αγωγή και οι αξιώσεις υπό στοιχεία Α - Δ πιο πάνω.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ. Ο Εναγόμενος ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί σε λανθασμένο Δικαστήριο και/ή ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία και/ή είναι κατά τόπον αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή ότι την δικαιοδοσία και/ή κατά τόπον αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αγωγής έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, καθότι ο Εναγόμενος, κατά τον χρόνο της έγερσης της παρούσας αγωγής, διέμενε και/ή διαμένει εντός της επαρχίας Λάρνακας και/ή η βάση της αγωγής και/ή η έγγραφη συμφωνία έχει προκύψει κοι/ή υπογραφεί είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας Λάρνακας. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ενστάσεως, ο Εναγόμενος αρνήθηκε όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής της, πλην εκείνους τους οποίους ρητώς παραδέχθηκε. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι? (α) Η ισχυριζόμενη συμφωνία και/ή παροχή - τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωσης υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD μεταξύ αυτού και της Ενάγουσας είναι εικονική και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα εναντίον του Εναγομένου. (β) Η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας και/ή παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωσης υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD και/ή άλλων υπηρεσιών αντίκεινται στους ισχύοντες Νόμους και/ή Κανονισμούς. (γ) Ουδέποτε δόθηκε οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα και/ή νόμιμη αντιπαροχή για την υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας και/ή παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωσης υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD και/ή άλλων υπηρεσιών κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών προνοιών και/ή διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και/ή άλλων σχετικών Νόμων και/ή Κανονισμών. (δ) Τυχόν συμφωνία και/ή παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωση υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD και/ή άλλες υπηρεσίες έχουν υπογραφεί από τον Εναγόμενο, έχουν υπογραφεί κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικών πιέσεων και/ή εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή υπό περιστάσεις που υπάγονται σε εξαναγκασμό και/ή απάτη και/ή παραπληροφόρηση εκ μέρους της Ενάγουσας σε σχέση με τους όρους και/ή τα ουσιώδη σημεία και/ή έννομα αποτελέσματα των συμφωνιών. (ε) Σε καμιά περίπτωση δεν εττεξηγήθηκαν στον Εναγόμενο οι όροι των εν λόγω συμφωνιών και/ή παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωσης υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD και/ή άλλων υπηρεσιών. Αντ' αυτού, οι όροι παρουσιάστηκαν από την Ενάγουσα ως ρήτρες τυπικής συμφωνίας, χωρίς έννομα αποτελέσματα. (στ) Η εν λόγω συμφωνία και/ή παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωση υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD περιέχει ετεροβαρείς όρους και/ή καταχρηστικές ρήτρες, οι οποίες δημιουργούν σε βάρος του Εναγόμενου σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία και/ή παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωση υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD και/ή άλλες υπηρεσίες, ως επίσης περιέχουν ουσιώδεις ρήτρες οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και/ή ουσιώδεις ρήτρες, οι οποίες είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων κατά παράβαση των σχετικών Νόμων και/ή Κανονισμών, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να αποστερηθεί και/ή να μην του έχει επιτραπεί και/ή δοθεί η ευκαιρία και/ή το δικαίωμα να επηρεάσει το περιεχόμενο της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας και/ή παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωσης υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD και/ή άλ\ων υπηρεσιών. Επομένως, η οποιαδήποτε συμφωνία και/ή η αναφερόμενη συμφωνία δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης των μερών και ως εκ τούτου είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. (ζ) Επιπρόσθετα, οι ρήτρες και/ή όροι της ως άνω συμφωνίας και/ή παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωσης υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD και/ή άλλων υπηρεσιών δεν έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια και/ή με κατανοητό τρόπο κατά παράβαση των σχετικών Νόμων και/ή Κανονισμών. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: (α) Η Ενάγουσα ουδέποτε ενημέρωσε, είτε προφορικώς, είτε με γραπτές επιστολές και/ή επιστολή και συνεπακόλουθα τον Εναγόμενο, είτε προσωπικά είτε μέσω των δικηγόρων της, για την κατ' ισχυρισμό παράλειψη του να προβεί σε ικανοποιητική λειτουργία και/ή κίνηση του λογαριασμού πιστωτικής κάρτας. (β) Ο Εναγόμενος ουδέποτε έλαβε οποιεσδήποτε επιστολές, είτε από την Ενάγουσα προσωπικά είτε από τους δικηγόρους της, με την οποία γνωστοποιούσε την αύξηση του συνολικού επιτοκίου. (γ) Ο Εναγόμενος δεν έλαβε καμιά επιστολή από την Ενάγουσα και/ή τους δικηγόρους της, με την οποία να πληροφορείται την επιβάρυνση και/ή αύξηση του επιτοκίου των σχυριζόμενων ποσών με οποιοδήποτε τόκο και/ή άλλες χρεώσεις. (δ) Η Ενάγουσα, κατά παράβαση των θέσμιων και/ή νομοθετικών και/ή νομολογιακών της καθηκόντων, ουδέποτε κοινοποίησε και/ή γνωστοποίησε στον Εναγόμενο δια δημοσιεύσεων στον τύπο και/ή επιστολών και/ή άλλως πως, την αύξηση του βασικού επιτοκίου σε 14% κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού. (ε) Ο Εναγόμενος ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή και/ή ειδοποίηση για τον τερματισμό και/ή το κλείσιμο του λογαριασμού και/ή την μεταφορά του υπολοίπου σε άλλο λογαριασμό. Ως εκ τούτου, η ισχυριζόμενη συμφωνία και/ή συμφωνίες και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή το άνοιγμα λογαριασμού εξακολουθούν να είναι σε ισχύ, αφού ουδέποτε τερματίστηκαν νομότυπα. (στ) Η Ενάγουσα ουδέποτε του απέστειλε και/ή γνωστοποίησε τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού και/ή το ελάχιστο ποσό πληρωμής και/ή την ελάχιστη καταβολή κατά παράβαση των θέσμιων και/ή νομοθετικών και/ή συμβατικών της υποχρεώσεων και/ή καθηκόντων και/ή ως όφειλε δυνάμει της ισχυριζόμενης σύμβασης και/ή συμφωνίας και/ή παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πίστωσης υπό μορφή σύμβασης χορήγησης ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD και/ή άλλων υπηρεσιών. (ζ) Η Ενάγουσα παρέλειψε να εκτελέσει τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Νόμος και/ή οι Κανονισμοί και οι παραλείψεις της συνιστούν παράβαση ουσιώδους όρου της ισχυριζόμενης συμφωνίας. (η) Η Ενάγουσα προέβαινε σε παράνομες και/ή μη εισπράξιμες και/ή μη συμφωνηθείσες χρεώσεις και/ή τόκιζε και/ή τοκίζει πέραν του υπό του Νόμου επιτρεπόμενου ορίου και/ή χρέωνε τον Εναγόμενο με διάφορα ποσά ως προμήθεια και/ή δικαιώματα και/ή τόκους που τους παρουσίαζε ως έξοδα και/ή άλλως πως και/ή μη εισπράξιμους τόκους και/ή μη εισπράξιμα ποσά και/ή χρεώσεις και/ή οι ενέργειες της έρχονται σε αντίθεση με τους περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμους και τους τροποποιητικούς Νόμους αυτών και/ή άλλους σχετικούς Νόμους και/ή Κανονισμούς. (θ) Οι ισχυριζόμενες χρεώσεις και/ή υπόλοιπα είναι αντινομικά και/ή παράνομα καθότι η Ενάγουσα προέβαινε σε υπερχρεώσεις και/ή ανατοκισμό και/ή χρέωση τόκων, οι οποίες αντίκεινται στους σχετικούς Νόμους και/ή Κανονισμούς. (ι) Τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα συμπεριλαμβάνουν παράνομο τόκο και/ή αντίθετο με σχετικούς Νόμους και/ή Κανονισμούς και/ή ήτο αποτέλεσμα παράνομης συνεννόησης με άλλα ιδρύματα και/ή οργανισμούς και/ή εταιρείες. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των ανωτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπερέβη το όρο του λογαριασμού και/ή της πιστωτικής κάρτας και/ή ουδέποτε προέβηκε σε οποιεσδήποτε αγορές και/ή συναλλαγές οι οποίες να υπερέβαιναν το όριο του λογαριασμού και/ή της πιστωτικής κάρτας. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε υπέρβαση και/ή παράβαση του ορίου του λογαριασμού και/ή της πιστωτικής κάρτας ήταν αποτέλεσμα κλοπής και/ή χρήσης της πιστωτικής κάρτας από τρίτους και/ή τρίτο πρόσωπο. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι ουδεμία σχέση και/ή γνώση και/ή εξουσιοδότηση έδωσε και/ή παραχώρησε και/ή συμφώνησε και/ή υπέγραψε ο Εναγόμενος σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο με σκοπό να προβαίνει σε αγορές και/ή συναλλαγές με την εν λόγω πιστωτική κάρτα. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι από το τέλος του 2008 μέχρι και σήμερα η εν λόγω πιστωτική κάρτα δόθηκε και/ή κατακρατήθηκε και/ή κατασχέθηκε και/ή καταστράφηκε από την Αστυνομία μετά από σχετικό παράπονο του Εναγόμενου για κλοπή της πιστωτικής κάρτας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Εναγόμενος ζητεί την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ. Με το δικόγραφο της Απάντησης, η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει όλους μαζί και καθ' ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση ως νομικά και ουσιαστικά ανυπόστατους. Ισχυρίζεται ότι η βάση της αγωγής έχει προκύψει εν ολοκληρία ή εν μέρει εντός της επαρχίας Λευκωσίας και/ή εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η συμφωνία χορήγησης Ατομικής Κάρτας είναι καθόλα νόμιμη και έγκυρη και υπογράφτηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη στις 06/10/
- Έτι περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απέστειλε επιστολές ημερομηνίας 28/03/2012 και 04/05/2012 στον Εναγόμενο, όπου τον ενημέρωσε τόσο για την μη ικανοποιητική λειτουργία και/ή κίνηση του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας όσο και για την αύξηση του επιτοκίου και τον τερματισμό και/ή κλείσιμο του λογαριασμού και μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου στο λογαριασμό καθυστερήσεων. Τέλος, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού της κάρτας αποστέλλονταν μηνιαίως στον Εναγόμενο. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας παρουσιάστηκε μαρτυρία από τρεις μάρτυρες: Τον κ. XXXXX Κωνσταντίνου (στο εξής «ο ΜΕ1») - σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων 7.9.20 και 15.9.
- Τον κ. XXXXX Σκορδή (στο εξής «ο ΜΕ2») - σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου 5.10.
- Τον κ. XXXXX Πιερίδη (στο εξής «ο ΜΕ3») - σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 5.10.
- Για την προώθηση της εκδοχής της Υπεράσπισης, μαρτυρία έδωσε μόνο ο Εναγόμενος προσωπικά (στο εξής «ο ΜΥ1»). Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων 6.11.20, 24.2.21, 25.2.21 και 3.3.
- Η μαρτυρία του ΜΕ
- Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Α. Ο ίδιος προσήλθε, για να δώσει ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο ως πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο τόσο από την CAC CORAL LIMITED, όσο και από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. (βλ. την παρα. 7 του Εγγράφου Α). Όπως δήλωσε στην παρα. 1 του Εγγράφου Α, ο ΜΕ1 εργοδοτείτο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. από το έτος 1983 και εξακολουθούσε, καθ'ον χρόνο έδιδε ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο, να εργάζεται εκεί και συγκεκριμένα στην Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων στη Λευκωσία. Είχε προσωπική γνώση του γεγονότος ότι από τις 04/05/2012 ο λογαριασμός του Εναγόμενου μεταφέρθηκε στις Οριστικές Καθυστερήσεις. Είχε στην κατοχή του το φάκελο με τα σχετικά στοιχεία του λογαριασμού του Εναγόμενου, τα οποία και είχε μελετήσει. Όσον αφορά τη μεταβίβαση του χρέους του Εναγόμενου από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. προς την εταιρεία CAC CORAL LIMITED, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο τις σχετικές ειδοποιήσεις και δημοσιεύσεις περί της πρόθεσης μεταβίβασης του χρέους (ημερ. 26/10/2018) και πράξης της μεταβίβασης (ημερ. 28/12/2018), δυνάμει του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί, καθώς και το σχετικό Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Γενική Αίτηση Αρ. 947/2018 για επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού (βλ. τα Τεκμήρια 1Α, 1Β και 2 υπό Έγγραφο Α. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1 στις παρα. 5 και 6 του Εγγράφου Α, δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και της CAC CORAL LIMITED, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, παρέχει από την ημερομηνία μεταβίβασης, ήτοι από 21/12/2018 υπηρεσίες διαχείρισης προς την CAC CORAL LIMITED σχετικά με την επίδικη πίστωση, καθώς και για θέματα εκτέλεσης και είσπραξης και για άλλα συναφή θέματα. Οι εν λόγω υπηρεσίες προς την CAC CORAL LIMITED παρέχονται από την Διεύθυνση Διαχείρισης Οριστικών Καθυστερήσεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, όπου και εργάζεται ο ΜΕ
- Κατέληξε ο ΜΕ1 στην παρα. 8 του Εγγράφου Α να δηλώνει ότι αυτός γνωρίζει πλήρως τα σχετικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διότι ακριβώς αυτός χειριζόταν προσωπικά αυτήν εκ μέρους της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, και συνεχίζει πλέον να την χειρίζεται για λογαριασμό της CAC CORAL LIMITED. Στο πλαίσιο της παρα. 12 του Εγγράφου Α, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α την αίτηση για χορήγηση ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCARD που συμπλήρωσε ο Εναγόμενος κατά ή περί την 17/09/2008 στην Λευκωσία και τη Συμφωνία ημερομηνίας 6/10/2008 που αποδεικνύει ότι η αίτηση έγινε αποδεκτή από την Τράπεζα. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 κατέθεσε την Κατάσταση Λογαριασμού με τα εκάστοτε υπόλοιπα της ανωτέρω κάρτας ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α και ήταν η θέση του ΜΕ1 (βλ. την παρα. 16 του Εγγράφου Α) ότι η κατάσταση αυτή αποστελλόταν στον Εναγόμενο. Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι καθ' ον χρόνο υπέβαλε την αίτησή του ο Εναγόμενος για τη Χορήγηση Ατομικής Πιστωτικής Κάρτας, τούτος έλαβε και τους Όρους Χρήσης των Καρτών της Ενάγουσας και υπέγραψε την δήλωση επί της Αίτησης ότι ανέγνωσε με προσοχή αυτούς, ότι αντιλαμβάνεται τη σημασία τους και ότι συμφωνεί απόλυτα με αυτούς. Παρουσίασε και κατέθεσε ο ΜΕ1 τους Όρους Χρήσης των Καρτών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και τον ΠΙΝΑΚΑ Α που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των εν λόγω Όρων Χρήσης των Καρτών της Ενάγουσας, ως Τεκμήρια 6 και 7 υπό Έγγραφο Α, αντίστοιχα. Έπειτα, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α, αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 28/03/2012, η οποία αναφέρεται στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης ως αυτή με την οποία ενημερώθηκε ο Εναγόμενος για τη μη ικανοποιητική λειτουργία του λογαριασμού του, για την υπέρβαση του ορίου και τις ληξιπρόθεσμες δόσεις. Περαιτέρω, παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α, δέσμη 25 επιστολών καθυστερήσεων που είχαν σταλεί προς τον Εναγόμενο στο διάστημα μεταξύ 30.9.2009 και 28.2.2012, καθώς και δύο επιστολές ημερ. 29.3.2012 και 27.4.2012 που έπονται της ειδοποίησης που του δόθηκαν με την επιστολή ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α. Ως Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο την επιστολή της Ενάγουσας, ημερ. 4.5.2012, η οποία πληροφορούσε τον Εναγόμενο ότι, λόγω της μη συμμόρφωσης του Εναγόμενου με την επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 28/03/2012, αύξησε το συνολικό επιτόκιο σε 14% (βασικό επιτόκιο 6,25% το χρόνο και πρόσθετο επιτόκιο 7,75% το χρόνο), κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως. Με την ίδια επιστολή Τράπεζα ενημέρωνε τον Εναγόμενο ότι έκλεισε την 04/05/2012 τον λογαριασμό του, μεταφέροντας το υπόλοιπο των €9.877,78σ. στις Οριστικές Καθυστερήσεις, όπου έλαβε νέο αριθμό λογαριασμού
- Συνέχισε να μην καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό ο Εναγόμενος και ν' αυξάνεται το οφειλόμενο υπόλοιπο, μέχρι τις 6.11.2012 που η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ καταχώρησε την υπό κρίση αγωγή. Μετά το πιο πάνω δικαστικό διάβημα της Τράπεζας, κατά ή περί τις 20.7.2017 η Ενάγουσα έλαβε ενημέρωση από την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας του Τμήματος του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, με την επιστολή ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, ότι στις 23/05/2017 εκδόθηκε προς όφελος του Εναγόμενου Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών βάσει της Αίτησης ΔΑΟ υπ' αρ. 17/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας μετά από αίτηση του ιδίου στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, όπου δήλωσε κατά τον χρόνο εκείνο το χρέος του προς την Ενάγουσα. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, συνεπεία του εν λόγω Διατάγματος η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ προχώρησε κατά ή περί τις 24/10/2018, όπως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού που ο ΜΕ1 είχε στην κατοχή του και διέγραψε κεφάλαιο ύψους €9.109,66σ. από το υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγόμενου που, μαζί με τους τόκους, ανερχόταν εκείνη την ημέρα σε €19.125,32σ., με αποτέλεσμα το υπόλοιπο διαμορφώθηκε κατά την πιο πάνω ημερομηνία στο ποσό των €10.015,66σ. Έτσι, ο ΜΕ1 δήλωσε στην παρα. 10 του Εγγράφου Α ότι η απαίτηση της Ενάγουσας περιορίζεται στο υπόλοιπο ως τούτο διαμορφώθηκε μετά την προαναφερθείσα διαγραφή. Εν τω μεταξύ, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε στην παρα. 17 του Εγγράφου Α, ότι κατά την 29/04/2009 ο Εναγόμενος τηλεφώνησε στην Υπηρεσία Καρτών της Ενάγουσας και δήλωσε την απώλεια/κλοπή της πιστωτικής του κάρτας και αιτήθηκε την έκδοση νέας κάρτας (βλ. το Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α που τιτλοφορείται «ΑΜΕΣΗ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΑΣ / ΚΛΟΠΗΣ ΚΑΡΤΑΣ», ημερ. 29/04/2009). Δόθηκαν αυθημερόν οδηγίες να ειδοποιηθεί η JCC Payment Systems Ltd από το σύστημα της διαχείρισης των καρτών του Τμήματος Καρτών της Τράπεζας. Παρουσίασε και κατέθεσε ο ΜΕ1 ως Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση την επιστολή ημερ. 29/04/2009 προς την JCC, η οποία φέρει σφραγίδα παραλαβής από την JCC και ως Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση την εκτύπωση του συστήματος του Τμήματος Καρτών της Ενάγουσας που δείχνει την ένδειξη "Card Status?3 (Stolen Card)". Ήταν η θέση του ΜΕ1 στην ίδια παρα. 17 του Εγγράφου Α, ότι, πέραν της τηλεφωνικής του δήλωσης για την απώλεια/κλοπή της κάρτας, ο Εναγόμενος μετέβη την ίδια μέρα (29/04/2009) στο Υποκατάστημα 525 της Τράπεζας και υπέγραψε την δήλωση τούτη ως το Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α. Επεσήμανε ο ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος δήλωσε ότι δεν απώλεσε τον Μυστικό Αριθμό (ΡΙΝ) της κάρτας του και γι' αυτό δεν ζήτησε έκδοση νέου PIΝ. Επεσήμανε επίσης ο ΜΕ1 (βλ. την παρα. 18 του Εγγράφου Α) ότι, όταν στις 29/04/2009 ο Εναγόμενος μετέβη στο κατάστημα της Ενάγουσας, για να δηλώσει την απώλεια / κλοπή της κάρτας, προχώρησε και κατέθεσε το ποσό των €3.768,01σ. στον εν λόγω λογαριασμό, εξοφλώντας την υπέρβαση της κάρτας. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α το «Γραμμάτιο Είσπραξης» του εν λόγω ποσού, ημερ. 29.4.
- Έδειξε ο ΜΕ1 ότι από την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού της κάρτας 5415 ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ 4363 του Εναγόμενου, ημερ. 29/04/2009, που αφορούσε στην περίοδο από 1/1/09 μέχρι 29/04/09 για την περίοδο 01/01/2009 μέχρι 29/04/2009, την οποία ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 υπό Έγγραφο Α, φαίνεται ότι από τις 03/01/2009, ημερομηνία τελευταίας καταχωρημένης συναλλαγής της κάρτας, μέχρι και την ημερομηνία δήλωσης απώλειας της κάρτας του Εναγόμενου, ήτοι την 29/04/2009, δεν υπήρξαν άλλες συναλλαγές παρά μόνο σχετικές χρεώσεις του λογαριασμού από την Τράπεζα και μία πληρωμή προς τον λογαριασμό. Περαιτέρω, επεσήμανε ο ΜΕ1 ότι, μετά από το αίτημα του Εναγόμενου για έκδοση νέας κάρτας, δοθήκαν οδηγίες προς τούτο στις 30/04/2009 και εκδόθηκε νέα κάρτα, την οποία παρέλαβε ο Εναγόμενος από το κατάστημα της Ενάγουσας κατά ή περί τις 11 Μάιου
- Η νέα κάρτα είχε XXXXX0534 και φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού να χρησιμοποιείται από τον Μάιο του 2009 και εντεύθεν και επιπλέον να γίνονται και δύο καταθέσεις στον λογαριασμό της κάρτας από τον Εναγόμενο ύψους €2.500 στις 21/05/2009 και €3.593,25 στις 29/5/
- Σχετικό το Γραμμάτιο Είσπραξης, ημερ. 21/05/2009, που παρουσίασε και κατέθεσε ο ΜΕ1 ως Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α και το Γραμμάτιο Είσπραξης, ημερ. 29/05/2009, ως το Τεκμήριο 15 υπό Έγγραφο Α. Ήταν η θέση του ΜΕ1 στην παρα. 23 του Εγγράφου Α, ότι? «
- Κάθε άλλος ισχυρισμός του Εναγόμενου για απώλεια ή κλοπή της κάρτας του περί τα τέλη του 2008 παραμένει μετέωρος, καθότι η μοναδική επικοινωνία του αναφορικά με την απώλεια της κάρτας του προς την Ενάγουσα με αίτημα έκδοσης νέας κάρτας έγινε στις 29/04/
- Σε κάθε περίπτωση, ο μοναδικός τρόπος χρήσης της κάρτας για ανάληψη μετρητών από ΑΤΜ θα γινόταν με την χρήση του Προσωπικού Μυστικού Αριθμού (PIN), τον οποίο ο Εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε ότι απώλεσε ούτε και δήλωσε τούτον ως απολεσθέν και σε κάθε περίπτωση είχε την ευθύνη φύλαξης τούτου.». Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στους Όρους Χρήσης της Κάρτας, υποδεικνύοντας ότι σ' αυτούς προνοούνταν και τα ακόλουθα: «(α) Η Κάρτα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο από τον Κάτοχο της Κάρτας και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. (β) Ο Κάτοχος Κάρτας θα πρέπει να φροντίζει για την ασφαλή φύλαξη της Κάρτας και την αποτροπή αποκάλυψης του Προσωπικού Μυστικού Αριθμού (PIN) σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (γ) Σε περίπτωση απώλειας, κλοπής, κινδύνου για μη εξουσιοδοτημένη χρήση, ή μη έγκαιρης παραλαβής της Κάρτας ή αν ο Προσωπικός Μυστικός Αριθμός (ΡΙΝ) γίνει γνωστός σε τρίτο πρόσωπο, ο Κάτοχος Κάρτας θα πρέπει να ειδοποιήσει αμέσως την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ στα τηλέφωνα που αναγράφονται ή οποιοδήποτε κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας ή την JCC Payment Systems Ltd (.). Αν η ειδοποίηση αυτή δοθεί προφορικά πρέπει να επιβεβαιωθεί γραπτώς εντός επτά
(7)ημερών. Σε αντίθετη περίπτωση η προφορική ειδοποίηση δεν ισχύει. (δ) Σε περίπτωση που ο Κάτοχος Κάρτας ενήργησε με δόλο ή βαρεία αμέλεια θα φέρει ευθύνη για ζημιά, μέχρι οποιουδήποτε ποσού, που προκύπτει στην Τράπεζα από πράξεις που γίνονται κατά την διάρκεια της περιόδου που αρχίζει όταν η Κάρτα παύει να είναι στην κατοχή ή τον έλεγχο του Κατόχου Κάρτας ή εξουσιοδοτημένου προσώπου, και λήγει με την ειδοποίηση του Κατόχου Κάρτας όπως αναφέρεται πιο πάνω. Νοείται ότι ο Κάτοχος Κάρτας θα φέρει ευθύνη, μέχρι οποιουδήποτε ποσού, για ζημιά που θα υποστεί η Τράπεζα λόγω χρήσης της Κάρτας από πρόσωπο στου οποίου η κατοχή περιήλθε η Κάρτα και/ή γνώση του PIN με τη ρητή ή εξυπακουόμενη συγκατάθεση του Κατόχου Κάρτας. Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που διενεργηθούν συναλλαγές με την Κάρτα μέσω των ΑΤΜ με χρήση του ΡΙΝ θα θεωρείται ότι αυτές έχουν διενεργηθεί από τον Κάτοχο Κάρτας. Εάν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κάτοχος Κάρτας δεν έχει διενεργήσει τις εν λόγω συναλλαγές το γεγονός ότι οι συναλλαγές έχουν διενεργηθεί μέσω των ΑΤΜ με χρήση του ΡΙΝ θα δεικνύει ότι ο Κάτοχος Κάρτας έχει ενεργήσει με βαρεία αμέλεια και ως εκ τούτου θα ευθύνεται για όλες τις συναλλαγές που γίνονται με την Κάρτα μέσω των ΑΤΜ μέχρι αυτός να ειδοποιήσει την Τράπεζα ως αναφέρεται πιο πάνω.». Στην παρα. 26 του Εγγράφου Α, ο ΜΕ1 προέβηκε, επί του όρκου του, σε Βεβαίωση ότι όλες οι χρεώσεις σε σχέση με τον λογαριασμό κάρτας του Εναγόμενου και το νέο αριθμό λογαριασμού στις Οριστικές Καθυστερήσεις είναι ορθές και νόμιμες. Δήλωσε επιπλέον ο ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με την Ενάγουσα για να διαμαρτυρηθεί σχετικά με την καταχώρηση οποιασδήποτε χρέωσης στον λογαριασμό του ή για τα υπόλοιπα του λογαριασμού του ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα σε σχέση με τον λογαριασμό του ή για το ύψος των οφειλών του προς την Ενάγουσα, για το είχε οχληθεί επανειλημμένα από την Ενάγουσα. Τέλος, σε ό,τι αφορά τη χρέωση τόκων και εξόδων, ο ΜΕ1 δήλωσε ενόρκως ότι από έρευνα που έκαμε ο ίδιος, διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε παράνομες χρεώσεις. Όλες οι χρεώσεις που έχουν γίνει υπό μορφή τόκων και εξόδων, έγιναν με βάση τους όρους της σχετικής Συμφωνίας ημερ. 06/10/2008 και τους Όρους Χρήσης της κάρτας και με βάση τις πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας. Απέρριψε ο ΜΕ1 κάθε ισχυρισμό που εγείρει ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισής του και τόνισε ότι η Συμφωνία ημερομηνίας 06/10/2008 έγινε και υπογράφηκε με την θέληση του Εναγομένου μετά από δικό του αίτημα. Καμία ψευδής παράσταση και/ή ψυχική πίεση και/ή εξαναγκασμός και/ή απάτη δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Ενάγουσα. Παραταύτα, ο Εναγόμενος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, αρνείται και/ή αμελεί μέχρι σήμερα να διευθετήσει την οφειλή του όπως πιο πάνω αναφέρω και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να οφείλει στην Ενάγουσα τα εν λόγω οφειλόμενα ποσά, πλέον τόκους και έξοδα, παρά την διαγραφή του κεφαλαίου δυνάμει του Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Ενάγουσα αξιώνει απόφαση εναντίον του Εναγομένου για: «Α. Το ποσό των €10.015,66σ. ως χρεωστικά υπόλοιπα του λογαριασμού τρεχούμενου, πλέον τόκο προς 14% ετησίως επί των εν λόγω από 01/11/2018, κεφαλαιοποιούμενο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρη εξόφληση. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή αξίωση και/ή απόφαση και/ή διαταγή ήθελε κρίνει υπό τις περιστάσεις ορθή το Δικαστήριο. Γ. Τα Έξοδα της παρούσας αγωγής, πλέον έξοδα επιδόσεως, πλέον Φ.Π.Α..». Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ από το 1983 και έχει εργαστεί σε όλα τα τμήματα της τράπεζας. Λόγω της μεγάλης πείρας που έχει αποκομίσει στην τράπεζα και της εμπλοκής του στις χορηγήσεις, άρχισε από το 2013 να εκτελεί χρέη μάρτυρα σε δικαστικές υποθέσεις εκ μέρους της Τράπεζας. Είχε προσωπική εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση από τον Μάιο του 2011, εφόσον όπως ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, η επιστολή τερματισμού της πιστωτικής κάρτας του Εναγομένου, ημερ. 4/5/12, φέρει την υπογραφή του, όπως επίσης και η επιστολή ημερ. 28/3/12, που είναι προειδοποιητική επιστολή, φέρει και αυτή την υπογραφή του. Εξήγησε ο ΜΕ1, απαντώντας σε διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι ο Εναγόμενος, εφόσον ενδιαφέρθηκε για να του χορηγηθεί πιστωτική κάρτα με όριο, ακολούθησε τη διαδικασία που εφαρμόζει η τράπεζα για όλους τους πελάτες, δηλαδή παρουσιάστηκε στην τράπεζα, ανάφερε το αίτημά του για τη χορήγηση ορίου πιστωτικής κάρτας και η τράπεζα του έδωσε μια δέσμη εγγράφων όπως είναι αυτά στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, για να τα συμπληρώσει. Ο πελάτης (Εναγόμενος) πήρε τα έγγραφα, συμπλήρωσε το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α και το παρέδωσε στη συνάδελφο, για να μπορέσει να το προχωρήσει για την έγκριση, για τη χορήγηση του ορίου της πιστωτικής κάρτας. Η αίτηση αυτή αναφέρει το όνομα, την ημερομηνία γέννησης, ταυτότητα και διεύθυνση, καθώς και το επάγγελμα μαζί με τη μισθοδοσία του. Τότε ο Εναγόμενος είχε αιτηθεί όριο €4000 και είχε εγκριθεί για όριο €3.
- Η αίτηση είχε γίνει στις 17.9.08 και η έγκριση δόθηκε στις 6.10.08, όταν εγκρίθηκε το όριο των €3.
- Ειδοποιήθηκε να έρθει στην τράπεζα για να υπογράψει τη συμφωνία Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, για να μπορέσει να προχωρήσει η τράπεζα προς την έκδοση της πιστωτικής κάρτας. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι οι όροι χρήσης της κάρτας είναι ενσωματωμένοι στην αίτηση, για να μπορέσει ο πελάτης να τους διαβάσει και να δει εάν συμφωνεί και πρόκειται για τους όρους ως φαίνονται στο Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α. Εφόσον δόθηκαν στον Εναγόμενο οι Όροι Χρήσης της κάρτας, ο ΜΕ1 θεωρεί ότι ήταν λάθος του συναδέλφου του που χειριζόταν τότε την αίτηση του Εναγόμενου το ότι δεν τον έβαλε να μονογράψει στο συγκεκριμένο έντυπο. Απέκλεισε όμως ο ΜΕ1 το ενδεχόμενο να μην έλαβε τους συγκεκριμένους όρους ο Εναγόμενος για το μόνο λόγο ότι δεν φαινόταν να τους υπέγραψε, εφόσον οι όροι είναι ενσωματωμένοι στα έγγραφα της τράπεζας. Eρωτηθείς να πει αν υπάρχει κάποιο σημείο στην αίτηση που να υποδεικνύει ότι ο Εναγόμενος διάβασε τους συγκεκριμένους όρους, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας ότι, όταν ένας πελάτης αιτείται είτε πιστωτική κάρτα είτε δάνειο ή οτιδήποτε, πάντοτε επεξηγούνται οι όροι, για να αντιληφθεί να καταλάβει ακριβώς τι υπογράφει και σίγουρα επεξηγήθηκε. Αυτή είναι η πρακτική, η πάγια πρακτική της τράπεζας ότι ο συνάδελφος επεξηγεί στον αιτητή τους όρους της κάρτας. Αποτελεί όρο της αίτησης ότι ο αιτητής έχει διαβάσει τους όρους χρήσης της κάρτας. Είχε παραδοθεί στον Εναγόμενο το σετ όλων των σελίδων για την αίτηση και έπρεπε να τους είχε διαβάσει, αλλά και να είχε επεξηγηθεί προηγουμένως στον πελάτη το περιεχόμενο των όρων από τον υπάλληλο της τράπεζας. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η αίτηση ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α ήταν ξεχωριστό έντυπο από το έντυπο των όρων Χρήσης της Κάρτας που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α και ότι τούτο αποδεικνύεται από την ίδια την επιλογή του ΜΕ1 να καταθέσει τα δύο έντυπα ως δύο ξεχωριστά τεκμήρια αντί ως ένα ενιαίο. Ήταν κατηγορηματικός ο ΜΕ1 ότι δεν ευσταθούσε αυτή η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Επεσήμανε ο ΜΕ1 ότι ο ίδιος εργάζεται στην τράπεζα τα τελευταία 37 χρόνια και γνωρίζει από την πείρα του ότι ήταν σετ, ότι δηλαδή οι Όροι Χρήσης της Κάρτας ήταν ενσωματωμένοι στην αίτηση και ότι δίδεται στον πελάτη ολόκληρο το σετ των εγγράφων. Αν και δεν ήταν ο ίδιος ο ΜΕ1 παρών όταν ο υπάλληλος της τράπεζας χειρίστηκε τη συγκεκριμένη αίτηση, εντούτοις η απάντηση που έδωσε πιο πάνω θεωρεί ότι συνάδει με όσα γνωρίζει από δικό του χειρισμό ως υπάλληλου της τράπεζας. Υποδείχθηκε στον ΜΕ1 το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ο οποίος διερωτήθηκε αν πρόκειται για το πρωτότυπο. Η απάντηση του ΜΕ1 ήταν ότι όπως φαίνεται από τις υπογραφές του εν λόγω εγγράφου, είναι οι πρωτότυπες, άρα και το έγγραφο είναι πρωτότυπο. Απεναντίας, ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η υπογραφή του πελάτη στην εντολή πληρωμής είναι αντίγραφο (copy), διότι ήταν με μαύρη πέννα, ενώ όλες οι άλλες υπογραφές επί της Αίτησης για Χορήγηση Ατομικής Πιστωτικής Κάρτας σημειώθηκαν με μπλε πέννα. Ο ΜΕ1 απέρριψε αυτή τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης λέγοντας ότι «Είναι μαύρη πένα και θα υπόγραψε μετά που ήρθε ο πελάτης στην τράπεζα». Σημειωτέον ότι, το σημείο όπου η υπογραφή του πελάτη / αιτητή ήταν γραμμένη με μαύρη πέννα ήταν δίπλα από την εντολή πληρωμής που αναφέρει «Σας εξουσιοδοτώ όπως χρεώνετε τον λογαριασμό μου στην Εθνική Τράπεζα με αριθμό [.] ολόκληρου του ποσού της κάρτας μου». Επεσήμανε επίσης ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι δεν υπήρχε καμιά μονογραφή της πρώτης σελίδας από τον πελάτη / αιτητή, ενώ στη δεύτερη σελίδα υπήρχε και δεύτερη υπογραφή του Εναγόμενου (βλ. στο τέλος της Δήλωσης Αιτητή), η οποία εκεί ήταν με μπλε πέννα. Σε αυτό το σημείο ηγέρθηκε ένσταση από τη συνήγορο της Ενάγουσας η οποία επεσήμανε ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης ουδέποτε δικογραφήθηκε άρνηση του ισχυρισμού ότι υπογράφηκε από τον Αιτητή η αίτηση χορήγησης της κάρτας ή/και ότι συνήφθη η συμφωνία, παρά μόνο ζητείτο να κηρυχθεί άκυρη η συμφωνία για διάφορους άλλους λόγους που δεν αφορούσαν στο αν υπήρξε ή δεν υπήρξε υπογραφή του αιτητή. Η ένσταση αυτή έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν τοποθετήθηκε ο ΜΕ1 ως προς την τελευταία αυτή επισήμανση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Όσον αφορά το έγγραφο της Συμφωνίας, που είναι επίσης σημειωμένο ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στον ΜΕ1 ότι δεν υπάρχει σε αυτό το έγγραφο ημερομηνία. Δεν το αρνήθηκε ο ΜΕ1, παρά μόνο, υπέδειξε ότι η ημερομηνία αναφέρεται στην έγκριση που είχε δοθεί, ήτοι στις 6.10.08 (βλ. τη δεύτερη σελίδα της αίτησης κάτω από το «ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ» - Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) και, όπως το έθεσε ο ΜΕ1, κατά ή περί τις 6.10.08 ειδοποιήθηκε ο πελάτης να έρθει και υπόγραψε. Αξίζει εδώ να αναφέρω ότι το έντυπο της «Αίτησης για Χορήγηση Ατομικής Πιστωτικής Κάρτας» και το έντυπο της «Συμφωνίας που Διέπεται από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο», είχαν κατατεθεί από τον ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ως μια δέσμη εγγράφων και σε ερώτηση του Δικαστηρίου τι ημερομηνίας ήταν η συμφωνία, επειδή ακριβώς το Δικαστήριο δεν είχε δει να αναγράφεται η ημερομηνία συμφωνίας, η συνήγορος της Ενάγουσας είχε διευκρινίσει ότι η συμφωνία είναι άμεση συνέχεια της αίτησης ως έγγραφο και ότι η ημερομηνία της είναι 6.10.08 όπως αναγράφεται εκεί που δίνεται η έγκριση. Βασιζόμενο σε αυτή τη δήλωση, το Δικαστήριο είχε αριθμήσει ως ένα ενιαίο τεκμήριο (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) την δισέλιδη αίτηση και τη μονοσέλιδη συμφωνία αντί να τους δώσει χωριστή αρίθμηση τεκμηρίων. Για τον ίδιο λόγο, στη συμφωνία, η οποία δόθηκε ως μια ξεχωριστή σελίδα, το Δικαστήριο έγραψε πάνω ψηλά «συνέχεια από Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α». Στο έγγραφο της Συμφωνίας αναφέρεται το συνολικό ετήσιο ποσοστό επιβάρυνσης ίσο με «13.07%». Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης πάνω σε ποιο ποσό υπολογίζεται το συγκεκριμένο ποσοστό. Παρέπεμψε ο ΜΕ1 επί του ιδίου του εγγράφου της Συμφωνίας για την εξήγηση που έδωσε, ότι δηλαδή, δίπλα από τον καθορισμό του συγκεκριμένου ποσοστού «13.07%», αναγράφεται ότι «Υπολογίζεται με επιτόκιο 12.50%, βάσει ποσού παραχωρηθείσας πίστωσης €1000, που αποπληρώνεται με συνεχείς μηνιαίες δόσεις προς 10% επί του εκάστου οφειλόμενου ποσού στο τέλος κάθε μήνα και με ελάχιστη δόση €10, μέχρι την πλήρη αποπληρωμή της πίστωσης». Μετά και την πιο πάνω επεξήγηση που έδωσε ο ΜΕ1, ο συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε στον μάρτυρα αυτό ότι ούτε ο Πίνακας Α που επισυνάπτεται στους Όρους Χρήσης της Κάρτας και επεξηγεί τα επιτόκια δεν δόθηκε ποτέ στον Εναγόμενο και αυτό φαίνεται από το ότι δεν υπάρχει μονογραφή του Εναγόμενου στον Πίνακα Α και άρα ο Εναγόμενος ουδέποτε ενημερώθηκε για τα επιτόκια που ίσχυαν. Από την άλλη, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας ότι διαφωνεί πλήρως, «διότι το επιτόκιο αναφέρεται και στις καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες αποστέλλονταν ανελλιπώς κάθε μήνα στον Εναγόμενο». Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΕ1 ότι τα επιτόκια που αναφέρονται στον Πίνακα Α, ήταν καταχρηστικά και αντινομικά. «Διαφωνώ», απάντησε ο ΜΕ
- Ακολούθησε αντεξέταση του ΜΕ1 επί της Κατάστασης Λογαριασμού (ήτοι του Τεκμηρίου 5 υπό Έγγραφο Α). Επεσήμανε ο ΜΕ1 ότι πάνω δεξιά υπάρχει ειδική αναφορά στον αριθμό της κάρτας και ξεχωριστά στον αριθμό λογαριασμού. Ο αριθμός λογαριασμού ήταν «3820907». Παρατήρησε ο ΜΕ1 ότι δεν αναφερόταν στην Αίτηση για Χορήγηση της Ατομικής Πιστωτικής Κάρτας» (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) ο αριθμός λογαριασμός του Εναγόμενου και εξήγησε ότι σε καμιά τράπεζα δεν μπορεί να αναφέρεται ο αριθμός λογαριασμού σε τέτοια αίτηση, καθ' ότι η αίτηση υποβάλλεται για να περάσει από έγκριση και μετά συνδέεται η κάρτα με τον λογαριασμό. Επεσήμανε ο ΜΕ1 ότι ο λογαριασμός του πελάτη είναι δυνατόν να παραμείνει ο ίδιος ακόμη και σε περίπτωση έκδοσης άλλης, νέας, κάρτας, όπως φαίνεται από την Κατάσταση Λογαριασμού. Τούτο φαίνεται καθαρά, σχολίασε ο ΜΕ1, στην κατάσταση λογαριασμού μετά που είχε αλλάξει ο αριθμός πιστωτικής κάρτας εφόσον η προηγούμενη κάρτα είχε κλαπεί, όπου ο λογαριασμός πελάτη παρέμεινε ο ίδιος, δεν είχε αλλάξει. Κληθείς να επεξηγήσει τις καταχωρήσεις που γίνονταν στην Κατάσταση Λογαριασμού ανά στήλη, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι όταν μια πιστωτική κάρτα χρησιμοποιείται σε ένα κατάστημα, η ημερομηνία χρήσης της στο κατάστημα αποτυπώνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού στην στήλη με τίτλο «Αξία. Value Date». Επειδή όμως η συναλλαγή αυτή θα περαστεί στα βιβλία της τράπεζας όχι κατ' ανάγκη σε πραγματικό χρόνο χρήσης, αλλά κάποιες φορές μεταγενέστερα, η ημερομηνία που καταχωρείται η συναλλαγή στα βιβλία της τράπεζας αποτυπώνεται στην πρώτη στήλη της Κατάστασης Λογαριασμού, η οποία στήλη φέρει τίτλο «Ημερομηνία. Date». Εξήγησε επίσης ο ΜΕ1 ότι στο κάτω μέρος της Κατάστασης Λογαριασμού αναγράφει την «Τελευταία ημερομηνία πληρωμής» που σημαίνει την τελευταία ημερομηνία μέχρι την οποία πρέπει o χρήστης της κάρτας, ο κάτοχος της κάρτας, να καταθέσει το ποσό που αναφέρεται πιο κάτω ως «Ελάχιστη Καταβολή», όχι το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρωθεί για όλες τις συναλλαγές του μήνα. Εάν, ο πελάτης χρωστούσε στο τέλος του μηνός Οκτωβρίου συνολικά €2.131,52σ. (βλ. την 1η σελίδα του Τεκμηρίου 5 υπό Έγγραφο Α), ο πελάτης δεν θα πλήρωνε καθόλου τόκο, εάν μέχρι τις 20/11 πληρωνόταν το συνολικό ποσό των €2.131,52 και απόδειξη τούτου αποτελεί η 2η σελίδα του Τεκμηρίου 5 υπό Έγγραφο Α. Ζητήθηκε στη συνέχεια από τον ΜΕ1 να συγκρίνει τον αριθμό λογαριασμού ως φαίνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού στις 30.9.09 που ήταν «XXXXX7001» με τον αριθμό λογαριασμού που φαινόταν για όλους τους προηγούμενους μήνες από 31.10.2008 έως 31.8.2009 (που ήταν «XXXXX0907») και να δηλώσει αν η τράπεζα ειδοποίησε τον Εναγόμενο ποτέ γι' αυτήν την αλλαγή λογαριασμού. Κατά δεύτερον ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να εξηγήσει αν ο αριθμός λογαριασμού άλλαξε κατόπιν αίτησης του πελάτη για έκδοση νέας πιστωτικής κάρτας ή αν ήταν και αυτό λάθος της τράπεζας. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ1 ήταν ότι «Δεν είναι λάθος, έχει αλλάξει ο αριθμός λογαριασμού, είναι εσωτερικές διαδικασίες της τράπεζας για το ηλεκτρονικό σύστημα, ο λογαριασμός όμως της πιστωτικής κάρτας, παραμένει ο ίδιος.». Δεν απάντησε ο ΜΕ1 στο αν δόθηκε ξεχωριστή Ειδοποίηση στον πελάτη, πέραν της Κατάστασης Λογαριασμού, για την αλλαγή του αριθμού λογαριασμού του (όχι του αριθμού κάρτας). Σε μετέπειτα στάδιο, πάντως, ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι ουδεμία αλλαγή έγινε αυθαίρετα και ότι ο αριθμός λογαριασμού φαινόταν στην εκάστοτε Κατάσταση Λογαριασμού που έστελνε η τράπεζα στον πελάτη. Όσον αφορά την επόμενη αλλαγή αριθμού λογαριασμού που φαίνεται να έγινε στις 29.9.11 (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι αυτή η αλλαγή έγινε για να συνάδει με απόφαση της τράπεζας ότι ο αριθμός λογαριασμού θα είναι ο ίδιος με τον αριθμό λογαριασμού της κάρτας. Μία ακόμη αλλαγή αριθμού λογαριασμού ήταν παραδεκτό ότι έγινε στις 4.5.12 και τούτη γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο με την επιστολή της τράπεζας ως το Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Α. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι από τις 4.5.12 τερματίστηκε η συμφωνία που αφορούσε στη συγκεκριμένη πιστωτική κάρτα και έπαψε πλέον να υφίσταται ο λογαριασμός της πιστωτικής κάρτας. Έτσι, το οφειλόμενο υπόλοιπο εκείνης της ημερομηνίας μπήκε στις οριστικές καθυστερήσεις με νέο αριθμό λογαριασμού «XXXXX070». Εφόσον ο λογαριασμός αυτός δεν είχε καμιά σχέση πλέον με την πιστωτική κάρτα, τούτος ήταν και ο λόγος που έπαιρνε αναγκαστικά άλλη αρίθμηση. Τα ψηφία «39» ήταν ενδεικτικά του ότι μεταφερόταν σε λογαριασμό στις οριστικές καθυστερήσεις. Αυτή η αλλαγή έγινε για τα βιβλία της τράπεζας. Αντεξετάσθηκε ο ΜΕ1 και σε σχέση με τους τόκους που χρεώνονταν ως η κατάσταση λογαριασμού. Του ζητήθηκε να επαληθεύσει τους τόκους, λαμβάνοντας ως ενδεικτική την κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30.4.09 από το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι ο τόκος υπολογίζεται με βάση τις εγγραφές στο εκάστοτε υπόλοιπο του προηγούμενου μήνα. Εν προκειμένω στις 30.4.09 ο τόκος θα υπολογιζόταν βάσει ποσού €3.642,
- επί το 12,50% επί τις ημέρες με τον διαιρέτη
- Κάνοντας την πράξη αυτή με την υπολογιστική του μηχανή, ο ΜΕ1 έβγαζε ότι ο τόκος ήταν €38,
- Κληθείς να απαντήσει στο ερώτημα αν ήταν ακόμη ένα λάθος της τράπεζας το ότι χρέωσε τον Εναγόμενο με €38,97σ. αντί με €38,67σ., ο ΜΕ1 απέδωσε τη διαφορά κατά ορισμένα σεντ στο ότι αυτός κάνοντας την πράξη με την υπολογιστική του μηχανή δεν μπορούσε να εφαρμόσει ακριβώς το μηχανογραφικό σύστημα που έχει η τράπεζα σε σχέση με τον υπολογισμό των ημερών. Υιοθέτησε ο ΜΕ1 ως ορθό τον υπολογισμός που γίνεται επίσημα από το μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας παρά τον υπολογισμό που έκανε ο ίδιος με την υπολογιστική του μηχανή. Η αντεξέταση του ΜΕ1 περιστράφηκε στη συνέχεια γύρω από το θέμα της Δήλωσης Απώλειας / Κλοπής της Πιστωτικής Κάρτας του Εναγομένου. Ήταν η θέση του ΜΕ1 στην παρα. 17 του Εγγράφου Α, ότι στις 29.4.09, ο Εναγόμενος τηλεφώνησε στην υπηρεσία καρτών και ζήτησε να ακυρωθεί η πιστωτική κάρτα και να εκδοθεί καινούρια και είχε επίσης καταγράψει στην παρα. 21 του Εγγράφου Α τη θέση του ότι στη συνέχεια ο Εναγόμενος ήρθε στην τράπεζα, αφότου τηλεφώνησε για την απώλεια της κάρτας, και πλήρωσε κάποια ποσά, καθώς επίσης στην ίδια παρα. 21 του Εγγράφου Α ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι στις 11 Μαΐου 2009 ο Εναγόμενος ήρθε στην τράπεζα και έλαβε την καινούρια κάρτα, με αριθμό που έληγε σε ψηφία «0534». Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης πώς εξηγεί τότε ο ΜΕ1 το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α, σημειώθηκε από την Τράπεζα ως νέος αριθμός κάρτας ο αριθμός που έληγε σε «4363». Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι? «Ο αριθμός της κάρτας που αναφέρεται, είναι ο αριθμός της προηγούμενης της πρώτης που έχει κλαπεί, διότι αναφέρεται αυτό για την επανέκδοση νέας κάρτας, καθ' ό,τι έτσι και αλλιώς την ημέρα εκείνην δεν ήταν γνωστός ο νέος αριθμός της κάρτας, καθ' ό,τι οι κάρτες της Εθνικής Τράπεζας, τυπώνονται στην Ελλάδα και χρειάζονται ορισμένες ημέρες.». Ερωτήθηκε ο ΜΕ1 να πει αν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη στην κατοχή της τράπεζας που να δείχνει ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε τη νέα κάρτα στις 11 Μαΐου 2009, όπως είχε ισχυρισθεί ο ΜΕ1 στην παρα. 21 του Έγγραφου Α. Ο ΜΕ1 απάντησε στην ερώτηση αυτή βασιζόμενος σε δύο στοιχεία? πρώτον, στο ότι από την Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, προέκυπτε ότι η νέα κάρτα χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2009 και, κατά δεύτερον, ο ΜΕ1 στηρίχθηκε στο ότι στη σφραγίδα που υπάρχει επί του Τεκμηρίου 11 υπό Έγγραφο Α, δεν φαίνεται καθαρά ο μήνας, ότι δηλαδή είναι Μάιος, του 2009, αλλά αυτό ο ΜΕ1 το θεωρεί ως λογικό συμπέρασμα, εφόσον η καταγγελία για την απώλεια / κλοπή έγινε στις 29.4.09 και δόθηκαν οδηγίες για έκδοση νέας κάρτας στις 30.4.
- Το ότι στην ίδια Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α φαινόταν ότι μόλις στις 30.6.09 χρεώθηκε ο Εναγόμενος με τα έξοδα για αντικατάσταση της κάρτας, ο ΜΕ1 δεν το θεώρησε σημαντικό για να καθορίσει πότε παραλήφθηκε η κάρτα από τον Εναγόμενο, διότι τούτη η χρέωση αποτελούσε μια εγγραφή ως εσωτερικό θέμα της τράπεζας, δεν είναι μια αυτόματη εγγραφή που γίνεται ταυτόχρονα με την αντικατάσταση της κάρτας. Μπορούσε η τράπεζα να προβεί στη χρέωση αυτή στις 30.6.09 ή/και σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ο ΜΕ1 την υποβληθείσα σε αυτόν θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η νέα κάρτα ενεργοποιήθηκε τον Ιούνιο και όχι τον Μάιο. Αυτούσια η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ1 καταγράφεται πιο κάτω? «Διαφωνώ κάθετα και εξηγούμαι όμως και γι' αυτό, πώς έχει χρησιμοποιηθεί η κάρτα και μάλιστα για τις αναλήψεις αυτές ο πελάτης έχει κάνει και τις αντίστοιχες καταθέσεις, χωρίς να χρησιμοποιήσει την πιστωτική του κάρτα, θα πήγαινε στην τράπεζα να κάνει τις πιστωτικές καταθέσεις για το υπόλοιπο που χρησιμοποίησε για τον Μάιο του
- Εδώ είναι καθαρό.». Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΕ1 ότι η συγκεκριμένη κάρτα που είχε κλαπεί, ένεκα αμέλειας της τράπεζας, συνέχιζε να χρησιμοποιείται. Απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό ο ΜΕ1 παραθέτοντας το χρονικό ορισμένων ενεργειών που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού ημερ. 31.5.09 (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), ότι δηλαδή στις 29.4.09 έγινε η καταγγελία ότι η κάρτα είχε κλαπεί, τον Μάιο εκδόθηκε η νέα κάρτα και την παρέλαβε ο πελάτης και στις 20.5.2009 την χρησιμοποίησε σε συναλλαγές στα κατεχόμενα και την επόμενη ημέρα πήγε και έκανε και δύο καταθέσεις στον λογαριασμό της κάρτας στην τράπεζα. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος, δεν μπορούσε να πάει στα κατεχόμενα ένεκα της φύσης της εργασίας του, ότι δηλαδή, όπως καταγράφεται και στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, αυτός εργαζόταν στη Γαλλική Πρεσβεία. Ο ΜΕ1 δήλωσε εμφαντικά ότι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος εργαζόταν στην εν λόγω πρεσβεία, δεν αποκλείει το να είχε μεταβεί στα κατεχόμενα, διαφορετικά θα έπρεπε να κατάγγελλε ο ίδιος ότι η κάρτα του είχε χρησιμοποιηθεί στα κατεχόμενα. Αλλά διερωτήθηκε ο ΜΕ1, «ποιος μπορούσε να κλέψει την κάρτα και να την χρησιμοποιήσει, μετά να πάει να κάνει και το αντίστοιχο ποσό, κατάθεση, ένας που την έχει κλέψει;». Η αντίδραση του συνηγόρου Υπεράσπισης στο σημείο αυτό ήταν να προχωρήσει με νέα υποβολή προς τον ΜΕ1, ότι «εάν ο Εναγόμενος γνώριζε ότι τα συγκεκριμένα ποσά έβγαιναν σε αυτές τις χρεώσεις, δεν θα έκανε αυτήν την κατάθεση». Δεν έπεισε όμως τον ΜΕ1, ο οποίος παρέπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού, λέγοντας ότι «είναι καθαρή, σε ποιον τόπο έχει χρησιμοποιηθεί η πιστωτική του κάρτα, αναφέρει καθαρά ότι είναι στα κατεχόμενα». Η αντεξέταση του ΜΕ1 κάλυψε και το ζήτημα των δύο ενημερωτικών επιστολών που ως ισχυρίστηκε είχε στείλει η τράπεζα στον Εναγόμενο στις 28.3.12 (Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α) και στις 4.5.12 (Τεκμήριο 10 υπό Έγγραφο Α). Διαφάνηκε από όσα είπε ο ΜΕ1 ότι οι επιστολές αυτές στάληκαν σε διεύθυνση του Εναγόμενου που είναι ταχυδρομικό κιβώτιο, αλλά αυτή ήταν η σωστή διεύθυνση, η διεύθυνση που είχε δοθεί στην τράπεζα από αυτόν. Οι εν λόγω επιστολές ήταν έτοιμες να σταλούν ως συστημένες, αλλά λόγω του ότι η δοθείσα διεύθυνση ήταν ταχυδρομικό κιβώτιο, δεν στάλθηκαν ως συστημένες και γι' αυτό δεν είχε την ροζ απόδειξη που δίδεται συνήθως από το ταχυδρομείο προς απόδειξη του ότι στάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο. Όσον αφορά τη δέσμη επιστολών ως το Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι είναι επιστολές που τυπώνονται και ταχυδρομούνται αμέσως, χωρίς υπογραφή από οποιονδήποτε λειτουργό, εφόσον δεν περνούν από τον διευθυντή ή τον λειτουργό της τράπεζας. Τυπώνονται και απευθείας ταχυδρομούνται. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι οι επιστολές ως το Τεκμήριο 9 δεν ήταν εξ' αρχής στον φάκελο της τράπεζας, εξού και αποκαλύφθηκαν μόνο προ 4 μηνών. Απέρριψε αυτή την εκδοχή ο ΜΕ1, λέγοντας ότι πάντα βρίσκονταν μέσα στον φάκελο της τράπεζας και ότι ο λόγος που από το 2012 φθάσαμε στο 2020 για να αποκαλυφθούν αυτές οι επιστολές ήταν διότι προηγουμένως δεν ήταν ορισμένη έτοιμη η υπόθεση για να δικαστεί. Απέρριψε επίσης ο ΜΕ1 την υποβληθείσα σε αυτόν θέση ότι αυτές οι επιστολές ουδέποτε στάληκαν στον Εναγόμενο. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι όλες οι επιστολές και οι καταστάσεις λογαριασμού τυπώνονταν από το μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας και ταχυδρομούνταν αμέσως. Ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του ΜΕ1 με αναφορά στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α και δη στο δικαστικό διάταγμα για διαγραφή ποσού που ο Εναγόμενος δήλωσε στην αίτησή του προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ότι όφειλε προς την Ενάγουσα. Επιχείρησε ο συνήγορος Υπεράσπισης να θέσει προς τον ΜΕ1 τη θέση της υπεράσπισης ότι εάν ο Εναγόμενος δεν δήλωνε αυτό το υπόλοιπο ως οφειλόμενο καθορισμένο χρέος, δεν θα μπορούσε να εγκριθεί από το Δικαστήριο η αίτηση διαγραφής. Ακούγοντας την τοποθέτηση αυτή, το Δικαστήριο υπέβαλε προς τον συνήγορο Υπεράσπισης την εξής απορία? «Δηλαδή λέτε τώρα ότι πήγε ο Εναγόμενος στο Δικαστήριο μέσω της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας, έκανε αίτηση, παρουσιάζοντας ο ίδιος κατάσταση λογαριασμού που του έδωσε η τράπεζα στην οποία φαινόταν ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο προς την τράπεζα, ενήργησε το Δικαστήριο βάσει εκείνης της κατάστασης λογαριασμού, δέχτηκε να εκδώσει διάταγμα για απαλλαγή οφειλών αντιλαμβάνομαι, ενώ εκκρεμούσε η αγωγή, αλλά κατά τα άλλα σήμερα έρχεται και συνεχίζει να αμφισβητεί το υπόλοιπο που απομένει στην κατάσταση λογαριασμού;» Ο κ. Χατζηχριστοφής απάντησε στην ερώτηση του Δικαστηρίου λέγοντας ότι, επειδή μέσα από την παρα. 10 της γραπτής δήλωσης [του ΜΕ1] αφέθηκε η υπόνοια ότι αποδέχτηκε την οφειλή του ο Εναγόμενος, ο κ. Χατζηχριστοφή θεώρησε απαραίτητο να διευκρινιστεί το σημείο αυτό. Από την άλλη, ο ΜΕ1 σχολίασε ότι - «Μα ακριβώς η αίτηση της αφερεγγυότητας εγκρίθηκε, διότι υπήρχε επίσημα υπόλοιπο το οποίο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και μετά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, άρα υπήρχε το Τεκμήριο με ένα συγκεκριμένο ποσό που ήταν βάσει αυτού του συγκεκριμένου ποσού που έχει διαγραφεί το ποσό και ήταν μεγάλου ύψους, ήταν γύρω στο 50%.». Για την επίδικη πιστωτική κάρτα η Ενάγουσα δεν είχε ούτε εγγυητή ούτε και εμπράγματη εξασφάλιση για κάλυψη του χρέους του Εναγόμενου. Κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΕ1 επιβεβαίωσε ότι ο Εναγόμενος δεν είχε καμία άλλη κάρτα με την Ενάγουσα τράπεζα ούτε οποιαδήποτε άλλη κάρτα με όριο €3.500 ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό. Είχε μόνο τη συγκεκριμένη κάρτα ο Εναγόμενος και ουδέποτε υπέγραψε άλλη αίτηση, για να εκδοθεί οποιαδήποτε άλλη κάρτα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Μ.Ε.
- O κ. XXXXX Σκορδής (ME2) εργάζεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ως Πρωτοκολλητής. Είναι υπεύθυνος, μεταξύ άλλων, για το Τμήμα της Δικαιοδοσίας Αφερεγγυότητας και έχει υπό τη φύλαξη και κατοχή του τους φακέλους του εν λόγω Τμήματος. Κατά την κυρίως εξέτασή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο ΜΕ2 παρουσίασε τον δικαστικό φάκελο της Αίτησης 17/2017, Αναφορικά με τον Φράνσις Παναγή, τον οποίο είχε στην κατοχή του. Ήταν εφοδιασμένος με πιστά αντίγραφα των εγγράφων που περιείχε ο εν λόγω φάκελος σε σχέση με την αίτηση ημερ. 14/3/2017, την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και το Τεκμήριο Α, ως επίσης το πιστό αντίγραφο του Διατάγματος που εκδόθηκε επί της εν λόγω αίτησης στις 23/5/
- Όλη αυτή η δέσμη εγγράφων κατατέθηκε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β». Δεν υπήρξε αντεξέταση του ΜΕ
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Μ.Ε.3 Ο κ. XXXXX Πιερίδης (ΜΕ3) δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ από το 1995, υπηρετεί στη Διεύθυνση Καρτών από το 1996 και είναι επικεφαλής σε αυτήν από το
- Αποτελεί αρμοδιότητά του γενικά η επίβλεψη και εκτέλεση των όρων των εργασιών που αφορούν τις εργασίες καρτών της τράπεζας και ΑΤΜ. Εξήγησε ο ΜΕ3 ότι η δήλωση απώλειας κάρτας γίνεται με τηλεφωνική επικοινωνία στην τράπεζα, σε υποκατάστημα της τράπεζας ή σε κεντρική υπηρεσία. Όταν η τράπεζα λάβει από τον πελάτη δήλωση για απώλεια της κάρτας, αν η λήψη αυτής είναι μέσω του καταστήματος, τότε αποστέλλεται φαξ ή e-mail κάποιου στην υπηρεσία και η υπηρεσία, αφού λάβει την δήλωση που αναγράφεται ο αριθμός της κάρτας που έχει απωλεσθεί, προχωρεί σε άμεσες ενέργειες για απενεργοποίηση της, αλλάζοντας το status της κάρτας σε σχέση με τις εξουσιοδοτήσεις συναλλαγών και αναλόγως του αν έχει δηλώσει ο κάτοχος ότι χρειάζεται να εκδοθεί καινούργια κάρτα τότε προχωρεί στην επανέκδοση της κάρτας. Η δήλωση του κατόχου σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπογραφεί και να εγγραφεί, μπορεί να την δεχθούν ηλεκτρονικά, αλλά μετά πρέπει να γίνει και γραπτώς. Ο ΜΕ3 είδε και αναγνώρισε κατά την κυρίως εξέτασή του το Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α ως την επίδικη δήλωση απώλειας κάρτας και επεσήμανε ότι πάνω στην δήλωση αναγράφεται ο αριθμός της κάρτας, η ημερομηνία και ώρα της δήλωσης, τα στοιχεία του κατόχου που δίνει πληροφορίες για την απώλεια, κατά πόσο χρειάζεται νέα κάρτα και ακολούθως ο ΜΕ3 υπέδειξε ότι το κάτω μέρος της Δήλωσης είναι μόνο για χρήση από το Τμήμα Καρτών της τράπεζας όπου περιγράφονται οι εργασίες που οφείλει να κάνει ο λειτουργός της τράπεζας μόλις παραλάβει το έντυπο για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της απώλειας. Εν προκειμένω, στην επίδικη Δήλωση (Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α), φαίνονται «τικαρισμένες», δηλαδή σημειωμένες με ένδειξη «?» τρεις ενέργειες? Πρώτη ενέργεια, ότι «Η κάρτα έχει κλείσει στο base 24». Από το σύστημα «base 24» περνάνε όλες οι συναλλαγές καρτών που τυγχάνουν εξουσιοδοτήσεως. Συσχέτισε ο ΜΕ3 την εντολή για την ενέργεια αυτή με το έντυπο που είχε ήδη κατατεθεί στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση, το οποίο έντυπο ο ΜΕ3 το αναγνώρισε ως το έντυπο που αποδεικνύει ότι διεκπεραιώθηκε η πρώτη αυτή ενέργεια. Κατόπιν αυτής της δήλωσης του ΜΕ3, το Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο Γ. Ειδικότερα, ο ΜΕ3 εξήγησε ότι, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση, το Τμήμα Καρτών μετέβαλε την κατάσταση της επίδικης κάρτας (το status) μεταφέροντάς την στο «κατάστημα 3» που αντιστοιχεί στις κλεμμένες κάρτες. Η ενέργεια αυτή έγινε 8:49 π.μ. στις 29.4.2009, δηλαδή 4 λεπτά αμέσως μετά την δήλωση Απώλειας Κάρτας και/ή Κλοπής (βλ. το Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α) που υποβλήθηκε στην τράπεζα στις 8:45 π.μ.. Δεύτερη ενέργεια, ότι «Έκλεισε η κάρτα στο αρχείο net term» που είναι το σύστημα καρτών το οποίο εκδίδει τους αριθμούς των καρτών, άρα ακυρώθηκε η προηγούμενη κάρτα για να εκδοθεί η καινούργια με νέο αριθμό, εφόσον ο πελάτης ζήτησε να του εκδοθεί νέα κάρτα. Τρίτη ενέργεια, η «Ειδοποίηση της JCC», δηλαδή το Τμήμα Καρτών της τράπεζας ενημερώνει την JCC για τις απωλεσθείσες και κλοπιμαίες κάρτες, ώστε η JCC να μεταφέρει αυτές τις κάρτες σε μια λίστα «stop list» που δημιουργείται για να μην επιτρέπονται στο δίκτυό της συναλλαγές με αυτούς τους αριθμούς των καρτών που συμπεριλαμβάνονται στην λίστα. Είδε και αναγνώρισε ο ΜΕ3 το Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση ως το τηλεομοιότυπο που ετοίμασε το Τμήμα Καρτών της τράπεζας και το απέστειλε στην JCC, για να δηλώσει την κλοπή αυτής της κάρτας, για να συμπεριληφθεί στο stop list που διατηρεί η JCC. Κατόπιν της δήλωσής του αυτής, το Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Δ». Επεσήμανε ο ΜΕ3 ότι επί του εντύπου αυτού υπάρχει και η σφραγίδα της JCC ότι το παρέλαβε στις 29/4/09 και το επέστρεψε η JCC στην τράπεζα με φαξ. Η κάρτα που δηλώθηκε ως απωλεισθείσα / κλαπείσα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέχρι την ώρα που θα κλείσει το base
- Όταν κλείσει στο base 24, τότε υπάρχει περίπτωση να γίνουν συναλλαγές υπό προϋποθέσεις, και τούτο μόνο αν είναι για μικρό ποσό ώστε να μην απαιτείται ο προσωπικός μυστικός αριθμός της κάρτας για να γίνει η συναλλαγή. Αλλά ακόμη και αυτές οι περιπτώσεις περιορίζονται στο ελάχιστο, άπαξ και ενημερωθεί το δίκτυο της JCC. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ3 από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ο ΜΕ3 ερωτήθηκε εάν υπήρξαν περιπτώσεις τα τελευταία 14 χρόνια που ο ίδιος υπηρετεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, που να συνεχίστηκε η λειτουργία της κάρτας και να χρεωνόταν αυτή παρά το ότι ακυρώθηκε και παρά το ότι ακολουθήθηκαν όλες οι διαδικασίες. Η απάντηση του ΜΕ3 αυτούσια ήταν ως εξής? «Υπήρξαν ελάχιστες περιπτώσεις για ποσό που ήταν πάρα πολύ χαμηλό, σχεδόν αμελητέο. Μέχρι μια περίοδο, δεν απαιτείτο από τα συστήματα καρτών η εξουσιοδότηση αυτών των συναλλαγών και του πολύ χαμηλού ρίσκου που φέρουν αυτές οι συναλλαγές. Συναλλαγές, όμως, οι οποίες έχουν να κάνουν με cash, ανάληψη cash, μεταφορές cash ή θεωρούνται υψηλού ρίσκου πχ., οτιδήποτε σχετίζεται με gambling, πληρωμές μέσω διαδικτύου, όλες αυτές οι συναλλαγές επιβάλλεται η εξουσιοδότησή τους προτού ολοκληρωθεί η συναλλαγή.». Διευκρίνισε ο ΜΕ3 ότι αυτό που δήλωσε ανωτέρω ίσχυε πριν από 10 - 20 χρόνια, ενώ τώρα, πρόσφατα, εξουσιοδοτούνται όλες οι συναλλαγές, ανεξαιρέτως. Επεξηγώντας τα όρια που ίσχυαν στην επίδικη κάρτα με παραπομπή στο Έγγραφο Γ (πρώην Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση), ο ΜΕ3 δήλωσε ότι, ως φαίνεται στο κέντρο της σελίδας υπό τον τίτλο «Activity Limits», το όριο της επίδικης κάρτας ήταν €1709, δηλαδή μέχρι εκείνου του ορίου είχε δικαίωμα να κινηθεί ο κάτοχος της κάρτας και εξήγησε επίσης ότι υπό τον τίτλο «Activity this period» φαινόταν ότι ποσό €1541,26σ. ήταν η συνολική αξία των εξουσιοδοτήσεων που έδωσε το σύστημα για αυτή την κάρτα μέσα σε εκείνη την περίοδο, όπου η περίοδος ήταν μηνιαία. Διευκρίνισε ο ΜΕ3 ότι το ποσό των €1541,26σ. δεν συσχετίζεται καθόλου με το υπόλοιπο του λογαριασμού της κάρτας, καθώς αυτό προκύπτει από το σύστημα των εξουσιοδοτήσεων, όχι από το σύστημα των καρτών. Το σύστημα των εξουσιοδοτήσεων αναγνωρίζει πόσες εξουσιοδοτήσεις έχει δώσει ο πελάτης, αλλά δεν γνωρίζει κατά πόσο έχουν ολοκληρωθεί οι συναλλαγές ή έχουν δημιουργηθεί οι συναλλαγές, δεν γνωρίζει κατά πόσο ο κάτοχος έχει κάνει καταθέσεις ή έχει χρεωθεί οποιαδήποτε άλλα έξοδα ο λογαριασμός του. Αρνήθηκε ο ΜΕ3 το ενδεχόμενο να έγινε λάθος με το όριο που αναγράφεται στο Έγγραφο Γ. Κατόπιν της δήλωσής του αυτής, υποδείχθηκε στον ΜΕ3 το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, όπου στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 4, αναφέρεται ότι το εγκεκριμένο όριο είναι €
- Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης, «Συμπληρώθηκε λανθασμένα αυτό το έγγραφο;», με τον ΜΕ3 ν' απαντά λέγοντας «Όχι». Ακολούθως, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στον ΜΕ3 το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α όπου πάνω ψηλά δεξιά αναγραφόταν «Όριο €3500». Εξήγησε ο ΜΕ3 ότι - «Το όριο που γράφει είναι το όριο ανάληψης μετρητών που έχει ο πελάτης. Δεν αντιστοιχεί με το εγκεκριμένο πιστοποιημένο όριο της κάρτας. Η τράπεζα για λογαριασμό ασφάλειας χορηγεί στον κάτοχο το 60% του ορίου των μετρητών, το όριο ανάληψης των μετρητών είναι το 60% του ορίου, με μέγιστο το €1700, τότε ήταν £1000 και τροποποιήθηκε σε €1709 και ακολούθως έγινε στρογγυλοποίηση στα €1700.». Η αντεξέταση του ΜΕ3 πέρασε στο Έγγραφο Γ. Συμφώνησε ο ΜΕ3 με την επισήμανση που του έκανε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι πάνω δεξιά αναφέρεται ότι αυτή είναι η σελίδα «01 OF 21», ότι δηλαδή υπάρχουν ακόμα 20 σελίδες από το συγκεκριμένο έγγραφο. Δεν γνώριζε ο ΜΕ3 για ποιους λόγους δεν κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 και οι υπόλοιπες 20 σελίδες. Τόνισε όμως ο ΜΕ3 ότι η ουσία είναι ότι από τη σελίδα «01 OF 21», φαίνεται ότι άλλαξε η κατάσταση της κάρτας σε ακυρωμένη κάρτα. Οι υπόλοιπες σελίδες του συστήματος για αυτή την κάρτα θα μπορούσαν να είχαν κατατεθεί, ενδεχομένως όμως να μην είναι διαθέσιμες μετά από τόσα χρόνια και, εν πάση περιπτώσει, οι πληροφορίες που περιγράφουν κατά την άποψη του ΜΕ3 δεν σχετίζονται με το κατά πόσο έχει ακυρωθεί η κάρτα. Πληροφοριακά και μόνον ο ΜΕ3 ανέφερε ότι στις άλλες σελίδες υπάρχει σελίδα που δείχνει ημερομηνία λήξης της κάρτας, κατά πόσο ο κάτοχος έχει κάνει χρήση λανθασμένη του μυστικού του αριθμού, ο λογαριασμός που είναι συνδεδεμένη η κάρτα και παράμετροι χρήσης σε διαδικτυακές συναλλαγές που είναι σε διαφορετική σελίδα ο κάθε ένας. Αυτή όμως η αναφορά του ΜΕ3 έκανε τον συνήγορο Υπεράσπισης να διαμαρτυρηθεί περαιτέρω για το πώς είναι δυνατόν σε μια δικαστική διαδικασία που υπάρχουν ισχυρισμοί για κλοπή κάρτας, να μην έχουν προσκομιστεί και οι υπόλοιπες σελίδες που έχουν να κάνουν με θέματα χρήσης της κάρτας; Διερωτήθηκε, «είναι αυτό φρόνιμο ή μήπως αυτό είναι εσκεμμένο;». Αυτούσια η απάντηση του ΜΕ3 ήταν ότι? «Μπορώ να πω η εκτύπωση αυτής τις σελίδας από το σύστημα είναι πρακτική που ακολουθείται στην υπηρεσία για επιβεβαίωση ότι έχουν γίνει όλες οι απαιτούμενες ενέργειες για την ακύρωση της κάρτας. Αυτή η εκτύπωση δεν έγινε με κανένα σκοπό ότι θα παρουσιάζετο στο Δικαστήριο μια ημέρα. Έγινε και σε περίπτωση εσωτερικού ελέγχου της τράπεζας και υπάρχει απόδειξη ότι ολοκληρώθηκαν οι απαιτούμενες ενέργειες. Από την στιγμή που η κάρτα αυτή ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε με νέο αριθμό, πλέον στο σύστημα base 24 διαγράφηκε, μετά από την παρέλευση κάποιου διαστήματος, έτσι δεν μπορούσε να εκτυπωθεί η εικόνα που υπήρχε εκείνην την ημέρα.». Ερωτηθείς να πει αν υπάρχουν ανάλογα έγγραφα που να δείχνουν την κίνηση της καινούργιας κάρτας με αρ. «XXXXX0534», ο ΜΕ3 απάντησε λέγοντας ότι, σίγουρα, όταν εκδοθεί η νέα κάρτα, για να διεξάγονται συναλλαγές με την νέα κάρτα, πρώτα ενημερώνεται το σύστημα «base 24» και σε εκείνη την φάση δημιουργείται ανάλογο «record» για τη νέα κάρτα. Όπως εξήγησε ο ΜΕ3 η νέα κάρτα εκδίδεται σε διάστημα μιας με δυο εβδομάδες μετά τη δήλωση απώλειας της παλαιάς. Από έρευνα που έκανε ο ΜΕ3 διαπίστωσε ότι στις 30/4/09 δημιουργήθηκε η νέα κάρτα στο σύστημα σαν αριθμός, από εκεί και πέρα είναι μέσα σε διάστημα 7 - 15 ημερών που ολοκληρώνεται η διαδικασία εκτύπωσης του πλαστικού για να πάει στον πελάτη. Το πότε ξεκίνησε ξανά η κάρτα να λειτουργεί σίγουρα φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού της κάρτας που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο. Υποδείχθηκε στον ΜΕ3 το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, λέγοντάς του ότι η κατάσταση λογαριασμού αναφέρει ότι διεκπεραιώθηκε συναλλαγή στις 18/6/09 και διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης αν τούτο σήμαινε ότι από τις 30/4 που ανοίχθηκε η νέα κάρτα στο σύστημα, πώς είναι δυνατό η χρέωση της καινούργιας κάρτας να έγινε ενάμιση μήνα μετά. Ο ΜΕ3 αρνήθηκε ότι υπήρχε οποιοσδήποτε συσχετισμός της πράξης ημερ. 19/6/09 με την ημερομηνία έκδοσης της κάρτας, εφόσον ήταν βέβαιος ότι είχε δει σε κάποιο προηγούμενο τεκμήριο υπογραφή δίπλα από την ένδειξη ότι η κάρτα επανεκδόθηκε στις 30/
- Δέχθηκε, όμως, ότι πελάτης χρεώθηκε €8.50 για αντικατάσταση κάρτας (Cr Card Repl) στις 19/6/
- Υποβλήθηκε στον ΜΕ3 από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι η JCC και οι συνεργάτες της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ δεν έχουν κάνει σωστά τη δουλειά τους, γι' αυτό συνέχιζε να χρεώνεται η νέα κάρτα πριν καν την λάβει ο εναγόμενος. Αυτούσια η απάντηση του ΜΕ3 ήταν ότι? «Δεν συμφωνώ με αυτήν την δήλωση. Οι ενέργειες για ακύρωση της κάρτας έγιναν όλες από την υπηρεσία, είχε δηλωθεί η κάρτα και στο stop list της JCC και από τη στιγμή που οι επόμενες συναλλαγές του κατόχου ήταν μετά από παρέλευση ενός μηνός και αν δεν κάνω λάθος αφορούσαν συναλλαγές σε καζίνο, απαιτείται πάντοτε σ' αυτού του είδους τις συναλλαγές η χρήση του προσωπικού μυστικού αριθμού και η εξουσιοδότηση της συναλλαγής. Θεωρώ πως δεν υπάρχει περίπτωση να χρησιμοποιήθηκε για τις επόμενες συναλλαγές που παρουσιάζονται στο statement της κάρτας, να χρησιμοποιήθηκε η παλιά η κάρτα.». Με παραπομπή στο Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο A, ο ΜΕ3 εξήγησε ότι οι συναλλαγές για τις οποίες μίλησε ανωτέρω, ήταν συναλλαγές που έγιναν μετά τις 20.05.09 στην επιχείρηση με την εμπορική επωνυμία «Merit Lefkosa», που βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Από την εμπειρία του στην τράπεζα ο ΜΕ3 γνώριζε ότι αυτός ο συγκεκριμένος έμπορας είναι καζίνο. Επίσης από την εμπειρία του στην τράπεζα ο ΜΕ3 γνώριζε ότι στις κάρτες τύπου Mastercard / Visa όλοι οι αποδέκτες καρτών είναι ιδιαίτερα αυστηροί και τηρούν όλους τους κανόνες ασφάλειας γι' αυτού του είδους τις συναλλαγές για να αποτρέψουν οποιαδήποτε απάτη. Κατόπιν σχετικής ερώτησης του Δικαστηρίου προς τον συνήγορο Υπεράσπισης, ο τελευταίος διευκρίνισε ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι έγιναν με την καινούρια κάρτα αυτές οι συναλλαγές από 20.5.2009 και έπειτα, παρά μόνον εκείνο που αμφισβητεί η Υπεράσπιση είναι ότι χρησιμοποιήθηκε αυτή η κάρτα από τον εναγόμενο. Είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι η συγκεκριμένη καινούρια κάρτα δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από τον εναγόμενο. Αυτήν της την θέση, η Υπεράσπιση τη στηρίζει στον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος απαγορευόταν να μεταβεί στα κατεχόμενα για οποιονδήποτε λόγο, ένεκα της φύσης της εργασίας του. Απαντώντας στην πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης, ο ΜΕ3 δήλωσε τα εξής? «Η υπηρεσία με το που θα εκδοθούν οι νέες κάρτες, αποστέλλονται στο κατάστημα του κάθε κατόχου, το οποίο κατάστημα φροντίζει στο να παραδοθεί η κάρτα και το «pin» στον κάτοχο. Ταυτόχρονα με την έκδοση της κάρτας ετοιμάζεται και επιστολή που πάει απευθείας ταχυδρομικώς στον κάτοχο, στη δηλωμένη του διεύθυνση στην τράπεζα, με την οποία ενημερώνεται ότι έχει εκδοθεί η κάρτα του η καινούρια, για να περάσει από το κατάστημα που συνεργάζεται για να την παραλάβει. Από εκεί και πέρα, δεν γνωρίζω κατά πόσο έχει παραδοθεί, αν την έχει πάρει ο πελάτης μας, αν ο πελάτης πέρασε στις κατεχόμενες περιοχές και με ποιον τρόπο πέρασε.». Και εξήγησε περαιτέρω ότι? «Στη διαδικασία που τρέχει η υπηρεσία, για να ενωθούν τα συστήματα με τους νέους αριθμούς καρτών, εκτυπώνονται καταστάσεις που αποστέλλονται εσωτερικά στα καταστήματα, οι οποίες συνοδεύουν τις κάρτες και τα «pins» και ταυτόχρονα και οι επιστολές, οι οποίες επιστολές εκδίδονται στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφορικής που ετοιμάζονται και αποστέλλονται στο ταχυδρομείο.». Εξήγησε ο ΜΕ3 ότι οι επιστολές που αποστέλλονται για τον πιο πάνω σκοπό δεν υπογράφονται, διότι καμιά φορά μπορεί να χρειαστεί να εκτυπωθούν ταυτόχρονα χιλιάδες κάρτες λόγω ανανεώσεων, αντικαταστάσεων προϊόντων κτλ. Σε κάθε περίπτωση, η τράπεζα κάνει όλες τις ενέργειες σύμφωνα με τις υποδείξεις της νομοθεσίας και, αν απαιτείται υπογραφή, εκεί που απαιτείται, υπογράφεται. Υποδείχθηκε στη συνέχεια στον ΜΕ3 το Τεκμήριο 11 υπό Έγγραφο Α, όπου στο κάτω μέρος, το οποίο είναι για χρήση από το Τμήμα Καρτών της τράπεζας, αναφέρεται ως «νέος αριθμός» ο αριθμός «XXXXX4363», ενώ εκείνος ήταν ο αριθμός της προηγούμενης κάρτας. Διερωτήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης αν έγινε κάποιο λάθος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο ΜΕ3 εξέφρασε την εκτίμηση ότι ο λειτουργός λανθασμένα σημείωσε τον παλιό αριθμό κάρτας. Δέχθηκε επίσης ο ΜΕ3 ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη επί του Τεκμηρίου 11 υπό Έγγραφο Α που να δείχνει πότε παρέλαβε την κάρτα ο Εναγόμενος, αλλά εκείνο που υπέθεσε ο ΜΕ3 ήταν ότι έχει δεύτερη σφραγίδα παραλαβής από την υπηρεσία στις «11.05.09». Αν η σφραγίδα με τους αριθμούς «11» και «2009», αφορούσε πράγματι τον μήνα 5ο του 2009, δεν ήταν βέβαιος ο ΜΕ3, εφόσον ο αριθμός «5» δεν αναγραφόταν εκεί, απλώς το «υπέθεσε» ότι ήταν έτσι. Παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να μιλήσει με βεβαιότητα για την ημερομηνία παραλαβής της κάρτας. Δεν υπήρχε επί του Τεκμηρίου 11 υπό Έγγραφο Α οτιδήποτε που να αποδεικνύει το πότε έλαβε ο Εναγόμενος την κάρτα. Πρόσθεσε ο ΜΕ3 ότι «Έτσι και αλλιώς αυτό το έντυπο δεν χρησιμοποιείται καθόλου για την παραλαβή της κάρτας, μόνο για την απενεργοποίηση της παλιάς της κάρτας για τη διαδικασία έκδοσης της νέας.» και ότι «Λογικά στο κατάστημα πρέπει να υπάρχει υπογραφή του κατόχου πάνω στο διαβιβαστικό που συνόδευε την κάρτα ότι την παρέλαβε.». Ο ΜΕ3 δεν είχε στην κατοχή του το εν λόγω διαβιβαστικό, διότι εκείνο αφορά το κατάστημα της τράπεζας, όπου δηλώθηκε η απώλεια από τον πελάτη. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
- Αυτή ήταν η υπόθεση της Ενάγουσας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ (ΜΥ1) Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Ε». Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό της?
- «Ονομάζομαι XXXXX Παναγή και είμαι ο Εναγόμενος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
- Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόμουν ως οδηγός στην XXXXX και συγκεκριμένα ήμουν ο οδηγός του XXXXX για 8 χρόνια. Η φύση της εργασίας μου με ήθελε να είμαι σε ετοιμότητα όλες τις μέρες τις εβδομάδας, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο πλην των περιπτώσεων που απουσίαζε ο XXXXX Πρέσβης στο εξωτερικό. Απαράβατος κανόνας της εργοδότησης μου στην XXXXX Πρεσβεία ήταν να μην ταξιδεύω στο εξωτερικό από τον ίδιο τον Πρέσβη και η απαγόρευση της διέλευσης στις κατεχόμενες περιοχές. Οι μόνες περιπτώσεις που μετέβηκα στην κατεχόμενη Κύπρο ήταν οι περιπτώσεις που μετέφερα τον XXXXX Πρέσβη σε συγκεκριμένες συναντήσεις με τους Τουρκοκύπριους ηγέτες και μόνο.
- Περαιτέρω δηλώνω κατηγορηματικά ότι ουδέποτε επισκέφθηκα τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου και ουδέποτε επισκέφθηκα οποιοδήποτε καζίνο τόσο στις ελεύθερες όσο και στις κατεχόμενες περιοχές.
- Στις 17/9/2008 μετά από παραινέσεις γνωστού μου προσώπου το οποίο εργαζόταν στην Ενάγουσα, συμφώνησα στο άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. XXXXX076-0 (στο εξής ο τρεχούμενος λογαριασμός), τον οποίο χρησιμοποιούσα για τις οποιεσδήποτε ανάγκες μου. Περαιτέρω και μετά από παραινέσεις του ίδιου προσώπου και ένεκα του ότι ο ίδιος θα επωφελείτο με φιλοδώρημα (bonus) αρχικά για το άνοιγμα λογαριασμού σε «νέο πελάτη», μου εισηγήθηκε όπως αιτηθώ και για έκδοση πιστωτικής κάρτας.
- Κατά την υπογραφή των σχετικών αιτήσεων για το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού, αλλά και την αίτηση της πιστωτικής κάρτας, δεν με ενημέρωσε κανείς για τις λεπτομέρειες του ανοίγματος και των δύο λογαριασμών. Εξ' όσων θυμάμαι, το φιλικό αυτό πρόσωπο μου έδωσε δύο αιτήσεις από δύο σελίδες η κάθε μία και μου είπε να υπογράψω κάθε σελίδα των αιτήσεων που μου έδωσε.
- Αναφορικά με την αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας το μόνο έγγραφο το οποίο μου δόθηκε για να υπογράψω ήταν αυτό με τίτλο «Αίτηση για χορήγηση ατομικής πιστωτικής κάρτας MASTERCAR» στο οποίο αναγράφονταν όλα τα προσωπικά μου στοιχεία τα οποία έδωσα κατά το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού.
- Στις 6/10/08 κάποιος υπάλληλος της τράπεζας με ενημέρωσε για την έγκριση που έλαβε η αίτηση μου για χορήγηση της πιστωτικής κάρτας και την ίδια ημέρα επισκέφθηκα το κατάστημα της Ενάγουσας όπου μου δόθηκε ένα άλλο μονοσέλιδο έντυπο το οποίο και υπέγραψα για να παραλάβω την συγκεκριμένη κάρτα στο οποίο δεν αναγραφόταν οτιδήποτε σε σχέση με τον τόκο.
- Όπως ήδη έχω αναφέρει, ο μόνος λόγος για τον οποίο προχώρησα με την αίτηση και κατ' επέκταση την έκδοση της πιστωτικής κάρτας ήταν για να βοηθήσω το γνωστό μου πρόσωπο και μόνο, αφού δεν είχα σκοπό να χρησιμοποιήσω την συγκεκριμένη κάρτα, ιδιαίτερα από την στιγμή που εκείνο το διάστημα είχα αρκετά έσοδα. Προς τούτο θα ήθελα να καταθέσω το βιβλιάριο των καταθέσεων μου ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε στο οποίο αναγράφεται μέρος των καταθέσεων μου στην εν λόγω τράπεζα.
- Ένεκα της εργασίας μου αλλά και λόγω του ότι παράλληλα ασχολούμουν με την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, επισκεπτόμουν πολύ συχνά τα καταστήματα της Ενάγουσας με σκοπό να καταθέσω τα χρήματα τα οποία λάμβανα από τις πωλήσεις αυτοκινήτων. Συγκεκριμένα οι καταθέσεις γίνονταν υπό τύπον γραμματίου.
- Την συγκεκριμένη κάρτα η οποία είχε αριθμό 5415-9325-0083-4363 (στο εξής η πιστωτική κάρτα) δεν την χρησιμοποίησα ποτέ μου επειδή ο τρεχούμενος μου λογαριασμός κατά τον επίδικο χρόνο διέθετε αρκετά χρήματα για να καλύψω τις ανάγκες μου. Για αυτό το λόγο την πιστωτική κάρτα την διατηρούσα στο αυτοκίνητο μου χωρίς να την έχω χρησιμοποιήσει ποτέ μου.
- Περί το τέλος του Απριλίου του 2009, αντιλήφθηκα ότι η κάρτα μου απουσίαζε από το αυτοκίνητο μου. Να σημειώσω ότι για το διάστημα που παρήλθε από τον Οκτώβριο του 2008, ουδέποτε χρησιμοποίησα την εν λόγω κάρτα. Μόλις αντιλήφθηκα ότι η κάρτα μου δεν βρισκόταν στο αυτοκίνητο μου, κάλεσα αμέσως την τράπεζα με σκοπό να ακυρώσω την κάρτα. Αμέσως μετά το τηλεφώνημα μου προς την Τράπεζα και μετά από οδηγίες του λειτουργού που με εξυπηρέτησε τηλεφωνικά, μου ανέφερε ότι θα πρέπει να παρουσιαστώ στο υποκατάστημα της τράπεζας για να γίνει γραπτώς η δήλωση μου για την απώλεια της κάρτας.
- Αφού έγινε η δήλωση στην τράπεζα, μου είπαν πως θα ακυρωθεί άμεσα η συγκεκριμένη κάρτα. Ένεκα του ότι είχα ξαφνιαστεί έντονα με την απώλεια της κάρτας μου, προχώρησα και με καταγγελία στην αστυνομία, λόγω του ότι είχα συγκεκριμένες υποψίες για άτομο του φιλικού μου περιβάλλοντος με όνομα Γιαννάκης Κυπριανού.
- Από την ημέρα που έγινε η δήλωση για την απώλεια κάρτας συνέχισα να καταθέτω χρήματα στον τρεχούμενο λογαριασμό, μου αλλά από ότι έχω αντιληφθεί από τα τεκμήρια που έχουν καταχωρηθεί από τους λειτουργούς της τράπεζας ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα τα ποσά που κατέθετα, τα διαχειριζόταν η τράπεζα και τα μετέφερε στον λογαριασμό της πιστωτικής κάρτα για να μην υπάρχει το αρνητικό υπόλοιπο.
- Να σημειώσω ότι ουδέποτε είχα υπογράψει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση προς την τράπεζα να επεμβαίνει στον καταθετικό μου λογαριασμό, αλλά ούτε αιτήθηκα για οποιαδήποτε καινούρια κάρτα.
- Στις 11 Ιουλίου του 2011 ως είναι πολύ καλά γνωστό, έγινε η τρομακτική έκρηξη στο χωριό Μαρί της Επαρχίας Λεμεσού. Εκείνη την μέρα για κακή μου τύχη βρισκόμουν σε παρακείμενη τοποθεσία για ψάρεμα και λόγω της έκρηξης τραυματίστηκα πολύ σοβαρά. Ο συγκεκριμένος τραυματισμός με ανάγκασε να παραμείνω κλινήρης για αρκετούς μήνες. Παράλληλα αναγκάστηκα να σταματήσω να εργάζομαι και η σύνταξη αναπηρίας είναι το μόνο μου έσοδο από τότε.
- Ένεκα του τραυματισμού μου και του μεγάλου διαστήματος αποθεραπείας, σε καμία περίπτωση δεν έλαβα οποιαδήποτε ενημέρωση σε σχέση με την κίνηση των λογαριασμών μου μετά το πιο πάνω περιστατικό. Η τελευταία ενημέρωση που έλαβα από την συγκεκριμένη τράπεζα ήταν η αγωγή που μου επιδόθηκε στην οικία μου. Από τότε που παρέλαβα την αγωγή αναμένω το πότε θα γίνει η ακρόαση της υπόθεσης, για να μπορέσω να προωθήσω το παράπονο μου στο Δικαστήριο.
- Από τον τραυματισμό μου το 2011 και μετά, τα οικονομικά μου δεδομένα άλλαξαν ραγδαία. Όλα τα χρήματα τα οποία είχα σε καταθέσεις, τα χρησιμοποιούσα για τις απολύτως απαραίτητες ανάγκες μου, αλλά και για τις θεραπείες που ακολουθούσα και συνεχίζω να ακολουθώ. Γι' αυτό το λόγο, το 2017 υπέβαλα αίτηση στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας για την έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών. Μέρος της διαδικασίας ήταν να δοθεί εξουσιοδότηση στην υπηρεσία αφερεγγυότητας για εντοπισμό οποιωνδήποτε οφειλών σε Τράπεζες. Παρά το γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση εκκρεμεί στο Δικαστήριο από το 2012 και δεν μπορούσα να δικαιωθώ πριν την καταχώρηση της Αίτησης στην υπηρεσία αφερεγγυότητας, η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας με ενημέρωσε ότι είχα οφειλόμενα στην Εθνική Τράπεζα και τους ενημέρωσα για την εκκρεμούσα διαδικασία στο Δικαστήριο. Η Υπηρεσία αφερεγγυότητας με ενημέρωσε πως θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η συγκεκριμένη οφειλή στην Εθνική Τράπεζα για να μπορέσει να εγκριθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, ασχέτως αν εκκρεμούσε αγωγή στο Δικαστήριο, η αίτηση μου θα απορριπτόταν ή απλά δεν θα μπορούσε να προχωρήσει για να περιορίσω τα χρέη μου.
- Συνεπώς ήμουν αναγκασμένος να προχωρήσω με την συγκεκριμένη διαδικασία, όπως προνοούσε αυτή, χωρίς σε καμία περίπτωση να αναγνωρίζω οποιοδήποτε χρέος προς την Εθνική Τράπεζα, ιδιαίτερα ένεκα του ότι ουδέποτε αιτήθηκα, παρέλαβα αλλά ούτε και χρησιμοποίησα την ανανεωμένη πιστωτική κάρτα την οποία θα λάμβανα τον Ιούνιο του 2009 και την οποία δεν έλαβα ποτέ μου και για αυτό το λόγο εκκρεμούσε και η παρούσα αγωγή.
- Είναι θέση μου ότι σε καμία περίπτωση η Ενάγουσα δεν μπορεί καν να αποδείξει η ίδια το ποσό το οποίο εκκρεμεί ένεκα του ότι ακόμα και στις καταστάσεις λογαριασμού, υπάρχουν σοβαρά λάθη στον υπολογισμό τόκων και επιβαρύνσεων προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον μου, τα οποία υπολογίστηκαν σε συναλλαγές που επαναλαμβάνω δεν ήμουν σε θέση να κάνω και κατηγορηματικά δεν έκανα.
- Σε συνέχεια των πιο πάνω, πιστεύω ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται από εμένα προς την Ενάγουσα και έτσι ζητώ την απόρριψη της αγωγής.». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι εργαζόταν ως οδηγός στη Γαλλική Πρεσβεία μεταξύ 2004 -
- Δεν είχε στην κατοχή του ο ΜΥ1 οποιοδήποτε έγγραφο ή συμβόλαιο εργοδότησης στη βάση του οποίου να μπορεί να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι είχε επιβληθεί ως απαράβατος κανόνας της εργοδότησής του στη XXXXX Πρεσβεία, η απαγόρευση να μεταβαίνει στα κατεχόμενα. Όπως δήλωσε ο ΜΥ1, ως εργοδοτούμενος της XXXXX Πρεσβείας ήταν κάτοχος ειδικής ταυτότητας που του χορήγησε η XXXXX Πρεσβεία για να τη χρησιμοποιεί κατά την οδήγηση του διπλωματικού οχήματος. Ο μόνος χώρος από τον οποίο μπορούσε να εισέλθει στα κατεχόμενα οδηγώντας το ήταν από το Λήδρα Palace. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι ο ίδιος ως πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν πήγε ποτέ στα κατεχόμενα για να ξέρει τί έγγραφα ζητούνται για ταυτοποίηση στο οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Τον XXXXX πρέσβη τον μετέφερε ο ΜΥ1 στα κατεχόμενα μόνο όταν είχε κάποια σύσκεψη εκεί. Σπάνια έλειπε ο πρέσβης από την Κύπρο. Για να ταξιδέψει ο ίδιος ο ΜΥ1 εκτός Κύπρου έπρεπε να λάβει την άδεια του πρέσβη. Η συνήγορος της Ενάγουσας αμφισβήτησε την αλήθεια όλων αυτών των ισχυρισμών του ΜΥ
- Υποδείχθηκε στον ΜΥ1 η Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α και ερωτήθηκε αν αποτελούν δικές του ενέργειες οι εξής συναλλαγές? · Για τη συναλλαγή που φαίνεται να έγινε στις 16/10/2018, με λεπτομέρειες «Cyprus airways». · Για τη συναλλαγή που έγινε στις 17/10 σε ταξιδιωτικό γραφείο. · Για τρεις συναλλαγές, με ημερομηνία αξίας 18/10, που έγιναν σε καταστήματα στην Αθήνα (22/10 Ballis Efthimios, 22/10 Tod' s, 23/10 Vavoulas). Αρνήθηκε ο ΜΥ1 όλες τις πιο πάνω συναλλαγές. Ισχυρίστηκε ότι δεν έγιναν από τον ίδιο. Δεν δίστασε ο ΜΥ1 να κατονομάσει το γνωστό του πρόσωπο που εργαζόταν στην Ενάγουσα και το οποίο, ως ανέφερε ο ΜΥ1 στην παρα. 4 του Εγγράφου Ε, τον παρότρυνε να ανοίξει λογαριασμό. Ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο που αυτός κατονόμασε ήταν συγγενής γνωστού πολιτικού προσώπου, το οποίο επίσης κατονόμασε. Αμφότερα τα ονόματα είναι καταγραμμένα στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου, αλλά δεν κρίνεται σκόπιμη η εδώ παράθεσή τους, εφόσον δεν είναι ούτε διάδικοι ούτε μάρτυρες οι ίδιοι. Όπως ισχυρίστηκε ο ΜΥ1, το εν λόγω φιλικό του πρόσωπο εργαζόταν στην Ενάγουσα και παράλληλα ασκούσε δεύτερη εργασία εκτελώντας χρέη οδηγού του συγγενικού του πολιτικού προσώπου. Έτυχε να βρεθεί ο ΜΥ1 με το εν λόγω φιλικό του πρόσωπο σε δεξίωση και εκεί τον παρότρυνε να ανοίξει λογαριασμό στην Ενάγουσα τράπεζα, όπου εργαζόταν. Διαβεβαίωσε εκείνος τον ΜΥ1 ότι ακόμη και δάνειο, αν χρειαζόταν, επειδή ο θείος του ήταν μέτοχος στην τράπεζα, θα μπορούσε να του εξασφαλίσει βοήθεια. Όταν ο ΜΥ1 πήγε στην Τράπεζα για να συμπληρώσει την αίτηση, ήταν αυτός ο φίλος του εκεί, στην είσοδο της τράπεζας και καθόταν στην αριστερή μεριά της τράπεζας σε γραφείο δικό του. Με εκείνον εμίλησε ο ΜΥ
- Του παρουσίασε ο φίλος του ένα έντυπο αίτησης, το συμπλήρωσε ο ΜΥ1 εκεί μπροστά του και το υπέγραψε ο ΜΥ
- Eίδε και αναγνώρισε ο ΜΥ1 το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α ως το έντυπο αίτησης που είχε συμπληρώσει και αναγνώρισε την υπογραφή του στη δεύτερη σελίδα σε δύο σημεία, καθώς και την υπογραφή του στην τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου
- Παραταύτα αρνήτο ότι πήγε δύο φορές στην τράπεζα, μία για να αιτηθεί την κάρτα και μία για να την παραλάβει όταν εκδόθηκε. Ισχυρίστηκε ότι μία φορά πήγε στην τράπεζα και υπέγραψε. Ήταν σίγουρος ότι δεν ξαναπήγε. Όταν υποδείχθηκε ότι η αίτηση για την κάρτα συμπληρώθηκε στις 17/9/2008, ενώ η έκδοση της κάρτας εγκρίθηκε στις 6/10/08 και ότι άρα η συμφωνία ως περιέχεται στην τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Α δεν μπορεί να υπεγράφη στις 17/9/2008, ο ΜΥ1, αντί να αναθεωρήσει τη θέση του και να παραδεχθεί ότι πήγε και δεύτερη φορά στην τράπεζα για να υπογράψει τη συμφωνία, απάντησε αντιδρώντας ως εξής? «Συγγνώμη, έχετε εδώ ένα έγγραφο το οποίο έχει 5 υπογραφές, 2 δικές μου και 3 άλλες και έχει υστερόγραφες παρατηρήσεις, ημερομηνίες, διορθώσεις με πέννα και μία σφραγίδα και περιμένετε να απαντήσω; Είναι γελοίο αυτό.». Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ποιες ήταν οι «υστερόγραφες σημειώσεις» στις οποίες αναφερόταν, ο ΜΥ1 αποκρίθηκε ως εξής? «Στο πρώτο που μου υπέδειξε η συνήγορος έχει μία υπογραφή που δεν είναι δική μου, με άλλο χρώμα. Άρα, δεν μπορώ να σας απαντήσω. Εγώ ξέρω ότι πήγα και υπέγραψα τη συγκεκριμένη ημερομηνία.». και «Υπάρχουν γραπτά εκεί, τα οποία δεν ξέρω ποιος τα έγραψε.». Eρωτήθηκε ακολούθως ο ΜΥ1 να πει αν τη μέρα που πήγε στον φίλο τουγια να συμπληρώσει την αίτηση για την κάρτα, θυμόταν να του δόθηκαν, μαζί με την αίτηση και την ανυπόγραφη συμφωνία, οι όροι χρήσης της κάρτας και ένας Πίνακας. Ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας ότι ο ίδιος υπέγραψε ότι του παρουσίασε ο φίλος του, ούτε όρους του ανέφερε ούτε συμφωνίες του ανέφερε, ούτε τίποτα. Δεν πήρε αντίγραφο των όσων υπέγραψε. Υπέγραψε και έφυγε και του είπαν «περίμενε, θα σε ενημερώσουμε αν εγκριθεί ή όχι», ενώ «αν μου έδιναν όρους και συμβόλαιο copies σημαίνει ότι εγκρίθηκα εκείνη τη στιγμή». Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι τα έγγραφα ως τα Τεκμήρια 6 και 7 υπό Έγγραφο Α που του παρουσίασε η συνήγορος της Ενάγουσας, τα έβλεπε πρώτη φορά εδώ στο Δικαστήριο. Όταν ρωτήθηκε ξανά αν δεν του δόθηκαν προηγουμένως από την Τράπεζα, η απάντηση του ΜΥ1 ήταν ότι «Ναι, αν μου έδιναν, για να συμφωνήσεις σε κάτι πρέπει να υπογράψεις, που τη στιγμή που είναι ανυπόγραφα γνωρίζω ότι υπάρχουν όροι, πάντα έχουν όρους οι τράπεζες, αλλά δεν μου παρουσίασαν.». Στη συνέχεια ερωτήθηκε ο ΜΥ1 αν θυμόταν να πει ποιος τον ειδοποίησε για την έγκριση της αίτησής του για την έκδοση κάρτας. Δεν απάντησε στο ερώτημα αυτό ο ΜΥ
- Περιέπλεξε το θέμα, αναφερόμενος στο ότι δυσκολευόταν να θυμηθεί «ημερομηνία», διότι προηγήθηκε η φονική έκρηξη στο Μαρί, από την οποία ο ίδιος κατέληξε να είναι σοβαρά τραυματίας και να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Εν τέλει, δεν αρνήθηκε ο ΜΥ1 ότι παράλαβε την κάρτα σε άλλη ημερομηνία από εκείνην που αιτήθηκε την έκδοχή της και ότι πήγε ο ίδιος να την παραλάβει. Διατήρησε την άρνησή του μόνο σε επίπεδο καθορισμού της ημερομηνίας που συνέβηκε αυτό, λέγοντας τα εξής? «Εσείς ισχυρίζεστε αυτό, εγώ δεν μπορώ να σας πω. Κοιτάξετε μην με βάζετε, ξέρω ότι παράλαβα την κάρτα, τώρα πότε την παράλαβα μην μου φέρνετε ημερομηνίες. Εντιμότατη, μην με συγχύζετε σε ημερομηνίες, διότι δημιουργάτε μου πρόβλημα, αγχώνομαι και θέλω, σας απαντώ εντίμως, παρόλη την κούραση που νιώθω. Έπρεπε να κάνω φυσιοθεραπείες, πότε παρέλαβα την κάρτα δεν θυμάμαι, αν έχει κάτι που φέρει την υπογραφή μου ότι παρέλαβα την κάρτα το αναγνωρίζω.». Επέμεινε κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ1 στον ισχυρισμό του ότι δεν τη χρησιμοποίησε ποτέ την κάρτα αυτή ο ίδιος, ούτε και μια φορά. Δεν θυμόταν να παράλαβε ποτέ τον μυστικό αριθμό της κάρτας στην ταχυδρομική του θυρίδα, δεν παρέλαβε ποτέ τον μυστικό αριθμό, ούτε λάμβανε επιστολές από την τράπεζα. Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν έλαβε ποτέ του επιστολές από την τράπεζα, ήταν διότι, όταν άνοιξε τον λογαριασμό στην Ενάγουσα τράπεζα, είχε μετακομίσει στον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακος. Είχε ταχυδρομική θυρίδα στην Παλλουριώτισσα, δίπλα από το Debenhams, την οποία πήγε ο ΜΥ1 και την έκλεισε και ο υπάλληλος εκεί τότε του είπε πως «ό,τι επιστολές έρχονται κοντά μας, για έναν μήνα θα αποστέλλονται στους αποστολείς. Και φρόντισε να ενημερώσεις να μην έρχονται εδώ». Του είπε επίσης ο ταχυδρομικός υπάλληλος, ότι θα έβαζαν αυτοκόλλητο να φαίνεται ότι έκλεισε η θυρίδα. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι είχε για χρόνια την εν λόγω θυρίδα και ότι δεν θυμόταν ακριβώς ποια χρονιά ήταν που την έκλεισε. Ο ΜΥ1 είχε τον λογαριασμό που φαίνεται στο βιβλιάριο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε και τον χρησιμοποιούσε εκείνον την επίδικη περίοδο. Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι ο λόγος που παρουσίασε ο ίδιος αυτό το βιβλιάριο στο Δικαστήριο ήταν για να αντικρούσει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι δήθεν δεν είχε άλλο λογαριασμό κοντά τους. Η συνήγορος της Ενάγουσας, ευρισκόμενη ενώπιον αυτού του αποδεικτικού εγγράφου που προσκόμισε ο ΜΥ1, δεν αρνήθηκε την ύπαρξη του συγκεκριμένου λογαριασμού, πλην όμως επεσήμανε, συνεχίζοντας την αντεξέταση του ΜΥ1, τα εξής. Ότι στη σελ. 16 του βιβλιαρίου επεξηγούνται κάποιοι κωδικοί που τίθενται ως σημείωση δίπλα από κάθε συναλλαγή που είναι περασμένη στο βιβλιάριο. Ειδικότερα, από τη συγκεκριμένη επεξήγηση προκύπτει ότι, όποτε ο ΜΥ1 έκανε συναλλαγές χωρίς να παρουσιάσει το βιβλιάριο αυτό, η σχετική σημείωση λάμβανε τον κωδικό «Ν». Περαιτέρω, σε συνέχεια καταχώρισης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης, ημερ. 9/12/20, η συνήγορος της Ενάγουσας ζήτησε να χρησιμοποιήσει στη δίκη, και προς τούτο υπέδειξε στον ΜΥ1, την Αναλυτική Κατάσταση Λογαριασμού «Καταθ. Ταμιευτηρίου», αναφορικά με τον Λογαριασμό Αρ. «XXXXX076 - 0» για την περίοδο από 31.10.2008 μέχρι 12.3.
- Βλέποντας την Κατάσταση αυτή, ο ΜΥ1 επιβεβαίωσε ότι το βιβλιάριο που ο ίδιος παρουσίασε ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε αφορά στον ίδιο λογαριασμό με εκείνον στον οποίο αναφέρεται η εν λόγω Κατάσταση Λογαριασμού. Επιβεβαίωσε επίσης ο ΜΥ1 ότι η πρώτη καταχώρηση στην πρώτη σελίδα της Κατάστασης Λογαριασμού ήταν ημερομηνίας 17/09/2008 με την κατάθεση μετρητών (ποσού €6.000) και η τελευταία καταχώριση ήταν ημερ. 12/3/2012 με μηδενικό υπόλοιπο. Μετά και από τις προαναφερθείσες δηλώσεις του ΜΥ1, η συνήγορος της Ενάγουσας ζήτησε να κατατεθεί μέσω του ΜΥ1 η εν λόγω «Κατάσταση Λογαριασμού Καταθ. Ταμιευτηρίου» ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Ζ». Αποδέχτηκε μάλιστα ο ΜΥ1 ότι όλες οι καταχωρήσεις υπάρχουν στο Βιβλιάριο που ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε είναι ορθές και, επομένως, στο βαθμό που αυτές καταγράφονται και στην Κατάσταση Λογαριασμού ως το Έγγραφο Ζ είναι επίσης αποδεκτές από τον ίδιο. Εν προκειμένω, συγκρίνοντας το περιεχόμενο του Βιβλιάριου (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε) με την Κατάσταση Λογαριασμού ως το Έγγραφο Ζ, η συνήγορος της Ενάγουσας επιβεβαίωσε μέσω του ΜΥ1 ότι η τελευταία συναλλαγή που καταγράφηκε στο Βιβλιάριο αυτό ήταν μια πίστωση 700 ευρώ, ημερ. 13/1/2009, η οποία είναι καταχωρημένη και στην Κατάσταση Λογαριασμού. Περαιτέρω, με παραπομπή στο Έγγραφο Ζ υποδείχθηκε στον ΜΥ1 η καταχώρηση ημερ. 27/10/08, στην πρώτη στήλη «JCC PRAKTORIO OPAP» κάτω από την οποία ήταν σημειωμένος ο αριθμός «XXXXX3870» και υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι αυτός ο 16ψηφίος αριθμός «είναι ένας αριθμός κάρτας». Η απάντηση του ΜΥ1 ήταν ότι «Δεν το γνωρίζω τούτο». Συνέχισε η συνήγορος της Ενάγουσας υποδεικνύοντας στον ΜΥ1 ότι στις 27/10/08 ήταν καταχωρημένες και άλλες τρεις συναλλαγές με τον ίδιο αριθμό «XXXXX3870» και ότι τούτος ο αριθμός συνέχιζε να εμφανίζεται δίπλα από τις καταχωρήσεις των συναλλαγών ημερ. 29/10/08, 3/11/08 και 6/11/08, 14/11/08 και συνεχίζει σε κάθε συναλλαγή του Εγγράφου Ζ να υπάρχει η σύνδεση με αυτόν τον αριθμό. Η αντίδραση του ΜΥ1 ήταν να εκφέρει μόνο τη λέξη «Μάλιστα», προσθέτοντας στη συνέχεια ότι, αν η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής λέγει ότι αυτός ήταν ένας αριθμός κάρτας, ο ίδιος δεν μπορεί να πει το αντίθετο διότι δεν γνωρίζει. Ερωτηθείς αν είχε δοθεί στον ίδιο από την τράπεζα κάποια κάρτα σε σχέση με αυτόν τον λογαριασμό Καταθ. Ταμιευτηρίου στον οποίο αφορούν τα τεκμήρια ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε και το Έγγραφο Ζ, ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας «Εννοείς αν χρησιμοποιούσα κάρτα, όχι. Αν είχα ήταν να υπογράψω έννεν;». Ερωτηθείς αμέσως μετά αν η τράπεζα του έδωσε κάποια κάρτα τρεχούμενου, ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας «Δεν μου έδωσαν, εδώσαν μου βιβλιάριο». Ακολούθως, υποδείχθηκε στον ΜΥ1 η σελ. 16 του βιβλιάριου (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε), όπου στους κωδικούς συμπεριλαμβάνονται? · Ο κωδικός «OOCC» και ορίζεται κατά τρόπο που σημαίνει «Card Purchase - Αγορά με κάρτα». · Ο κωδικός «OOTW» και ορίζεται κατά τρόπο που σημαίνει «ATM Withdrawal - Ανάληψη». Υποδείχθηκε επίσης στον ΜΥ1 η σελ. 6 του ιδίου βιβλιαρίου όπου υπάρχει καταχώρηση ημερ. 27/10/2008 με «Αιτιολογία» τον κωδικό «ΝΟΤW», που υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι τούτο σήμαινε ότι η ανάληψη χρημάτων δεν έγινε με τη χρήση του βιβλιαρίου γι' αυτό και το πρώτο γράμμα αντικαταστάθηκε με το γράμμα «Ν», άρα και αυτή η συναλλαγή έγινε με κάρτα. Και πάλιν η απάντηση του ΜΥ1 ήταν ότι «Δεν το γνωρίζω τούτο». Μετά από όλο το πιο πάνω υπόβαθρο, η συνήγορος της Ενάγουσας προχώρησε και ερώτησε τον ΜΥ1 αν συμφωνεί ότι στοιχημάτιζε ο ίδιος στον ΟΠΑΠ. Η απάντησή του ήταν «Όχι». Τον ρώτησε επίσης αν συμφωνεί ότι το βιβλιάριο (ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε) μόνον ο ίδιος το χρησιμοποιούσε! Η απάντησή του ήταν «Ναι, μόνο εγώ». Υποδειχθηκε επίσης στον ΜΥ1 η σελ. 3 της Κατάστασης Λογαριασμού ως το Έγγραφο Ζ και συμφώνησε ο ΜΥ1 με την επισήμανση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι εκεί υπήρχαν καταχωρήσεις για «ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ», με περαιτέρω λεπτομέρειες «CEASARS Ltd» και «GIRNE SB 2». Συνέχισε όμως ο ΜΥ1 να ισχυρίζεται ότι ο αριθμός που αναγραφόταν δίπλα από αυτές τις καταχωρήσεις συναλλαγών εξωτερικού, δεν ήξερε ο ίδιος αν αντιπροσωπεύει «αριθμό κάρτας», αλλά, όπως το έθεσε προς την συνήγορο της Ενάγουσας «αν ισχυρίζεστε εν κάρτα, εν κάρτα, δεν μπορώ να πω». Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΥ1 ότι όπου δίπλα από τον αριθμό κάρτας αναγράφεται η ένδειξη «TRY», πρόκειται για συνάλλαγμα. Η απάντηση του ΜΥ1 στην υποβολή αυτή ήταν ότι «Δεν γνωρίζω, πώς να γνωρίζω; Το μόνο νόμισμα που γνωρίζω είναι το ευρώ, δεν ξέρω αν χρησιμοποιείται κάτι άλλο στην Κύπρο» και όταν του υποδείχθηκε ότι είναι «σε Τουρκικές λίρες», η απάντησή του ήταν «Ωραία», αλλά προχώρησε διαμαρτυρόμενος να υποβάλει ο ίδιος το εξής ερώτημα? «Εδώ γράφει εξωτερικό, αυτό σημαίνει ότι εγώ ταξίδεψα; Ρωτάτε για Τούρκικες λίρες, τι σημαίνει πήγα Τουρκία; Προσπαθώ να καταλάβω.». Σε υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ1 δεν θα έπρεπε να ρωτά, αλλά να λέγει ξεκάθαρα από το εδώλιο του μάρτυρα τη θέση του, ο ΜΥ1 τοποθετήθηκε λέγοντας «Αν θεωρείτε ότι ήμουν εξωτερικό ή πήγα Τουρκία και χρησιμοποίησα τουρκικές λίρες, νομίζω κάπως δύσκολο. Προχώρησε στο σημείο αυτό η συνήγορος της Ενάγουσας και επεσήμανε στον ΜΥ1 ότι όπου αναγράφεται η καταχώρηση «ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ», αλλά με λεπτομέρεια «Girne», τούτη η λέξη σημαίνει «Κερύνεια» στην Tουρκική. Η απάντηση του ΜΥ1 μονολεκτική, «Ok». Υποδείχθηκε στον ΜΥ1 το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, που ήταν η Κατάσταση Λογαριασμού της επίδικης πιστωτικής κάρτας. Στην σελίδα που φέρει την Κατάσταση Λογαριασμού ημερ. 31/12/08, στις ημερομηνίες 10/12/08, 11/12/08 και 15/12/08 αναγράφονταν «Αναλήψεις σε ΑΤΜ». Δεν διαφώνησε ο ΜΥ1, παρά μόνο δήλωσε «Συμφωνώ με ό,τι βλέπω εδώ». Συμφώνησε επίσης με τη θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι «για να γίνει ανάληψη χρειάζεται το PIN της κάρτας». Επέμεινε όμως ο ΜΥ1 ότι δεν ήταν αυτός που έκανε τις αναλήψεις αυτές, διότι αυτός δεν χρησιμοποιεί ποτέ κάρτα. Ισχυρίστηκε μάλιστα ο ΜΥ1 ότι δεν έλαβε ποτέ το PIN της κάρτας και ότι εξήγησε στην τράπεζα και στην Αστυνομία τι συνέβη. Ζήτησε να το αναφέρει και στο Δικαστήριο, εκθέτοντας την εξής εκδοχή? «Εντιμότατη, εγώ στη ζωή μου ήμουν πάντα έντιμος. Συναναστρέφομαι με πολύ κόσμο. Έτυχε να συναναστραφώ με έναν άνθρωπο που έκανε κλοπή της κάρτας μου, απευθύνθηκα στην τράπεζα και στην JCC και η τράπεζα με παρέπεμψε να κάνω καταγγελία στην αστυνομία. Πήγα στην αστυνομία, έκανα καταγγελία στον τότε αστυνομικό Μ. Δ. [το πλήρες όνομα είναι καταγραμμένο στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου] που ήταν φίλος μου και δούλευε στο ΤΑΕ και μου είπε θα το εξετάσουμε, αφού μου πήραν κατάθεση, θα το εξετάσουμε. Για να μην μακρηγορώ, η εξέταση έγινε, το άτομο συνελήφθηκε, η αστυνομία ήρθε σε επαφή με την τράπεζα, το τι ειπώθηκε στην τράπεζα μεταξύ αυτής και της αστυνομίας δεν γνωρίζω. Γνωρίζω όμως ότι τον Κ. Γ. [το πλήρες όνομα είναι καταγραμμένο στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου], ο όποιος έκανε κλοπή της κάρτας, τον συνέλαβαν και τον χρησιμοποίησαν ως μάρτυρα κατηγορίας, για να συλλάβουν σπείρα, η οποία έκλεβε δεδομένα από κάρτες, περισσότερο στην Αμερική. Η διαφορά ώρας, τα γνωρίζω, γιατί τα ανέφερε ο Μ. Δ., που ήταν φίλος προσωπικός. Έπιασαν το κύκλωμα σε συνεργασία με άλλες αστυνομίες και όλα αυτά που αναφέρει η δικηγόρος, ΑΤΜ, εξωτερικά, καζίνα, και ό,τι άλλο, που δεν με αφορούν εμένα, τα είχε κάνει ο κύριος χρησιμοποιώντας την κάρτα μου. Όταν ζήτησα, μετά που εμφανίστηκε ο κλητήρας της τράπεζας, δεν είχα γνώση για το χρέος αυτό, με μία κυρία στο σπίτι μου, «έχουμε κλήτευση για εσάς», νόμιζα ήταν για την υπόθεση στο Μαρί, μου λέει, «έχεις χρέος στην τράπεζα», «ποια τράπεζα;» λέει «στην Εθνική». Μου παρουσίασε τα statement 14 χιλιάδες, ξεκίνησε η διαδικασία των αγωγών. Πριν χρησιμοποιήσω το γραφείο που με αντιπροσωπεύει τώρα, ήμασταν στον Α. Δ. [το πλήρες όνομα δικηγόρου είναι καταγραμμένο στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου], επέμενε να έρθω σε συμφωνία, διακανονισμό με την τράπεζα. Του είπα «εγώ διακανονισμό για κάτι που δεν έπραξα, δεν κάνω!». Και να συμπληρώσω, όταν ζήτησα τη βοήθεια της αστυνομίας, για να μπορέσω να κλείσω μια και καλή την υπόθεση, η αστυνομία που ανέλαβε την υπόθεση αφυπηρέτησε, μου είπαν χρησιμοποιήθηκε ο καταγγελλόμενος ως μάρτυρας κατηγορίας, δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο να με βοηθήσουν, για να μην έχω αυτήν την κατάσταση. Με τη μαρτυρία της αστυνομίας, θα σωζόμουν. Πώς γίνεται να χρησιμοποιείται ο λογαριασμός μου, να φεύγουν λεφτά από τον λογαριασμό μου πριν εκδοθεί η κάρτα; Υπάρχει στα χαρτιά παραλαβή της καινούριας κάρτας, υπάρχει σφραγίδα δεν φέρει ημερομηνία, παραδοχή τη τράπεζας.». Μετά και τις πιο πάνω δηλώσεις του ΜΥ1, η αντεξέτασή του περιστράφηκε γύρω από τις ενέργειες που αυτός έκανε όταν δήλωσε στην τράπεζα την απώλεια / κλοπή της κάρτας του. Κλήθηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας να απαντήσει σε ερωτήσεις επί του Τεκμηρίου 11 του Εγγράφου Α, το οποίο αποτυπώνει την «ΑΜΕΣΗ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΑΣ / ΚΛΟΠΗΣ ΚΑΡΤΑΣ». Επιβεβαίωσε ο ΜΥ1 ως ορθή την καταγραφή στο Τεκμήριο 11, ότι? · Η δήλωση ήταν για «κλοπή» και όχι απλώς για «απώλεια» της κάρτας του. · Η δήλωση ήταν για κλοπή που έλαβε χώρα «στην Κύπρο» και όχι «στο εξωτερικό». · Δεν δήλωσε «απώλεια του μυστικού αριθμού του». Τούτο διότι, ως ο ισχυρισμός του ΜΥ1, «Δεν μου έκλεψαν μυστικό αριθμό, δεν είχα μυστικό αριθμό.». · Ότι όταν έκανε τη δήλωση περί κλοπής της κάρτας ως πιο πάνω αναφέρεται, προχώρησε την ίδια ημέρα, 29/4/09, και έκανε μια «πληρωμή» ποσού €3768,01σ.. Η δική του θέση ήταν ότι δεν επρόκειτο για «πληρωμή», αλλά για «κατάθεση», η οποία σε κάθε περίπτωση δέχθηκε ότι αποδεικνύεται με το «Γραμμάτιο Είσπραξης» ως το Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α, που εξέδωσε η τράπεζα έναντι της υπογραφής του ΜΥ1, την οποία υπογραφή είδε και αναγνώρισε ο ίδιος ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιχείρησε ο ΜΥ1 να δημιουργήσει κάποιον προβληματισμό για το ότι η υπογραφή του ταμία και η δική του είχαν γίνει με διαφορετικό μελάνι από ό,τι η υπόλοιπη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 12, χωρίς όμως να προσδιορίσει οτιδήποτε στη συμπλήρωση του Τεκμηρίου 12 με το οποίο ο ίδιος να διαφωνεί. Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι με την «κατάθεση» €3768,01σ. που έκανε στις 29.04.09, «εξοφλήθηκε» το υπόλοιπο και οι τόκοι, της δηλωθείσας ως κλαπείσας πιστωτικής του κάρτας, που εκκρεμούσαν μέχρι τότε. Σημειωτέον ότι το υπόλοιπο της κάρτας, πλέον οι τόκοι, κατά ή περί τις 29.4.09, αποτυπώνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α ότι ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €3693,82σ., οπόταν η κατάθεση ποσού €3768,01σ., πράγματι το εξοφλούσε. Επιχείρησε ο ΜΥ1 να θεωρήσει τυχαίο συμβάν την κατάθεση ποσού €3768,01σ. την ίδια μέρα που δήλωσε την κλοπή της κάρτας του. Δεν αποδέχθηκε ότι ήταν επί σκοπού η κατάθεση, για να εξοφλήσει την κάρτα. Διατύπωσε μάλιστα την απορία του ο ΜΥ1, πώς μπορεί το όριο που του ενέκρινε η τράπεζα να ήταν €3500, κι αυτός να το είχε ξεπεράσει; Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι ήταν η τράπεζα εκείνη που του ζήτησε να ξοφλήσει το υπόλοιπο της κάρτας που δήλωσε ως κλαπείσα, και ότι ο μόνος λόγος που του ζητήθηκε να το πράξει, ήταν διότι αιτήθηκε να του εκδοθεί νέα κάρτα και δεν θα του ενέκριναν νέα κάρτα, αν δεν εξοφλούσε την προηγουμένη κάρτα. Δεν αποδέχθηκε ο ΜΥ1 τις θέσεις της συνηγόρου της Ενάγουσας. Προέβαλα δύο διαφορετικές γραμμές αμφισβήτησης των θέσεων της Ενάγουσας? · Πρώτον, διερωτήθηκε ο ΜΥ1 πώς γίνεται να ξεπέρασε η κάρτα τις €3500, κάτι που είναι εντελώς αδύνατο, διότι, απ' ότι αυτός γνωρίζει, το όριο που δίνεται στις πιστωτικές κάρτες είναι το όριο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις, από εκεί και πέρα δεν σου δίνει έγκριση η τράπεζα για συναλλαγή. · Δεύτερον, ο μάρτυρας της Τράπεζας που προσπάθησε να υπολογίσει τον τόκο, δεν τον υπολόγισε σωστά, αλλά και ο ίδιος ο ΜΥ1, με τα δικά του μαθηματικά, βάσει του επιτοκίου που έγραφε στο τεκμήριο με τις υπογραφές του, λέγει ότι δεν βγαίνει αυτό το ποσό που ισχυρίζεται η τράπεζα. Ερωτηθείς από τη συνήγορο της Ενάγουσας αν στις 29/4/09, δηλαδή την ημέρα που ο ΜΥ1 δήλωσε την κλοπή, είχε σκοπό να κάνει και κατάθεση του ακριβούς ποσού των «€3768,01σ.», ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας ότι - «Εγώ πήγα στην τράπεζα να υπογράψω την απώλεια της κάρτας και ταυτόχρονα έκαμα μια κατάθεση, γι' αυτό ζήτησα το original, διότι με όλα αυτά που είδα μέχρι σήμερα, κάνατε προσθέσεις όπου υπογράφω και θέλω να δω το original, να μπορώ να υποδείξω στο σεβαστό Δικαστήριο ότι πρέπει να ήταν προσθέσεις. Γράφει εξόφληση συν τόκους, αλλά όχι για ποιο ποσό. Δηλαδή πριν να υπογράψω μια δήλωση κλοπή κάρτας, φαντάζομαι τούτο που γράφει εξόφληση συν τόκους είναι το ζητούμενο της τράπεζας, σε περίπτωση που τερματίσω την κάρτα ή τερματίσω τον λογαριασμό στην τράπεζα. Άρα, δεν βλέπω καμία συσχέτιση, τούτο που αναγράφουμε εξόφληση συν τόκους για το ποσό που κατάθεσα.». Ακολούθως, υποβλήθηκε στον ΜΥ1 η θέση της Ενάγουσας ότι «η πληρωμή του ποσού στο Τεκμήριο 12, δείχνει τόσο αποδοχή χρήσης της κάρτας, όσο και αναγνώριση του συγκεκριμένου υπολοίπου». Η απάντηση του ΜΥ1 ήταν «Γι' αυτό δήλωσα κλοπή κάρτας, διότι η κάρτα χρησιμοποιήθηκε από αυτόν που την έκλεψε». Συνέχισε ο ΜΥ1 την πιο πάνω απάντησή του, επανερχόμενος στα περί αμφισβήτησης των ενεργειών της τράπεζας, διερωτώμενος πώς μπορεί να υπάρχει η σφραγίδα υποβολής της δήλωσης στις «29/4/09», να υπάρχει και μια άλλη σφραγίδα, «11ο του 2009», να γράφει «εξόφληση συν τόκους» 29/4 με μια άλλη υπογραφή δίπλα και η νέα κάρτα να επανεκδόθηκε 30/4/09, δηλαδή σε μια ημέρα και να υπάρχουν και άλλες δυο υπογραφές! «Γι' αυτό είχα ζητήσει να δω το original, γιατί κάτι δεν μου πάει καλά», ανάφερε ο ΜΥ
- Τον επανέφερε το Δικαστήριο πίσω στο ερώτημα της συνηγόρου Υπεράσπισης που έμεινε αναπάντητο, υποδεικνύοντάς του ως αναγκαίο να τοποθετηθεί τελικά για το ποια είναι η θέση του: ότι αυτός ουδέποτε παρέλαβε και ουδέποτε χρησιμοποίησε την επίδικη κάρτα; Πώς συμβαίνει να είναι αυτός που κατάγγειλε κλοπή, ως ο κάτοχος της συγκεκριμένης κάρτας! Την κατάθεση του ποσού, ως στο Τεκμήριο 12, την είδε και αναγνώρισε την υπογραφή του! Ποια είναι η θέση του; Ότι η κατάθεση έγινε από αυτόν, άσχετα με την χρήση της κάρτας; Πήγε να κάνει απλώς μια κατάθεση; Παραθέτω αυτούσια την απάντηση του ΜΥ1? «Το θέμα της κάρτας, η αρχική κάρτα εκδόθηκε, την παράλαβα, δεν την χρησιμοποίησα ποτέ. Όσον αφορά την 2η κάρτα που αναφέρει η τράπεζα, δεν ζήτησα επανέκδοση κάρτας, άσχετα του τι φαίνεται εδώ, γι' αυτό μου προκάλεσε περιέργεια, αυτό το έντυπο τεκμήριο 11 και θα απαντήσω μετέπειτα στην δικηγόρο. Το γεγονός ότι δεν παρέλαβα 2η κάρτα είναι διότι εκδόθηκε μια ημερομηνία παράδοσης της κάρτας μου που λέει η τράπεζα, υπάρχει μια σφραγίδα, δεν θυμούμαι τεκμήριο, λέει ότι παρέλαβα κάρτα που δεν φαίνεται καθαρά η ημερομηνία πάνω, που είναι η υπογραφή που δεν είναι δική μου υπογραφή. [.] Δεν ξέρω και φεύγουν από τον λογαριασμό πριν επανεκδοθεί η κάρτα πίσω. [.] Της κάρτας που είχα, της κλεμμένης αυτής και μεταφέρατε όπως ισχυρίζεστε εσείς στην νέα κάρτα και εγώ δεν παρέλαβα νέα κάρτα. Εντιμοτάτη, ας μου παρουσιάσουν ένα έντυπο, αφού λέει ότι ζήτησα επανέκδοση κάρτας και νέο αριθμό, αναγράφεται, να μου παρουσιάσουν έγγραφο που παρέλαβα νέα κάρτα. Αν και πάλι το τεκμήριο που μου παρουσίασε η δικηγόρος είναι ένα original, υπάρχουν διαφορετικοί γραφικοί χαρακτήρες.». Επέμεινε λίγο το Δικαστήριο στο να εφιστά την προσοχή του ΜΥ1 στο ερώτημα που έμεινε να αιωρείται, λέγοντάς του, «Εσείς κάνατε κατάθεση ανεξάρτητα από το υπόλοιπο που είχε η κάρτα, έτυχε να συμπίπτει και το 0,1 σεντ;». Η απάντηση που έδωσε ο ΜΥ1 σε αυτό το ερώτημα ήταν η εξής? «Αν ήταν για την κάρτα, έπρεπε να μου παρουσιάσουν ότι κύριε Παναγή, το υπόλοιπο της κάρτας είναι τόσο, πρέπει να εξοφληθεί, εγώ έκαμνα συνεχώς καταθέσεις και επί ευκαιρίας που ήμουν στην τράπεζα ξαναέκαμα κατάθεση. Όσον αφορά αυτά που είχε πει η δικηγόρος, έγινε τηλεφωνική καταγγελία όπως αναγράφεται στο έντυπο και την ίδια ώρα από ό,τι βλέπω και την ώρα, σχεδόν πριν να ανοίξετε την τράπεζα, ημερομηνία δήλωσης «29/4/09 8:45», πήγα και συμπλήρωσα την αίτηση αυτή! Πότε πρόλαβα να τηλεφωνήσω, πότε πρόλαβα να πάω;». Η συνήγορος της Ενάγουσας συνέχισε την αντεξέταση του ΜΥ1 με αναφορά στα Τεκμήρια 14 και 15 υπό Έγγραφο Α. Το πρώτο τιτλοφορείται «Γραμμάτιο Είσπραξης», ημερ. 21/5/09, για κατάθεση 2 επιταγών συνολικού ποσού €2500 και το δεύτερο, που είναι επίσης με τίτλο «Γραμμάτιο Είσπραξης», ημερ. 29/5/09, αφορά στην κατάθεση μίας επιταγής ποσού €3593,25σ. Είδε και αναγνώρισε ο ΜΥ1 την υπογραφή του και στα δύο Γραμμάτια, παραδεχόμενος τις καταθέσεις αυτές, ότι έγιναν από τον ίδιο με επιταγές από την Συνεργατική Τράπεζα όπου είχε ο ίδιος λογαριασμό. Δέχθηκε επίσης ο ΜΥ1 ότι αυτές οι δύο καταθέσεις, αποτυπώθηκαν και στην Κατάσταση Λογαριασμού της επίδικης πιστωτικής κάρτας, στο Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Όμως, προέβαλε τη θέση ότι, όταν αυτός έκαμνε αυτές τις καταθέσεις, τις προόριζε για τον Λογαριασμού Καταθ. Αποταμιευτηρίου που διατηρούσε στην Ενάγουσα, όχι για τον λογαριασμό της Πιστωτικής Κάρτας. Το ότι οι καταθέσεις αυτές δεν περάστηκαν στο Βιβλιάριο του Λογαριασμού Καταθ. Αποταμιευτηρίου ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε, ο ΜΥ1 το εξήγησε αναφέροντας ότι δεν χρησιμοποιούσε το βιβλιάριο όταν έκαμνε τις καταθέσεις αυτές. Απεναντίας, ήταν η θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι τις καταθέσεις τις έκαμνε στο λογαριασμό της πιστωτικής κάρτας! Το αρνήθηκε ο ΜΥ
- Πρόσθεσε τον ισχυρισμό ότι τις καταθέσεις προς τον Λογαριασμό Αποταμιευτηρίου τις σταμάτησε μετά που έμαθε ότι έφευγαν τα λεφτά του προς τον λογαριασμό της κάρτας και δαπανούνταν σε καζίνο και στο εξωτερικό. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, εκείνος που του έκλεψε την κάρτα, μπορούσε να τον κλέψει και με την νέα κάρτα που εκδόθηκε (και την οποία ο ΜΥ1 αρνείται ότι παρέλαβε οποτεδήποτε), εφόσον ο λογαριασμός του ήταν ο ίδιος. Απεναντίας, η συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι από την Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, φαίνεται ότι οι τελευταίες συναλλαγές που έγιναν με την κάρτα που κατ'ισχυρισμόν κλάπηκε, ήταν εντός Ιανουαρίου του 2009 και ότι «δεν θα μπορούσε κάποιος να αναμένει από τότε να μην χρησιμοποιήσει την κάρτα, να περιμένει να καταθέσετε εσείς λεφτά για να την ξαναχρησιμοποιήσει». Η αντίδραση του ΜΥ1 στην επισήμανση αυτή ήταν ότι «Από ό,τι γνωρίζω, τότε έγινε σύλληψη του ατόμου που μου έπιασε την κάρτα και τον χρησιμοποίησαν για να πιάσουν την σπείρα που διέπραττε αυτό το τραπεζικό έγκλημα, τώρα τί έγινε, τί ακολούθησε δυστυχώς δεν έμαθα.». Ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του ΜΥ1 με την παραδοχή του ότι το τεκμήριο που κατατέθηκε από κοινού μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ως Έγγραφο ΣΤ, είναι η ένορκη δήλωση του ΜΥ1 ημερ. 13/11/15 που υπέβαλε στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας. Αναγνώρισε ο ΜΥ1 την υπογραφή του σε αυτήν. Παραδέχθηκε επίσης ότι το χρέος για το οποίο αιτήθηκε διαγραφή με την διαδικασία της ΔΑΟ 17/17 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, είναι το ίδιο χρέος που ισχυρίζεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν δικό του. Πρόταξε, όμως, την ανάγκη να το δηλώσει μέσα στην Αίτηση ΔΑΟ 17/17, προκειμένου να λάβει το ευεργέτημα του νόμου για διαγραφή του και παραπονέθηκε μάλιστα ότι η Ενάγουσα τον δυσκόλεψε αρχικά στο να τον εφοδιάσει με τα σχετικά στοιχεία του χρέους. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΥ
- Δεν προσκάλεσε κανέναν άλλον μάρτυρα υπεράσπισης. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης ενός ενάγοντος προϋποθέτει ότι αυτός θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική του εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του ενάγοντος, για να αποδείξει τους ισχυρισμούς που στοιχειοθετούν την αξίωση του ως η Έκθεση Απαίτησης, προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο (βλ. Χ'' Παυλή κ.α. v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και να απαντήσει στα πιο πάνω επίδικα θέματα. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου (βλ. Benmax v. Austin Motor Co Ltd [1955] 1 All ER 326, Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, είναι να διαπιστώσει ποιος μάρτυρας είπε ή όχι την αλήθεια, αφού μόνο αν διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το δικαστήριο να προχωρήσει στα επόμενα στάδια που αφορούν στο βάρος και στο επίπεδο απόδειξης (R.C.K. Sports Ltd, ως έχει μετονομαστεί από Palinex Sports Ltd v. Persona Advertising Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ.1074, ), Στην υπόθεση Kades v. Nicolaou a.o.
(1986)1 C.L.R. 212, στη σελ. 216, το δικαστήριο διακρίνοντας τα διάφορα στάδια, ανέφερε τα εξής:- «Adjudication on the credibility of witnesses is a matter wholly separate and distinct from the balancing of the evidence in order to ascertain on which side it preponderates. If the evidence of a witness is rejected as unworthy of credit, there is nothing to weigh thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in part) according to the view taken of his credibility by the Court.». Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ.1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής, με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Η μνήμη ενός μάρτυρα ενδέχεται να μην είναι το ίδιο δυνατή για λεπτομέρεια ενός επίδικου συμβάντος που καλείται να θυμηθεί. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση ημερ. 2.5.2014 στην Ποινική Έφεση αρ. 243/2012, Χρίστου Ιωσηφίδη ν Αστυνομίας, το σκεπτικό της οποίας εφαρμόζεται κατ' ανάλογο τρόπο και για σκοπούς αξιολόγησης μάρτυρα σε αγωγή? «Δεν είναι άλλωστε αφύσικο λόγω της παρέλευσης αρκετού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ1 να μην θυμόταν τη λεπτομέρεια αυτή. Στην Κυριάκου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 499 αποφασίστηκε ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί ως αξιόπιστος είναι δυνατόν η μαρτυρία του σε ένα μέρος να κριθεί ορθή ενώ σε άλλο σημείο λανθασμένη, αρχή που επαναλήφθηκε στην Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268. Το Δικαστήριο αναλόγως της άποψης που έχει σχηματίσει ως προς την αξιοπιστία ενός μάρτυρα μπορεί να αποδεχθεί μέρος και να απορρίψει άλλο. Η δυνατότητα όμως επιλογής του Δικαστηρίου αποδοχής μέρους της μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, σημειώνεται στην Mohamed (ανωτέρω) το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο κατά την άποψη του εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. [.] Οι αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία. Αντιθέτως μπορεί να οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση: ενδυναμώνουν την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν ώστε να επιτευχθεί η καταδίκη του κατηγορουμένου (Γεώργιος Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑ.Δ. 612 και Akil (ανωτέρω)).». Η αξ