ΘΩΜΑΪΔΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή αρ. 861/2012, 4/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A524 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ? Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 861/2012 Μεταξύ? XXXXX ΘΩΜΑΪΔΟΥ XXXXX ΘΩΜΑΪΔΗ, αμφοτέρων εκ Λεμεσού, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Κ. Θωμα?δη, τέως από την Αμμόχωστο. Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία? 4 Οκτωβρίου, 2021 Εμφανίσεις? Για τους Ενάγοντες 1 και 2? Ν. Πιριλίδης, για Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους? κα Θ. Καουτζιάνη, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν από το Δικαστήριο? (Α) Δηλωτική απόφαση ότι οι Εναγόμενοι έχουν παράνομα παραβιάσει την συμφωνία και/ή τις συμφωνίες με τους Ενάγοντες, διά της αντισυμβατικής και/ή αυθαίρετης και/ή παράνομης και/ή άλλως πως άρνησής τους να πληρώσουν και/ή καταβάλουν προς τους Ενάγοντες το Πιστωτικό Υπόλοιπο των Λ.Κ.35.333,044 (€60.370,09) που ως η θέση τους υπήρχε κατά ή περί τις 22.11.1976 (το οποίο οι Ενάγοντες αναφέρουν στα δικόγραφά τους ως «το Πιστωτικό Υπόλοιπο»), πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 22.11.76 μέχρι 3.12.2000 και ακολούθως από 01.01.2001 μετά τόκου προς 9% ετησίως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, (Β) Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους να παράσχουν λογαριασμό προς τους Ενάγοντες αναφορικά με το Πιστωτικό Υπόλοιπο, και (Γ) Γενικές και/ή Ειδικές αποζημιώσεις ίσες με το εν λόγω Πιστωτικό Υπόλοιπο μετά των τόκων ως περιγράφονται στο «Α» ανωτέρω, για τη ζημιά και απώλεια την οποία υπέστηκαν οι Ενάγοντες για παράβαση συμφωνίας και/ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ. Η εκδοχή γεγονότων που δικογράφησαν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησής τους (στο εξής «η Ε/Α») ήταν η εξής? (βλ. παρα. 1 της Ε/Α) - Οι Ενάγοντες είναι οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Κ. Θωμα?δη, δυνάμει Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου ημερ. 12.10.1967 και 16.2.1976. Η διαχείριση δεν έκλεισε λόγω της εκκρεμότητας και διαφοράς των διαχειριστών για τα επίδικα στην παρούσα αγωγή θέματα. (βλ. παρα. 2 της Ε/Α) - Οι Εναγόμενοι αποτελούν δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, που διεξάγει μεταξύ άλλων τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο. (βλ. παρα. 3 της Ε/Α) - Οι Ενάγοντες, υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστές της περιουσίας του προαναφερόμενου αποβιώσαντα, ήταν πελάτες των Εναγομένων από 12.10.1967 μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (7.2.2012). Βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, οι Ενάγοντες διατηρούσαν διάφορους πιστωτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς σε υποκαταστήματα των Εναγομένων με έντοκα πιστωτικά υπόλοιπα. (βλ. παρα. 4 της Ε/Α) - Ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της μεταξύ τους συμφωνίας, ότι? Οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο βρισκόταν στους λογαριασμούς, θα αποτελούσε χρέος των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες. Οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο ευρισκόμενο στους λογαριασμούς των Εναγόντων θα ήταν στη διάθεση των Εναγόντων και θα πληρωνόταν προς αυτούς είτε κατ' ακολουθία γραπτής απαίτησής τους ή στον συμφωνηθέντα χρόνο μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους. Οι Ενάγοντες θα δικαιούνταν να παραλάβουν ή να αξιώσουν τη μεταφορά των εκάστοτε πιστωτικών υπολοίπων που βρίσκονταν στους λογαριασμούς τους οπουδήποτε και οποτεδήποτε το επιθυμούσαν κατ' ακολουθία γραπτής απαίτησης και/ή επιβεβαίωσης παραλαβής και/ή μεταφοράς. (βλ. παρα. 5 της Ε/Α) - Κατά ή περί την 21.11.1976, οι Ενάγοντες διατηρούσαν με τους Εναγόμενους την κατάθεση προθεσμίας υπ' αρ. λογαριασμο XXXXX0868, η οποία έφερε τόκο προς 9% ετησίως ύψους Λ.Κ. 40.333,044 (€68.913,10). (βλ. παρα. 6 της Ε/Α) - Κατ' ακολουθία γραπτών οδηγιών των Εναγόντων, κατά ή περί την 02.03.1977, οι Εναγόμενοι εξόφλησαν την πιο πάνω κατάθεση προθεσμίας υπ' αρ. λογαριασμού XXXXX0868 και με το προϊόν της εν λόγω κατάθεσης ανοίχθηκε νέα κατάθεση προθεσμίας υπ' αρ. XXXXX2686, επ' ονόματι των Εναγόντων για ποσό Λ.Κ.35.333,044 (€60.370,09), πλέον τόκο προς 9% ετησίως από κατά ή περί την 22.11.1976 (στο εξής το «Πιστωτικό Υπόλοιπο»), το δε υπόλοιπο ύψους Λ.Κ. 5.000 (€8.543), πλέον τόκοι επί του εν λόγω ποσού, πλέον οι δεδουλευμένοι τόκοι επί του ποσού των Λ.Κ.35.333,044, μεταφέρθηκε στους λογαριασμούς XXXXX7167 και XXXXX7888. Όλη η πιο πάνω συναλλαγή επιβεβαιώθηκε γραπτώς από τους Εναγομένους. (βλ. παρα. 7 της Ε/Α) - Οι Εναγόμενοι, σε συνεννόηση με τον Έφορο Κληρονομιών, κατά ή περί την 17.01.1968 ανέλαβαν την υποχρέωση και συμφώνησαν όπως ποσό Λ.Κ.8.026 (€13.713,24), το οποίο ήταν κατατεθειμένο στους Λογαριασμούς των Εναγόντων, παραμείνει δεσμευμένο ως ασφάλεια και/ή μη αποδεσμευτεί και/ή μη αποσυρθεί από οποιονδήποτε χωρίς την προηγούμενη άδεια του Εφόρου Φόρου Κληρονομιών, κάτι που οι Εναγόμενοι την 30.01.1968 επιβεβαίωσαν με επιστολή τους προς τους Ενάγοντες και που επιβεβαιώθηκε εκ νέου την 09.12.1975 από τον Έφορο Φόρου Κληρονομιών προς τους Εναγόμενους, σε απάντηση επιστολής των τελευταίων ημερ. 25.11.1975. (βλ. παρα. 8 της Ε/Α) - Ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει εξουσιοδοτήσει και/ή ζητήσει την αποδέσμευση του εν λόγω ποσού, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα στα χέρια των Εναγομένων και ισόποσο του οποίου οφείλεται από τους Ενάγοντες προς τον Έφορο Φόρου Κληρονομιών. (βλ. παρα. 9 της Ε/Α) - Οι Ενάγοντες ουδέποτε μέχρι σήμερα παρέλαβαν και/ή προέβηκαν σε ανάληψη του Πιστωτικού Υπολοίπου, με αποτέλεσμα το ως άνω Πιστωτικό Υπόλοιπο μετά τόκου προς 9% από 22.11.1976 μέχρι την 31.12.2000 και από της 01.01.2001 μετά τόκου προς 9% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, μέχρι σήμερα να βρίσκεται στην κατοχή των Εναγομένων, κατά παράβαση της μεταξύ τους πιο πάνω συμφωνίας και/ή συμφωνιών. (βλ. παρα. 10 της Ε/Α) - Οι Ενάγοντες ζήτησαν επανειλημμένα από τους Εναγόμενους με επιστολές και/ή ηλεκτρονικά τους μηνύματα, όπως τους παράσχουν λογαριασμό, μεταξύ άλλων, για το Πιστωτικό Υπόλοιπο και/ή όπως τους καταβάλουν το Πιστωτικό Υπόλοιπο και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτού που βρίσκεται στην κατοχή τους, πλην όμως οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες των Εναγομένων προφασιζόμενοι διάφορες αόριστες και/ή αυθαίρετες και/ή ατεκμηρίωτες και/ή άλλως δικαιολογίες, όπως μεταξύ άλλων ότι δεν εντοπίζουν τους λογαριασμούς και/ή ότι λόγω της τουρκικής εισβολής δεν διατηρούν και/ή δεν έχουν στην κατοχή τους ολοκληρωμένα στοιχεία και/ή ότι οι λογαριασμοί εξοφλήθηκαν την 6.4.1978, κάτι που οι Ενάγοντες απορρίπτουν κατηγορηματικά. Οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται ν' αναφερθούν στην μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία κατά τη δικάσιμο.». Στην Έκθεση Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις? Ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου υπό την έννοια της υπερβολικής καθυστέρησης (latches) στην υποβολή της και ως εκ τούτου δέον όπως απορριφθεί, καθ'ότι η εξόφληση της επίδικης εμπρόθεσμης κατάθεσης έγινε στις 6.4.1978 και ως εκ τούτου 34 χρόνια πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η καταχώρηση της αγωγής με τόσο τεράστια καθυστέρηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης και ένεκα της καθυστέρησης αυτής οι Ενάγοντες εμποδίζονται (are estopped) από το να εγείρουν την αγωγή. Η υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει παρέλθει επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των Εναγομένων, αφού λόγω του μακρού διαστήματος που έχει παρέλθει, αυτοί έχουν καταστρέψει τα περισσότερα από τα επίδικα έγγραφα σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς της Τράπεζας, ενώ μεγάλος αριθμός μαρτύρων έχει πιθανότατα αποβιώσει. Ότι οι Ενάγοντες έχουν υπογράψει τα αμφισβητούμενα έγγραφα και ως εκ τούτου έχουν συγκατατεθεί στις αμφισβητούμενες χρεώσεις (acquiescence) και έχουν απεμπολήσει και/ή εγκαταλείψει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των εναγομένων σε σχέση με τις επίδικες χρεώσεις. Ότι οι Ενάγοντες εξόφλησαν τον επίδικο λογαριασμό στις 6.4.1978 και έχουν ως εκ τούτου απεμπολήσει και/ή εγκαταλείψει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των Εναγομένων. Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι Εναγόμενοι απαντούν στις πιο πάνω θέσεις των Εναγόντων ως εξής? Παραδέχονται το περιεχόμενο των παρα. 1 έως 3 της Έ/Α. Καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη όσων ισχυρίστηκαν στην παρα. 4 της Ε/Α και επιφυλάσσονται να αναφερθούν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι πλήρους στους όρους της μεταξύ τους Συμφωνίας. Αντιπαραβάλλουν τη δική τους εκδοχή για το ποιοι λογαριασμοί διατηρούνταν από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους, μέχρι πότε και με ποια υπόλοιπα, ως πιο κάτω παραθέτω? «7. Από την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, οι Εναγόμενοι παραδέχονται μόνο ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν τον αναφερόμενο λογαριασμό με τους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ο εν λόγω λογαριασμός έφερε τόκο προς 9% ετησίως, θέτουν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και αναφέρουν ότι το επιτόκιο της εν λόγω προθεσμιακής κατάθεσης ήταν 6,75%. Αναφορά στα επίδικα έγγραφα θα γίνει κατά την ακρόαση. 8. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και σημειώνουν ότι η κατάθεση προθεσμίας XXXXX68 εξοφλήθηκε στις 19.3.1977. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους όπως προσκομίσουν τα σχετικά έγγραφα κατά τη δικάσιμο. 9. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και επιφυλάσσουν και πάλι το δικαίωμά τους όπως προσκομίσουν τα σχετικά έγγραφα και επιστολές κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής. 10. Οι Εναγόμενοι αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και θέτουν αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των όσων ισχυρίζονται. Οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι το ποσό των £8.026- δεν βρίσκεται στα χέρια των εναγομένων καθότι αυτό περιλαμβανόταν στο ποσό των £35.333,044 που πληρώθηκε στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Θωμα?δη στις 6.4.1978. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους όπως προσκομίσουν κατά τη δικάσιμο τα σχετικά μεριδολόγια και λοιπά έγγραφα που αποδεικνύουν την εξόφληση της εμπρόθεσμης κατάθεσης που διατηρούσαν οι ενάγοντες. 11. Εις απάντηση της παραγράφου 10 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τα όσα έχουν ήδη αναφέρει στην παράγραφο 9 ανωτέρω και ειδικότερα ότι το επίδικο ποσό είχε παραδοθεί στους ενάγοντες καθώς συμπεριλαμβανόταν στο ποσό των £35.333,044 που είχε πληρωθεί στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος στις 6.4.1978. Οι Εναγόμενοι θέτουν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των όσων ισχυρίζονται στην εν λόγω παράγραφο και αναφέρουν ότι πολλά εκ των σχετικών εγγράφων έχουν όντως καταστραφεί σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς της Τράπεζας ενόψει του μακρού χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει. Πλήρης αναφορά στους σχετικούς λογαριασμούς της Τράπεζας θα γίνει κατά τη δικάσιμο.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Με το δικόγραφο της Απάντησης, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων περί εξόφλησης της επίδικης προθεσμιακής κατάθεσης και επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής τους. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως πρώτη μάρτυρας της πλευράς των εναγόντων, κατέθεσε η Ενάγουσα 2, κα XXXXX Θωμαΐδου (στο εξής «η ΜΕ1). Ως δεύτερος μάρτυρας των Εναγόντων κατέθεσε ο κ. XXXXX Πέτρου (στο εξής «ο ΜΕ2»), ο οποίος είναι υπάλληλος του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και Προϊστάμενος του γραφείου Φόρου Κληρονομιάς. Από την άλλη, η Υπεράσπιση παρουσίασε έναν μόνο μάρτυρα, τον κ. XXXXX Ρωσταντή (στο εξής «ο ΜΥ1»), ο οποίος υπηρετούσε στον Εσωτερικό Έλεγχο της Τράπεζας Κύπρου. Ενδιάμεση αίτηση, ημερ. 9.2.21, που υποβλήθηκε από τον συνήγορο των Εναγόντων πριν το κλείσιμο της υπόθεσης των Εναγομένων, για να λάβει άδεια του Δικαστηρίου να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία, προσέκρουσε σε ένσταση της συνηγόρου Υπεράσπισης και, κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 10.5.21, η οποία έχει ήδη δημοσιευθεί, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε. Η μαρτυρία της ΜΕ1 Η μαρτυρία της ΜΕ1 είναι καταγεγραμμένη αυτολεξεί στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 23.6.2020 (βλ. την κυρίως εξέταση της ΜΕ1) και στα πρακτικά ημερ. 23.7.2020 (βλ. την αντεξέταση της ΜΕ1). Κατά την κυρίως εξέτασή της, η ΜΕ1 κατέθεσε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Α» το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης, όπου δήλωσε τ' ακόλουθα: 1. «Είμαστε μαζί με το γιο μου XXXXX Θωμαΐδη Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητά μας σαν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου XXXXX Κ. Θωμαΐδη, τέως από την Αμμόχωστο, ο οποίος απεβίωσε την 12.10.1967 σε αεροπορικό δυστύχημα. Με Διάταγμα Διαχείρισης ημερ. 08.11.1967 το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου διόρισε αρχικά εμένα και τον αδελφό του αποβιώσαντος συζύγου μου, κ. XXXXX Θωμαΐδη, ως διαχειριστές της περιουσίας του, ενώ αργότερα και συγκεκριμένα την 16.02.1976 το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου ακύρωσε το προηγούμενο διάταγμα διορισμού αντικαθιστώντας τον κ. XXXXX Θωμαΐδη με το ρηθέντα γιο. Η διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου εκκρεμεί ακόμη μετά την πάροδο σχεδόν 5 δεκαετιών ενόψει της εκκρεμότητας που υπάρχει με τον Έφορο Κληρονομιών σε σχέση με την οφειλή φόρου αλλά και τη διαφορά μας με τους Εναγόμενους και τις αξιώσεις μας στην παρούσα υπόθεση. Επιθυμώ να καταθέσω σαν Τεκμήρια 1 και 2 τα Διατάγματα ημερ. 08.11.1967 και 16.02.1976 αντίστοιχα. 2. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο σύζυγος μου διατηρούσε ασφάλειες ζωής με την American Life Insurance Company και την Commercial Union. Λόγω του θανάτου του συζύγου μου εισπράξαμε από την πρώτη πιο πάνω ασφαλιστική εταιρεία ποσό ΛΚ.46,594 (€79,610.58) και από τη δεύτερη ποσό ΛΚ.2,000 (€3,417.20). 3. Για το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου το Τμήμα Φόρου Κληρονομιών επέβαλε φόρο ύψους ΛΚ.8,026 (€13,713.24) η οποία παραμένει απλήρωτη για τους λόγους που εκθέτω κατωτέρω. Κατ' ακολουθία παράκλησης μου προς τους Εναγομένους οι τελευταίοι την 17.01.1968 απέστειλαν επιστολή στο Τμήμα Φόρου Κληρονομιών με την οποία διαβεβαίωσαν το εν λόγω Τμήμα ότι συμφωνούν όπως το εν λόγω ποσό φόρου ΛΚ.8,026 προερχόμενο από την ασφάλεια ζωής που διατηρούσε ο αποβιώσας σύζυγος μου με την American Life Insurance Company κατατεθεί στους Εναγομένους επ' ονόματι των διαχειριστών της περιουσίας του, ενώ περαιτέρω βεβαίωσαν το εν λόγω Τμήμα ότι το εν λόγω ποσό δεν θα αποσυρθή υπό οιουδήποτε άνευ της εκ των προτέρων αδείας υμών. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής που μου στάληκε τότε από τους Εναγομένους. 4. Παράλληλα την 30.01.1968 οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ενημέρωσαν τους διαχειριστές του αποβιώσαντος συζύγου μου ότι είχαν λάβει αντίγραφο επιστολής από το Τμήμα Φόρου Κληρονομιών που απευθύνθηκε στην American Life Insurance Company η οποία και εξουσιοδοτήθηκε να καταθέσει στους Εναγομένους επ' ονόματι των εν λόγω διαχειριστών το ποσό των ΛΚ.8,026, διαβεβαιώνοντας περαιτέρω ότι το εν λόγω ποσό θα κρατείται από τους Εναγόμενους ως ασφάλεια για το Φόρο Κληρονομίας και δεν θα επιτραπεί η απόσυρση του άνευ της εκ των προτέρων εγκρίσεως του Εφόρου Φόρου Κληρονομιών. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 5. Από 12.10.1967 είμαστε πελάτες των Εναγομένων διατηρούντες πιστωτικούς λογαριασμούς σε διάφορα υποκαταστήματα τους και δη πέραν του λογαριασμού όπου κατατέθηκε το ρηθέν ποσό των ΛΚ. 8,026 που ήταν δεσμευμένο και εγγυημένο από τους Εναγομένους ως ασφάλεια για την πληρωμή του φόρου κληρονομιάς του αποβιώσαντος συζύγου μου. Στη βάση της συμφωνίας μας με την Τράπεζα αλλά και σύμφωνα με την τραπεζική πρακτική που επικρατεί τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, δικαιούμαστε κατ' ακολουθία γραπτής μας απαίτησης είτε να προβούμε σε αναλήψεις με γραπτή μας επιβεβαίωση ως προς το αναληφθέν ποσό, είτε να ζητήσουμε τη μεταφορά των όποιων πιστωτικών υπολοίπων των εν λόγω λογαριασμών. 6. Είναι σημαντικό ν' αναφέρω ότι όπως έχω πληροφορηθεί από το γραφείο του Τμήματος Φόρου Κληρονομιών, την 25.11.1975 οι Εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή στον Έφορο Φόρου Κληρονομιών για να τους ενημερώσει κατά πόσο στάληκε στο κατάστημα των Εναγομένων στην Αμμόχωστο επιστολή εκ μέρους του εν λόγω Εφόρου για να κρατήσουν οποιοδήποτε ποσό δεσμευμένο εκ των λογαριασμών που διατηρούσαν οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου για σκοπούς Φόρου Κληρονομιάς. Ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών με επιστολή του ημερ. 09.12.1975 πληροφόρησε τους Εναγόμενους ότι ποσό ΛΚ. 8,026 είναι δεσμευμένο κοντά τους ως ασφάλεια για την πληρωμή Φόρου Κληρονομιάς της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου, κάλεσε δε τους Εναγόμενους εκ νέου όπως το ως άνω ποσό παραμείνει δεσμευμένο μέχρι νεοτέρας ειδοποιήσεως. Επιθυμώ να καταθέσω αντίγραφα των εν λόγω επιστολών ως Τεκμήρια 5 και 6. 7. Περί την 21.11.1976 διατηρούσαμε με τους Εναγομένους την κατάθεση προθεσμίας υπ' αρ. Κ010868, ύψους ΛΚ.40,333.044 (€68,913.097) η οποία έφερε τόκο 9% ετησίως, η οποία ήταν δεσμευμένη για ΛΚ.8,026 προς όφελος του Εφόρου Φόρου Κληρονομιών. 8. Κατ' ακολουθία γραπτών οδηγιών μου ημερ. 02.03.1977 οι Εναγόμενοι εξόφλησαν την πιο πάνω κατάθεση προθεσμίας υπ΄αρ. Κ010868 και με το προϊόν της εν λόγω κατάθεσης ανοίχθηκε νέα κατάθεση προθεσμίας υπ΄αρ. XXXXX2686, επ΄ονόματι των Εναγόντων για ποσό ΛΚ.35,333.044 (€60,370.089), πλέον τόκο προς 9% ετησίως από κατά την 21.11.1976 (το «Πιστωτικό Υπόλοιπο»), το δε υπόλοιπο ύψους ΛΚ.5,000 (€8,543), πλέον τόκοι επί του εν λόγω ποσού, πλέον οι δεδουλευμένοι τόκοι επί του ποσού των ΛΚ.35,333.044, μεταφέρθηκε στους λογαριασμούς XXXXX7167 και XXXXX7888. Όλη η πιο πάνω συναλλαγή επιβεβαιώθηκε γραπτώς από τους Εναγομένους με επιστολή τους ημερ. 21.07.2011, στην οποία κάνω αναφορά πιο κάτω. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο της επιστολής μου ημερ. 02.03.1977. 9. Όπως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, οι Εναγόμενοι σε συνεννόηση με το Τμήμα Φόρου Κληρονομιών τόσο το 1968 όσο και το 1975 ανέλαβαν την υποχρέωση και συμφώνησαν όπως το ποσό των ΛΚ.8,026 (€13,713.24), που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό των Εναγόντων, θα παρέμενε δεσμευμένο ως ασφάλεια για την πληρωμή του Φόρου Κληρονομιάς της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου και δεν θα αποσυρόταν χωρίς την προηγούμενη άδεια του Εφόρου Φόρου Κληρονομιών. Ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών ουδέποτε μέχρι σήμερα έχει εξουσιοδοτήσει και/ή ζητήσει την αποδέσμευση του εν λόγω ποσού, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα στα χέρια των Εναγομένων και ισόποσο του οποίου οφείλεται από τους Εναγόντες προς τον Έφορο Φόρου Κληρονομιών. 10. Ούτε εγώ ούτε και ο γιος μου και συνδιαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου παραλάβαμε ή και προβήκαμε σε οποιαδήποτε ανάληψη του Πιστωτικού Υπολοίπου/κατάθεσης προθεσμίας υπ΄αρ. XXXXX2686, το οποίο συνεχίζει μέχρι σήμερα να βρίσκεται στην κατοχή των Εναγομένων, κατά παράβαση της μεταξύ μας συμφωνίας και/ή του καθήκοντος τραπεζίτη προς πελάτη. 11. Ζητήσαμε επανειλημμένα από τους Εναγόμενους με επιστολές και ηλεκτρονικά μας μηνύματα, όπως μας παράσχουν λογαριασμό, μεταξύ άλλων, για το Πιστωτικό Υπόλοιπο/κατάθεσης προθεσμίας υπ΄αρ. Κ012686. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήρια 8, 9 και 10 τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάγηκαν μεταξύ μας και των Εναγομένων ημερ. 30.11.2010/01.12.2010, 02.12.2010 και 10.12.2010. 12. Με επιστολή μου ημερ. 28.01.2011 ζήτησα εκ νέου από τους Εναγόμενους να διερευνήσουν το όλο ζήτημα και να με ενημερώσουν. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 13. Με περαιτέρω επιστολή μου ημερ. 10.02.2011 ζήτησα από τους Εναγομένους να μου αποστείλουν την κατάσταση λογαριασμών των διαχειριστών της περιουσίας XXXXX Κ. Θωμαίδη από 1967 μέχρι σήμερα. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 12 την εν λόγω επιστολή. 14. Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 11.02.2011 μας ενημέρωσαν ότι κατ' ακολουθία έρευνας τους ανεβρέθηκαν τα πιο κάτω στοιχεία στα αρχεία τους: (
- i)Ότι στις 21.07.1975 υπήρχε το υπ' αρ. XXXXX8731 γραμμάτιο στο όνομα των διαχειριστών Θωμαΐδου Β & XXXXX με υπόλοιπο ΛΚ.40,333.044. (
- ii)Ότι την 17.11.1976 το πιο πάνω γραμμάτιο αντικαταστάθηκε με το υπ΄αρ. XXXXX0868 γραμμάτιο στο όνομα των νέων διαχειριστών Θωμαΐδου Β & Αρτ. με υπόλοιπο ΛΚ.40,333.044. (iii) Ότι το πιο πάνω γραμμάτιο φαίνεται να αποσύρθηκε/εξοφλήθηκε πριν από ή κατά την 21.03.1977. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 13 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 15. Με περαιτέρω επιστολή τους της ιδίας ημερομηνίας, δηλ. 11.02.2011, που κοινοποιήθηκε σε μας, οι Εναγόμενοι πληροφόρησαν το Τμήμα Φόρου Κληρονομιών ότι δεν υπάρχει λογαριασμός επ' ονόματι των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου μου. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 14 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 16. Με ηλεκτρονικό μήνυμα του άλλου γιου μου XXXXX, ημερ. 21.02.2011, ζητήθηκε από τους Εναγόμενους εκ νέου κατάσταση του λογαριασμού της διαχείρισης του αποβιώσαντος συζύγου μου και αναζητήθηκε η τύχη των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό προθεσμίας. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 15 αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος. 17. Με νέα επιστολή μου προς τους Εναγομένους, ημερ. 21.02.2011, έθεσα υπόψη τους την απαίτηση του Εφόρου Φόρου Κληρονομιάς όπως το ποσό των ΛΚ.8,026 παραμείνει δεσμευμένο μέχρι την εξόφληση του σχετικού Φόρου Κληρονομιάς, όπως επιβεβαιώθηκε από τους Εναγομένους με επιστολές τους ημερ. 17.01.1968 και 30.01.1968. Ζήτησα δε όπως συνεχίσουν την έρευνα για να εντοπίσουν τα χρήματα της διαχείρισης. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 18. Οι Εναγόμενοι με 2 επιστολές αμφότερες ημερ. 05.04.2011 μας πληροφόρησαν ότι μετά από έρευνα που διενήργησαν στα αρχεία της Τράπεζας δεν εντόπισαν οποιουσδήποτε λογαριασμούς της διαχείρισης ούτε και των εταιρειών του συγκροτήματος Θωμαΐδη. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήρια 17 και 18 αντίγραφα των εν λόγω επιστολών. 19. Με περαιτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 24.05.2011 ο γιος μου XXXXX ζήτησε από τους Εναγομένους να μας ενημερώσουν αναφορικά με αποδείξεις στα χέρια τους ως προς την εν γένει τύχη των χρημάτων της διαχείρισης. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 19 αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος. 20. Με 2 περαιτέρω ηλεκτρονικά μας μηνύματα αμφότερα ημερ. 02.06.2011 που στάληκαν στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και στον πρόεδρο των Εναγομένων, ζήτησα από τον κ. XXXXX Πουλλή της Κεντρικής Τράπεζας να χρησιμοποιήσει την επιρροή τους για να λυθεί επιτέλους το ζήτημα του λογαριασμού της διαχείρισης και των χαμένων χρημάτων. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήρια 20 και 21 αντίγραφα των εν λόγω ηλεκτρονικών μηνυμάτων. 21. Με περαιτέρω ηλεκτρονικό μου μήνυμα ημερ. 17.06.2011 ευχαρίστησα τον πρόεδρο των Εναγομένων για τις οδηγίες που είχε δώσει για τη διεξαγωγή έρευνας. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 22 αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος. 22. Την 21.06.2011 οι Εναγόμενοι με ηλεκτρονικό τους μήνυμα που στάληκε στο γιο μου XXXXX τον ενημέρωσαν ότι η Τράπεζα τους είχε ήδη αποστείλει όλα τα σχετικά στην αρμόδια Μονάδα για διερεύνηση και απάντηση του θέματος σας και ότι προσδοκούσαν στην άμεση επίλυση του όλου θέματος. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 23 αντίγραφο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος. 23. Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 21.07.2011 επιβεβαίωσαν ότι έγιναν οι πιο κάτω καταθέσεις: (
- i)Την 01.04.1968 η κατάθεση προθεσμίας XXXXX43 λήξης 04.03.1969 ποσού ΛΚ.8,026, η κατάθεση προθεσμίας XXXXX58 λήξης 11.03.1969 ποσού ΛΚ.18,568 και η κατάθεση προθεσμίας XXXXX96 λήξης 14.04.1969 ποσού ΛΚ.2,000. (
- ii)Την 16.02.1977 ο λογαριασμός προειδοποίησης XXXXX7888 με πιστωτικό υπόλοιπο ΛΚ.209, ο λογαριασμός όψεως XXXXX7167 με πιστωτικό υπόλοιπο ΛΚ.7 και η κατάθεση προθεσμίας Κ010868 λήξης 21.11.1976 ποσού ΛΚ.40,333.044 δεσμευμένη για ΛΚ.8,026 ως η επιστολή Εφόρου Κληρονομιών ημερ. 09.12.1975. (iii) Την 13.06.1977 εξόφληση καταθέσεως προθεσμίας XXXXX68 και με το προϊόν ανοίχτηκε νέα κατάθεση προθεσμίας με αρ. XXXXX86 για ποσό ΛΚ.35,333.044 και το υπόλοιπο ΛΚ.5,000 πλέον οι δεσμευμένοι τόκοι κατατέθηκε στους λογαριασμούς XXXXX7167 και XXXXX7888 ως οι γραπτές οδηγίες των διαχειριστών ημερ. 02.03.1977. (
- iv)Την 06.04.1978 εξόφληση της κατάθεσης προθεσμίας XXXXX86. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 24 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 24. Με τηλεομοιότυπο επιστολής των δικηγόρων μας ημερ. 22.08.2011 ζητήσαμε από τους Εναγόμενους να μας πληροφορήσουν για τους αριθμούς λογαριασμών που ο αποβιώσας σύζυγος μου και/ή οι διαχειριστές αυτού διατηρούσαμε στην Τράπεζα τους μεταξύ 13.12.1967 και 30.06.1968 καθώς και κατάσταση κίνησης των εν λόγω λογαριασμών κατά την πιο πάνω περίοδο. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 25 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 25. Με περαιτέρω τηλεομοιότυπο επιστολής των δικηγόρων μας ημερ. 26.09.2011 καλέσαμε εκ νέου τους Εναγόμενους να παράσχουν τις ζητηθείσες πληροφορίες. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 26 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 26. Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 28.09.2011 ενημέρωσαν τους δικηγόρους μας ότι πέραν των πληροφοριών που είχαν παραχωρήσει με την επιστολή τους ημερ. 21.07.2011, την οποία επισύναψαν εκ νέου, η Τράπεζα δεν διατηρεί ολοκληρωμένα στοιχεία της χρονικής περιόδου 31.12.1967 έως 30.06.1968 τα οποία παρέμειναν στο κατάστημα της Τράπεζας στην Αμμόχωστο και λόγω της Τουρκικής Εισβολής δεν βρίσκονται στην κατοχή της και συνεπώς δεν δύναται να μας εφοδιάσει με τις αιτούμενες πληροφορίες. Επιθυμώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 27 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. 27. Είναι εμφανές ότι οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση της συμφωνίας Τράπεζας - πελάτη, αρνούνται να συμμορφωθούν με τις οδηγίες μας και να μας καταβάλουν τα ποσά που παράνομα κατέχουν, προφασιζόμενοι διάφορες αόριστες, αυθαίρετες και ατεκμηρίωτες όπως, μεταξύ άλλων, ότι δεν εντοπίζουν την κατάθεση προθεσμίας με αρ. XXXXX86 και ότι το ποσό της εν λόγω κατάθεσης ξοφλήθηκε ή και αποδόθηκε σε μας την 21.03.1977 ή και την 06.04.1978, κάτι που, όπως έχω ήδη αναφέρει, απορρίπτουμε κατηγορηματικά. Ούτε ζητήσαμε οποιοδήποτε ποσό από την εν λόγω κατάθεση προθεσμίας, ούτε πήραμε οποιοδήποτε ποσό απ' αυτή, αλλά ούτε και δώσαμε οποιεσδήποτε οδηγίες για τη μεταφορά ολόκληρου ή οποιουδήποτε μέρους των χρημάτων που βρίσκονταν κατατεθειμένα στον επίδικο λογαριασμό. 28. Για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει αιτούμαι εκ μέρους των Εναγόντων την έκδοση απόφασης ως οι αξιώσεις μας στην παρούσα αγωγή.». Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων, η ΜΕ1 ανέφερε ότι όταν απεβίωσε ο σύζυγός της, αυτή διορίστηκε σε όλες τις εταιρείες που υπήρχαν, είτε εξαγωγικού εμπορίου, είτε αγοράς βαποριών μετά και μέχρι σήμερα ασχολείται με τις οικογενειακές τους επιχειρήσεις. Στα πλαίσια αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, είχαν συναλλαγές με τράπεζες και συγκεκριμένα με την Τράπεζα Κύπρου και, όταν χρειαζόταν, η ΜΕ1 ήταν αυτή που έδιδε τις οδηγίες για να αποσυρθούν χρήματα. Η ίδια ήταν ενήμερη για κάθε κατάθεση ή απόσυρση χρημάτων. Δεν θυμόταν να υπέγραψε ποτέ είτε από μόνη της είτε από κοινού με τον γιο της, κ. XXXXX Θωμαΐδη, για την ανάληψη του ποσού των ΛΚ8026, το οποίο είχε δεσμευτεί μέχρι την αποπληρωμή του Φόρου Κληρονομιάς. Κατά τη δική της αντίληψη, αυτή και ο γιος της, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της, δεν είχαν καν το δικαίωμα να υπογράψουν για την απόσυρση αυτού του ποσού, μόνο ο Έφορος Φόρου Κληρονομιάς είχε δικαίωμα για την απόσυρση αυτού του ποσού. Για άλλα χρηματικά ποσά, γενικά ποσά, που δεν ήταν δεσμευμένα για αποπληρωμή του Φόρου Κληρονομιάς, η ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι υπήρξαν περιπτώσεις που αυτή είχε δώσει οδηγίες για την ανάληψή τους. Κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, ημερομηνίας 23.7.2020, η ΜΕ1 δήλωσε ότι γνωρίζει ποιοι ήταν οι λογαριασμοί της διαχείρισης περιουσίας του συζύγου της, έχει ήδη καταθέσει στοιχεία στο Δικαστήριο γι' αυτούς, απλώς είναι κάπως δύσκολο να τους θυμάται απ' έξω. Ειδικότερα, η ΜΕ1 θυμόταν ότι αρχικά, από το 1968, ήταν ένας λογαριασμός για 40 χιλιάδες και κάτι, ότι ποσό 8 χιλιάδων ήταν δεσμευμένο για τον φόρο κληρονομιάς και ότι μόνο με γραπτές οδηγίες του Εφόρου Φόρου Κληρονομιάς μπορούσε να αποδεσμευθεί και, μετά, το 1977 είχαν δώσει γραπτές οδηγίες στην τράπεζα ν' ανοιχτούν άλλοι δύο λογαριασμοί, ένας για 35 χιλιάδες και κάτι και άλλος για 5 χιλιάδες και η τράπεζα είχε εκτελέσει τις οδηγίες τους. Αντίθετη ήταν η θέση που υπέβαλε στην ΜΕ1 η συνήγορος Υπεράσπισης. Ειδικότερα υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι το 1968 υπήρχαν ανοικτές τρεις καταθέσεις προθεσμίας στην τράπεζα, όχι ένας λογαριασμός, αλλά τρεις λογαριασμοί. Δεν το θυμόταν αυτό η ΜΕ1. Το ότι ο/οι λογαριασμός/οι ήταν ανοικτός/οί στο κατάστημα της Αμμοχώστου, δεν το αμφέβαλε η ΜΕ1, εφόσον στην Αμμόχωστο ήταν που κατοικούσαν το 1968. Θυμόταν επίσης η ΜΕ1 ότι τον διευθυντή του εν λόγω καταστήματος τον έλεγαν XXXXX Πηλιώτη, όπως της δήλωσε η συνήγορος Υπεράσπισης. Επέμεινε η συνήγορος Υπεράσπισης υποβάλλοντας στη ΜΕ1 ότι όταν ανοίχτηκαν οι λογαριασμοί τoν Απρίλη του 1968 στην Τράπεζα Κύπρου, ήταν τρεις λογαριασμοί για τα εξής ποσά? · Ο πρώτος ήταν λογαριασμός κατάθεσης αρ. XXXXX43, ημερομηνία ανοίγματος 04/03/69, για ποσό ΛΚ 8026. · Ο δεύτερος ήταν λογαριασμός κατάθεσης αρ. XXXXX58 για ποσό ΛΚ18568. · Ο τρίτος ήταν λογαριασμός κατάθεσης αρ. XXXXX96, για ποσό ΛΚ2000. Δεν θυμόταν λεπτομερώς τα πιο πάνω στοιχεία η ΜΕ1 για να επιβεβαιώσει την ορθότητά τους. Θυμόταν με βεβαιότητα μόνο ότι το συνολικό ποσό κατάθεσης ήταν ΛΚ40000 και κάτι και αυτό το ποσό προήλθε από την/τις ασφάλεια/ες ζωής του συζύγου της, που σκοτώθηκε στο αεροπορικό δυστύχημα. Στην επισήμανση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι αυτά τα στοιχεία θα έπρεπε να ήταν ήδη υπόψη της ΜΕ1, διότι η τράπεζα τους τα είχε ήδη δώσει γραπτώς με δύο - τρεις επιστολές που κατατέθηκαν ήδη ως τεκμήρια στο Δικαστήριο και ότι άρα αυτή μπορούσε να επιβεβαιώσει την ορθότητά τους, η ΜΕ1 δεν θέλησε να επιβεβαιώσει την ορθότητα των εν λόγω στοιχείων, παρά μόνον απάντησε ότι πράγματι η πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε στο Δικαστήριο όσα χαρτιά είχαν, τα οποία μαρτυρούσαν όσα αυτοί γνωρίζουν μέσα από την επικοινωνία τους με την Τράπεζα Κύπρου. Ακολούθως, η συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από την ΜΕ1 να πει, αν θυμάται, κατά πόσον, εκτός των καταθέσεων προθεσμίας, υπήρχαν και λογαριασμοί προειδοποιήσεως για τη διαχείριση και τρεχούμενοι λογαριασμοί. Παρά την ένσταση που ήγειρε ο συνήγορος των Εναγόντων ότι δεν ήταν δικογραφημένη στην Έκθεση Υπεράσπισης οποιαδήποτε υπερασπιστική γραμμή που να αφορά στην ύπαρξη άλλων λογαριασμών πέραν εκείνων για τους οποίου δικογραφήθηκε η παραδοχή ότι υπήρχαν το 1977 και της θέσης περί εξαργύρωσης τότε μίας συνολικής κατάθεσης και της δημιουργίας κάποιων άλλων λογαριασμών, το Δικαστήριο επέτρεψε να απαντηθεί η ερώτηση από την ΜΕ1, εφόσον εύστοχα η συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε ότι η ύπαρξη τρεχούμενων λογαριασμών και λογαριασμών προειδοποιήσεως προέκυπτε από τεκμήρια που η ΜΕ1 ήδη κατέθεσε ως Τεκμήρια 24 και 27 υπό Έγγραφο Α. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν «Δεν θυμούμαι». Επέμεινε η συνήγορος Υπεράσπισης υποβάλλοντας στην ΜΕ1 ότι «σε σχέση με τα χρήματα της διαχείρισης, υπήρχαν λογαριασμός με προειδοποίηση, λογαριασμός όψεως και τον Φεβρουάριο του '77, μάλλον και το '76 μέχρι το '77, η κατάθεση προθεσμίας με αριθμό XXXXX68 για ποσό 40.333,044 λίρες». Δεν το θυμόταν αυτό η ΜΕ1. Ερωτηθείσα η ΜΕ1 να πει τί ποσό οφείλουν προς τον φόρο κληρονομιάς οι Ενάγοντες ως διαχειριστές, η απάντηση της ΜΕ1 ήταν «8.000 λίρες». Πρόσθεσε η ΜΕ1 ότι «Επανειλημμένως είχαμε απευθυνθεί στην τράπεζα μετά τις οδηγίες που είχαμε δεχτεί, στείλει επιστολές στην τράπεζα και ρωτούσαμε να μας πουν την κατάσταση του λογαριασμού -- Η απάντηση που είχαμε ήταν ότι, λόγω της τουρκικής εισβολής δεν είχαν στοιχεία για να δώσουν.». Επανήλθε η συνήγορος Υπεράσπισης στο ίδιο ζήτημα, ερωτώντας ξανά τη ΜΕ1 ποιο ήταν το συνολικό ποσό που η διαχείριση όφειλε στον φόρο κληρονομιάς. Η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι εκείνην τη στιγμή που έδιδε μαρτυρία δεν μπορούσε να θυμάμαι ακριβώς, αλλά ήταν βέβαιη ότι παραμένει εκκρεμότητα και ότι από τον λογαριασμό της κατάθεσης περί των ΛΚ40.000, ποσό περί τις ΛΚ8000 ήταν δεσμευμένες στο λογαριασμό «ως security στον φόρο». Ήταν εξίσου βέβαιη η ΜΕ1 ότι το 1977 οφείλετο ποσό στον φόρο κληρονομιάς, ότι δεν είχε εξοφληθεί η οφειλή, ότι «βέβαια οφείλετουν το ποσό που εκατακρατείτο από την τράπεζα, ήταν μέχρι να εξοφληθεί από τον φόρο κληρονομιάς». Αντίθετη ήταν η θέση της Υπεράσπισης, ότι δηλαδή το ποσό που ήταν δεσμευμένο, οι ΛΚ8.026, το 1977 δεν οφειλόταν στον φόρο κληρονομιάς, δεν οφειλόταν όλο αυτό το ποσό το 1977. Η απάντηση της ΜΕ1 σε αυτή τη θέση ήταν ότι «η συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου ήταν ότι δεν θα αποδεσμεύονταν οι 8 χιλιάδες, οιοδήποτε ήταν το υπόλοιπο μέχρι να αποπληρωθεί ολόκληρο το ποσό». Ερωτήθηκε τότε για τρίτη φορά η ΜΕ1 από τη συνήγορο Υπεράσπισης, αν γνώριζε να πει ποιο ακριβώς ποσό οφειλόταν το 1977 προς τον φόρο κληρονομιάς. Η αντίδραση της ΜΕ1 ήταν ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη σημασία αυτής της ερώτησης, αλλά εν πάση περιπτώσει επανέλαβε ως απάντηση ότι δεν ήξερε να πει ακριβώς ποιο ήταν το ποσό οφειλής φόρου κληρονομιάς το 1977. Θυμόταν, πάντως, ότι είχαν μέχρι τότε ήδη πληρωθεί στον φόρο κληρονομιάς κάποια ποσά, αλλά παρέμεινε υπόλοιπο. Δεν θυμόταν να πει τί ποσό περίπου ήταν που είχε ήδη πληρωθεί μέχρι το 1977. Στην πορεία της αντεξέτασής της η ΜΕ1 δήλωσε ότι τον Μάρτιο του 1977 η ίδια ζούσε στο Λονδίνο και επιβεβαίωσε η ΜΕ1 ότι μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, οι λογαριασμοί της διαχείρισης στην Τράπεζα Κύπρου μεταφέρθηκαν από το κατάστημα Αμμοχώστου προς το κατάστημα Λάρνακας, όπου υπεύθυνος των λογαριασμών θυμόταν ότι ήταν ο κύριος Ανδρεάδης. Ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι? «Δεν γινόταν καμία χρήση στον λογαριασμό όταν ήμασταν στο εξωτερικό. Επικοινωνούσαμε γραπτώς για να μας δώσουν την κατάσταση. Δεν εκάναμε χρήση των λογαριασμών, κίνηση του λογαριασμού, απλώς απευθύναμε επιστολές στην τράπεζα και προσπαθούσαμε να ενημερωθούμε για την κατάσταση των λογαριασμών μας και η απάντηση ήταν ότι λόγω της τουρκικής εισβολής, χάθηκαν τα στοιχεία κλπ.». Διόρθωσε στη συνέχεια η ΜΕ1 την πιο πάνω αναφορά της, παραδεχόμενη ότι το αίτημα της διαχείρισης για να λάβει ενημέρωση από την Τράπεζα Κύπρου για την κατάσταση των λογαριασμών είναι το 2010 που έγινε, όχι το 1977. Διατύπωσε η ΜΕ1 το παράπονο ότι πήρε 10 χρόνια της τράπεζας για να απαντήσει, ότι οι διαχειριστές έστελναν επιστολές και ότι η τράπεζα έλεγε απλώς ότι χάθηκαν τα στοιχεία, ότι τούτο τους έλεγαν μέχρι τελευταίως και ότι έπρεπε να κινηθεί η αγωγή για να τους πει η τράπεζα ότι δήθεν τους πλήρωσε όλα τα λεφτά, δηλαδή το ποσό των 35 χιλιάδων και κάτι, συμπεριλαμβανόμενων και των 8 χιλιάδων του φόρου κληρονομιάς. Αντίθετη ήταν και πάλι η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης, η οποία, υπεραμυνόμενη των χειρισμών που έγιναν από πλευράς της τράπεζας, υπέβαλε στη ΜΕ1 ότι μόλις οι διαχειριστές έκαμαν το αίτημά τους, ισχυριζόμενοι ότι δήθεν δεν ήξεραν τί απέγιναν τα λεφτά στον λογαριασμό τους, έγινε αμέσως έρευνα στην τράπεζα και τους δόθηκε η γραπτή απάντηση. Δεν χρειάστηκαν 10 χρόνια για να δοθεί αυτή η γραπτή απάντηση της τράπεζας! Ειδικότερα, η κα Καουτζιάνη επεσήμανε ότι το πρώτο email των διαχειριστών στάλθηκε στην Τράπεζα το 2010 (βλ. το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α, email ημερ. 30.11.2010, 1.12.2010) και στις 11/02/2011 η τράπεζα έστειλε την απάντηση της (βλ. το Τεκμήριο 13 υπό Έγγραφο Α) και η τελική απάντηση της τράπεζας δόθηκε στις 12.07.11 (βλ. το Τεκμήριο 24 υπό Έγγραφο Α), δηλαδή λίγους μήνες μετά το αίτημα των διαχειριστών, κατόπιν έρευνας που διενήργησε η τράπεζα. Η ΜΕ1 εξήγησε, από την άλλη, ότι η δική της αίσθηση ήταν ότι δεν υπήρξε «άμεση ανταπόκριση» στις ερωτήσεις τους για την κατάσταση του λογαριασμού τους, ότι ήταν δίκαιο να τους πουν ποια ήταν η κατάσταση του λογαριασμού τους και ότι δεν ζητούσαν τίποτε παράλογο. Ακολούθως, η συνήγορος Υπεράσπισης έθεσε υπόψη της ΜΕ1 ότι είχαν έναν τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθ. XXXXX7167 με υπόλοιπο ΛΚ7 και ότι η ίδια ζήτησε να εκδοθεί επιταγή από εκείνον τον λογαριασμό για ΛΚ1100 τον Φεβρουάριο του 1977 για πληρωμή προς τον φόρο κληρονομιάς, έναντι της οφειλής που υπήρχε. Παρά το ότι η αρχική αντίδραση της ΜΕ1 ήταν ότι δεν θυμόταν, εντούτοις δέχθηκε ότι τούτο «πιθανόν να έγινε». Δεν θυμόταν η ΜΕ1 ούτε το ότι «η τράπεζα ενέκρινε το αίτημα, ασχέτως ότι ο λογαριασμός με πιστωτικό υπόλοιπο 7 λίρες κατέστη χρεωστικός με την πληρωμή των 1.100 στον φόρο κληρονομιάς», ως η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης. Δεν θυμόταν ούτε ποιο υπόλοιπο οφειλής φόρου κληρονομιάς έμεινε μετά την προαναφερόμενη καταβολή του ποσού των 1.100 στον φόρο κληρονομιάς. Παραδέχθηκε πάντως η ΜΕ1 ότι τον Φεβρουάριο του 1977, παρά το ότι η ίδια διέμενε στο εξωτερικό, εντούτοις αυτή ήταν που χειριζόταν τους λογαριασμούς της διαχείρισης. Παραδέχθηκε επίσης ότι τον Μάρτιο του 1977, δηλαδή τον αμέσως επόμενο μήνα από την πληρωμή Φεβρουαρίου για την οποία δεν θυμόταν αν έγινε αλλά πιθανόν να έγινε, αυτή έστειλε από το Ηνωμένο Βασίλειο την επιστολή που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α. Παραδέχθηκε περαιτέρω η ΜΕ1 ότι, με την εν λόγω επιστολή, αυτή έδιδε οδηγίες να κλείσει ο λογαριασμός Κ010868 των ΛΚ 40 χιλιάδων και να ανοιχτεί ένας λογαριασμός για ΛΚ 35 χιλιάδες και κάτι και ένας άλλος για περίπου ΛΚ 8 χιλιάδες. Ήταν επίσης παραδεκτό από αυτήν ότι η τράπεζα εκτέλεσε τις οδηγίες της αυτές το 1977. Υποβλήθηκε στην ΜΕ1 ότι, όταν οι διαχειριστές είχαν πάει στον εσωτερικό έλεγχο της τράπεζας, ο υπεύθυνος του εσωτερικού ελέγχου δήλωσε σε αυτούς ότι πλείστα εκ των εγγράφων που χρονολογούνταν πέραν των 12 ετών, καταστρέφονται από την τράπεζα. Δεν θυμόταν η ΜΕ1 να επιβεβαιώσει αν τους δηλώθηκε αυτό. Δεν θυμόταν η ΜΕ1 ούτε αν η τράπεζα τους ενημέρωσε ότι πολλά εκ των παραστατικών που σχετίζονταν με τους λογαριασμούς τους, έχουν καταστραφεί επειδή είναι λογαριασμοί που έκλεισαν το 1978. Διερωτήθηκε η ΜΕ1, «Γιατί έκλεισαν το 1978;». Ερωτηθείσα η ΜΕ1 από τη συνήγορο Υπεράσπισης να πει αν υπήρξε κάποια άλλη γραπτή επικοινωνία μεταξύ του φόρου κληρονομιάς και της τράπεζας Κύπρου που να αφορά τους λογαριασμούς της διαχείρισης για το ποσό ΛΚ8.026, πλην των επιστολών που η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 2, 3, 4, 5 και 6 υπό Έγγραφο Α, η ΜΕ1 απάντησε λέγοντας ότι «Δεν είχα πάρει κανένα αντίγραφο ότι επικοινώνησε ο φόρος». Προέβη, συγχρόνως, η ΜΕ1 και στην εξής αναφορά? «Όταν είχαμε, για τις τουρκοκρατούμενες περιουσίες Αμμοχώστου, καταφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και προσπαθήσαμε να βγάλουμε τότε τίτλους, υπήρχε η επιβάρυνση από τον φόρο κληρονομιάς, διότι δεν είχε, για να εκδοθούν τίτλοι, διότι δεν είχε εξοφληθεί ο φόρος κληρονομιάς.». Η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι δεν ήξερε για ποιο ποσό υπήρχαν επιβαρύνσεις από τον φόρο κληρονομιάς στην περιουσία της διαχείρισης. Ισχυρίστηκε ότι «Δεν βάζουν ποσό, απλώς έχει επιβάρυνση μέχρι να εξοφληθεί ο φόρος, γι' αυτό ήταν επιβάρυνση, όταν ζητήσαμε να βγει τίτλος ιδιοκτησίας.». Υποβλήθηκε στην ΜΕ1 ότι το memo για τον οφειλόμενο Φόρο Κληρονομιάς τέθηκε για ποσό ΛΚ 3000. Αντέδρασε η ΜΕ1 λέγοντας, «Ωραία, έστω, οι 8 δεν θα αποδεσμεύοντο μέχρι που να εξοφληθούν.». Ανασκεύασε όμως στη συνέχεια η ΜΕ1 παραδεχόμενη ότι αν στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α) αυτή δήλωνε ότι παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο φόρου κληρονομιάς περί τις ΛΚ8000, τότε έγινε κάποιο λάθος. Απλώς, παραμένει υπόλοιπο οφειλής στον φόρο κληρονομιάς και άρα πρέπει οι 8 χιλιάδες να είναι στον λογαριασμό, διότι η τράπεζα δεν έχει οδηγίες από τον φόρο να το αποδεσμεύσει. Η αντεξέταση της ΜΕ1 οδηγήθηκε σε ένα άλλο θέμα στη συνέχεια. Ζητήθηκε από αυτήν να πει αν πει συμφωνεί με τη θέση της Υπεράσπισης ότι μπορούσε να δίδει και έδιδε προφορικές οδηγίες για ανάληψη χρημάτων από τους λογαριασμούς της διαχείρισης. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν αρχικά ότι «Συνήθως ήταν γραπτές οδηγίες», έπειτα «Δεν νομίζω, ο λογαριασμός... πάντοτε γίνονταν γραπτές» και στη συνέχεια «Αρνούμαι, συνήθως ήταν γραπτώς. Σε ό,τι αφορά γραπτά χρήματα, ήταν πάντα γραπτώς οι οδηγίες μου.». Όσον αφορά την πληρωμή των 1.100 στον φόρο κληρονομιάς, η ΜΕ1 σχολίασε ότι η ίδια πρέπει να είχε δώσει γραπτές οδηγίες και επεσήμανε ότι δεν γράφει πουθενά ότι αυτή έδωσε προφορικές οδηγίες και δεν έχει καμία απόδειξη ότι της έκανε χάρη η τράπεζα να δώσει προφορικές οδηγίες για τέτοια πληρωμή. Απέκλεισε επίσης η ΜΕ1 το ενδεχόμενο αυτή να έδωσε στις 22/11/77 προφορικές οδηγίες προς τον κύριο Ανδρεάδη να μην ανανεωθεί αυτομάτως η κατάθεση προθεσμίας με αριθμό Κ.012686 για ποσό ΛΚ35.333,044, διότι συνήθως ήταν γραπτές οι οδηγίες. Ήταν γραπτές. Τέλος, η ΜΕ1 αντεξετάστηκε για το ποσοστό 9% τόκου που ως ο ισχυρισμός της έφερε η κατάθεση προθεσμίας Κ. 010868 επί ποσού 40.333. Διερωτήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης πού στήριξε η ΜΕ1 τον ισχυρισμό της περί τόκου 9%. Η ΜΕ1 δεν έδειξε να έχει σαφή αντίληψη ή γνώση για το βάσιμο του ισχυρισμού της περί του ποσοστού αυτού, αφού η απάντηση που έδωσε ήταν αρχικά ότι «Απ' ό,τι θυμούμαι πάντα και τώρα, πάντα παίρνει τόκο όταν είναι κατάθεση προθεσμίας. Πληρώνει τόκο η τράπεζα. Βάλαμε ένα ποσό, 9. Τι ήταν ακριβώς;». Στη συνέχεια το δικαιολόγησε λέγοντας «Εκείνο συνηθιζόταν» και εν τέλει έδειξε πρόθυμη να δεχθεί τη θέση της Υπεράσπισης ότι το ποσοστό αυτής της κατάθεσης ήταν 6.75%, αν το αποδείξει η τράπεζα ότι ήταν τόσο. Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 από τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι - «Μετά που δώσατε προφορικές οδηγίες προς τον κύριο Ανδρεάδη τον Νιόβρη του '77 να μην ανανεωθεί αυτομάτως η κατάθεση Κ. XXXXX86, για την οποία είχατε δώσει οδηγίες να ανανεωθεί με την επιστολή σας 02/03/77 προηγουμένως, μετά από εκείνη την ημερομηνία, τον Νιόβρη του '77 πήγατε και αποσύρατε όλο το ποσό της κατάθεσης αυτής 06/04/78.». Αυτούσια η αντίδραση της ΜΕ1 ήταν ως εξής? «Διαμαρτύρομαι έντονα ότι πήραμε αυτό το ποσό είτε εγώ είτε ο άλλος διαχειριστής, XXXXX Θωμαΐδης, ούτε έδιδα οδηγίες προφορικά. Απαραιτήτως ήταν γραπτά και ήθελα να ρωτήσω, δηλαδή επήα στον κύριο Ανδρεάδη και του είπα θέλω 30 - 40 χιλιάδες να μου τα δώσει χωρίς γραπτές οδηγίες; Σίγουρα έπρεπε να υπογράψω απόδειξη παραλαβής. Έχετε απόδειξη ότι μου παραδώσατε με γραπτές οδηγίες 35 χιλιάδες λίρες;». και «Θυμούμαι ότι ήταν γραπτώς πάντοτε, ποτέ προφορικά. Με χρήματα ποτέ δεν ασχολούμουν προφορικά.». Επέμεινε η συνήγορος Υπεράσπισης εξετάζοντας τη μνήμη της ΜΕ για όσα έγιναν την περίοδο 1977 - 1978. Προέκυψαν οι εξής παραδοχές από τις απαντήσεις της ΜΕ1? Ότι οι καταθέσεις ανανεώνονταν κάθε χρόνο. Ότι με δική της επιστολή τον Μάρτιο του 1977 (ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α), αυτή έδωσε γραπτές οδηγίες όπως ανανεωθεί η κατάθεση Κ010868 για το ποσό των ΛΚ35.333,044. Ότι στο στάδιο που ανανεώθηκε η κατάθεση ως προς το ποσό των ΛΚ35.333,044, έλαβε νέο αριθμό κατάθεσης Κ.012686. Ότι αν η κατάθεση Κ.012686 ανανεωνόταν αυτόματα, τότε θα έπρεπε να ανανεωνόταν Μάρτιο του 1978. Ερωτηθείσα από τη συνήγορο Υπεράσπισης αν γνώριζε να έγινε αυτόματη ανανέωση τον Μάρτιο του 1978 της κατάθεσης XXXXX86, η ΜΕ1 απάντησε δεικτικά ότι είναι γι' αυτόν τον λογαριασμό που οι διαχειριστές έστελναν επιστολές στην Τράπεζα Κύπρου ζητώντας ενημέρωση και έλαβαν την απάντηση ότι, λόγω της εισβολής, δεν είχαν τα στοιχεία, καταλήγοντας να μην έχουν πάρει ποτέ την ζητηθείσα κατάσταση λογαριασμού. Διερωτήθηκε τότε η συνήγορος Υπεράσπισης, πότε στείλανε επιστολή το 1978 να ρωτήσουν γι' αυτήν την συγκεκριμένη κατάθεση. Προκάλεσε η συνήγορος Υπεράσπισης την ΜΕ1 να παρουσιάσει αν έχει έστω και μία επιστολή ή έστω κάποια μαρτυρία κάποιου που να αποδεικνύει ότι το 1978 αναζητούσαν να μάθουν για την τύχη της προαναφερθείσας κατάθεσης (βλ. XXXXX86 για ποσό ΛΚ35.333,044). Ή έστω οποιαδήποτε επιστολή στο διάστημα μεταξύ 1978 και 2010, που να αποδεικνύει ότι βρίσκονταν σε αναζήτηση της κατάθεση XXXXX86 για ποσό ΛΚ35.333,044. Η ΜΕ1 δήλωσε αρχικά ότι «Πρέπει να έχουμε κάποια, αυτή τη στιγμή δεν έχουμε, συνεχίσαμε να ρωτούμε και η απάντηση ήταν ότι χάθηκαν τα στοιχεία.», στη συνέχεια επανέλαβε ότι «Ναι, έχουμε, ναι» και τέλος ανέφερε ότι «Ο γιος μου επικοινώνησε με τους διευθυντές της τράπεζας και ζήτησε πληροφορίες και δεν μπορούσαν να μας δώσουν», διευκρινίζοντας ότι η επικοινωνία του γιου της έγινε «με email». Ζήτησε η συνήγορος Υπεράσπισης να παρουσιάσει η ΜΕ1 τα email που ως ισχυρίστηκε απέστειλε ο γιος της προς την Τράπεζα μεταξύ 1978 και 2010. Δεν τα είχε η ΜΕ1 στην κατοχή της, δήλωσε μόνο ότι «Υπάρχουν, αλλά δεν ξέρουμε αν τα δώσαμε στον δικηγόρο». Υπό το φως της πιο πάνω στιχομυθίας, η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στη ΜΕ1 τη θέση της Υπεράσπισης ότι από το 1978 που εξοφλήθηκε η κατάθεση XXXXX86 και που δόθηκαν τα χρήματα στους Ενάγοντες, καμία επικοινωνία δεν υπήρξε μεταξύ των Εναγόντων και της τράπεζας, που να ρωτούν οι Ενάγοντες να μάθουν για την τύχη των χρημάτων αυτής της κατάθεσης. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν, πρώτον, ότι «Διαμαρτύρομαι έντονα ότι πήραμε αυτά τα χρήματα είτε εγώ ή ο Αρτέμης.» και, δεύτερον, ότι «Υπήρχε επικοινωνία και ήταν στερεότυπη ότι χάθηκαν τα στοιχεία λόγω της εισβολής και δεν τα έχουν για να μας απαντήσουν.». Επιμένοντας στη θέση της (βλ. παρα. 10 του Εγγράφου Α) ότι η Τράπεζα ήταν εκείνη που παραβίασε τη συμφωνία και το καθήκον της ως τραπεζίτη έναντι των Εναγόντων ως πελατών, η ΜΕ1 αιτιολόγησε τη θέση αυτή λέγοντας ότι «Οι οδηγίες ήταν πάντα γραπτές. Έχει η τράπεζα οδηγίες και υπάρχει απόδειξη από τον παραλήπτη ότι παρέλαβε το ποσό;». Αντέταξε η συνήγορος Υπεράσπισης ότι «η όλη απαίτηση εναντίον της τράπεζας» από πλευράς Εναγόντων ηγέρθηκε μετά που η τράπεζα τους είπε ότι «κάποια παραστατικά δεν υπάρχουν». Στο σημείο αυτό ήταν που έκανε παρέμβαση το παρόν Δικαστήριο ερωτώντας την συνήγορο Υπεράσπισης «Το "κάποια παραστατικά" δεν θα γίνει πιο συγκεκριμένο;», με την ευπαίδευτη συνήγορο να απαντά λέγοντας «Θα φέρω τη μαρτυρία. Ακριβώς, είναι θέμα μαρτυρίας.». Επέμεινε το Δικαστήριο με νέα επισήμανση και διευκρινιστική ερώτηση προς τη συνήγορο Υπεράσπισης ως η στιχομυθία που παρατίθεται πιο κάτω? «Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Απαντώντας στη δική σας θέση ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση από πλευράς της τράπεζας, σας καλεί η ίδια η Ενάγουσα να παρουσιάσετε αν είχατε γραπτές εντολές, αποπληρωμές της κατάθεσης προς την ίδια και αποδείξεις ότι πληρώθηκαν. Μιλάτε για τα ίδια παραστατικά, για τα ίδια έγγραφα που σας καλεί να παρουσιάσετε;» κα Καουτζάνη: Όχι, τώρα θα μπω σε ουσία, επειδή με ρωτάτε. Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Σε αυτό το σημείο, αν αυτό που εσείς της υποβάλλετε, ότι αντέδρασε μόνο όταν η τράπεζα είπε ότι δεν υπήρχαν κάποια παραστατικά, το «κάποια», επειδή είναι αόριστο, αναφέρεστε σε αυτά που σας κάλεσε να παρουσιάσετε; κα Καουτζάνη: Η θέση της είναι ότι έπρεπε να δώσει γραπτές οδηγίες, της υπέβαλα είναι προφορικό. Ήταν προφορικές οδηγίες, έχω το μεριδολόγιο, της το δείξαμε, γράφει εξοφλήθηκε την τάδε ημερομηνία, ξέρει επίσης, της εξηγήσαμε, ο εσωτερικός έλεγχος, επειδή είναι πάρα πολλοί λογαριασμοί '78, πάει 10 χρόνια. Αυτά τα λέω στην Υπεράσπιση. Άρα είναι πολύ δύσκολο και το ξέρουν τούντο πράγμα που καλούμαστε να της πούμε και βάσει αυτών ήρτε και έκανε την αγωγή της, αυτό της λέω. Δικαστήριο (προς κα Καουτζάνη): Τώρα αποκτά νόημα. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Θέλετε να πείτε κάτι; κα Καουτζάνη: Και θα πάω σε συγκεκριμένα πράγματα. Μάρτυρας: Δεν συμφωνώ. Χάθηκαν τα στοιχεία τους, τα χρήματα πού πήγαν; Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Τα πήρατε - -.» Η συνήγορος Υπεράσπισης συνέχισε αμέσως μετά από την πιο πάνω στιχομυθία την αντεξέταση της ΜΕ1, χωρίς όμως, διευκρινίζω εμφαντικά, να δείξει ενώπιον του Δικαστηρίου προς τη μάρτυρα το συγκεκριμένο μεριδολόγιο, στο οποίο ήταν κατ' ισχυρισμόν γραμμένη η αναφορά ότι «εξοφλήθηκε την τάδε ημερομηνία». Επομένως, η αναφορά ότι η ευπαίδευτη συνήγορος είχε δείξει προς την μάρτυρα το μεριδολόγιο, τονίζω ότι δεν αφορούσε στο χρόνο της αντεξέτασης που είχε μέχρι εκείνου του σημείου διεξαχθεί. Η κάθε διάδικη πλευρά έδειξε ότι ο έλεγχος αξιοπιστίας θα πρέπει να περιστραφεί γύρω από το εξής σημείο. Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι ποσό κατάθεσης της τάξεως των ΛΚ35000 το 1977/1978 ήταν «σεβαστό ποσό» και δεν μπορεί να αναλήφθηκε από την τράπεζα στη βάση προφορικών οδηγιών, οι δε Εναγόμενοι θεωρούν ότι, αφενός, για ένα τόσο σεβαστό ποσό δεν μπορεί οι Ενάγοντες να έπαυσαν να το αναζητούν από το 1978 μέχρι το 2010 αν δεν γνώριζαν τί απέγινε ή ότι εξοφλήθηκε προς αυτούς και, αφετέρου, οι Εναγόμενοι λένε ότι το 1978 υπήρχε η δυνατότητα να δεχθεί η τράπεζα να εκτελέσει προφορικές οδηγίες περί εξόφλησης της κατάθεσης. Τούτων λεχθέντων, η εκ των Εναγόντων ΜΕ1 εξέφρασε την άποψη ότι, δεν υπήρχε δυνατότητα εκτέλεσης τέτοιας εντολής αν διδόταν προφορικά και μόνον, αλλά πρόταξε και το πρόσθετο επιχείρημα ότι η τύχη της κατάθεσης των ΛΚ35000 συνδεόταν και με την τύχη του ποσού των ΛΚ8000, «το οποίο κατ' ουδένα λόγο η τράπεζα δεν έπρεπε να το κάνει release χωρίς να πάρει γραπτές οδηγίες του φόρου κληρονομιάς». Όπως το έθεσε η ΜΕ1 «Είναι όλα μαζί, συνδεδεμένα». Αντίθετη ήταν η εικόνα που είχε η συνήγορος Υπεράσπισης. Υπέδειξε προς την ΜΕ1 ότι, όταν το 2010 οι Ενάγοντες ανακάλυψαν ότι εξακολουθούσε να υπάρχει κάποια οφειλή φόρου κληρονομιάς, αυτό που οι ίδιοι οι Ενάγοντες κάλεσαν την τράπεζα να ψάξει αφορούσε το ποσό των ΛΚ8024 και όχι όλο το ποσό της κατάθεσης και ότι σε καμία από τις επιστολές που είχαν στείλει δεν είχε προβληθεί απαίτηση για τις 35 χιλιάδες λίρες που διεκδικούν οι Ενάγοντες τώρα με την αγωγή τους! Απαντώντας στην επισήμανση αυτή, η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι το ποσό των 8 χιλιάδων ήταν μέσα στον λογαριασμό των 35 χιλιάδων, που κατ' ουδένα λόγο δεν έπρεπε να παραχωρηθεί σε κανέναν χωρίς γραπτές οδηγίες, και ότι η απαίτησή τους ήταν για ολόκληρο το ποσό. Δεν θυμόταν η ΜΕ1 αν είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον εσωτερικό έλεγχο της τράπεζας περί το 2011. Θυμόταν ότι η επικοινωνία της με την τράπεζα ήταν πάντοτε γραπτή. Δεν θυμόταν ούτε αν ο γιος της, Μιχάλης, είχε πάει και αυτοπροσώπως στην τράπεζα τότε και εμίλησε και έδωσε κατάθεση στον εσωτερικό έλεγχο. Θυμόταν ότι η επικοινωνία του ήταν με email. Όταν όμως μετέπειτα η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στη ΜΕ1 ότι αυτή είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον κ. Ρωσταντή στον Εσωτερικό Έλεγχο της Τράπεζας Κύπρου και ότι ο γιος της, XXXXX, πήγε αυτοπροσώπως και είπε κι εκείνος κάποια πράγματα στον κύριο Ρωσταντή, η ΜΕ1 δεν το αρνήθηκε, αντιθέτως άρχισε να θυμάται ότι με αυτό το όνομα υπήρχε κάποια επικοινωνία. Αλλά ήταν βέβαιη η ΜΕ1 ότι δεν του ικανοποίησε η πληροφόρηση που έλαβαν από την Τράπεζα, διότι δεν έλαβαν τις πληροφορίες που ζητούσαν. Στο σημείο αυτό, η συνήγορος Υπεράσπισης επιχείρησε να εξάξει από τη ΜΕ1 τί ακριβώς ήταν εκείνο που αναζητούσαν και δεν τους δόθηκε. Διερωτήθηκε η συνήγορος? «E. Θεωρούσατε το '11 ότι υπήρχαν ανοικτοί λογαριασμοί διαχείρισης, δηλαδή; A. Αυτό ήταν η τράπεζα να το κρίνει, εμείς ζητούσαμε τις πληροφορίες. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Εσείς εθεωρούσατε το '11 ότι υπήρχαν ανοικτοί λογαριασμοί διαχείρισης ακόμη; Μάρτυρας: Μιλούμε συγκεκριμένα για τον λογαριασμό των 35 χιλιάδων, πρέπει να υπήρχαν. Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Δηλαδή τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 24, κατά την εισήγησή σας είναι λανθασμένα; (Υποδεικνύεται στη μάρτυρα το Τεκμήριο 24.) Μάρτυρας: Όχι, δεν το αμφισβητώ, αλλά επιμένω οι τελευταίες οδηγίες ήταν για τον λογαριασμό, που δώσαμε το '77, για τις 35.333 λίρες. Η κα Καουτζάνη συνεχίζει: E. Είναι η θέση μου ότι αυτά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 24 είναι ορθά και αντικατοπτρίζουν την εικόνα των λογαριασμών των Εναγόντων, των επίδικων λογαριασμών τους, που σχετίζονται με αυτήν την υπόθεση. A. Όχι, δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο λογαριασμός των 35 χιλιάδων δεν είχε πληρωθεί ή εξοφληθεί ποτέ. [.] Μάρτυρας: Τονίζω σε αυτόν τον λογαριασμό ήταν και οι 8 χιλιάδες λίρες και φόρου κληρονομιάς, που έπρεπε να αποδεσμευτεί - -.». Στρεφόμενη στο ζήτημα της αποδέσμευσης του ποσού που ήταν δεσμευμένο προς όφελος του φόρου κληρονομιάς, η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στη ΜΕ1 τη θέση της ότι όταν αποσύρθηκαν τα χρήματα των 35 χιλιάδων λιρών κατόπιν οδηγιών της ΜΕ1 τον Απρίλη του '78, ο λόγος που η τράπεζα δεν έλαβε την έγκριση του Εφόρου φόρου κληρονομιάς, ήταν επειδή ήταν μικρό το υπόλοιπο που απέμενε να πληρωθεί στο φόρο και οι διαχειριστές είχαν πει ότι θα αναλάμβαναν οι ίδιοι να το καταβάλουν. Δεν συμφώνησε με την τοποθέτηση αυτή η ΜΕ1. Απεναντίας, η δικής της θέση ήταν ότι «Όσο για το υπόλοιπο, μικρό ή μεγάλο δεν έχει καμία σχέση με την υποχρέωση που είχε η τράπεζα να μην αποδεσμεύει η τράπεζα πριν την εξόφληση». Ούτε αποδέχθηκε η ΜΕ1 την υποβληθείσα προς αυτήν θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η αποδέσμευση έγινε κατόπιν οδηγιών τους. Επανέλαβε η ΜΕ1 «Θέλουμε να δούμε τις γραπτές οδηγίες και την απόδειξη». Δεν υπήρξε επανεξέταση της ΜΕ1. Η μαρτυρία του ΜΕ2 Η μαρτυρία του ΜΕ2 είναι καταγεγραμμένη αυτολεξεί στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 23.7.2020. Πρόκειται για τον κ. XXXXX Πέτρου, Ανώτερο Λειτουργό Εσωτερικών Προσόδων και Προϊστάμενο του γραφείου Φόρου Κληρονομίας. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2, υποδείχθηκαν σε αυτόν τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 υπό Έγγραφο Α. Όπως αντιλαμβανόταν ο ΜΕ2 το περιεχόμενό τους, στην αλληλογραφία που περιέχεται σε αυτά αναφερόταν ότι ουσιαστικά η Τράπεζα αναλάμβανε την υποχρέωση ότι δεν θα αποσυρόταν το ποσό των ΛΚ8.026 από τον λογαριασμό των διαχειριστών, χωρίς εκ των προτέρων άδεια του Εφόρου. Αυτό εξυπακούει ότι η Τράπεζα Κύπρου, ενεργώντας μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, θα εφάρμοζε τη νομοθεσία και θα ενημέρωνε τον Έφορο για οποιοδήποτε ποσό, το οποίο θα αποσυρόταν από τον εν λόγω λογαριασμό, διότι θα χρειαζόταν η ειδική άδεια (το έντυπο «ΕΠΡ 247») από τον Έφορο Φόρου Κληρονομιάς που επιτρέπει την ανάληψη του ποσού ή μέρους αυτού. Από τα στοιχεία του φάκελου που είχε ενώπιον του ο ΜΕ2, ουδέποτε έχει εκδοθεί ΕΠΡ 247 για απόσυρση οποιουδήποτε ποσού από τον εν λόγω λογαριασμό που τηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου οι διαχειριστές του μακαρίτη XXXXX Θωμαΐδη. Ουδέποτε δόθηκε συγκατάθεση του Εφόρου για απόσυρση ποσού από τον εν λόγω λογαριασμό. Γνώριζε ο ΜΕ2 ότι η διαχείριση της περιουσίας του εν λόγω μακαρίτη συνεχίζει να είναι ανοικτή όσον αφορά τον φόρο κληρονομιάς και υπάρχει οφειλόμενο ποσό. Όπως εξήγησε ο ΜΕ2 στο Δικαστήριο, το αρχικό ποσό οφειλής φόρου κληρονομιάς ήταν περίπου ΛΚ7.500. Έγιναν κάποιες πληρωμές έναντι της οφειλής αυτής μέχρι και το 1977. Ακολούθως, υπήρξε απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να χαρίσει φόρο κληρονομιάς που αναλογούσε σε περιουσία στα κατεχόμενα και χαρίστηκε σε αυτή τη βάση για την περιουσία του αποβιώσαντος XXXXX Θωμαΐδη το ποσό των €1.759, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο κατά την έκδοση της εν λόγω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν €5.585, μειώθηκε σε €3.826 και παραμένει ανοικτή η υπόθεση μέχρι εξόφλησης του ποσού αυτού. Με τους τόκους όμως, μέχρι τέλος Ιουλίου 2020, ο ΜΕ2 υπολόγισε ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €11.121. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2 απάντησε σε σειρά ερωτήσεων της συνηγόρου Υπεράσπισης, δηλώνοντας ότι το 1978 ο ίδιος εξακολουθούσε να είναι φοιτητής, δεν ήταν δημόσιος υπάλληλος εκείνη τη χρονολογία και, ως εκ τούτου, όσα δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του στηρίζονταν στη μελέτη του φακέλου που αυτός έκανε πρόσφατα προκειμένου να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Αργότερα, ο ΜΕ2 διευκρίνισε περαιτέρω ότι ο ίδιος ανάλαβε καθήκοντα στον Φόρο το 1983. Άπαξ και έλαβε τη μαρτυρική κλήση, ο ΜΕ2 δεν ήρθε σε επικοινωνία με οποιονδήποτε συνάδελφό του, ο οποίος να ασχολήθηκε με την υπόθεση αυτή από τον Έφορο Κληρονομιάς το 1978. Διευκρίνισε ο ΜΕ2, συναφώς, ότι έχει καταργηθεί εδώ και 20 χρόνια ο φόρος κληρονομιάς, αλλά, όντας προϊστάμενος του γραφείου, ο ΜΕ2 χειρίζεται όλες τις υποθέσεις οφειλών φόρου κληρονομιάς που έχουν απομείνει και δίνει απαλλαγές για να εξυπηρετούνται οι φορολογούμενοι. Αυτή είναι η κατάσταση που ισχύει από τις 31/12/99. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ2 βεβαίωσε ότι οι επιστολές που του υποδείχθηκαν από τον συνήγορο των Εναγόντων κατά την κυρίως εξέτασή του ως τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 υπό Έγγραφο Α, βρίσκονταν από προηγουμένως και στο φάκελο του Γραφείου του Εφόρου Φορολογίας. Ο ίδιος έλαβε γνώση του περιεχομένου τους για πρώτη φορά όταν αποτάθηκαν οι νέοι διαχειριστές για ολοκλήρωση της υπόθεσης. Τούτο έγινε περίπου το 2010. Μέχρι το 2010 δεν φαίνεται από το φάκελο του γραφείου του Εφόρου Φορολογίας να έγινε κάποια άλλη επικοινωνία από τους διαχειριστές με τον Έφορο γι' αυτήν την υπόθεση. Κληθείς από την συνήγορο Υπεράσπισης να διέλθει του φακέλου του γραφείου του και να διαπιστώσει ποιες πληρωμές έγιναν έναντι της οφειλής φόρους κληρονομιάς και πότε έγιναν, ο ΜΕ2 εντόπισε την απόδειξη πληρωμής με επιταγή με αριθμό 508210, εκδοθείσας από την Τράπεζα Κύπρου, για ποσό ΛΚ1.100 λίρες που πληρώθηκε τον 2ο του 1977 κατ' εντολή του «XXXXX Κώστα Θωμαΐδης περιουσία, πληρωτής XXXXX Θωμαΐδη». Μετά το 1977 ουδεμία άλλη πληρωμή έγινε έναντι της οφειλής. Όλες οι άλλες πληρωμές ήταν προγενέστερες, ήτοι πληρώθηκε στις 05/06/1969 ποσό ΛΚ100, στις 27/01/1970 ποσό ΛΚ2.000 και στις 16/06/1976 ποσό ΛΚ2.550 και έγινε η πληρωμή των ΛΚ1.100, για την οποία ο ΜΕ2 έδωσε τις λεπτομέρειες αριθμού επιταγής ως ανωτέρω. Πριν από όλες αυτές τις πληρωμές, η οφειλή ήταν ΛΚ7.495. Κάθε πληρωμή που γινόταν, κατανεμόταν πρώτα έναντι του οφειλόμενου τόκου και μετά έναντι του οφειλόμενου κεφαλαίου. Ερωτηθείς ο ΜΕ2 από τη συνήγορο Υπεράσπισης αν η δέσμευση του ποσού των ΛΚ 8.026 συμπεριλάμβανε και τους τόκους και αν τούτος ήταν ο λόγος που για οφειλή ύψους ΛΚ 7.495 δεσμεύθηκε ποσό ΛΚ 8.026, ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Δεν το ξέρουμε τούτο, ούτε και ο λειτουργός που έκανε την υπόθεση. Και εγώ να την έκανα, δεν θα μπορούσα να υπολογίσω τον φόρο πριν παρουσιαστούν τα περιουσιακά στοιχεία. Πιθανόν σαν εγγύηση, να κρατήθηκε ένα ποσό.». Επιβεβαίωσε ο ΜE2 ότι ο Έφορος Φόρου Κληρονομιάς έχει βάλει MEMO στην ακίνητη περιουσία της διαχείρισης για την οφειλή που απομένει. Τούτο έγινε περί το 2010, μετά που ανάλαβε ο ίδιος ο ΜΕ2 τον φάκελο, όταν υπήρξε το ενδιαφέρον από τους διαχειριστές για την υπόθεση. Αμέσως τότε μπήκε το MEMO πάνω στην ακίνητη περιουσία. Κληθείς να διευκρινίσει αν τότε ήταν οι διαχειριστές εκείνοι που ενδιαφέρθηκαν να πληρώσουν τον φόρο ή αν επικοινώνησε ο ίδιος μαζί τους λόγω του MEMO, ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Είναι οι διαχειριστές, εκείνοι που είναι και υπόλογοι στον φόρο της περιουσίας που διαχειρίζονται.». Ερωτηθείς να πει αν εντοπίζει μέσα στο φάκελό του οποιαδήποτε επικοινωνία του Φόρου προς την τράπεζα που να λέει «μα, κυρία τράπεζα, γιατί αποδέσμευσες χωρίς έγκρισή μου, μας .», ο ΜΕ2 απάντησε ότι αυτό το ζήτημα αφορά τους διαχειριστές, διότι εκείνοι έχουν να κάνουν με το τραπεζικό ίδρυμα. Όταν όμως ήρθε στην αντίληψή του, ο ΜΕ2 έστειλε επιστολή στην Τράπεζα Κύπρου το 2010 για να του πει για τον λογαριασμό και έβαλε και αντίγραφα, απλώς για να βοηθήσει την τράπεζα να βρει τον λογαριασμό, και η απάντηση ήταν αρνητική, δηλαδή είπαν ότι δεν υπήρχε ο λογαριασμός. Για ποιο λόγο δεν υπήρχε, αν τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι είχε αποσυρθεί το ποσό από τον λογαριασμό, ο ΜΕ2 δεν το ήξερε. Ήταν όμως η θέση του ΜΕ2 ότι «Από τη στιγμή που δεν έδωσα το απαλλακτικό για ανάληψη του ποσού για τον φόρο, στέκει εκείνος ο λογαριασμός.». Ερωτηθείς ο ΜΕ2 να πει αν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να δόθηκε ενημέρωση από τους διαχειριστές προς τον Φόρο πριν το 1978 ή πριν να αναλάβει ο ίδιος καθήκοντα, ότι «επειδή έμεινε ένα μικρό υπόλοιπο, θα διαχειριστούμε εμείς με τον φόρο το υπόλοιπο», ο ΜΕ2 σημείωσε ότι η ευθύνη αποπληρωμής του ποσού είναι στους ώμους των διαχειριστών, διότι εκείνοι διορίζονται με ευθύνη να ενεργούν με βάση το διάταγμα και με βάση τη νομοθεσία στη θέση του αποβιώσαντος. Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 ότι για το συγκεκριμένο ποσό που ήταν δεσμευμένο, οι ίδιοι οι διαχειριστές έδωσαν έγκριση στην τράπεζα, περί το 1978, να αποδεσμευτεί το ποσό και θα κανόνιζαν εκείνοι τον φόρο κληρονομιάς. Η απάντηση του ΜΕ2 ήταν ότι «Εάν έχει γίνει αυτό το πράγμα, και ειλικρινά σας ομολογώ, η τράπεζα έκανε παρανομία με βάση τον φόρο. Χωρίς την έγκριση του έφορου, δεν μπορεί να αποσυρθεί οποιοδήποτε ποσό ή να μεταβιβαστεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Για να μεταβιβαστεί ακίνητη περιουσία πρέπει να παρουσιαστεί το ΕΠΡ 247 με βάση το νομοθεσία. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ2. Η μαρτυρία του ΜΥ1 Η μαρτυρία του ΜΥ1 είναι καταγεγραμμένη αυτολεξεί στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 12.10.2020 (βλ. την κυρίως εξέταση του ΜΥ1) και 19.10.2020, 3.11.2020 και 14.12.2020 (βλ. την αντεξέταση του ΜΥ1). Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΥ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής του, την οποία αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β». Την παραθέτω αυτούσια? 1. «Είμαι πτυχιούχος της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής Ελλάδας, από όπου αποφοίτησα το 1979. Ακολούθως, στις 4.2.80 προσλήφθηκα στην Τράπεζα Κύπρου, όπου παρέμεινα μέχρι και την αφυπηρέτηση μου, ήτοι τον Οκτώβριο του 2019. Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας μου στην Τράπεζα, εργάστηκα τα πρώτα δέκα χρόνια σε ορισμένα καταστήματα ως Υπεύθυνος Χορηγήσεων, Λογιστηρίου κ.α. Στην συνέχεια, από το 1990 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2019, εργάστηκα στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Τράπεζας, αρχικά ως Ελεγκτής και από το 2004, ανέλαβα Διευθυντικά καθήκοντα του Τμήματος Ελέγχου Καταστημάτων και Διερευνήσεων διαφόρων υποθέσεων της Τράπεζας. Παράλληλα, το 2016 απόκτησα τον επαγγελματικό τίτλο του Εγκεκριμένου Εξεταστή Απάτης του Οργανισμού Association of Certified Fraud Examiners - U.S.A.. 2. Στα πλαίσια των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων μου στον Εσωτερικό Έλεγχο της Τράπεζας Κύπρου, διερευνούσα σειρά υποθέσεων που μας ανατίθεντο από τους Ανώτερους Διευθυντές της Τράπεζας και βάσει των ευρημάτων μας γινόταν κατάλληλος χειρισμός και λήψη σοβαρών αποφάσεων που αφορούσαν σχεδόν όλο το φάσμα των εργασιών της Τράπεζας. Είμαι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους, να προβώ στην παρούσα Δήλωση, λόγω ακριβώς της γνώσης μου για πλείστα εκ των θεμάτων που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση που έχει καταχωρηθεί εναντίον της Τράπεζας, ως θα επεξηγήσω πιο κάτω. 3. Συγκεκριμένα, λόγω των ως άνω καθηκόντων μου στον Εσωτερικό Έλεγχο της Τράπεζας, κατά ή περί το 2011, προέβηκα σε σχετική διερεύνηση για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχε κατάθεση προθεσμίας στην Τράπεζα, για ποσό £8.026, δεσμευμένο σε όφελος του Εφόρου Φόρου Κληρονομιών και αφορούσε την διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος κ. XXXXX Θωμαΐδη. Η διερεύνηση αυτή έγινε κατόπιν επιστολής των διαχειριστών της περιουσίας του Μ. Θωμαΐδη ημερ.2.6.11 προς τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του συγκροτήματος της Τράπεζας Κύπρου. Εξ' όσων έχω πληροφορηθεί από τους εξωτερικούς δικηγόρους της Τράπεζας, κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., η εν λόγω επιστολή είναι ήδη κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 21 υπό Έγγραφο Α. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα ήθελα να αναφέρω ότι οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος κ. Μ. Θωμαΐδη, κατά ή περί την 8.7.11, μου είχαν αποστείλει και προσωπικά επιστολή με την οποία ζητούσαν στοιχεία σχετικά με το ως άνω ποσό των £8.026 και τους λογαριασμούς επ' ονόματι των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. Να σημειώσω ακόμα στο σημείο αυτό, ότι εξ' όσον θυμάμαι, κάποιο χρονικό διάστημα προτού αναλάβει η Υπηρεσία μου την εν λόγω υπόθεση, δηλαδή κατά ή περί την 28.01.2011 και μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 2011, η κα XXXXX Θωμαΐδη και/ή οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μ. Θωμαΐδη ήταν σε επικοινωνία με την Τράπεζα και είχαν ανταλλαγεί επιστολές μεταξύ τους, στις οποίες διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι αυτό που ζητούσαν ήταν να γίνει έρευνα από την Τράπεζα για το ποσό των £8.026, που κατά τους ισχυρισμούς τους κρατείτο από την Τράπεζα. Εξ' όσων δε έχω πληροφορηθεί από τους εξωτερικούς δικηγόρους της Τράπεζας κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., η εν λόγω ανταλλαγείσα αλληλογραφία και/ή μηνύματα είναι ήδη κατατεθειμένα στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 11 - 18 υπό Έγγραφο Α. 4. Κατ' αρχήν προτού αναφερθώ στην έρευνα στην οποία είχα προβεί και τα γεγονότα που εγώ γνωρίζω, θα ήθελα να σημειώσω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι λόγω του μεγάλου διαρρεύσαντος χρονικού διαστήματος από τον χρόνο των υπό εξέταση συναλλαγών, μέχρι και την πραγματοποίηση της έρευνας μας, η μεγάλη πλειοψηφία των παραστατικών που αφορούσαν τις συναλλαγές αυτές και τους λογαριασμούς των εναγόντων, είχαν ήδη καταστραφεί. Επομένως η έρευνα στην οποία είχε ζητηθεί να προβώ σε τέτοιο καθυστερημένο χρόνο, ήταν εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα. Σημειώνω δε ότι η μέγιστη περίοδος φύλαξης των παραστατικών αυτών ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, 12 χρόνια. Ωστόσο, κάποια σημειώματα βρέθηκαν σε φακέλους πελατών στους οποίους τοποθετούνταν αντίγραφα επιστολών προς τους πελάτες ή εσωτερικά σημειώματα και αναφορές για σκοπούς αρχείου της Τράπεζας. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι για σκοπούς της παρούσας μαρτυρίας μου έλαβα πρόσβαση, κατόπιν εξουσιοδότησης από τους εναγομένους, στα σχετικά έγγραφα που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση και τα οποία αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας, λόγω ακριβώς της προσωπικής μου εμπλοκής, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ως θα εξηγήσω κατωτέρω. 5. Κατόπιν της διερεύνησης στην οποία προέβηκα διαφόρων φακέλων πελατών του κατεχόμενου Καταστήματος Αμμοχώστου, οι οποίοι εντοπίστηκαν στο Κεντρικό Αρχείο της Τράπεζας, διαπίστωσα την όλη εικόνα της συνεργασίας των πελατών/διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος κ. Μ. Θωμαΐδη κατά ή περί το 1968, καθώς και τους λογαριασμούς τους. Ειδικότερα, κατόπιν της έρευνας μου διαφάνηκε ότι κατά ή περί το 1968, στο όνομα XXXXX Θωμαΐδης και XXXXX Μ. Θωμαΐδου / τότε διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος κ. Μ. Θωμαΐδη, διατηρούνταν τρεις καταθέσεις προθεσμίας ως ακολούθως: Κατάθεση προθεσμίας με αρ. XXXXX43, λήξης την 4.3.1969 ποσού £8.026. Κατάθεση προθεσμίας με αρ. XXXXX58, λήξης την 11.3.1969 ποσού £18.568. Κατάθεση προθεσμίας με αρ. XXXXX96, λήξης την 14.4.1969 ποσού £2.000. Προκύπτει δε ότι η πιο πάνω κατάθεση προθεσμίας αρ. XXXXX43 για ποσό εκ £8.026 ήταν η κατάθεση προθεσμίας για την οποία οι πελάτες ζητούσαν το 2011 σχετική πληροφόρηση, ως αναφέρω στην παράγραφο 3 ανωτέρω. 6. Επιπρόσθετα των ως άνω, στους πιο πάνω φακέλους των πελατών της Τράπεζας, εντόπισα Σημείωμα της Τράπεζας ημερ.16.2.1977 που έγινε από τον τότε αναπληρωτή Διευθυντή, κ. XXXXX Ανδρεάδη, του Καταστήματος Αμμοχώστου, το οποίο τότε έδρευε στο Κεντρικό Κατάστημα Λάρνακας. Με βάση το σημείωμα αυτό ζητείτο αρμόδια έγκριση για την πληρωμή επιταγής £1.100 (λόγω του ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο £7 πιστωτικό) που εκδόθηκε πάνω στο λογαριασμό όψεως 40-01-037167 στο όνομα των XXXXX και XXXXX Θωμαΐδη - ο οποίος φαίνεται ότι αντικατέστησε τον XXXXX Θωμαΐδη - διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Μ. Θωμαΐδη. Δικαιούχος της προαναφερθείσας επιταγής ήταν ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β αντίγραφο του ως άνω Σημειώματος. Πρόσθετα, στο εν λόγω Σημείωμα αναφέρεται ότι στο όνομα των πιο πάνω διαχειριστών υπήρχαν κατά την 16.2.1977, οι ακόλουθοι λογαριασμοί. · Λογαριασμός επτά ημερών προειδοποιήσεως με αρ. XXXXX7888 με υπόλοιπο κατά την 16.2.1977 £209. · Κατάθεση προθεσμίας στην Κτηματική Τράπεζα με αρ. XXXXX68 για ποσό εκ £40.333.044 μιλς, λήξης την 21.11.1976. 7. Από την περαιτέρω διερεύνηση διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την προέλευση της κατάθεσης προθεσμίας αρ. XXXXX68 για £40.333.044 μιλς: (α) Οι τρεις προαναφερθείσες καταθέσεις, ως αυτές αναφέρονται στην παράγραφο 5 της παρούσας δήλωσης μου, φαίνεται ότι ενοποιήθηκαν και με το κεφάλαιο τους, μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους, διαμορφώθηκε κατά ή περί το 1975 ή και ενωρίτερα, η κατάθεση προθεσμίας με αρ. XXXXX31 για ποσό εκ £40.333.044 μιλς. (β) Περί τον Νοέμβριο του 1975 και συγκεκριμένα στις 21.11.1975, η κατάθεση προθεσμίας με αρ. XXXXX31 ανανεώθηκε για το ίδιο ποσό και έλαβε τον νέο αριθμό XXXXX68 με ημερομηνία αξίας την 21.11.1975 και λήξη την 21.11.1976, για ποσό £40.333.044 μιλς. 8. Περαιτέρω, από την ως άνω έρευνα, εντόπισα το μεριδολόγιο της προαναφερθείσας κατάθεσης προθεσμίας με αρ.XXXXX68 στο οποίο υπάρχει σημείωση στο πεδίο παρατηρήσεις Κεφ. αρ. XXXXX31. Πρόσθετα, στο μεριδολόγιο αυτό υπάρχει σφραγίδα με το λεκτικό «Εξοφλήθη τη» και χειρόγραφα αναγράφεται η ημερομηνία 19.3.1977. Επίσης, στο μεριδολόγιο αυτό αναγράφονται οι υπ' αρ. αριθμό XXXXX7888 και XXXXX7167 λογαριασμοί στο όνομα των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Μ. Θωμαΐδη, καθώς επίσης και ο αριθμός κατάθεσης προθεσμίας με αρ. XXXXX86, ήτοι η νέα κατάθεση που προκύπτει ότι δημιουργήθηκε για ποσό £35.333,044 μιλς από την κατάθεση προθεσμίας με αρ.XXXXX68, ως θα επεξηγηθεί στο σημείο 9 πιο κάτω. Ακόμα, αναφέρω ότι χειρόγραφα αναγράφεται και φράση «Blocked δια £8.026». Προτού προβώ στην κατάθεση ως Τεκμήριο του εν λόγω Μεριδολογίου, θα ήθελα να επεξηγήσω ότι το εν λόγω έντυπο είναι πιστό αντίγραφο μιας κατάθεσης προθεσμίας και με το φύλλο αυτό συγκροτείτο αρχείο των καταθέσεων προθεσμίας των πελατών σε κάθε κατάστημα της Τράπεζας. Δηλαδή, στο αρχείο αυτό τοποθετούνταν, κατά αύξοντα αριθμό, τα μεριδολόγια των καταθέσεων προθεσμίας πελατών του κάθε καταστήματος της Τράπεζας. Στο κάθε δε μεριδολόγιο υπήρχαν δακτυλογραφημένες όλες οι λεπτομέρειες της κατάθεσης προθεσμίας, όπως το ποσό της κατάθεσης, η περίοδος της κατάθεσης, το επιτόκιο αυτής κ.α. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β, αντίγραφο του ως άνω μεριδολογίου. 9. Από περαιτέρω έλεγχο των φακέλων των πελατών, διαπιστώθηκε ότι οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μ. Θωμαΐδη απέστειλαν στις 2.3.1977 επιστολή προς το κατεχόμενο Κατάστημα Αμμοχώστου, το οποίο έδρευε το Κεντρικό Κατάστημα Λάρνακας και ζητούσαν όπως η εμπρόθεσμος κατάθεση τους με αρ.XXXXX68 (£40.333,044 μιλς) ανανεωθεί για ποσό εκ £35.333,044 μιλς και το υπόλοιπο ποσό των £5.000, μαζί με τους τόκους, κατατεθεί στον υπό προειδοποίηση λογαριασμό τους με αρ.XXXXX0788. Περαιτέρω, ζητούσαν όπως καλυφθεί το εκ £892,910 μιλς χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο τρεχούμενος λογαριασμός όψεως τους αρ. XXXXX7167. Εξ' όσων έχω πληροφορηθεί από τους εξωτερικούς δικηγόρους της Τράπεζας κ.κ Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι χειρίζονται την εν λόγω υπόθεση εκ μέρους των εναγομένων, η εν λόγω επιστολή είναι ήδη κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α. Διαπίστωσα επίσης από την έρευνα μου ότι οι οδηγίες των πελατών, ως η πιο πάνω επιστολή τους, εκτελέστηκαν διότι βρέθηκε και το μεριδολόγιο κατάθεσης προθεσμίας με αριθμό XXXXX86 για ποσό εκ £35.333,044 μιλς για την περίοδο από 22.11.1976 μέχρι την 22.11.1977. Πάνω στο εν λόγω μεριδολόγιο αναγράφεται η φράση «Blocked δια σκοπούς φορολογίας κληρονομιών» και η φράση «Να μην ανανεωθεί αυτομάτως, οδηγίαι προφορικαί πελάτιδος ημερ. 23.11.1977 προς τον κ. Ανδρεάδη». Τέλος, στο εν λόγω μεριδολόγιο υπάρχει σφραγίδα με τη λέξη «Εξοφλήθη τη 6.4.1978». Παρουσιάζω στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β αντίγραφο του ως άνω μεριδολογίου. 10. Σε συνέχεια των πιο πάνω, θα ήθελα να αναφέρω ότι από τα ως άνω στοιχεία φαίνεται ότι το ποσό της κατάθεσης προθεσμίας με αριθμό XXXXX86 για ποσό εκ £35.333,44 μιλς πληρώθηκε στην XXXXX Θωμαΐδου ή κατ' εντολή της μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της διαχείρισης του αποβιώσαντος συζύγου της. Περαιτέρω, φαίνεται ότι οι οδηγίες της XXXXX Θωμαΐδου ήταν να πληρωθεί σε αυτήν ολόκληρο το ποσό ανεξαρτήτως του ποσού της δέσμευσης, αφού γνώριζε ότι είχε ήδη πληρώσει στον Έφορο Φόρου Κληρονομιάς το μεγαλύτερο ποσό της οφειλής της. Τα ως άνω συμπεράσματα της έρευνάς μου, πέραν από τα έγγραφα τα οποία έχουν αναφερθεί ανωτέρω, προκύπτουν και από τα εξής γεγονότα: (α) Στις 31.1.2002, η κ. XXXXX Θωμαΐδη, ζήτησε όπως εκδοθεί τραπεζική επιταγή με χρέωση του υπό προειδοποίηση λογαριασμού με αρ. XXXXX4052, ο οποίος ήταν και αυτός δεσμευμένος για ποσό εκ £8.245. Στις γραπτές οδηγίες της κας Θωμαΐδου αναφερόταν όπως εκδοθεί τραπεζική επιταγή για ολόκληρο το ποσό, συμπεριλαμβανομένου και του δεσμευμένου, στο όνομα της ιδίας. Συνεπώς, δεν αποκλείεται αυτή η πρακτική να ακολουθήθηκε και στην περίπτωση του επίδικου δεσμευμένου ποσού των £8.026. Παρουσιάζω στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Β, αντίγραφο της προαναφερθείσας επιστολής της κας XXXXX Θωμαΐδου. Επαναλαμβάνω δε ότι σχεδόν όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τους λογαριασμούς των εναγόντων, έχουν καταστραφεί, καθότι δεν επιτρεπόταν να φυλάσσονται για περίοδο πέραν των 12 χρόνων στην Τράπεζα. (β) Το ποσό των £8.026 δεσμεύτηκε κατά παράκληση της κας Θωμαΐδου, ως ασφάλεια για την πληρωμή του Φόρου Κληρονομιάς, που αποτελούσε υποχρέωση των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Μ. Θωμαΐδη και όχι της Τράπεζας. Αυτό προκύπτει από τις επιστολές ημερ.17.01.1968 και 30.01.1968, οι οποίες εξ' όσων έχω πληροφορηθεί από τους εξωτερικούς δικηγόρους της Τράπεζας είναι ήδη κατατεθειμένες στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο Α. Για αυτόν τον λόγο, οι διαχειριστές προέβαιναν σε σταδιακές πληρωμές προς τον Έφορο Φόρου Κληρονομιών. Επομένως, δεν υπήρχε λόγος να κρατείται δεσμευμένο ολόκληρο το ποσό των £8.026 με βάση την κίνηση των πληρωμών των διαχειριστών προς τον Έφορο Φόρου Κληρονομιάς. 11. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι για τα πιο πάνω ευρήματα της έρευνας μου, είχαμε ενημερώσει προφορικά ως αρμόδια Υπηρεσία της Τράπεζας, τόσο την κα XXXXX Θωμαΐδη, όσο και το γιο της XXXXX Θωμαΐδη. Όπως δε μας αναφέρθηκε από τον Μ. Θωμαΐδη, σύμφωνα με τα στοιχεία που κρατούσαν οι ίδιοι για την υπόθεση, είχαν μέχρι τον καιρό της έρευνας μας, καταβάλει στον Έφορο Φόρου Κληρονομιών ποσό εκ £5.000 περίπου. 12. Περαιτέρω, όπως με είχε ενημερώσει ο κ. Μ. Θωμαΐδης, για το υπόλοιπο της οφειλής τους προς τον Έφορο Φόρου Κληρονομιών εκ ποσό £3.000 περίπου, ο Έφορος έχει καταχωρήσει memo στην ακίνητη περιουσία τους, μέχρι να εξοφλήσουν το χρέος αυτό. Το δε ποσό των £5.000 που οι διαχειριστές έχουν ήδη καταβάλει στον Έφορο Φόρου Κληρονομιών, εξ' όσων με ενημέρωσε ο κ. Μ. Θωμαΐδης, καταβλήθηκε με επιταγές που εξέδωσαν πάνω στον τρεχούμενο λογαριασμό της διαχείρισης κατά ή περί το τέλος 1977. Εδώ θα ήθελα να σημειώσω ότι ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών ζήτησε από τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μ. Θωμαΐδη να εξοφλήσουν το υπόλοιπο που όφειλαν και όπως πληροφορήθηκαν, επειδή δεν το έπραξαν, προχώρησε στην εγγραφή μέμο στην ακίνητη περιουσία τους. Ο Έφορος Φόρου Κληρονομιών δεν ζήτησε από την Τράπεζα να εξοφλήσει την οφειλή των πελατών, ούτε και προέβηκε στη λήψη μέτρων εναντίον της Τράπεζας, γεγονός που καταδεικνύει ότι και ο Έφορος θεωρούσε ότι η εξόφληση της οφειλής των πελατών ήταν δική τους υποχρέωση και όχι της Τράπεζας. 13. Ως εκ των ανωτέρω, συμπερασματικά αναφέρω ότι, από την στιγμή που βάσει των εγγράφων που έχουν εντοπιστεί προκύπτει ότι η τελική κατάθεση προθεσμίας αρ. XXXXX86 για ποσό £35.333,044 μιλς εξοφλήθηκε στις 6.4.1978, αυτή θα αποδεσμεύτηκε με δεδομένο τότε ότι ο πελάτες οι ίδιοι διενήργησαν πληρωμές προς τον Έφορο Φόρου Κληρονομιών για ποσό περίπου εκ £5.000 και το υπόλοιπο των £3.000 θα αναλάμβαναν οι ίδιοι να το καταβάλουν, ενόψει της αποδέσμευσης της κατάθεσης προθεσμίας και πληρωμής του προϊόντος της στους διαχειριστές. Εξάλλου, οι πελάτες/διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος κ. Μ. Θωμαΐδη, γνωρίζοντας ότι ήταν δική τους υποχρέωση να καταβάλουν το σύνολο του οφειλόμενου ποσού στον Έφορο Φόρου Κληρονομιών, σωστά του είχαν ήδη καταβάλει ποσό £5.000 περίπου. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν έχω εντοπίσει στην έρευνά μου ούτε οιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ της Τράπεζας και του Έφορου Φόρου Κληρονομίας μετά το 1977. 14. Για σκοπούς της παρούσας μαρτυρίας μου σήμερα στο Δικαστήριο, έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης της Τράπεζας στην παρούσα υπόθεση και τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για τα γεγονότα που εγώ γνωρίζω. Απορρίπτω δε τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι η Τράπεζα κατακρατεί το ποσό των £8.026 και επαναλαμβάνω ότι κατόπιν της έρευνας στην οποία προέβηκα προκύπτει ότι το ως άνω ποσό είχε παραδοθεί στους ενάγοντες, καθώς συμπεριλαμβάνονταν στο ποσό των £35.333,44 μιλς που είχε πληρωθεί στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος στις 6.4.1978. Απορρίπτω επίσης τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι η Τράπεζα παραβίασε οιαδήποτε συμφωνία είχαν που σχετιζόταν με τους λογαριασμούς τους, καθώς και ότι οι διαχειριστές έχουν υποστεί οιαδήποτε ζημιά σαν αποτέλεσμα πράξεων ή ενεργειών της Τράπεζας. 15. Τα ως άνω είναι εν γνώσει μου αληθή και ορθά.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΥ1 απάντησε και σε αριθμό ερωτήσεων της συνηγόρου Υπεράσπισης. Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι η έρευνα που διεξήγαγε ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα, ότι οι πληροφορίες και τα έγγραφα που οι Ενάγοντες ανέμεναν να εντοπίσει ήταν πολύ δύσκολο να συγκεντρωθούν, λόγω και του γεγονότος ότι οι σχετικοί λογαριασμοί ήταν ενός κατεχόμενου καταστήματος, το οποίο τότε έδρευε στο κεντρικό κατάστημα Λάρνακας. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι χρειάστηκε να πηγαινοέρχεται στη Λάρνακα για περίοδο πέραν των 20 ημερών, για να μπορέσει να συγκεντρώσει τις αναγκαίες πληροφορίες ή και έγγραφα. Πρόσθετη δυσκολία για την έρευνά του ΜΥ1 αποτέλεσε το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που τη διεξήγαγε, εκείνοι οι οποίοι χειρίζονταν τους λογαριασμούς, δηλαδή οι αξιωματούχοι του κεντρικού καταστήματος Αμμοχώστου, δεν ήταν παρόντες, αλλά ήταν παρόντες κάποιοι τρίτοι, οι οποίοι δεν είχαν ολοκληρωμένη πληροφόρηση. Ο ΜΥ1 συνομίλησε με τους τότε υπεύθυνους των καταθέσεων προθεσμίας, καθώς και με οποιονδήποτε άλλον ο ίδιος έκρινε ότι μπορούσε να του δώσει κάποια πληροφόρηση. Επίσης, ο ΜΥ1 επεξήγησε την αναφορά που έκανε στην παρα. 4 της ως άνω γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Β), περί της ύπαρξης «μέγιστης περιόδου φύλαξης των διαφόρων παραστατικών που σχετίζονται με λογαριασμούς πελατών». Αιτιολόγησε τη θέση του περί μέγιστης περιόδου των 12 ετών, βασιζόμενος σε σχετική οργανωτική εγκύκλιο, η οποία εκδίδεται από ανεξάρτητο τμήμα της τράπεζας, το οποίο ονομάζεται «Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων», το οποίο τμήμα εκδίδει τις οργανωτικές εγκυκλίους, οι οποίες περιλαμβάνουν τους κανονισμούς λειτουργίας της τράπεζας. Οι εγκύκλιοι αυτοί προκύπτουν, κατά καιρούς, και από τις εποπτικές αρχές, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα, ή/και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή/και από τη νομοθεσία περί προσωπικών δεδομένων. Ο ίδιος ο ΜΥ1 είχε ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου να του εντοπίσουν όλες τις εγκυκλίους από τότε που υπήρχαν οι λογαριασμοί των Εναγόντων μέχρι σήμερα. Η πιο παλιά από τις εγκυκλίους αυτές που βρέθηκε, φέρει ημερομηνία 14.4.98. Αυτήν την εγκύκλιο ο ΜΥ1 την προσκόμισε στο Δικαστήριο και την κατέθεσε, χωρίς ένσταση από τον συνήγορο των Εναγόντων, ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Γ». Πριν την εγκύκλιο αυτήν, ήταν βέβαιος ο ΜΥ1 ότι υπήρχαν και προγενέστερες, σε σχέση με τις οποίες ο ΜΥ1 δήλωσε υπεύθυνα προς το Δικαστήριο ότι η εκεί προβλεπόμενη μέγιστη περίοδος φύλαξης των εγγράφων και πάλι ήταν 12 χρόνια. Αυτή την πληροφόρηση ο ΜΥ1 την κατείχε από τους προηγούμενους συναδέλφους της τότε Υπηρεσίας «Γενικής Επιθεώρησης», οι οποίοι έχουν αφυπηρετήσει. Όταν παρίστατο ανάγκη να κάνουν ελέγχους για παρελθόντα χρόνο, πολλών ετών, η έρευνα μεταφερόταν από τους πιο παλιούς στο χρονικό αυτό διάστημα των 12 χρόνων. Περαιτέρω ο ΜΥ1 επεσήμανε ότι η 12ετής φύλαξη παρέμεινε η ίδια για πολλά χρόνια ακόμη, μέχρι και το 2009/2010. Η συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε επίσης από τον ΜΥ1 να εξηγήσει από τα έγγραφα που αυτός ερεύνησε, τι επιτόκιο έφερε η εμπρόθεσμη κατάθεση, η οποία έφερε αρχικά αριθμό XXXXX86. Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι το επιτόκιο ήταν 6.75%, ότι αυτό το ποσοστό φαινόταν πάνω στο σχετικό μεριδολόγιο της κατάθεσης προθεσμίας Κ012686, ήτοι στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β. Διευκρίνισε, συγχρόνως, ο ΜΥ1 ότι το μεριδολόγιο είναι αντίγραφο του πρωτότυπου παραστατικού της κατάθεσης προθεσμίας. Ό,τι αναγραφόταν με τη γραφομηχανή πάνω στην πρωτότυπη, αποτυπωνόταν και σ'αυτό το αντίγραφο, διότι έβαζαν λαδόκολλες και έβγαινε το ίδιο. Ζητήθηκε επίσης από τον μάρτυρα να τοποθετηθεί με βάση την πείρα του, εάν αποδεχόταν η τράπεζα και υπήρχε δυνατότητα να γίνονται δεχτές προφορικές οδηγίες πελατών. Επί λέξει η απάντηση του ΜΥ1 ήταν η εξής? «Ασφαλώς γίνονταν αποδεκτές προφορικές οδηγίες πελατών, γίνονταν αποδεκτές σε αρκετές μπορώ να πω περιπτώσεις και οι λόγοι που γίνονταν δεχτές οι προφορικές οδηγίες, ήταν για την καλύτερη εξυπηρέτηση του πελάτη, καλύτερη και γρηγορότερη.». Σε νέα διευκρινιστική ερώτηση της συνηγόρου Υπεράσπισης, αν ο ΜΥ1 αναφερόταν «σε προγενέστερο χρόνο του σήμερα», για τις προφορικές οδηγίες, ο ΜΥ1 απάντησε λέγοντας? «Και σήμερα μπορούν να γίνουν προφορικές οδηγίες δεχτές, ειδικά όπως γινόταν και τότε στις περιπτώσεις που γίνεται γρηγορότερα η εξυπηρέτηση του πελάτη και στις περιπτώσεις εκείνες που ενδεχομένως ο πελάτης να κωλύεται, για πραγματικούς λόγους, να παρουσιαστεί στην τράπεζα.», ήτοι «Λόγους υγείας, απουσίας στο εξωτερικό, ενδεχομένως κάτι το οποίο συνδέεται με τη συναλλαγή, για την οποία δίδει οδηγίες και επειγόντως εκείνην τη στιγμή, δεν μπορεί να παρουσιαστεί.». Από απόψεως γεγονότων, κατόπιν της έρευνάς του ο ΜΥ1 διαπίστωσε ότι οι λειτουργοί εκείνοι που χειρίζονταν τους λογαριασμούς στο κεντρικό κατάστημα Λάρνακας ήταν περίπου 5 - 6 άτομα, τα οποία αποτέλεσαν στη συνέχεια μέλη της ανώτατης διευθυντικής ομάδας της Τράπεζας Κύπρου. Κατονόμασε, ειδικότερα, τον κ. XXXXX Ανδρεάδη, ο οποίος μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του γραφείου Αμμοχώστου τοποθετήθηκε ως Ανώτερος Γενικός Επιθεωρητής της τράπεζας, τον κ. Πηλιώτη, ο οποίος ήταν Ανώτερος Γενικός Διευθυντής και τον κ. Πουρίκκο, ο οποίος ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Καταθέσεων Προθεσμίας της Αμμοχώστου και φαίνεται ότι είναι ο άνθρωπος ο οποίος χειρίστηκε και την υπόθεση αυτήν. Ο κ.Πουρίκκος, μετέπειτα ήταν Περιφερειακός Διευθυντής Πάφου. Ο ΜΥ1 γνώριζε προσωπικά όλους όσους κατονόμασε επειδή είχαν κατά καιρούς πολύ στενή συνεργασία και, ήταν η γνώμη του ΜΥ1 ότι «εκτός από τη σημαντική επαγγελματική τους σταδιοδρομία, ήταν και άνθρωποι ακέραιου ήθους, από όλες τις απόψεις». Ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ΜΥ1 ότι ο κ. Πουρίκκος απεβίωσε εδώ και μερικά χρόνια, ενώ ο κ. Πηλιώτης και ο κ. Ανδρεάδης είναι πολύ μεγάλης ηλικίας, πέραν των 90 ετών. Στη συνέχεια, ο ΜΥ1 κλήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης να πει αν αναγνώριζε σε ποιον ανήκε η υπογραφή ή ο γραφικός χαρακτήρας πάνω στο μεριδολόγιο ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β, δηλαδή στο μεριδολόγιο της καταθέσεως προθεσμίας Κ012686, όπου αναγραφόταν η πρόταση «Να μην ανανεωθή αυτομάτως, οδηγίαι προφορικαί πελάτιδος ημ 23.11.77 προς τον κ. Ανδρεάδην». Αναγνώρισε ο ΜΥ1 ότι η μονογραφή που υπήρχε στο μεριδολόγιο κάτω από το όνομα «Ανδρεάδην» ήταν μονογραφή του ιδίου του κυρίου Ανδρεάδη. Την αναγνώρισε επειδή για μια περίοδο περίπου 30 χρόνων, ο ΜΥ1 έβλεπε σημειώματα του κυρίου Ανδρεάδη και γι' αυτό ο ΜΥ1 μπορούσε να αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα του Ανδρεάδη. Περαιτέρω, η συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από τον ΜΥ1 να εξηγήσει τί σήμαινε η φράση «Εξοφλήθη τη» που συναντάτο στα μεριδολόγια ως τα Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο Β. Υπήρξε ένσταση από πλευράς του συνηγόρου των Εναγόντων στο να απαντηθεί η συγκεκριμένη ερώτηση, εφόσον ήταν η θέση του κ. Πιριλλίδη ότι το τί σημαίνει η λέξη αυτή ήταν ζήτημα καθαρών ελληνικών. Το Δικαστήριο υπέδειξε ότι «Σίγουρα τη νεοελληνική έννοια του όρου "εξοφλήθη" την έχουμε καθορισμένη σε λεξικά», αλλά έγινε δεκτό μπορούσε να απαντηθεί από τον ΜΥ1, με βάση την έρευνά του και την πείρα του στην τράπεζα, το τί σήμαινε η χρήση της συγκεκριμένης ένδειξης / σήμανσης από την τράπεζα στα μεριδολόγια. Παραθέτω αυτούσια την απάντηση που έδωσε ο ΜΥ1? «Κατ' αρχήν, η λέξη αυτή είναι το περιεχόμενο μιας σφραγίδας, η λέξη εξοφλήθηκε έχει 3 έννοιες: Η πρώτη έννοια είναι η πληρωμή ολόκληρου του κεφαλαίου και των τόκων μιας εμπρόθεσμης κατάθεσης στον δικαιούχο. Η δεύτερη έννοια, είναι το κλείσιμο μιας εμπρόθεσμου καταθέσεως και το άνοιγμα μιας καινούργιας, υπό μορφή αυτόματης ανανέωσης. Και η τρίτη έννοια, είναι η πληρωμή του προϊόντος μιας κατάθεσης προθεσμίας μέρους του κεφαλαίου ή ενδεχομένως και αύξηση του κεφαλαίου, κατά την ημερομηνία που γίνεται η εξόφληση όπως την εξηγήσαμε. Άρα, για τις 3 αυτές έννοιες, χρησιμοποιείται αυτή η λέξη.». Προχώρησε η συνήγορος Υπεράσπισης και ζήτησε από τον ΜΥ1 να πει, αν γνώριζε βάσει της έρευνας που ο ίδιος έκανε, τί σήμαινε η χρήση της λέξης «εξοφλήθη» ειδικά στα μεριδολόγια ως τα Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο Β. Τον κάλεσε να το πράξει αυτό ως μάρτυρας γεγονότων βάσει της έρευνας που έκανε στο πλαίσιο των καθηκόντων του στον Εσωτερικό Έλεγχο της τράπεζας, θεωρώντας ότι είχε δικαίωμα να διατυπώσει και τα όποια συμπεράσματα εξήγαγε ο ίδιος «εμπειρογνωμικά» με βάση την πείρα και τα προσόντα του. Δηλαδή, ήταν η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι στον ΜΥ1 θα έπρεπε να προσδοθεί ή/και να αναγνωριστεί δικαστικά διπλή ιδιότητα, μάρτυρα γεγονότων αλλά και εμπειρογνώμονα που δικαιούται να εκφέρει γνώμη. Ασφαλώς, τούτο δεν ήταν ζήτημα για να αποφασιστεί μεσούσης της κυρίως εξέτασης του μάρτυρος, εφόσον αποτελεί κατ' εξοχήν έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας που διεξάγεται δικαστικά στο τέλος της δίκης από το Δικαστήριο, το αν αυτό θα αναγνωρίσει σε έναν μάρτυρα την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Το Δικαστήριο κάλεσε εν προκειμένω τον μάρτυρα να απαντήσει στην ερώτηση της συνηγόρου Υπεράσπισης, θέτοντας πρώτο το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο, δηλαδή αν αυτός ερεύνησε το ποιος έβαλε τη σφραγίδα με την ένδειξη «εξοφλήθη τη» στα συγκεκριμένα δύο μεριδολόγια ως τα Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο Β, εάν αναζήτησε αυτόν που τα έβαλε και αν τον εντόπισε και εάν του έχει πει εκείνος με ποιο πνεύμα έβαλε αυτήν την ένδειξη! Παραθέτω αυτούσια την απάντηση που έδωσε ο ΜΥ1 στο σημείο αυτό? «Να σας απαντήσω, όχι, ασφαλώς όχι, το ποιος τοποθέτησε τη σφραγίδα ή ποιος έγραψε οτιδήποτε, εκτός από εκείνο που ανέφερα για τον κύριο Ανδρεάδη, δεν μπορώ να γνωρίζω. Όμως, από τα στοιχεία των δύο καταθέσεων προθεσμίας, διαπιστώνεται όχι μόνο από εμένα, αλλά και ο κύριος Πιριλλίδης, εάν δει τις δύο καταθέσεις αυτές, θα διαπιστώσει, ότι η μια είναι συνέχεια της άλλης, με βάση αυτά που αναγράφονται πάνω. Δηλαδή, στην κατάθεση προθεσμίας XXXXX68 υπάρχει χειρόγραφη σημείωση, στην κατάθεση XXXXX68 αναγράφεται χειρόγραφα το νούμερο της επόμενης κατάθεσης προθεσμίας και επίσης οι δύο άλλοι λογαριασμοί των Εναγόντων. Άρα, επομένως, η XXXXX86 είναι η νέα κατάθεση, στην οποία παραπέμπει η παλαιότερη. Οι σημειώσεις αυτές σκοπό είχαν και τότε και σήμερα και πάντα, να εξηγήσουν και να ξεκαθαρίσουν απορίες, όπως αυτήν που υπέβαλε ο κύριος Πιριλλίδης. Άρα, εδώ φαίνεται και η χρησιμότητα του μεριδολογίου, από την οποία μπορούμε να διαπιστώσουμε την πορεία μιας προθεσμιακής κατάθεσης και λέω εξαιρετικά χρήσιμο, διότι για τις καταθέσεις προθεσμίας, δεν εκδιδόταν κατάσταση λογαριασμού, όπως εκδιδόταν για τους τρεχούμενους λογαριασμούς.». Τέλος, η συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από τον ΜΥ1 να δηλώσει αν, από την έρευνά του στους φακέλους που εντόπισε για την υπόθεση αυτή, βρήκε κάποια επιστολή του Εφόρου Κληρονομιών προς την τράπεζα, βάσει της οποίας ο φόρος να απαίτησε από την τράπεζα την πληρωμή του ποσού ΛΚ8.026. Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι δεν εντοπίστηκε επιστολή του Εφόρου Κληρονομιών που να απαιτεί να του καταβάλει η τράπεζα οποιοδήποτε ποσό. Προχώρησε ο ΜΥ1 και επανέλαβε την εκτίμησή του, που καταγράφεται ήδη και στο Έγγραφο Β, ότι «όπως φαίνεται ο Έφορος, απαίτησε την καταβολή του υπόλοιπου ποσού από τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος, διότι ήταν καθήκον και υποχρέωση των διαχειριστών να πληρώσουν τον Έφορο και όχι της τράπεζας». Η αντεξέταση του ΜΥ1 περιστράφηκε αρχικά γύρω από τα προσόντα του. Ο συνήγορος των Εναγόντων διερωτήθηκε αν ο τίτλος «Certified Fraud Examiner» είναι τίτλος που απονέμεται στη βάση μιας τετραήμερης σειράς αυτοδίδακτων μαθημάτων μέσω κομπιούτερ στη βάση προγράμματος που προέρχεται από την Αμερική. Ο ΜΥ1 επεξήγησε ότι υπάρχει η επιλογή ενός ταχύρρυθμου προγράμματος τεσσάρων ημερών, αλλά δεν ήταν αυτό που παρακολούθησε ο ίδιος. Απεναντίας, ο ΜΥ1 παρακολούθησε στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου έναν κύκλο μαθημάτων ενός χρόνου περίπου, ο οποίος κάλυπτε με λεπτομερή προσέγγιση το όλο θέμα, και υποβλήθηκε σε τελική εξέταση, η οποία ήταν σχεδιασμένη από το Association of Certified Fraud Examiners της Αμερικής. Στην Κύπρο ιδρύθηκε Κυπριακό Παράρτημα του εν λόγω Αμερικανικού Συνδέσμου, το οποίο επιθεωρεί το έργο της επιμόρφωσης. Διευκρίνισε ακολούθως ο ΜΥ1 ότι η δική του επαγγελματική ανέλιξη δεν εξαρτήθηκε από την κατοχή του τίτλου του «Certified Fraud Examiner», τον οποίο άλλωστε αυτός απέκτησε μόλις το 2016, όταν ήταν ήδη Διευθυντής του Τμήματος Ελέγχου Καταστημάτων. Καθοριστικό στοιχείο για να του ανατεθεί αυτή η διευθυντική θέση ήταν η μεγάλη πείρα που είχε τόσο στη διερεύνηση (investigation) όσο και στους ελέγχους των καταστημάτων. Η ανάθεση στον ΜΥ1 της διερεύνησης αυτής της υπόθεσης έγινε από κάποιον λειτουργό του γραφείου του Προέδρου της Τράπεζας, κ. Αριστοδήμου, συγκεκριμένα από τον κ. XXXXX Πεκρή, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι είχε ληφθεί κάποια επιστολή παραπόνου προς διερεύνηση. Ζήτησε ο συνήγορος των Εναγόντων από τον ΜΥ1 να προσδιορίσει πότε άρχισε και πότε τέλειωσε η έρευνα που αυτός διεξήγαγε. Δεν μπορούσε ο ΜΥ1 να θυμηθεί ακριβώς τη διάρκεια της έρευνας, παρά μόνο ότι του πήρε αρκετό καιρό. Ήταν διστακτικός στο να πει αν ήταν μια βδομάδα ή 1 μήνας, 2 ή 3 μήνες. Θεωρούσε πως τούτο δεν είχε σημασία για να το θυμάται ή για να το καθορίσει επακριβώς. Απεναντίας, θυμόταν ο ΜΥ1 με λεπτομέρεια όσα ειπώθηκαν μεταξύ αυτού και του κ. Θωμα?δη. Τούτο διότι, όπως εξήγησε ο ΜΥ1, σημασία για τον ίδιο είχε το να διερευνήσουν την υπόθεση με κάθε σοβαρότητα και με κάθε εντιμότητα, με στόχο να βρουν όσα στοιχεία υπήρχαν και να τα παρουσιάσουν. Απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου των Εναγόντων σχετικά με το περιεχόμενο της τελευταίας υποπαραγράφου αμέσως πριν την παράγραφο 4, στη σελ. 3 του Εγγράφου Β, όπου γίνεται αναφορά σε «ανταλλαγείσα αλληλογραφία και μηνύματα» μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόντων, ως τα Τεκμήρια 11 έως 18 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι καθ'ον χρόνο γινόταν η ανταλλαγή των εν λόγω επιστολών και μηνυμάτων, ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή στην σύνταξή τους ή/και στην έρευνα της υπόθεσης, ούτε ήταν ενήμερος ότι ανταλλάσσετο η συγκεκριμένη αλληλογραφία. Όλα αυτά συνέβηκαν προτού αναλάβει η υπηρεσία του ΜΥ1 την έρευνα της εν λόγω υπόθεσης. Όταν εκ των υστέρων περιήλθε στην κατοχή του η συγκεκριμένη αλληλογραφία, η προσωπική διαπίστωση του ΜΥ1 ήταν ότι από αυτήν φαινόταν ξεκάθαρα ότι αυτό που ζητούσαν οι διαχειριστές ήταν να γίνει έρευνα από την τράπεζα για το ποσό των ΛΚ8026, ποσό που κατά τους ισχυρισμούς τους κρατείτο από την τράπεζα. Συνέχιζε και κατά την ακρόαση ο ΜΥ1 να υιοθετεί ως ορθή αυτήν του τη διαπίστωση. Δηλαδή, αυτό που ο ΜΥ1 διαπίστωσε ήταν ότι η αλληλογραφία των Εναγόντων αποσκοπούσε στο να μάθουν τί απέγιναν οι ΛΚ8026 και όχι τί απέγιναν οι ΛΚ35333,044μιλς. Κατέληξε στη διαπίστωση αυτή λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της αλληλογραφίας (Τεκμήρια 11 έως 18 υπό Έγγραφο Α) που παρέλαβε από τον συνάδελφο του που ήταν υπεύθυνος του Κέντρου Υποστήριξης Καταστημάτων, κ. Μάριο Θεοχαρίδη. Δεν βασίστηκε σε μία μεμονωμένη επιστολή από εκείνες που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω αλληλογραφία, όπως για παράδειγμα το Τεκμήριο 12 υπό Έγγραφο Α που υπέδειξε στον ΜΥ1 ο συνήγορος Υπεράσπισης προκειμένου να αμφισβητήσει την ορθότητα της διαπίστωσης του ΜΥ1. Ο ΜΥ1 επεσήμανε ότι η συγκεκριμένη μεμονωμένη επιστολή ήταν εκείνη με την οποία η ΜΕ1 ζητούσε από την τράπεζα να της στείλουν την «κατάσταση λογαριασμών διαχειριστών», ότι τέτοια αιτήματα, για κατάσταση λογαριασμών, λαμβάνονται κατά χιλιάδες από πελάτες καθημερινά, αλλά και πάλιν το θέμα της επιστολής ήταν η δέσμευση του ποσού των ΛΚ8026. Πρόσθετα, ο ΜΥ1 επεσήμανε ότι η ΜΕ1 επικοινωνούσε και τηλεφωνικώς μαζί του και εκείνο το οποίο ζητούσε, ήταν η κατάθεση αυτή των ΛΚ8026. Ουδέποτε του έθεσε θέμα για τους υπόλοιπους λογαριασμούς της. Ουδέποτε. Αντεξετάστηκε ο ΜΥ1 γύρω από την τελευταία δήλωσή του. Του ζητήθηκε να προσδιορίσει χρονικά πότε επικοινώνησε τηλεφωνικώς με αυτόν η ΜΕ1. Στην αρχή, στο μέσο ή στο τέλος της διερεύνησης του; Η απάντηση του ΜΥ1 ήταν ότι η τηλεφωνική επικοινωνία υπήρχε σε όλη τη διάρκεια της έρευνας και ότι αυτός θυμόταν ακριβώς ότι βιαζόταν η ΜΕ1. Ο ΜΥ1 βρισκόταν σε δύσκολη θέση και επέλεξε να την ενημερώνει σταδιακά για όσα στοιχεία έβρισκε κατά την έρευνά του. Στο σύνολο βέβαια ήταν περί τις 2 - 3 επικοινωνίες ήταν. Στην πρώτη επικοινωνία, εφόσον δεν υπήρχαν στοιχεία, δεν της μετέφερε οτιδήποτε. Μετά όμως, στην πορεία, όταν ο ΜΥ1 είδε ότι η εμπρόθεσμη κατάθεση των ΛΚ40,333.044 προήλθε από κάποιες άλλες, της το είπε και της είπε επίσης ότι δεν βρήκε παραστατικά. Της είπε ότι το συμπέρασμά του ήταν ότι το ποσό των ΛΚ8026 ήταν δεσμευμένο μέσα στην κατάθεση προθεσμίας των ΛΚ40,333.044. Η έρευνα του ξεκίνησε από κάποια στοιχεία και μέσω της παράλληλης έρευνας από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της τράπεζας, αυτός έβρισκε συνέχεια στοιχεία για την μια κατάθεση, η οποία προερχόταν από άλλη ή άλλες και κάπως έτσι κατέληξε στο πώς δημιουργήθηκε η κατάθεση των ΛΚ 40,333. Μετά από την ανανέωση αυτής, βρήκε την κατάθεση προθεσμίας των ΛΚ35,000 και κάτι και διαπίστωσε ο ΜΥ1 πάλι από το κομπιούτερ, ότι ένα ποσό ΛΚ5000 έφυγε από την εμπρόθεσμη κατάθεση των ΛΚ40,000 και πήγε μέσα σε έναν λογαριασμό υπό προειδοποίηση και παρέμεινε το ποσό των ΛΚ35,000. Το ποσό αυτό των ΛΚ35,000 δεν βρήκε ο ΜΥ1 να έχει συνέχεια στα ηλεκτρονικά συστήματα της τράπεζας. Δεν ανανεώθηκε η κατάθεση αυτή. Εξοφλήθηκε, πληρώθηκε. Όσον αφορά τα μεριδολόγια ως τα Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο A, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι τα εντόπισε σε έντυπη μορφή στην κατοχή της τράπεζας όπως ακριβώς τα προσκόμισε στο Δικαστήριο. Τότε μόνο τα μεριδολόγια τηρούνταν για τις καταθέσεις προθεσμίας και κατά την έκφραση του ΜΥ1 τα μεριδολόγια «επέχουν θέση εγγράφων ιχνηλάτησης της πορείας των καταθέσεων αυτών». Τώρα πλέον εκδίδεται και κατάσταση λογαριασμού, «statement» δηλαδή, για τις καταθέσεις προθεσμίας. Από πότε άρχισε αυτή η νέα πρακτική, δεν ήταν σε θέση να το τοποθετήσει χρονικά με ακρίβεια ο ΜΥ1. Ο ίδιος ο ΜΥ1 αποχώρησε από την τράπεζα το 2010. Τα Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο Β ήταν τα μεριδολόγια που ο ΜΥ1 εντόπισε στο αρχείο του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στη Λάρνακα, όταν έκανε τον έλεγχο του για την παρούσα υπόθεση. Ο ΜΥ1 δεν έδειξε να γνωρίζει ποιος απάντησε και τί απάντησε στην επιστολή της ΜΕ1 ή/και των Εναγόντων. Υπέθετε ότι πρέπει να απαντήθηκε, ότι πρέπει να απαντήθηκε από το γραφείο του Προέδρου της Τράπεζας και ότι πρέπει να λήφθηκαν υπόψη τα ευρήματα της δικής του έρευνας κατά τη διαμόρφωση του περιεχομένου της απάντησης που θα δόθηκε στους Ενάγοντες. Υπέθεσε επίσης ότι το γραφείο του Προέδρου της τράπεζας μπορεί να βρήκε και πρόσθετες πληροφορίες πέραν των όσων ο ΜΥ1 εισηγήθηκε ως δικές του διαπιστώσεις. Σε επίμονες ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων γύρω από το πεδίο και την έκταση της έρευνας που διενήργησε ο ΜΥ1, αυτός απάντησε ότι υπήρχαν φάκελοι με τίτλο «εγκρίσεις», άλλοι φάκελοι με τίτλο «σημειώματα» ή/και κάποιοι φάκελοι με τίτλο «υπερβάσεις τρεχούμενων λογαριασμών». Οι φάκελοι που εντόπισε ο ΜΥ1 περιείχαν σημειώματα διαφόρων πελατών, δεν ήταν ενός συγκεκριμένου πελάτη. Όσον αφορά τα μεριδολόγια αυτά έμπαιναν στο φάκελο με χρονολογική σειρά για διάφορους πελάτες, μαζί με σημειώματα από και προς τη διοίκηση, για λήψη έγκρισης και αναφοράς στις διάφορες εγκρίσεις που ζητούνταν από τη διοίκηση. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ο ΜΥ1 πόσοι ήταν αριθμητικά οι φάκελοι που έλεγξε. Χρονολογικά μιλώντας, ολοκληρωμένα αρχεία για το 1967 - 1968 δεν υπήρχαν. Σκόρπια έγγραφα ναι. Συγκροτημένοι φάκελοι, οι οποίοι να έλεγαν ότι ο φάκελος αυτός είναι από την 1.1.1968 μέχρι τις 31.12.1970, δεν υπήρχαν. Ο ίδιος άρχισε την έρευνά του βάσει κάποιων διαθέσιμων στοιχείων για την επίμαχη κατάθεση και ενόσω διαπίστωνε ότι υπήρχε συνέχεια των καταθέσεων, επέκτεινε την έρευνα του, μέχρις ότου καταλήξει στην ημερομηνία της κατάθεσης προθεσμίας των Λκ35,000 και κάτι, που ήταν τελευταία το 1978. Τόνισε ο ΜΥ1 εμφαντικά ότι το έτος 1978 ήταν μετά την εισβολή. Τα στοιχεία που βρέθηκαν μέχρι το 1978 έδειχναν μια κατάθεση προθεσμίας ΛΚ35,333.044μιλς. Επέκτεινε ο ΜΥ1 την έρευνά του και σε ευρύτερο χρόνο, πολύ περισσότερο του 1979, «το πιο λίγο 4 - 5 χρόνια» για να δει κατά πόσο αυτή η κατάθεση προθεσμίας συνέχιζε να είναι μέσα στα βιβλία της τράπεζας, έτσι ώστε να είναι απόλυτα βέβαιος τι ακριβώς έγινε. Και συνέχισε διερευνώντας συνδυαστικά και το ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1, άπαξ και εντόπισε στο έντυπο αρχείο της τράπεζας, που ήταν μια αποθήκη με όγκο εγγράφων, τα δύο μεριδολόγια (Τεκμήρια 3 και 4 υπό Έγγραφο Β), αναζήτησε μέσω του ηλεκτρονικού αρχείου να βρει την εμπρόθεσμη κατάθεση 8731, από την οποία προήλθαν οι ΛΚ40,333.044 και όντως μέσω του ηλεκτρονικού αρχείου διαπιστώθηκε ότι είναι από αυτήν την κατάθεση προθεσμίας που προέκυψε, διότι «φαινόταν η ημερομηνία που έκλεισε η μια με το ίδιο ποσό. Στο ηλεκτρονικό αρχείο φαινόταν η μια closed και η άλλη open». Δηλαδή, όπως εξήγησε ο ΜΥ1 «το ηλεκτρονικό αρχείο ήταν μια επιπρόσθετη επιβεβαίωση των παραστατικών αυτών». Δεν προσκόμισε ο ΜΥ1 στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αποτύπωση του ηλεκτρονικού αρχείου στο οποίο αναφερόταν. Εξήγησε την παράλειψη αυτή στη βάση της λογικής του ότι «Λόγω της ύπαρξης των παραστατικών, δεν θεώρησα ότι είναι αναγκαίο να τα παρουσιάσω, απλώς είναι μια εκτύπωση το ηλεκτρονικό αρχείο». Από την έρευνα του ΜΥ1 στο έντυπο αρχείο της Τράπεζας, δεν κατέστη δυνατό να εξεύρει το μεδιδολόγιο της κατάθεσης με αριθμό 8731. Αυτό, όπως και πολλά άλλα πράγματα που αφορούσαν το κατάστημα Αμμοχώστου, ενδεχομένως να είχαν μεταφερθεί, λόγω της τότε έκρυθμης κατάστασης, σε κάποιους άλλους χώρους. Παραταύτα, από την πάγια πρακτική που ακολουθείτο, ο ΜΥ1 ήταν βέβαιος ότι για να αναγραφόταν στις παρατηρήσεις μιας κατάθεσης ο αριθμός 8731, ήταν επειδή προηγείτο της νεότερης κατάθεσης προθεσμίας. Όπως διευκρίνισε ο ΜΥ1, τα μεριδολόγια τηρούνταν ως εσωτερικά έγγραφα της τραπέζης στο αρχείο της, δεν δίδονταν στους πελάτες. Το ότι ο ΜΥ1 δεν μπόρεσε να εντοπίσει το μεριδολόγιο για την κατάθεση 8731 δεν οφειλόταν σε ελλιπή έρευνα, «η έρευνα μας έγινε και με το υπερυψούται», όπως δήλωσε ο ΜΥ1 χαρακτηριστικά. Η σημείωση του αριθμού 8731 πάνω σε νεότερο μεριδολόγιο, ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β, βοήθησε τον ΜΥ1 απλώς να αντιληφθεί ότι έκλεισε εκείνη η κατάθεση, για να ανοίξει η επόμενη, αυτή είναι όλη η σημασία της σημείωσης του αριθμού «8731». Κατά τον ίδιο τρόπο, στη δεύτερη κατάθεση (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β) βοήθησε τον ΜΥ1 παρόμοια σημείωση, η οποία παρέπεμπε στον αριθμό της προηγούμενης κατάθεσης. Υποδείχθηκε στον ΜΥ1 το Τεκμήριο 24 υπό Έγγραφο Α και του ζητήθηκε να πει αν αναγνωρίζει ποιος την υπέγραψε. Η απάντηση του ΜΥ1 ήταν ότι «Δεν γνωρίζω την υπογραφή, υποθέτω ίσως του κυρίου Πεκρή [.] Κοιτάξετε, η υπογραφή αυτή δεν είναι η υπογραφή της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου και εφόσον η υπόθεση τύγχανε χειρισμού από το γραφείο του Προέδρου, τότε θεωρώ ότι πρέπει να είναι του κυρίου Πεκρή.». Πρόσθεσε ο ΜΥ1 ότι «Τώρα που τη βλέπω, θυμήθηκα ότι αυτά που αναφέρονται εδώ, είναι εκείνα τα οποία διαπίστωσα στα ευρήματα μου.». Παρέπεμψε στον Πίνακα που ενσωματώθηκε στην εν λόγω επιστολή, όπου δίδονταν λεπτομέρειες για τους διάφορους λογαριασμούς της διαχείρισης. Ουδεμία αναφορά γινόταν στον εν λόγω Πίνακα για την κατάθεση γραμματίου 8731. Υπέθετε ο ΜΥ1, εφόσον δεν ήταν αυτός ο συντάκτης του Πίνακα ή/και της επιστολής ως το Τεκμήριο 24 υπό Έγγραφο Α ότι ο λόγος που δεν έγινε καμία αναφορά στην κατάθεση γραμματίου 8731 ήταν διότι «εάν ήταν αυτόματη ανανέωση, ενδεχομένως εις την πορεία, λόγω του ότι δεν έπαιζε κανένα ρόλο, να μην αναφέρθηκε. Αλλά η ουσία όμως είναι ότι η πορεία που παρατίθεται εδώ, καταλήγει στις δύο τελευταίες εμπρόθεσμες καταθέσεις.». Διευκρίνισε επίσης ο ΜΥ1 ότι την τότε περίοδο, δηλαδή του 1968 - 1978, όταν ανανεωνόταν μια κατάθεση γραμματίου, έστω και αν ήταν αυτόματη ανανέωση, έπαιρνε καινούργιο αριθμό. Μετά το 1980, οι αυτόματες ανανεώσεις διατηρούσαν το ίδιο νούμερο κατάθεσης. Αντεξετάσθηκε ο ΜΥ1 σε σχέση με τη δήλωσή του ότι οι λογαριασμοί που φαίνονται στην παρα. 5 του Εγγράφου Β, που υπήρχαν το '68, ενοποιήθηκαν και κατέληξαν στην κατάθεση αρ. 8731. Το συμπέρασμα αυτό ο ΜΥ1 το εξήγαγε από το γεγονός ότι «εάν υπολογίσουμε τους τόκους για μια δεκαετία περίπου, '68- '77, όπως φαίνεται και πάνω στην επιστολή, ένα περίπου καταλήξουμε στο ποσό το οποίο διαμορφώθηκε το τελικό. Το 40,333.044. Μην ξεχνάτε ότι αυτή η περίοδος των 10 περίπου χρόνων, είχε συσσωρευμένους τόκους, οι οποίοι μαζί με το κεφάλαιο των τριών αρχικών, διαμόρφωσαν το κεφάλαιο της κατάθεσης προθεσμίας XXXXX68, για 40,333.044.». Δηλαδή, οι τρεις λογαριασμοί που περιγράφονται από τον ΜΥ1 στην παρα. 5 του Εγγράφου Β, ο πρώτος για ΛΚ8026, ο δεύτερος για ΛΚ18568 και ο τρίτος για ΛΚ2000, έγιναν πρώτα ένα ενοποιημένο γραμμάτιο με αριθ.8731 σε χρόνο που δεν γνωρίζουμε ακριβώς, ήταν το γραμμάτιο που προηγήθηκε εκείνου των ΛΚ40.333,044μιλς και λόγω των δεδουλευμένων τόκων έγινε συνολικά ΛΚ40.333,044μιλς. Δηλαδή αυτές οι τρεις καταθέσεις ενοποιημένες, με τους τόκους στον χρόνο που ανοίχθηκε το 8731, κάνουν ΛΚ40.333, 044 μιλς, κατά την εκτίμηση του ΜΥ1. Δεν φαίνεται κάπου ο υπολογισμός των δεδουλευμένων τόκων. Γνωρίζουμε μόνο, σύμφωνα πάντα με τις δηλώσεις του ΜΥ1, ότι το Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Β μιλούσε για 6.75% και ότι το επιτόκιο ήταν διαβαθμισμένο τότε, ανάλογα με το ποσό της κατάθεσης προθεσμίας, δηλαδή μικρά ποσά έπαιρναν 5%, Ο συνήγορος των Εναγόντων αμφισβήτησε έντονα την ορθότητα των όσων δήλωσε ο ΜΥ1 επισημαίνοντάς του ότι έκανε και ο ίδιος τον μαθηματικό υπολογισμό και δεν έβγαινε αυτό το ποσό της «ενοποιημένης» κατάθεσης. Καταθέσεις κεφαλαίου ΛΚ28,594 με τόκο 6.75% δεν έφτανε, ως η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων, τις ΛΚ40,000. Απεναντίας, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι, βάσει δικού του υπολογισμού, το ποσό ανερχόταν σε ΛΚ43,000, «χωρίς να υπολογίσουμε τυχόν αποσύρσεις που ενδεχομένως να ζητήθηκαν κατά καιρούς». Παρά τη δήλωση αυτή, ο ΜΥ1 παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι δεν ήταν βέβαιος ότι έγιναν ή/και ζητήθηκε να γίνουν οποιεσδήποτε αποσύρσεις. Διαφάνηκε στην πορεία της αντεξέτασης, ότι το γραμμάτιο αριθ.10868 ήταν παραδεκτό από τους Ενάγοντες ότι υπήρχε και ότι ήταν για το ποσό των ΛΚ40,333.044. Ήταν εξίσου παραδεκτό από τους Ενάγοντες ότι, με επιστολή ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, η ΜΕ1 ζήτησε όπως ανανεωθεί το εν λόγω γραμμάτιο κατά τη λήξη του, κατά τρόπο που οι ΛΚ35.000 να παν σε καινούργιο γραμμάτιο, οι ΛΚ5.000 να παν σε έναν λογαριασμό της διαχείρισης και οι ΛΚ892 να χρησιμοποιηθούν για να χρεωθεί ένα πιστωτικό υπόλοιπο σε τρεχούμενο λογαριασμό. Επίσης, ήταν παραδεκτό από τους Ενάγοντες ότι το δεσμευμένο ποσό των ΛΚ8026 ήταν μέσα στο ποσό του γραμματίου αριθ. XXXXX68 και συγκεκριμένα ήταν μέσα στο ποσό των ΛΚ35000. Επομένως, το Δικαστήριο υπέδειξε προς το συνήγορο που αντεξέταζε τον ΜΥ1, ότι κατ' ουσίαν δεν υπάρχει ουσιαστική αντιδικία για ό,τι προηγήθηκε του γραμματίου αριθ. XXXXX68. Παραδέχθηκε στο σημείο αυτό ο συνήγορος των Εναγόντων ότι ο λόγος που αντεξέταζε τον ΜΥ1 επί του σημείου της διασύνδεσης του γραμματίου 8731 με το γραμμάτιο XXXXX68 ήταν περισσότερο για σκοπούς ελέγχου της αξιοπιστίας του για όσα δήλωνε με βεβαιότητα και για πλήξει την αξιοπιστία της έρευνας που διενήργησε ο ΜΥ1 ως ελλιπούς, εφόσον δεν κατάφερε να εντοπίσει το γραμμάτιο αριθ. 8731 και να ενημερώσει την ΜΕ1 γι' αυτό. Αντέδρασε έντονα ο ΜΥ1, διαμαρτυρόμενος και υπεραμυνόμενος της έρευνάς του ως πλήρους έρευνας, τα ευρήματα της οποίας καταγράφηκαν με βεβαιότητα. Η αντεξέταση του ΜΥ1 συνεχίσθηκε προς άλλη κατεύθυνση. Επικεντρώθηκε ο συνήγορος των Εναγόντων στο κατά πόσον συμφωνούσε ο ΜΥ1 με τη θέση ότι, όταν υπάρχουν πέραν του ενός διαχειριστή, χρειάζονται οι υπογραφές και η συγκατάθεση και των δύο διαχειριστών ή των τριών, ανάλογα με το πόσοι υπάρχουν. Συμφώνησε ο ΜΥ1, πλην όμως επεσήμανε ότι υπάρχει και το ενδεχόμενο να έχει εξουσιοδοτηθεί ένας με πληρεξούσιο να εκπροσωπεί και τους υπόλοιπους. Ο συνήγορος των Εναγόντων υπέδειξε προς τον ΜΥ1 ότι στην περίπτωση του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Β, του μεριδολογίου για το γραμμάτιο Κ012686, γινόταν αναφορά σε προφορικές οδηγίες της κυρίας XXXXX (ΜΕ1) να μην ανανεωθεί αυτόματα το γραμμάτιο, χωρίς να φαίνεται εκεί αν υπήρχε η εξουσιοδότηση, είτε προφορική είτε γραπτή, από τον δεύτερο διαχειριστή. Απαντώντας στην υποβολή αυτή, ο ΜΥ1 παρατήρησε ότι, εφόσον τα παραστατικά δεν έχουν εντοπιστεί και τούτο οφείλεται στο ότι παρήλθε ο χρόνος κράτησης τους, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια συνοδευτικά έγγραφα υπήρχαν μαζί με τα παραστατικά. Θα μπορούσε να είναι και εξουσιοδότηση από τον δεύτερο διαχειριστή, θα μπορούσε να είναι και πληρεξούσιο έγγραφο ή/και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Διερωτήθηκε τότε ο συνήγορος των Εναγόντων, γιατί θεωρήθηκε αναγκαίο επιλεκτικά να αναγραφεί πάνω στο μεριδολόγιο «προφορικαί οδηγίαι πελάτιδος» αφ' ης στιγμής, όπως μας λέτε, μπορεί να υπήρχε πληρεξούσιο από τον 2ο διαχειριστή ή μπορεί να υπήρχε και εξοφλητική απόδειξη. Αν υπήρχε εξοφλητική απόδειξη, θα ήταν απαραίτητο να γραφτεί και πάνω στο μεριδολόγιο; Αυτά τα ερωτήματα έθεσε ο κ. Πιριλλίδης προς τον ΜΥ1. Η απάντηση από πλευράς ΜΥ1 ήταν ότι «οποιαδήποτε πληροφορία η οποία αφορούσε την κατάθεση προθεσμίας, αναγραφόταν με το χέρι πάνω στο μεριδολόγιο, έτσι ώστε να βοηθήσει στην καλύτερη εξυπηρέτηση του πελάτη». Το αν υπήρχε συγκατάθεση και του δεύτερου διαχειριστή ή πληρεξούσιο από τον έναν στον άλλον δεν ήταν απαραίτητο να γραφτεί πάνω στο μεριδολόγιο, κατά την άποψη του ΜΥ1, αφού όπως αυτός ισχυρίστηκε? «ουδέποτε τέτοια πρακτική ακολουθείτο από την τράπεζα και να προσθέσω ότι όταν έχουμε εταιρείες, διαχειρίσεις και γενικά μη ιδιώτες, πάντοτε το ένταλμα της εξόφλησης, μαζί με όλα τα αναγκαία παραστατικά, πήγαιναν για εξουσιοδότηση στον τμηματάρχη ή στον διευθυντή ή στον βοηθό διευθυντή και εγκρινόταν η πληρότητα των δικαιολογητικών και μετά γινόταν η πληρωμή. Στην προκειμένη περίπτωση οι προφορικές οδηγίες της πελάτισσας γράφτηκαν εδώ, για να μην ανανεωθεί αυτόματα η κατάθεση προθεσμίας. Και σε τέτοιες περιπτώσεις πάντοτε η εντολή για μη ανανέωση, επιδείκνυε τον λόγο της εξόφλησης της πληρωμής του προϊόντος της κατάθεσης προθεσμίας.». Ακολούθως, ο ΜΥ1 επιβεβαίωσε αντεξεταζόμενος ότι δεν εντόπισε κατά την έρευνά του οποιαδήποτε επιστολή του Εφόρου φόρου κληρονομιάς που να αξιώνει από την Τράπεζα την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου, ότι υπόλογοι στον Έφορο ήταν οι ίδιοι οι διαχειριστές και όχι η Τράπεζα, ότι η έρευνά του δεν έδειξε να υπάρχει οποιαδήποτε αλληλογραφία της Τράπεζας με τον Έφορο μετά το 1977 και ότι η έρευνα που ο ίδιος ο ΜΥ1 διενήργησε περιορίστηκε μόνο στον εντοπισμό οποιασδήποτε αλληλογραφίας υπήρχε στο αρχείο της Τράπεζας, όχι στο γραφείο του Εφόρου Φορολογίας, αφού ο ίδιος ουδέποτε μετέβη στα γραφεία του. Δεν θυμόταν ο ΜΥ1 να είδε στο αρχείο της τράπεζας οποιαδήποτε άλλη επιστολή που να ανταλλάγηκε μεταξύ Τράπεζας Κύπρου και Εφόρου Φόρου Κληρονομιών αναφορικά πάντα με το ζήτημα των λογαριασμών της διαχείρισης, πέραν εκείνων των επιστολών που ήδη κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Σε νέα δικάσιμο αντεξέτασης, ο συνήγορος των Εναγόντων θέλησε να διασαφηνίσει μέσω του ΜΥ1 ποια διαδικασία ακολουθείτο από την τράπεζα στην περίπτωση που λάμβανε προφορικές οδηγίες από κάποιον πελάτη της. Όπως ανέφερε ο ΜΥ1, σε τέτοια περίπτωση, αν χρειαζόταν να ληφθούν και επιπρόσθετες οδηγίες τότε ναι λαμβάνονταν γραπτώς, ενώ για θέματα τα οποία διακανονίζονταν και έκλεινε η υπόθεση μπορούσε να μην ληφθούν γραπτώς οδηγίες. Έδωσε ένα παράδειγμα ο ΜΥ1, λέγοντας ότι αυτό ταιριάζει και στην επίδικη υπόθεση, όπου δίδονται οδηγίες προφορικές από πελάτη να μην ανανεωθεί μια εμπρόθεσμη κατάθεση. Σε τέτοια περίπτωση, κατά την εισήγηση του ΜΥ1, «από την στιγμή που ο πελάτης θα επανέλθει στην τράπεζα και είτε θα προχωρήσει στην είσπραξη του ποσού της καταθέσεως προθεσμίας όπου βάζει και την υπογραφή του πάνω στο ένταλμα πληρωμής, γεγονός που υποδηλώνει την συγκατάθεση του για την πληρωμή, τότε δεν χρειάζεται να ληφθεί γραπτή οδηγία». Ο συνήγορος των Εναγόντων αντέταξε στον ΜΥ1 το παράδειγμα της εντολής που δόθηκε προς την τράπεζα από την ΜΕ1 με το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β, με το οποίο ζητήθηκε να εξοφληθεί, δηλαδή να πληρωθεί, μια επιταγή ποσού £1100 προς όφελος του Εφόρου Φόρου Κληρονομιών. Ο ΜΥ1 σχολίασε ότι ο ίδιος δεν βρήκε στην έρευνά του γραπτές οδηγίες της ΜΕ1 γι' αυτό το θέμα. Η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε μέσω του συμψηφιστικού γραφείου και η αποδοχή της αποπληρωμής της από την τράπεζα είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία χρεωστικού υπόλοιπου £1093. Ο διευθυντής τότε που χειρίστηκε την υπόθεση, για την καλή και γρήγορη εξυπηρέτηση του πελάτη, προέβηκε στην υποβολή εσωτερικού σημειώματος για να περάσει η επιταγή, να δοθεί έγκριση να περάσει η επιταγή. Ήταν το συμπέρασμα του ΜΥ1 ότι «επομένως δεν λήφθηκαν οδηγίες από τους πελάτες, ούτε και κλήθηκαν να καταβάλουν αμέσως το ποσό, ειδάλλως θα επιστρεφόταν η επιταγή και έτσι ο διευθυντής, με ίδιο κίνδυνο να μην εγκριθεί το αίτημα, υπέβαλε το εσωτερικό σημείωμα». Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγόντων υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι το γεγονός ότι αυτός δεν εντόπισε κατά την έρευνά του τη γραπτή έγκριση της ΜΕ1, δεν σημαίνει ότι η ΜΕ1 δεν έδωσε ποτέ γραπτές οδηγίες ή/και γραπτή έγκριση για την πληρωμή της επιταγής. Ήταν επίσης θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι η έρευνα στην οποία προέβηκε ο ΜΥ1 ήταν «υποβολιμαία και παράλληλα ελλιπής». Απέρριψε το χαρακτηρισμό αυτό ο ίδιος ο ΜΥ1 επισημαίνοντας ότι, εκτός από τον ίδιο, έρευνα είχε διεξαγάγει και άλλος συνάδελφός του, ο κ. Μάριος Θεοχαρίδης, ο οποίος κατέληξε στα ακριβώς ίδια συμπεράσματα. Εν τέλει, όταν υποδείχθηκαν στον ΜΥ1, αφενός, το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α και αφετέρου το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β, ο ΜΥ1 συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι ζητήθηκε από την τράπεζα και δόθηκε η γραπτή έγκριση της πελάτισσας (ΜΕ1), έστω και για την μεταφορά αυτή του ποσού £1100 στον λογαριασμό. Κατά την αντίληψη του ΜΥ1 «Όταν υποβαλλόταν το σημείωμα, η τράπεζα χωρίς γραπτές οδηγίες προχώρησε στην υποβολή του σημειώματος, χωρίς να σημαίνει ότι το αίτημα αυτό θα γινόταν αποδεκτό και σωστά το αναφέρει ο κ. Αντρεάδης πάνω στο σημείωμα. Εκ των υστέρων λήφθηκε και η γραπτή οδηγία της πελάτισσας η οποία βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να ζητήσει από την ίδια να παρουσιαστεί την ίδια ημέρα στην Κύπρο. Θεωρώ ότι το θέμα της λήψης προφορικών ή γραπτών οδηγιών δεν έχει καμία σημασία, διότι στο τέλος τέλος εξυπηρετήτουν η πελάτισσα.». Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι το κατά πόσον η τράπεζα θα ζητούσε και γραπτές οδηγίες ή θα αρκείτο στις προφορικές οδηγίες του πελάτη, δεν εξαρτάτο μόνο από τη σχέση εμπιστοσύνης που υπήρχε με τον πελάτη, αλλά εξαρτάτο επίσης και από τις εσωτερικές οδηγίες / εγκυκλίους της τράπεζας για το μέγεθος του ορίου ανοικτής έγκρισης σε ό,τι αφορά τον συγκεκριμένο αξιωματούχο της τράπεζας που θα χορηγούσε την έγκριση. Το όριο ανοικτής έγκρισης δεν ισχύει εσαεί στην υπηρεσία ενός αξιωματούχου, γι' αυτό και δεν μπορούσε να γνωρίζει ο ΜΥ1 ποιο όριο ίσχυε για τον κ. Αντρεάδη τη συγκεκριμένη περίοδο που συντάχθηκε το σημείωμα ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β ή το 1980. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται από το εν λόγω τεκμήριο ότι ζήτησε γραπτή έγκριση από την προϊστάμενη αρχή, η οποία διέθετε το αναγκαίο όριο ανοικτής έγκρισης. Υποδείχθηκε στον ΜΥ1 το μεριδολόγιο ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Β και του ζητήθηκε να πει αν αναγνωρίζει την υπογραφή της ΜΕ1 στα πλάγια. Δεν την αναγνώρισε ο ΜΥ1, διότι ο ίδιος δεν γνώριζε την υπογραφή της κας Θωμα?δου. Ερωτήθηκε στη συνέχεια ο ΜΥ1 αν αυτή η καταγραφή, μιας διεύθυνσης και μιας υπογραφής μπορεί να υποδηλοί έγκριση της πελάτισσας. Ούτε αυτό μπορούσε να το γνωρίζει ο ΜΥ1, διότι δεν έβλεπε να υπάρχει σαφές λεκτικό. Υποδείχθηκε ακολούθως στον ΜΥ1 το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β και του ζητήθηκε να πει ποιος έδωσε την έγκριση «εξόφλησης». Ο Μυ1 δήλωσε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει το ερώτημα αυτό, διότι το ένταλμα βάσει του οποίου έγινε χειρισμός της κατάθεσης προθεσμίας έχει καταστραφεί και πάνω σε αυτό το ένταλμα τίθετο η έγκριση. Στο πεδίο εκείνο το οποίο αναφέρεται ως «έλεγχος». Εξήγησε περαιτέρω ότι ο λόγος που αναγράφηκε η λέξη «εξοφλήθη» πάνω στην κατάθεση προθεσμίας ήταν για να αποφευχθεί η αυτόματη ανανέωση, δεδομένου ότι υπήρχαν οδηγίες για μη ανανέωση και η σημείωση αυτή είναι μια σημείωση πρόληψης, ώστε να μην επιβαρυνθεί ο πελάτης penalty. Απαντώντας στην κριτική του κ. Πιριλλίδη ότι δίπλα από τη λέξη «εξοφλήθη» στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β δεν υπήρχε ούτε υπογραφή ούτε μονογραφή, ο ΜΥ1 δήλωσε ότι? «Είναι παραπλανητικό αυτό που λέει ο κύριος Πιριλλίδης. Κανένας κανονισμός της τράπεζας προέβλεπε να μπει μονογραφή, υπογραφή ελέγχου τέλος πάντων, η οποία να υποδηλώνει οτιδήποτε. Η έγκριση για την εξόφληση μπήκε πάνω στο ένταλμα πληρωμής το οποίο δεν το έχω.». Επέμεινε σε αυτό το θέμα ο κ. Πιριλλίδης, θέτοντας προς τον ΜΥ1 ότι αυτός είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και άλλους υπάλληλους της Τράπεζας Κύπρου και του έλεγαν ότι, όταν και εφόσον δεν ζητείτο να υπογραφεί έντυπο πληρωμής, τότε, τη δεκαετία του 1980, για σκοπούς ευκολίας της τραπέζης ο τραπεζίτης ζητούσε από τον πελάτη όταν εξοφλείτο το γραμμάτιο να υπογράφει επί του μεριδολογίου ή επί του γραμματίου. Επέμεινε όμως και ο ΜΥ1 στη δική του θέση ότι αυτά που του υπέβαλε ο συνήγορος των Εναγόντων «Είναι λάθος», διότι «πάνω στο μεριδολόγιο ουδέποτε υπήρξε οδηγία να υπογράφει ένας αξιωματούχος έγκριση». Την πληροφορία ότι ο Έφορος Κληρονομιάς ζήτησε από τους Ενάγοντες να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του φόρου κληρονομιάς και, επειδή δεν το έκαμαν, ο Έφορος έβαλε ΜΕΜΟ στην περιουσία της διαχείρισης, ο ΜΥ1 είπε ότι την άντλησε από την ΜΕ1. Ο ΜΥ1 είχε επικοινωνήσει με το γραφείο του Εφόρου για να επιβεβαιώσει εκείνα τα ποσά που του δήλωσε η ΜΕ1 ότι πληρώθηκαν. Εν τέλει από το γραφείο του Φόρου Κληρονομιάς δεν θυμάται ο ΜΥ1 να του έδωσαν περαιτέρω πληροφορίες. Ωστόσο, ήταν η γνώμη του ΜΥ1 ότι εφόσον πληρώθηκε από τους Ενάγοντες προς τον Έφορο ένα μεγάλο μέρος της οφειλής, περίπου ΛΚ5000, για την Τράπεζα ήταν πολύ μικρός έως ανύπαρκτος ο κίνδυνος από την αποδέσμευση του ποσού των ΛΚ8026, γι'αυτό και ο ΜΥ1 δεν έβλεπε να υπάρχει λόγος να κρατείται δεσμευμένο το ποσό αυτό αν οι Ενάγοντες ζητούσαν την αποδέσμευσή του. Δεν απέκλεισε ο ΜΥ1 το ενδεχόμενο να έδωσε ο Έφορος Φόρου Κληρονομιάς ακόμη και έγκριση για την αποδέσμευση, αλλά να μην βρέθηκε το έγγραφο της έγκρισης, όπως δεν βρέθηκαν και άλλα εντάλματα πληρωμής, λόγω καταστροφής τους. Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγόντων χαρακτήρισε ως «μυθεύματα» αυτά που δήλωσε υποθετικά ο ΜΥ1, επισημαίνοντας προς αυτόν ότι άλλος μάρτυρας, ο ΜΕ2 δήλωσε ότι ο Έφορος ουδέποτε έδωσε έγκριση για αποδέσμευση της κατάθεσης. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο ΜΥ1 δεν εντόπισε κατά την έρευνα του τα πρωτότυπα των μεριδολογίων, εξήγησε ότι η έρευνα διεξήχθη κατά το 2010 - 2011 και ότι είχαν ήδη καταστραφεί μέχρι τότε τα πρωτότυπα έγγραφα. Ήταν τυχεροί που βρήκαν έστω αυτά που βρήκαν. Για να κλονίσει την αξιοπιστία αυτών που δήλωσε ο ΜΥ1, ο συνήγορος των Εναγόντων παρέπεμψε τον ΜΥ1 στην Έκθεση Εταιρικής Υπευθυνότητας του 2019 της Τράπεζας Κύπρου, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση, στη σελ. 25. Αναφέρει εκεί ότι η τράπεζα έχει εφαρμόσει το μοντέλο τριών γραμμών άμυνας ως πλαίσιο για την αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και συστήματος εσωτερικού ελέγχου. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό? · η πρώτη γραμμή άμυνας αφορά στην διαχείριση κινδύνων, · η δεύτερη γραμμή αφορά στην ανάπτυξη και διατήρηση ενός αποτελεσματικού πλαισίου διαχείρισης ορισμού και συμμόρφωσης, ώστε να παρέχει υποστήριξη στη διοίκηση προς την επίτευξη των επιχειρηματικών και στρατηγικών της στόχων, · η τρίτη γραμμή άμυνας αφορά στη διεύθυνση εσωτερικού ελέγχου, η οποία παρέχει ανεξάρτητη διαβεβαίωση για την αποτελεσματικότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, καθώς και του πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνου. Επεσήμανε ο κ. Πιριλλίδης ότι στην προμνησθείσα Έκθεση Εταιρικής Υπευθυνότητας της Τράπεζας, στη σελ. 31, στη δεύτερη στήλη υπό τον τίτλο «Οργανωτική αναδιάρθρωση και Εκσυγχρονισμός Συστημάτων», αναφέρονται τα ακόλουθα? «Φύλαξη και διαχείριση αρχείων, αναθεωρήθηκε η Πολιτική φύλαξης με αποτέλεσμα τη μείωση από 20 σε 10 έτη όσον αφορά το χρόνο φύλαξης έντυπων εγγράφων για ανενεργά αρχεία πελατών από 20 σε 12 έτη.». Διερωτήθηκε ο συνήγορος των Εναγόντων αν ο ΜΥ1 ήταν έτοιμος, βλέποντας την πιο πάνω περικοπή από το Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση, να αναθεωρήσει τη θέση του ότι ίσχυε 12ετής περίοδος φύλαξης εγγράφων. Δεν μετέβαλε τη θέση του ο ΜΥ1. Απεναντίας, δήλωσε ότι όσα αναγράφει η Έκθεση Εταιρικής Υπευθυνότητας ανωτέρω δεν έχουν καμία σχέση με την περίοδο που απασχόλησε τον ίδιο για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Το 20 χρόνια φύλαξης ήταν νεότερη οδηγία, η οποία καθορίζεται σε εγκύκλιους που εκδόθηκαν μετά την εγκύκλιο την οποία κατέθεσε ο ίδιος στο Δικαστήριο. Εξήγησε ο ΜΥ1 ότι η εγκύκλιος που κατέθεσα ήταν η παλαιότερη από όσες βρήκε και ότι ο στόχος του ήταν να εντοπίσει την παλαιότερη που ίσχυε κατά τον χρόνο που έγινε η έρευνα. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο ΜΥ1 μια νεότερη από εκείνην εγκύκλιος να επιμήκυνε την περίοδο φύλαξης και μια άλλη να την μείωσε. Η δε σημερινή προσέγγιση, σε ταύτιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τη νομοθεσία περί ευρωπαϊκών δεδομένων, περιορίζει τη φύλαξη σε 5 ή 7 χρόνια, κάπου εκεί, χωρίς να θυμάται με ακρίβεια ο ΜΥ1. Όσον αφορά τη δήλωση που καταγράφεται σε επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 28/9/11, ως το Τεκμήριο 27 υπό Έγγραφο Α, η Τράπεζα Κύπρου ισχυρίστηκε ότι «η τράπεζα δεν διατηρεί ολοκληρωμένα στοιχεία της χρονικής περιόδου 31/12/67 - 30/6/68 τα οποία παρέμειναν στο κατάστημα της Τράπεζας στην Αμμόχωστο και, λόγω της τουρκικής εισβολής, δεν βρίσκονται στην κατοχή της», ο ΜΥ1 σχολίασε ότι η απουσία εκείνων των στοιχείων δεν επηρεάζει την παρούσα υπόθεση υπό την εξής έννοια? «Την επιστολή 28/9/11 είναι το Τεκμήριο 27, την σύνταξε το κεντρικό κατάστημα Λάρνακος. Λεπτομέρειες για τους λόγους που την έκαμε δεν γνωρίζω. Όμως τα στοιχεία, τον λογαριασμό της διαχείρισης, αριθμό λογαριασμού, ποσά κτλ., τα διαπίστωσα από αλληλογραφία που εντόπισα, καθώς επίσης και σημειώματα εσωτερικά από διάφορους αξιωματούχους.». Κατέληξε ο ΜΥ1, συνοψίζοντας όσα είπε κατά τη μαρτυρία του, να αιτιολογεί τη γνώμη του ότι «εξοφλήθηκε» δηλαδή «πληρώθηκε από την Τράπεζα» το ποσό που αναζητούν οι Ενάγοντες στην υπό κρίση αγωγή, σ