← Κύπρος

ΚΑΛΛΕΝΟΥ κ.α. ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ κ.α., Αγωγή υπ' αριθμό:4100/13, 25/10/2021

ΚΑΛΛΕΝΟΥ κ.α. ν. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ κ.α., Αγωγή υπ' αριθμό:4100/13, 25/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A535 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή υπ' αριθμό:4100/13 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΛΛΕΝΟΥ Eνάγουσα και XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Eναγόμενου Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερoμηνίας 21/4/2015 XXXXX ΚΑΛΛΕΝΟΥ Eνάγουσα και

  1. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  2. XXXXX ΖΑΧΑΡΙΑ Eναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερoμηνίας 3/5/2019
  3. XXXXX ΚΑΛΛΕΝΟΥ
  4. ΛΟΪΖΟΣ Ν. ΚΑΛΛΕΝΟΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Eνάγοντες και
  5. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  6. XXXXX ΖΑΧΑΡΙΑ Eναγόμενοι Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κα Κ. Γιαπανά για ΣΚΟΡΔΗΣ ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Κ. Γεωργίου για ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Δικογραφημένες θέσεις: Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων για αποζημιώσεις ως εκ της πωλήσεως εκ μέρους των Εναγομένων ελαττωματικών, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, προϊόντων ως επίσης και η ανταπαίτηση των Εναγομένων εναντίον των Εναγόντων για αποζημιώσεις ως εκ της αντικατάστασης εξαρτημάτων σε ένα εκ των προϊόντων που πωλήθηκε στους Ενάγοντες. Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω με συνοπτικό τρόπο τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων αυτοί κατά ή περί την 9η Μαρτίου 2011 αγόρασαν από την Εναγόμενη 2 ή/και τον Εναγόμενο 1 ένα μηχάνημα υδροθεραπείας έναντι του ποσού των €17,000 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Δικογραφείται ότι η Ενάγουσα 1 επισκέφθηκε το κατάστημα των Εναγομένων όπου κατόπιν σχετικής επίδειξης παρήγγειλε το επίδικο μηχάνημα. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος της πώλησης ότι το μηχάνημα θα ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές και λειτουργίες που τέθηκαν κατά την επίδειξη, ότι θα ήταν σε άψογη λειτουργήσιμη κατάσταση και ότι θα έφερε εγγύηση 2 ετών. Από το τέλος του 2011 το μηχάνημα παρουσίαζε διάφορα προβλήματα λειτουργίας τα οποία ο Εναγόμενος επιδιόρθωνε. Κατά τον Δεκέμβριο του 2012 το μηχάνημα δεν λειτουργούσε χωρίς εύλογη αιτία οπότε ζητήθηκε η παρέμβαση του Εναγόμενου ο οποίος παρά τις προσπάθειες του δεν κατάφερε να επιδιορθώσει το μηχάνημα με αποτέλεσμα να το λάβει για να το επιδιορθώσει αντικαθιστώντας το με άλλο μεταχειρισμένο μηχάνημα για να μπορεί να εργάζεται η Ενάγουσα 1 προσωρινά. Το μεταχειρισμένο μηχάνημα, σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, ήταν διαφορετικό και επομένως δεν εξυπηρετούσε την ίδια εργασία και σκοπούς με αυτό που αρχικά αγόρασε. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες δικογραφούν ότι το μεταχειρισμένο μηχάνημα άρχισε να παρουσιάζει και αυτό προβλήματα λειτουργικότητας μέχρι και το τέλος 2015 και/ή αρχές του 2016 όπου η χρήση του είναι αδύνατη. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2014 η Ενάγουσα 1 κάλεσε τεχνικό για την επιδιόρθωση του μεταχειρισμένου μηχανήματος για τις συνολικές υπηρεσίες του οποίου κατέβαλε το ποσό των €250 και παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν το μηχάνημα εργαζόταν για μικρά ή/και διακεκομμένα διαστήματα και δεν επανερχόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι λόγω των προβλημάτων λειτουργίας του μηχανήματος που αγόρασε η Ενάγουσα 1 και λόγω της παράλειψης του Εναγόμενου 1 να το επιδιορθώσει και επαναφέρει σε λειτουργήσιμη κατάσταση στερείται τη χρήση του μηχανήματος που αρχικά αγόρασε από το 2013 μέχρι σήμερα. Αξιώνουν λοιπόν από τους Εναγόμενους τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Επιστροφή του τιμήματος πώλησης, ήτοι €17,
  7. Β. Γενικές αποζημιώσεις για το πλήγμα που υπέστηκε η φήμη της Ενάγουσας 1 ή/και για απώλεια εισοδημάτων μέχρι σήμερα και/ή μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μελλοντικών απωλειών εισοδημάτων. Γ. €250 για ζημιές και απώλειες που υπέστη η Ενάγουσα 1 λόγω της ελλαττωματικής λειτουργίας του μεταχειρισμένου μηχανήματος. Δ. Νόμιμο τόκο και έξοδα. Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και αναφέρουν ότι η αγορά του μηχανήματος έγινε από την Ενάγουσα 2 και όχι από την Ενάγουσα
  8. Περαιτέρω αναφέρουν ότι μετά την παράδοση του μηχανήματος στην Ενάγουσα 2 ο Εναγόμενος 1 προχώρησε στην εκπαίδευση της Ενάγουσας 1 επί του εν λόγω μηχανήματος για τη σωστή λειτουργία αυτού και της συστήθηκε να μην επεμβαίνει στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος. Δικογραφείται ότι το μηχάνημα λειτούργησε σωστά και χωρίς προβλήματα για 2 και πλέον έτη. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι τα προβλήματα στο μηχάνημα ξεκίνησαν μετά την έκρηξη στο Μαρί και τις συνεχείς διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος στην Κυπριακή επικράτεια. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι με τις διακοπές του ηλεκτρικού ρεύματος η Ενάγουσα 1 παρόλες τις υποδείξεις εισήλθε δια του υπολογιστή στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος και το αποσυντόνισε. Δικογραφείται επίσης ότι εξαιτίας των ενεργειών της Ενάγουσας 1 το μηχάνημα υπέστη βλάβη και ο Εναγόμενος 1 προέβη σε αντικατάσταση ενός εξαρτήματος αξίας €2000 στο μηχάνημα το οποίο η Ενάγουσα 1 ουδέποτε κατέβαλε. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι μετά από επιπλέον παράπονα της Ενάγουσας 1 προέβησαν σε αντικατάσταση του μηχανήματος ενώπιον τεχνικού παρόλο που δεν ήταν υποχρέωση τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων, οποιαδήποτε βλάβη στο μηχάνημα έγινε εξ υπαιτιτότητας της Ενάγουσας 1 η οποία παρόλες τις προτροπές του Εναγόμενου 1 και του τεχνικού εισερχόταν διά του υπολογιστή στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος. Ανταπαιτούν εναντίον των Εναγουσών ποσό ύψους €2000 σε σχέση με το εξάρτημα που αντικατέστησαν στο μηχάνημα. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση επαναλαμβάνοντας τα όσα ανέφεραν στην Έκθεση Απαίτησης και αρνούμενοι τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τους Εναγόμενους. Αναφέρουν ότι δεν έγινε καμία εκπαίδευση στην Ενάγουσα 1 ούτε παραδόθηκαν οποιεσδήποτε οδηγίες χρήσης (manual) του μηχανήματος. Σε ότι αφορά το ποσό που ανταπαιτούν οι Εναγόμενοι προβάλλεται η θέση ότι το εν λόγω ποσό ουδέποτε ζητήθηκε από αυτούς καθώς η εν λόγω ανάγκη προέκυψε κατά τη διάρκεια της περιόδου εγγύησης του επίδικου μηχανήματος. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε αντικατάσταση του επίδικου μηχανήματος με άλλο μεταχειρισμένο προσωρινά και παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας ουδέποτε επιδιόρθωσαν και/ή της επέστρεψαν το επίδικο μηχάνημα. Η Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί.[1] Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία ρητά δηλώνονται ως τέτοια, είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση.[2] Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων.[3] Περαιτέρω, ως είναι νομολογημένο,[4] η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση. Από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία ως επίσης και από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν κατά την ακρόαση διαφάνηκε ότι τα ακόλουθα συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: (α) Η Ενάγουσα 1, φυσιοθεραπεύτρια στο επάγγελμα, μαζί με τον πατέρα της, διευθυντή της Ενάγουσας 2 επισκέφθηκαν στις αρχές του 2011 το κατάστημα που διατηρούν οι Εναγόμενοι και επέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά ενός μηχανήματος υδροθεραπείας με την ονομασία Medyjet. (β) Η Εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια της εμπορικής επωνυμίας «Μ.Μ. MEDYJET». Οι Εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν εισαγωγείς και πωλητές μηχανημάτων υδροθεραπείας με την ονομασία Medyjet και εμπορεύονταν με τη ρηθείσα εμπορική επωνυμία. (γ) Στο κατάστημα των Εναγομένων υπήρχε σχετικό δείγμα του μηχανήματος υδροθεραπείας μάρκας Medyjet και αφού ο Εναγόμενος 1 έκανε σχετική επίδειξη του δείγματος στην Ενάγουσα 1 εξηγώντας σε αυτήν τις λειτουργίες και δυνατότητες του μηχανήματος, έλαβε χώρα η παραγγελία και συνακόλουθα η αγορά ενός καινούργιου μηχανήματος στην τιμή των €17,000 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (στο εξής το Πρώτο Μηχάνημα). (δ) Για την αγορά του Πρώτου Μηχανήματος, δόθηκε στον Εναγόμενο 1 προκαταβολή ύψους €2.000 από τον πατέρα της Ενάγουσας 1 ενώ το υπόλοιπο ποσό των €15,000 πληρώθηκε από την Ενάγουσα 1 στον Εναγόμενο 1 με επιταγή που εκδόθηκε στο όνομα του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 5). (ε) Για την αγορά του Πρώτου Μηχανήματος εκδόθηκε τιμολόγιο στο όνομα της Ενάγουσας 2 (Τεκμήριο 3). (στ) Το Πρώτο Μηχάνημα παραδόθηκε στην Ενάγουσα 1 μαζί με δέσμη καρτών οι οποίες συνδέονταν στο Πρώτο Μηχάνημα και έδιναν πρόσβαση σε διάφορα προγράμματα. (ζ) Τον Ιούλιο του 2011 το Πρώτο Μηχάνημα παρουσίαζε προβλήματα λειτουργίας τα οποία ο Εναγόμενος 1 αναλάμβανε και επιδιόρθωνε. Προκειμένου να τεθεί το Πρώτο Μηχάνημα σε λειτουργία χρειαζόταν να γίνεται επανεκκίνηση (restart) του λογισμικού του (software). (η) Τον Δεκέμβριο του 2012 το Πρώτο Μηχάνημα σταμάτησε να λειτουργεί οπότε ζητήθηκε η παρέμβαση του Εναγόμενου 1 ο οποίος επισκέφθηκε την Ενάγουσα 1 με σκοπό την επιδιόρθωση του Πρώτου Μηχανήματος. Έγινε προσπάθεια επιδιόρθωσης του Πρώτου Μηχανήματος στο πλαίσιο της οποίας ο Εναγόμενος 1 προέβη σε αντικατάσταση εξαρτημάτων αξίας €2000.[5] (θ) Μετά την αντικατάσταση των εξαρτημάτων στο Πρώτο Μηχάνημα, αυτό παρουσίασε και πάλι πρόβλημα λειτουργίας οπότε ειδοποιήθηκε εκ νέου ο Εναγόμενος 1 για επιδιόρθωση του. (ι) Ο Εναγόμενος 1 ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Ενάγουσας 1, οπότε τον Απρίλιο του 2013 επισκέφθηκε τον χώρο που βρισκόταν το Πρώτο Μηχάνημα, πήρε το Πρώτο Μηχάνημα από την Ενάγουσα 1 και αυθημερόν αντικατέστησε το Πρώτο Μηχάνημα με το δείγμα του μηχανήματος που είχε στο κατάστημα του (στο εξής το Δεύτερο Μηχάνημα). (κ) Το Πρώτο Μηχάνημα δεν επιστράφηκε στην Ενάγουσα 1 και η Ενάγουσα 1 έχει μέχρι σήμερα στην κατοχή της το Δεύτερο Μηχάνημα. (λ) Η Ενάγουσα 1 μετά την παράδοση του Δεύτερου Μηχανήματος τον Απρίλιο του 2013 χρησιμοποιούσε το Δεύτερο Μηχάνημα για την εργασία της. (μ) Το Δεύτερο Μηχάνημα παρουσίασε επίσης προβλήματα λειτουργίας οπότε η Ενάγουσα 1 κάλεσε τεχνικό για επιδιόρθωση των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στο Δεύτερο Μηχάνημα. Εντοπίστηκαν δύο προβλήματα στο Δεύτερο Μηχάνημα. Το πρώτο πρόβλημα συνίστατο σε βλάβη στον εκτοξευτήρα νερού (jet) και στους δύο αισθητήρες (sensors) του εκτοξευτήρα το οποίο επιδιορθώθηκε από τον τεχνικό. Το δεύτερο πρόβλημα συνίστατο σε βλάβη στον υπολογιστή του Δεύτερου Μηχανήματος το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να χρειάζεται να γίνεται κάποιες φορές (η ακριβής συχνότητα δεν διευκρινίστηκε) επαναπρογραμματισμός του Δεύτερου Μηχανήματος για να μπορεί να τίθεται σε λειτουργία. Οι κινήσεις που έπρεπε να γίνονται κάθε φορά από την Ενάγουσα 1 για τον επαναπρογραμματισμό του Δεύτερου Μηχανήματος ήταν οι ίδιες. Προκειμένου να επιδιορθωθεί μόνιμα το πρόβλημα αυτό θα έπρεπε να γίνει αλλαγή του υπολογιστή του Δεύτερου Μηχανήματος πλην όμως η εταιρεία του τεχνικού που κάλεσε η Ενάγουσα 1 αποφάσισε ότι δεν επιθυμούσε να προβεί στη σχετική επιδιόρθωση. Το κόστος της ρηθείσας επιδιόρθωσης ανερχόταν στο ποσό των €
  9. (ν) Για τις υπηρεσίες του τεχνικού για την επιδιόρθωση του Δεύτερου Μηχανήματος η Ενάγουσα 1 κατέβαλε το ποσό των €250 (Τεκμήριο 8). Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προσαχθείσα Μαρτυρία: Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο

(2)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα XXXXX Καλλένου (ενάγουσα 1) (ΜΕ1) και δεύτερος μάρτυρας ο κ. XXXXX Χριστοδούλου, τεχνικός διευθυντής στην Pamenea Trading (ΜΕ2). Για την πλευρά των Εναγομένων έδωσαν μαρτυρία δύο
(2)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. XXXXX Ευαγγέλου (Εναγόμενος 1) (ΜΥ1) και δεύτερος μάρτυρας ο κ. XXXXX Μπάσιο, μηχανολόγος μηχανικός (ΜΥ2). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα και, ειδικότερα, στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επίδικων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης, πάντοτε, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα.[6] ΜΕ1: Η ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Α). Ανέφερε ότι ασκεί το επάγγελμα της φυσιοθεραπεύτριας από το
  1. Περί τα τέλη του 2010 και αρχές του 2011 επισκέφθηκε μαζί με τον πατέρα, τον θείο και τον σύζυγο της το κατάστημα των Εναγομένων και δοκίμασε ένα μηχάνημα Medyjet (υδροθεραπείας). Ο Εναγόμενος 1 την πληροφόρησε ότι το μηχάνημα βρισκόταν στον εκθεσιακό χώρο ως δείγμα προς παραγγελία. Ανέφερε ότι η ίδια δοκίμασε το μηχάνημα, το εξέτασε και ξάπλωσε σε αυτό καθώς ο Εναγόμενος 1 της επεξηγούσε τις λειτουργίες και τα προγράμματα του. Αφού έμεινε ικανοποιημένη από τις προδιαγραφές και λειτουργίες του μηχανήματος ως αυτές τέθηκαν από τον Εναγόμενο 1 ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να προβεί σε παραγγελία καινούργιου. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι κατά την 9/3/2011 ο Εναγόμενος 1 της παρέδωσε το μηχάνημα μαζί με δέσμη καρτών οι οποίες συνδέονταν με το μηχάνημα και της έδιναν πρόσβαση σε εξειδικευμένα προγράμματα. Ακολούθως, ανέφερε ότι συμφωνήθηκε με τον Εναγόμενο 1 ότι το μηχάνημα θα έφερε εγγύηση δύο ετών. Ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε εισήλθε ή μπορούσε να εισέλθει στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι το μηχάνημα από τους πρώτους μήνες λειτουργίας του παρουσίαζε κατά περιόδους διάφορα προβλήματα τα οποία ο Εναγόμενος 1 αναλάμβανε και επιδιόρθωνε λόγω της συμφωνηθείσας εγγύησης. Τον Δεκέμβριο του 2012 το μηχάνημα σταμάτησε να λειτουργεί οπότε ο Εναγόμενος 1 προσήλθε στο φυσιοθεραπευτήριο της προσπαθώντας να επιδιορθώσει το μηχάνημα χωρίς αποτέλεσμα. Τον Φεβρουάριο του 2013 αντικατέστησε στο μηχάνημα ένα εξάρτημα αξίας €2000 αλλά δεν απαίτησε κανένα ποσό αναγνωρίζοντας ότι η βλάβη καλυπτόταν από την εγγύηση. Έπειτα, το μηχάνημα παρουσίασε και πάλι πρόβλημα οπότε ο Εναγόμενος 1 την ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να το μεταφέρει στο δικό του εργαστήριο για να το επιδιορθώσει και να της το επιστρέψει εντός 10 ημερών επιδιορθωμένο. Η ίδια του ζήτησε να της αντικαταστήσει το μηχάνημα με άλλο όμοιο με το δικό της για να μπορέσει να συνεχίσει την εργασία της χωρίς σοβαρή ζημιά. Στις 24/4/13 ο Εναγόμενος 1 έλαβε το μηχάνημα για να το επιδιορθώσει και το αντικατέστησε προσωρινά με άλλο μεταχειρισμένο μηχάνημα για να μπορέσει η Ενάγουσα 1 να συνεχίσει την εργασία της. Όταν η ίδια έθεσε σε λειτουργία το μεταχειρισμένο μηχάνημα αντιλήφθηκε ότι δεν επρόκειτο για ένα εντελώς όμοιο μηχάνημα, ήταν παλαιότερο, δεν είχε προγράμματα που να προσομοιάζουν του μηχανήματος που αγόρασε και δεν υποστήριζε χρήση των καρτών εξειδικευμένων προγραμμάτων που χρησιμοποιούσε στο μηχάνημα που είχε αγοράσει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αμέσως μετά την εγκατάσταση του μεταχειρισμένου μηχανήματος άρχισε και αυτό να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα λειτουργικότητας μέχρι και περίπου τις αρχές του 2016 όπου έκτοτε η χρήση του ήταν πλέον αδύνατη. Περί τον Σεπτέμβριο του 2014 και αφού δεν μπορούσε να εντοπίσει τους εναγόμενους αποτάθηκε σε μηχανικό για την επιδιόρθωση του μεταχειρισμένου μηχανήματος ώστε να μπορέσει να συνεχίσει την εργασία της στο βαθμό που της επέτρεπε η χρήση του εν λόγω μηχανήματος. Σύμφωνα με την ίδια, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλε ο μηχανικός που καλούσε, το μεταχειρισμένο μηχάνημα εργαζόταν μόνο για μικρά η διακεκομμένα χρονικά διαστήματα και δεν επανερχόταν σε πλήρη λειτουργήσιμη κατάσταση. Ο μηχανικός χρέωσε για τις υπηρεσίες του το ποσό των €250 και από το 2016 δεν είναι σε θέση, όπως η ίδια ανέφερε, να χρησιμοποιήσει το μεταχειρισμένο μηχάνημα καθώς είναι πλέον εκτός λειτουργίας και αδύνατον να επιδιορθωθεί. Τέλος, ανέφερε ότι στερείται τη χρήση του μηχανήματος που αγόρασε από τις 24/4/2013 μέχρι σήμερα και ότι ενόψει τούτου η φήμη και το πελατολόγιο της υπέστη σοβαρό πλήγμα, τα εισοδήματα της μειώθηκαν δραστικά και από το 2013 μέχρι και σήμερα έχει συνεχόμενη απώλεια εισοδήματος για τουλάχιστον 2 πρόσωπα ανά κάθε εργάσιμη ημέρα που στερείται το μηχάνημα από €30 περίπου έκαστο πρόσωπο. Η ίδια κάλεσε επανειλημμένα, όπως ανέφερε, τους Εναγόμενους είτε να επιστρέψουν το μηχάνημα της είτε να προβούν σε αντικατάσταση του με άλλο καινούργιο και λειτουργήσιμο. Αντίθετα, οι Εναγόμενοι εγκατέλειψαν στο φυσιοθεραπευτήριο της ένα διαφορετικό και επίσης ελαττωματικό μηχάνημα το οποίο δεν την εξυπηρετεί στην εργασία της και δεν μπορεί να της προσφέρει τις λειτουργίες του μηχανήματος που αρχικά αγόρασε. Αντεξεταζόμενη, σε σχέση με το πως λειτουργούσε το μηχάνημα ανέφερε ότι έμπαινε πρώτα με έναν τετραψήφιο αριθμό και είχε πρόσβαση σε προγράμματα, ρύθμιζε τον χρόνο και έθετε τα προγράμματα σε λειτουργία. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ανέφερε ότι αυτά που γνώριζε για το μηχάνημα ήταν αρκετά για να λειτουργήσει το μηχάνημα και να προχωρήσει σε υδροθεραπεία πλην όμως δεν είχε την επιλογή σε περίπτωση που γινόταν κάτι στο μηχάνημα να μπορεί να μπει η ίδια να δει τι έγινε και αν μπορεί να το διορθώσει. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο Εναγόμενος 1 της είχε πει να μην μπαίνει στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να συγχύσει το μηχάνημα. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι τα πρώτα προβλήματα ξεκίνησαν λόγω των συνεχόμενων διακοπών του ρεύματος από την έκρηξη στο Μαρί καθώς και εξαιτίας του ότι η ίδια έμπαινε στο τεχνικό σύστημα με αποτέλεσμα να χρειαστεί να διορθωθεί το εξάρτημα που αντικαταστάθηκε. Επί τούτου, ανέφερε ότι δεν είχε αυτήν την δυνατότητα, δηλαδή να μπαίνει στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος καθότι δεν είχε τον κωδικό που θα της επέτρεπε να κάνει κάτι τέτοιο. Σε σχέση με τα προβλήματα λειτουργίας του μηχανήματος, διαφώνησε ότι αυτά εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 2011 αναφέροντας ότι είχε εμφανίσει πρόβλημα λειτουργίας από την αρχή. Ερωτηθείσα σε σχέση με τις αποδείξεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως προς την ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων (Τεκμήριο 9) ανέφερε ότι στον κάθε ασθενή της δεν γράφει τι κάνει συγκεκριμένα, κάνει διάφορες θεραπείες και γράφει γενικά «φυσικοθεραπεία» η οποία περιλαμβάνει διάφορες μεθόδους θεραπείας. Επίσης ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 9 (διάφορες αποδείξεις είσπραξης) ότι δεν θυμάται εάν έκανε υδροθεραπεία στον καθένα από τους ασθενείς που αφορούν οι αποδείξεις αυτές. Ερωτηθείσα σε σχέση με την αναφορά της στην απώλεια εισοδήματος για 2 πρόσωπα από €30 ημερησίως ανέφερε ότι το ποσό το έβαλε στο περίπου. Περαιτέρω, κληθείσα να υποδείξει με αναφορά στο Τεκμήριο 6 (φωτογραφίες του Πρώτου και Δεύτερου Μηχανήματος) πως φαίνεται ότι επρόκειτο περί διαφορετικών μηχανημάτων, ανέφερε ότι η ίδια δεν είναι τεχνικός και ότι το δεύτερο μηχάνημα δεν είχε τα προγράμματα που είχε το πρώτο και δεν ήταν εντελώς όμοιο. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο επιδιορθώθηκε τελικά το δεύτερο μηχάνημα ανέφερε ότι ο τεχνικός την καθοδηγούσε να το θέτει σε λειτουργία και ότι το έθεσε σε μία λειτουργία αλλά όχι εντελώς. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι το δεύτερο μηχάνημα ήταν το ίδιο μοντέλο με το πρώτο και λειτουργικό. ΜΕ2: Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν ο κ. XXXXX Χριστοδούλου, τεχνικός διευθυντής στην Pamenea Trading. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έχει εξειδίκευση στα μηχανήματα μάρκας Medyjet από το 2011 και ότι η πρώτη επαφή με την Ενάγουσα 1 ήταν όταν ο ίδιος δούλευε στην εταιρεία Impophar ως τεχνικός και τους ενημέρωσε ότι είχε πρόβλημα το μηχάνημα της και έτσι επισκέφθηκαν τον χώρο της. Ερωτηθείς σε σχέση με το τι διαπίστωσε όταν επισκέφθηκε την Ενάγουσα 1 ανέφερε ότι υπήρχε πρόβλημα με τον ένα από τους εκτοξευτήρες νερού (Jet). Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είχε μέσα νερό και ένα από τα γρανάζια ήταν μαγκωμένα. Ερωτηθείς για την αιτία που προκαλεί αυτό το πρόβλημα ανέφερε ότι είναι το να μην σφραγιστεί σωστά το σημείο εισδοχής των καλωδίων λέγοντας ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να προκαλέσει αυτή τη βλάβη αφού δεν μπορεί η ίδια να ήρθε σε επαφή με αυτό. Για να προβούν στη συγκεκριμένη επιδιόρθωση ανέφερε ότι χρειάστηκε να εισέλθει στο λογισμικό μέρος του μηχανήματος χρησιμοποιώντας το «service manual» το οποίο έχει κωδικούς πρόσβασης στο τεχνικό τμήμα του μηχανήματος. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι ο κωδικός που χρησιμοποιήθηκε είναι μόνο για τεχνική υποστήριξη και κανονικά κάποιος χρήστης δεν πρέπει να τον γνωρίζει. Κατέθεσε το Τεκμήριο 13 το οποίο όπως είπε, δίδεται στους χρήστες και μέσα έχει τον κωδικό χρήστη που επιτρέπει σε οποιοδήποτε χρήστη να αλλάξει την ώρα, τη γλώσσα, να ρυθμίσει την πίεση του εκτοξευτήρα, τη θερμοκρασία του νερού, να προγραμματίσει κάρτες και να κάνει κάποια συγκεκριμένα προγράμματα που χρειάζεται ο ίδιος. Περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι με τον κωδικό χρήστη που έχει ο κάθε αγοραστής δεν θα μπορούσε η Ενάγουσα 1 να εισέλθει στα τεχνικά μέρη του μηχανήματος και δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα στο τεχνικό κομμάτι του μηχανήματος. Ακολούθως, ανέφερε ότι ξαναείδε το μηχάνημα και διαπίστωσε ότι για να μπει στο μηχάνημα η Ενάγουσα 1 χρειαζόταν να γίνει επαναπρογραμματισμός του μηχανήματος γιατί δεν συγκρατούσε στη μνήμη του τα δεδομένα που του έδιναν. Ανέφερε ότι προσπάθησαν με την αλλαγή της μπαταρίας να διορθώσουν το πρόβλημα αλλά εν τέλει για να επιδιορθωθεί μόνιμα η βλάβη θα έπρεπε να αλλαχθεί ο υπολογιστής του μηχανήματος. Ανέφερε ότι δεν έκαναν αυτήν την αλλαγή επειδή η εταιρεία του απέφυγε να κάνει περαιτέρω αγορές για να επιδιορθώσουν ένα μηχάνημα που δεν πούλησαν στην Ενάγουσα
  2. Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με τακτικές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον ίδιο στο πλαίσιο των οποίων την καθοδηγούσε να επαναρυθμίζει το μηχάνημα χωρίς να χρειάζεται να εισέρχεται στο τεχνικό τμήμα για να το πράξει. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι η πρώτη επαφή με την Ενάγουσα 1 ήταν τον Απρίλιο του 2014 και πέρασαν οκτώ μήνες μέχρι να τιμολογήσουν μέχρι να δουλεύει εντάξει, όπως ανέφερε, το μηχάνημα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Ενάγουσα 1 πέρα από τα υφιστάμενα προγράμματα του μηχανήματος δεν κατάφερε να δημιουργήσει νέα προγράμματα επειδή δεν μπορούσε το μηχάνημα να συγκρατήσει στη μνήμη του τα δεδομένα που του δίδονταν, εξαιτίας του προβλήματος με τον υπολογιστή του μηχανήματος. Αναγνώρισε τις κάρτες προγραμμάτων (Τεκμήριο 2) λέγοντας ότι η Ενάγουσα 1 προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τις κάρτες αυτές αλλά δεν τις δεχόταν το μηχάνημα και ο ίδιος δεν είχε το συγκεκριμένο λογισμικό για να προσθέσει τα συγκεκριμένα προγράμματα και ότι και να έκανε χειροκίνητα μία κάρτα την επόμενη μέρα θα το διέγραφε. Τέλος, ανέφερε η χρήση η οποία γινόταν από την ενάγουσα 1 στο συγκεκριμένο μηχάνημα δεν θα μπορούσε να προκαλέσει κανένα από τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν από τον ίδιο. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι σε όλα τα μηχανήματα ο κωδικός χρήστη είναι ο ίδιος και είναι ένας συγκεκριμένος κωδικός και είναι αυτός που χρειάζεται οποιοσδήποτε για να λειτουργήσει τα προγράμματα του μηχανήματος και να τα διαμορφώσει όπως θέλει. Σε σχέση με την ανάγκη για επαναπρογραμματισμό του μηχανήματος ανέφερε ότι οι κινήσεις που έπρεπε να γίνονται από την Ενάγουσα 1 κάθε φορά για τον επαναπρογραμματισμό του ήταν πάντοτε οι ίδιες. Ερωτηθείς για τη συχνότητα ανέφερε ότι για ένα διάστημα η επικοινωνία του με την Ενάγουσα 1 ήταν καθημερινή και τις έδινε τις ίδιες οδηγίες για τον επαναπρογραμματισμό του μηχανήματος. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι δεν μπορεί ένας χρήστης να αποσυντονίσει το μηχάνημα εισερχόμενος στο τεχνικό σύστημα. Όπως ανέφερε, αυτό το οποίο μπορεί να κάνει είναι πατώντας κάποιο τόξο να μην λειτουργεί το ζεστό νερό ή να μην λειτουργεί στο 80% το μοτέρ για την πίεση του νερού. Σε σχετικές υποβολές ότι η ενάγουσα εισήλθε στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος, αύξησε την πίεση του εκτοξευτήρα (jet) και ως εκ τούτου προκάλεσε βλάβη, διαφώνησε λέγοντας ότι δεν γίνεται κάτι τέτοιο αφού σε μία τέτοια περίπτωση θα καταστρέφονταν τα μοτέρ και τα μοτέρ είναι διαφορετικά σημεία από αυτά που επιδιόρθωσαν οι ίδιοι. Σε σχέση με το κατά πόσο μπορούν οι διακοπές ρεύματος να προκαλέσουν βλάβη στο μηχάνημα απάντησε ότι οι απόψεις διίστανται σε σχέση με το ζήτημα αυτό λέγοντας ότι προκαλούνται βλάβες. ΜΥ1: Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγομένων ήταν ο κ. XXXXX Ευαγγέλου, (Εναγόμενος 1) ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι περί τον Φεβρουάριο του 2011 επισκέφθηκαν το κατάστημα τους η Ενάγουσα 1 μαζί με τον πατέρα της, διευθυντή της Ενάγουσας 2 και επέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά ενός μηχανήματος υδροθεραπείας Medyjet. Ο ίδιος τους έκανε επίδειξη του μηχανήματος, τους εξήγησε της λειτουργίες και δυνατότητες του μηχανήματος και τους τόνισε ότι παρέχεται 1 χρόνος εγγύηση για το μηχάνημα. Οι Ενάγοντες, όπως ανέφερε, το αποδέκτηκαν και αποφάσισαν να αγοράσουν το μηχάνημα. Περί την 28/2/2011 το μηχάνημα παραδόθηκε στην Ενάγουσα 1 στην παρουσία του πατέρα της ο οποίος εκπροσωπούσε την Ενάγουσα
  3. Παρέδωσε επίσης στην Ενάγουσα 1 όλα τα σχετικά έγγραφα που συνοδεύονταν με το μηχάνημα όπως το σχετικό εγχειρίδιο (Operation Instruction Manual), CD (Manual) και άλλο manual με οδηγίες για προγραμματισμό καρτών (chipcard) καθώς επίσης και 20 κάρτες (chipcard), πενάκι για το computer και διαφημιστικά του μηχανήματος. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, της εξήγησε τη λειτουργία του μηχανήματος και την εκπαίδευσε για τη χρήση του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα Τεκμήρια 13 και 14 (εγχειρίδια του μηχανήματος) βρίσκονταν στην κατοχή της Ενάγουσας
  4. Ακολούθως, ανέφερε ότι της συνέστησε να μην επεμβαίνει στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι το μηχάνημα λειτούργησε σωστά και χωρίς σοβαρά προβλήματα για 2 και πλέον έτη εκτός της περιόδου κατά την έκρηξη στο Μαρί (11/7/11) λόγω των συνεχών διακοπών ηλεκτρικού ρεύματος στην Κυπριακή επικράτεια που σε αυτήν την περίοδο αγνοούσε τις οδηγίες της ΑΗΚ και τις δικές του να σβήνει το μηχάνημα από την πρίζα όταν δεν το λειτουργεί. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ενάγουσα 1 παρόλες τις υποδείξεις του εισερχόταν δια του υπολογιστή στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος και το αποσυντόνιζε και τότε αναγκαστικά την επισκεπτόταν τηρώντας την υπόσχεση του ότι θα την βοηθούσε. Ακολούθως, περί τα τέλη Φεβρουαρίου είχε παρουσιαστεί πρόβλημα με τον αποσυντονισμό του μηχανήματος και επισκέφθηκε την Ενάγουσα 1 μαζί με τεχνικό για να επιδιορθώσουν το τεχνικό σύστημα. Εξαιτίας των ενεργειών της Ενάγουσας 1 το μηχάνημα υπέστη βλάβη και αναγκάστηκε να προβεί σε αντικατάσταση εξαρτημάτων αξίας €2000 ποσό που ουδέποτε του καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες. Τον Μάρτιο του 2013 ειδοποιήθηκε και πάλι από την Ενάγουσα 1 ότι είχε πρόβλημα το μηχάνημα οπότε επισκέφθηκε το φυσιοθεραπευτήριο της μαζί με τεχνικό. Μετά από εξέταση του μηχανήματος διαφάνηκε ότι και πάλι η Ενάγουσα 1 είχε επέμβει στο τεχνικό μέρος του μηχανήματος και άλλαξε το λογισμικό του με αποτέλεσμα να μην μπορεί ούτε ο ίδιος ούτε ο τεχνικός να το επαναπρογραμματίσουν επί τόπου. Ανέφερε ότι η Ενάγουσα 1 χρησιμοποιώντας τους κωδικούς του τεχνικού μέρους εισήλθε στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος με αποτέλεσμα να το αποσυντονίσει εντελώς και να του δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα αφού έμπλεξε τον μηχανισμό των jet. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πειράχτηκε το μηχανικό κομμάτι που δεν έπρεπε να επεμβαίνει εκεί κανείς εκτός από τον τεχνικό και άλλαξαν οι ρυθμίσεις. Αποτέλεσμα τούτου ήταν, όπως ανέφερε, να μπλεχτούν οι εκτοξευτήρες νερού (jet) και στη συνέχεια ανέφερε ότι από τη στιγμή που μπλοκαρίστηκε το σύστημα το αποτέλεσμα ήταν να μπλεχτούν οι αγκώνες μεταξύ τους οι οποίες υπάρχουν πάνω στον εκτοξευτήρα νερού (jet). Έπρεπε το μηχάνημα να μεταφερθεί στον χώρο του για να επιδιορθωθεί και όταν το ανέφερε αυτό στον πατέρα της αυτός τους ζήτησε να της αλλάξει το μηχάνημα με μηχάνημα που είχε στον χώρο του. Παρόλο που δεν ήταν υποχρέωση τους, όπως ανέφερε, επειδή κουράστηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά για να λύσει το πρόβλημα και να ησυχάσει τους προμήθευσε με το μηχάνημα-δείγμα το οποίο είχε στο κατάστημα τους, το οποίο ήταν πλήρως προγραμματισμένο και πιο αναβαθμισμένο με πάρα πολλά επιπλέον προγράμματα/θεραπείες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το συγκεκριμένο μηχάνημα είναι το ίδιο με αυτό που αγόρασε η Ενάγουσα 1 και τέλος, ανέφερε ότι το γεγονός ότι επενέβαινε στο τεχνικό σύστημα αποδεικνύεται μέσω του λογισμικού του εφόσον φαινόταν η κάθε επέμβαση που γινόταν πάνω στο τεχνικό μέρος του μηχανήματος με ημερομηνία και ώρα και η ευθύνη για τις βλάβες στα μηχανήματα είναι αποκλειστικά δική της. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος ξέρει τις βασικές λειτουργίες αυτών των μηχανημάτων και σε ότι αφορά το τεχνικό μέρος αυτός δεν επενέβαινε αφού ήταν δουλειά του τεχνικού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στον χώρο του είχε δύο μηχανήματα που δοκίμαζαν οι πελάτες του το ένα εκ των οποίων ήταν αυτό που αγόρασαν οι Ενάγοντες και άλλα δύο στην αποθήκη του, το ένα ήταν αυτό που πωλήθηκε στους Ενάγοντες και το άλλο δεν ήταν για πώληση αφού το είχε για εξαρτήματα. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι το μηχάνημα δουλεύει από μόνο του με διάφορα προγράμματα που έχει στον υπολογιστή του αλλά έδινε τη δυνατότητα στο χρήστη να κάνει ατομική κάρτα στον κάθε πελάτη προγραμματίζοντας την κάρτα ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε πελάτη. Ερωτηθείς για το κατά πόσο με τον κωδικό χρήστη μπορούσε να μπει στο τεχνικό σύστημα ανέφερε υπάρχει και ο κωδικός για το τεχνικό σύστημα παραπέμποντας στο Τεκμήριο 14 (Εγχειρίδιο με την ονομασία Operation Instructions) και κληθείς να τον υποδείξει παρέπεμψε σε δύο σελίδες του εν λόγω τεκμηρίου λέγοντας ότι αυτοί οι κωδικοί δίνουν τη δυνατότητα για κάποιες επεμβάσεις στον υπολογιστή του μηχανήματος για να αλλάξουν κάποιες ρυθμίσεις του μηχανήματος, συμφωνώντας ότι πρόκειται μόνο για κάποιες και όχι για όλες τις ρυθμίσεις. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε ότι τον κάλεσε για πρώτη φορά η Ενάγουσα 1 για προβλήματα στο πρώτο μηχάνημα μετά την έκρηξη στο Μαρί, τον Ιούλιο του 2011 όπου έπρεπε να γίνεται επανεκκίνηση (restart) επειδή οι αυξομειώσεις του ρεύματος επηρέαζαν τη λειτουργία του μηχανήματος. Σε ότι αφορά τις κάρτες που παραδόθηκαν μαζί με το πρώτο μηχάνημα ανέφερε ότι κάποιες από αυτές τις προγραμμάτισε ο ίδιος και στη συνέχεια η ίδια διευκρινίζοντας ότι μπορούσε να αλλάξει τις εν λόγω κάρτες σβήνοντας και γράφοντας νέες κινήσεις. Στη συνέχεια, ερωτηθείς σε σχέση με την αναφορά του κατά την κυρίως εξέταση του ότι η Ενάγουσα 1 άλλαξε το λογισμικό του μηχανήματος ανέφερε ότι αλλάξαν τα χιλιοστά των γραναζιών όσον αφορά την προκαθορισμένη κίνηση που είχαν και μπλέχτηκαν οι αγκώνες των εκτοξευτήρων νερού. Σε υποβολή ότι η Ενάγουσα 1 δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί στις ενέργειες που της καταλογίζει διαφώνησε λέγοντας ότι φαινόταν μέσα στον υπολογιστή με ημερομηνία και ώρα όταν κάποιος επενέβαινε στο τεχνικό μέρος και σε ερώτηση κατά πόσο έχει το ιστορικό για να το παρουσιάσει απάντησε αρνητικά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι κάρτες που είχε η Ενάγουσα 1 δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο δεύτερο μηχάνημα λέγοντας ότι οι κάρτες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε όλα τα μηχανήματα. ΜΥ2: Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγομένων ήταν ο κ. XXXXX Μπάσιο, μηχανολόγος μηχανικός. Κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε τα Τεκμήρια 12, 13, και 14 λέγοντας ότι είναι τα manuals για το μηχάνημα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι επισκέφθηκε την Ενάγουσα 1 μαζί με τον Εναγόμενο 1 περίπου 7-8 φορές. Ανέφερε ότι για το συγκεκριμένο μηχάνημα εκπαιδεύτηκε αφού ήρθαν κάποιοι από την Γερμανία και τον εκπαίδευσαν. Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο μπορεί το μηχάνημα να πάθει βλάβη από διακοπές ρεύματος απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι αυτά τα μηχανήματα «σαντανώνουνται». Περαιτέρω, ανέφερε ότι η ενάγουσα 1 μπορούσε να εισέρχεται στο τεχνικό σύστημα καθότι είχε τους κωδικούς μέσα στα manuals. Ερωτηθείς σε τι οφείλονταν οι βλάβες στο μηχάνημα της Ενάγουσας 1 ανέφερε ότι όταν πειράζει τα προγράμματα ή προσπαθεί να κάνει κάτι χωρίς να μπορεί να το κάνει «σαντανώνεται». Σε ερώτηση πως αντιλήφθηκε ότι επενέβη στο τεχνικό σύστημα ανέφερε ότι έχει κάποιους κωδικούς με τους οποίους μπαίνουν στον υπολογιστή του μηχανήματος και τους λέει ποια μέρα και ποια ώρα μπήκε κάποιος στο τεχνικό σύστημα. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι ο ίδιος γνωρίζει μόνο για το πρώτο μηχάνημα αλλά όχι για το δεύτερο. Ερωτηθείς για το ποια προγράμματα είχε το μηχάνημα που είδε ανέφερε ότι όλα τα ίδια προγράμματα έχουν και ο χρήστης βάζει το πρόγραμμα, τις πιέσεις και τον χρόνο που θέλει. Ακολούθως, ανέφερε ότι ο χρήστης μπορεί να αλλάξει πολλά πράγματα, να μπει μέσα στο πρόγραμμα και να το αποσυντονίσει. Ερωτηθείς για τον λόγο που ήταν αναγκαία η αλλαγή των εξαρτημάτων ανέφερε ότι αποσυντονίστηκαν τα προγράμματα και χάλασαν τα γρανάζια, λέγοντας ότι τα γρανάζια με τους αγκώνες όταν μπαίνει οποιοδήποτε πρόγραμμα και του δίνεις διαφορετικές πιέσεις θα χαλάσουν και συγκεκριμένα, ότι σπάζουν τα δόντια των γραναζιών. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Ενάγουσα 1 δεν μπορούσε να εισέλθει στο τεχνικό σύστημα του μηχανήματος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εάν κάποιος κάνει το παραμικρό λάθος και αλλάξει παράμετρο μέσα στην οθόνη θα κάνει ζημιά. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[7] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[8] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[9] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[10] Αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα: Ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.[11] Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη, χωρίς όμως να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί.[12] Κατά την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες όπως για κάθε άλλο μάρτυρα[13], με μόνη ίσως διαφορά ότι η συμπεριφορά εμπειρογνωμόνων στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά γενικό κανόνα, δεν θεωρείται τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας του, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα.[14] Εν προκειμένω, ενόψει του ότι τίθενται ισχυρισμοί περί ελαττωματικότητας προϊόντων κρίνω σκόπιμο να αρχίσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που κατέθεσαν ως ειδικοί επί του εν λόγω ζητήματος, ήτοι του ΜΕ2 και ΜΥ
  5. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανέφεραν οι ΜΕ2 και ΜΥ2 ως προς τα προσόντα τους καθώς επίσης και τη μη αμφισβήτηση αυτών, δέχομαι ότι έκαστος κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας. Μαρτυρία ΜΕ2: Ο ΜΕ2 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Επεξήγησε με σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα τα όσα ο ίδιος διαπίστωσε όταν κλήθηκε από την Ενάγουσα 1 να επιδιορθώσει το Δεύτερο Μηχάνημα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ2 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΕ2 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν από τον ίδιο στο Δεύτερο Μηχάνημα και τα όσα ο ίδιος έπραξε με σκοπό την επιδιόρθωση του στην πραγματικότητα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση ούτε προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία ειδικού σε σχέση με τα όσα διαπιστώθηκαν από τον ΜΕ
  6. Ανεξάρτητα όμως από το γεγονός ότι δεν έχει προσκομιστεί αντίθετη μαρτυρία σε σχέση με τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν από τον ίδιο στο Δεύτερο Μηχάνημα, εξετάζοντας στο σύνολο της τη μαρτυρία του ΜΕ2 κατέστη σαφές ότι ο ίδιος ήταν σε θέση να εξηγήσει με τη δέουσα σαφήνεια και επιστημονικότητα τις διαπιστώσεις του με τρόπο ώστε το Δικαστήριο να δύναται να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Υπήρξε ειλικρινής στις αναφορές του ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε από την Ενάγουσα 1 το δεύτερο πρόβλημα που εντόπισε στο Δεύτερο Μηχάνημα, ήτοι του προβλήματος με τον υπολογιστή του μηχανήματος και της συνακόλουθης ανάγκης που παρίστατο κάποιες φορές για επαναπρογραμματισμό του προκειμένου να τεθεί σε λειτουργία κάθε φορά που παρίστατο τέτοια ανάγκη, λέγοντας ότι οι κινήσεις στις οποίες έπρεπε να προβαίνει ήταν κάθε φορά οι ίδιες, αφήνοντας να νοηθεί εμμέσως πλην σαφώς ότι επρόκειτο για κάτι που μπορούσε να αντιμετωπιστεί κάθε φορά από την Ενάγουσα 1 χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Άλλωστε, αυτό συνάδει και με την μαρτυρία της ΜΕ1 η οποία δεν αναζήτησε ξανά βοήθεια από τεχνικό για το Δεύτερο Μηχάνημα, πέραν της μοναδικής φοράς που κάλεσε τον ΜΕ2 το 2014 και παρά το γεγονός ότι η ίδια συνέχισε να το χρησιμοποιεί για την εργασία της μετά το 2014 και για άλλα δύο χρόνια όπως η ίδια δήλωσε. Με την ίδια ειλικρίνεια και αμεσότητα απάντησε όταν ρωτήθηκε για το κόστος επιδιόρθωσης του συγκεκριμένου προβλήματος το οποίο καθόρισε στα €
  7. Υπήρξε επίσης σταθερός και επεξηγηματικός στις αναφορές του σε σχέση με το ζήτημα του αποσυντονισμού του μηχανήματος λόγω εισόδου κάποιου χρήστη στο τεχνικό σύστημα εξηγώντας ότι αυτό που μπορεί να συμβεί σε μία τέτοια περίπτωση είναι η αλλαγή κάποιων λειτουργιών τις οποίες εξήγησε αλλά όχι ο αποσυντονισμός του μηχανήματος. Τέλος, υπήρξε επίσης σαφής και επεξηγηματικός και σε σχέση με τις δυνατότητες που έχει ο κάθε χρήστης των επίδικων μηχανημάτων εξηγώντας μεν ότι το Δεύτερο Μηχάνημα δεν δεχόταν τις κάρτες που είχε η ΜΕ1 στην κατοχή της πλην όμως παρείχε τη δυνατότητα δημιουργίας χειροκίνητα μίας κάρτας αλλά ο λόγος που ο ίδιος δεν προέβη σε τέτοια ενέργεια ήταν λόγω του προβλήματος με τον υπολογιστή του μηχανήματος εξηγώντας ουσιαστικά ότι δεν θα συγκρατούσε στη μνήμη του μία τέτοια ενέργεια. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί με ασφάλεια να βασισθεί σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Μαρτυρία ΜΥ2: Ο ΜΥ2 δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ2 στο σύνολο της διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από προχειρότητα, γενικότητα και ασάφεια. Η μαρτυρία του ΜΥ2 περιορίστηκε στο Πρώτο Μηχάνημα αφού ήταν ο τεχνικός που συνόδευε τον Εναγόμενο 1 στις επισκέψεις του για την επιδιόρθωση του κάθε φορά που καλείτο προς τούτο από την Ενάγουσα
  8. Η απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε σε τι οφείλονταν οι βλάβες στο Πρώτο Μηχάνημα κάθε άλλο παρά βοηθητική και επεξηγηματική ήταν. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Κοίταξε, άμα μπαίνει μες το πρόγραμμα και κάμνει κάτι, λόγω του ότι είναι ένα μηχάνημα... πώς να σου πω; Όπως το smartphone έτσι εν το μηχάνημα. Πειράζει τα προγράμματα ή κάμνει κάτι, προσπαθεί να κάμει κάτι χωρίς να μπορεί να το κάμει, σαντανώνεται, μπαίνουν τα jet μεταξύ τους, μπαίνουν τα... εν πρέπει κάτι να κάμεις χωρίς να είσαι εκατό τοις εκατό σίουρος πάνω σε κάτι μηχανήματα έτσι. Γιατί έχουν ηλεκτρικά, ηλεκτρονικά, υδραυλικά, μηχανικά, έχουν πολλά πράματα.» Καθίσταται σαφές ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια και ακρίβεια τι ήταν αυτό που κατ' ισχυρισμό έκανε η Ενάγουσα 1 στο Πρώτο Μηχάνημα και πως το μηχάνημα «σαντανώνεται» όπως ανέφερε. Δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει σε ποιο πρόγραμμα μπήκε η Ενάγουσα 1, τι πείραξε ή τι προσπάθησε να κάνει χωρίς να μπορεί να το κάνει και πως μπαίνουν τα Jet μεταξύ τους, όπως ανέφερε. Αναδύθηκε από την πιο πάνω απάντηση η αδυναμία του να εξηγήσει στο Δικαστήριο με ποιο τρόπο τα προβλήματα λειτουργίας του Πρώτου Μηχανήματος συνδέονταν με τη χρήση που γινόταν από την Ενάγουσα
  9. Ούτε και η αναφορά του ότι όταν πήγαν την πρώτη φορά στην Ενάγουσα 1 ήταν «συγχυσμένα τα προγράμματα» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, έπεισε, καθότι ουδόλως επεξήγησε με οποιοδήποτε τρόπο αυτή του τη δήλωση. Ενδεικτικές της όλης προχειρότητας της μαρτυρίας του ήταν και οι αναφορές του όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί ήταν αναγκαία η αλλαγή που έλαβε χώρα στα εξαρτήματα του Πρώτου Μηχανήματος. Και πάλι ανέφερε γενικά και αόριστα ότι αποσυντονίστηκαν τα προγράμματα χωρίς να εξηγήσει τι ακριβώς αποσυντονίστηκε και με ποιο τρόπο για να προσθέσει ότι όταν μπαίνεις στο πρόγραμμα και δίνεις διαφορετικές πιέσεις χαλούν και σπάζουν τα γρανάζια χωρίς να εξηγήσει σε ποιες πιέσεις αναφέρεται και πως αυτή η αλλαγή πιέσεων προκαλεί σπάσιμο στα γρανάζια όπως ανέφερε. Περαιτέρω, είναι αξιοσημείωτη και η έλλειψη συνοχής μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΥ1 και ΜΥ2 σε σχέση με τα προβλήματα του Πρώτου Μηχανήματος, ενδεικτική της αδυναμίας να δοθεί στο Δικαστήριο ακριβής και σαφής εικόνα της κατ' ισχυρισμό αιτίας των προβλημάτων στο Πρώτο Μηχάνημα, ήτοι των ενεργειών της Ενάγουσας 1 σύμφωνα πάντα με τη γραμμή της Υπεράσπισης. Ενώ ο ΜΥ1 έκανε αναφορά σε αλλαγή στις ρυθμίσεις των γραναζιών αναφέροντας συγκεκριμένα ότι άλλαξαν τα χιλιοστά των γραναζιών ο ΜΥ2 έκανε αναφορά σε αλλαγή στις πιέσεις, δημιουργώντας μία συγκεχυμένη εικόνα. Περαιτέρω, από την μαρτυρία του ΜΥ2 αναδύθηκε επίσης και μία προσπάθεια να βοηθήσει τον Εναγόμενο
  10. Ενώ ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως έχοντας γνώσεις επιδιόρθωσης των επίδικων μηχανημάτων γι' αυτό άλλωστε όπως ανέφερε συνοδευόταν από τεχνικό στις επισκέψεις του στην Ενάγουσα 1, ερωτηθείς ο ΜΥ2 κατά την αντεξέταση ως προς το κατά πόσο είχε τις γνώσεις ο Εναγόμενος 1 να επιδιορθώσει και ελέγξει το μηχάνημα απάντησε ότι πρέπει να ήξερε και ότι απλώς του ζήτησε να πάνε μαζί για να δουν τα μηχανικά μαζί του. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Μαρτυρία ΜΕ1: Η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο από την ΜΕ1 ήταν σε γενικές γραμμές θετική σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας της όπως αυτά θα υποδειχθούν στη συνέχεια, πλην όμως υπήρχαν άλλα σημεία στη μαρτυρία της από τα οποία είτε αναδύθηκε μία υπερβολή και προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων, είτε δεν υπήρχε συνοχή με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία, είτε χαρακτηρίζονταν από γενικότητα και ασάφεια. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ1 ως αυτό θα υποδειχθεί στη συνέχεια. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της ότι η ίδια δεν προέβη στις ενέργειες που της καταλογίστηκαν από τους Εναγόμενους, ήτοι την επέμβαση στο τεχνικό μέρος είτε του Πρώτου είτε του Δεύτερου Μηχανήματος με αποτέλεσμα τον κατ' ισχυρισμό αποσυντονισμό του, υπήρξε σταθερή και το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία της. Παρά την επίμονη προσπάθεια της αντεξέτασης να κλονίσει την αξιοπιστία της σε σχέση με το ζήτημα αυτό η ΜΕ1 υπήρξε σταθερή στη θέση της ότι τα προβλήματα στο Πρώτο Μηχάνημα δεν προκλήθηκαν από τη χρήση που έκανε η ίδια στο μηχάνημα και συγκεκριμένα ότι η ίδια όχι μόνο δεν προέβη στις ενέργειες που της καταλογίστηκαν αλλά ούτε και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε τέτοιες ενέργειες. Περαιτέρω, υπήρξε σαφής και σταθερή ότι τα προβλήματα λειτουργικότητας του Πρώτου Μηχανήματος είχαν αρχίσει από τους πρώτες μήνες αγοράς του και πριν τον Ιούλιο του 2011 που ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος
  11. Υπήρξε επίσης σταθερή και στη θέση της ότι το αρχικό αίτημα και επιθυμία της προς τον Εναγόμενο 1 ήταν να επιδιορθώσει το Πρώτο Μηχάνημα και να το επιστρέψει στην ίδια λέγοντας όμως ταυτόχρονα ότι ενόψει του ότι κάτι τέτοιο δεν έλαβε εν τέλει χώρα η ίδια έδωσε εναλλακτικές επιλογές στους Εναγόμενους καλώντας τους όπως ανέφερε είτε να της επιστρέψουν το Πρώτο Μηχάνημα με σκοπό να το επιδιορθώσει η ίδια είτε να αντικαταστήσουν το Πρώτο Μηχάνημα με άλλο «καινούριο και λειτουργήσιμο» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας της γίνεται λοιπόν αποδεκτό από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τις αναφορές της στην εμφάνιση προβλημάτων λειτουργικότητας που παρουσίασε και το Δεύτερο Μηχάνημα υπήρξε και πάλι σταθερή. Περαιτέρω, οι ρηθείσες αναφορές συνάδουν και με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία του ΜΕ
  12. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεκτεί και αυτό το μέρος της μαρτυρίας της. Σε ότι αφορά όμως τις λοιπές αναφορές της στο Δεύτερο Μηχάνημα και συγκεκριμένα ότι παρά τις προσπάθειες που κατέβαλλε ο μηχανικός αυτό εργαζόταν μόνο για μικρά ή διακεκομμένα χρονικά διαστήματα και ότι δεν επανερχόταν σε πλήρη λειτουργήσιμη κατάσταση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές καθότι αφενός ουδόλως εξειδικεύθηκε στο Δικαστήριο η ρηθείσα αναφορά η οποία παρέμεινε γενική και ασαφής και αφετέρου, δεν συνάδει με την μαρτυρία που δόθηκε από τον ειδικό επί του θέματος, ήτοι του ΜΕ2, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ2 ο οποίος κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ότι το Δεύτερο Μηχάνημα δεν επανερχόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Αντίθετα, κατέστη σαφές από την μαρτυρία του ότι αυτό το οποίο χρειαζόταν να γίνεται κάποιες φορές (χωρίς να διευκρινιστεί η συχνότητα) για να λειτουργήσει το Δεύτερο Μηχάνημα ήταν ο επαναπρογραμματισμός του αλλά όχι ότι αυτό δεν λειτουργούσε όταν γινόταν τέτοιος επαναπρογραμματισμός. Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε η θέση της ότι από το 2016 δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιεί το Δεύτερο Μηχάνημα καθώς όπως ανέφερε είναι «εκτός λειτουργίας» και «αδύνατον να επιδιορθωθεί», αφού αυτή η θέση παρέμεινε γενική και αόριστη. Άλλωστε, ο ίδιος ο τεχνικός (ΜΕ2) που είδε το Δεύτερο Μηχάνημα εξήγησε στο Δικαστήριο ότι η επιδιόρθωση του Δεύτερου Μηχανήματος ήταν δυνατή και το κόστος μάλιστα ανερχόταν στο ποσό των €
  13. Επίσης, ο ΜΕ2 δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι το πρόβλημα που ο ίδιος εντόπισε ήταν δυνατόν να θέσει το Δεύτερο Μηχάνημα εκτός λειτουργίας σε μόνιμη βάση. Στην πραγματικότητα, αναδύθηκε μία έντονη προσπάθεια από την ΜΕ1 να καταδείξει ότι παρά το γεγονός ότι έχει ακόμα στην κατοχή της το Δεύτερο Μηχάνημα αυτό δεν της είναι χρήσιμο χωρίς όμως να είναι σε θέση να εξειδικεύσει με οποιοδήποτε τρόπο τις πιο πάνω αναφορές και καθιστώντας σαφές για το Δικαστήριο ότι η ίδια δεν υπήρξε ειλικρινής σε αυτές της τις αναφορές. Εντύπωση επίσης προκαλεί και το γεγονός ότι η ίδια δεν ισχυρίστηκε καν ότι κάλεσε εκ νέου τεχνικό το
  14. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της σε μία προσπάθεια να καταδείξει τη διαφορετικότητα του Πρώτου και Δεύτερου Μηχανήματος η εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο από την ΜΕ1 ήταν ότι η ίδια δεν υπήρξε ειλικρινής, σαφής και σταθερή. Και εξηγώ: Αρχικά προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταδείξει τη διαφορετικότητα των δύο μηχανημάτων καταθέτοντας στο Δικαστήριο φωτογραφίες των δύο μηχανημάτων (Τεκμήριο 7 (α) - (ι)). Κληθείσα κατά την αντεξέταση να υποδείξει και εξηγήσει τη διαφορετικότητα των δύο μηχανημάτων με αναφορά στις φωτογραφίες που η ίδια κατέθεσε, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι δεν είναι τεχνικός χωρίς ουσιαστικά να είναι σε θέση να υποστηρίξει αυτή της την αναφορά. Ο τεχνικός που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για την πλευρά των Εναγόντων (ΜΕ2) δεν έκανε καμία απολύτως αναφορά στις ρηθείσες φωτογραφίες. Ούτε η θέση της ότι το Δεύτερο Μηχάνημα δεν είχε προγράμματα που να προσομοιάζουν του Πρώτου Μηχανήματος μπορεί να γίνει πιστευτή αφού πρόκειται για μία θέση που παρέμεινε επίσης γενική και αόριστη. Συγκεκριμένα, καμία αναφορά δεν έγινε στο είδος των προγραμμάτων που είχε το Πρώτο Μηχάνημα ούτε έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο είδος των προγραμμάτων του Δεύτερου Μηχανήματος. Ενδεικτικό της υπερβολής της και της προσπάθειας να ισχυριστεί ότι επρόκειτο περί διαφορετικών μηχανημάτων ήταν και η αναφορά της ότι το Δεύτερο Μηχάνημα δεν εξυπηρετούσε τους ίδιους σκοπούς και εργασία με το Πρώτο Μηχάνημα χωρίς όμως να εξηγήσει στο Δικαστήριο με ποιο ακριβώς τρόπο δεν την εξυπηρετούσε ή τι ήταν αυτό που επιθυμούσε να κάνει και δεν της επέτρεπε να κάνει το Δεύτερο Μηχάνημα. Ενώ η ίδια η ΜΕ1 στη μαρτυρία της εμμέσως πλην σαφώς παρέπεμψε σε τεχνικό κληθείσα να εξηγήσει τις φωτογραφίες που η ίδια κατέθεσε, λέγοντας ότι η ίδια δεν είναι τεχνικός για να είναι σε θέση να εξηγήσει και στοιχειοθετήσει τη διαφορετικότητα των μηχανημάτων από τις φωτογραφίες που η ίδια κατέθεσε, ο ΜΕ2 που κατέθεσε στο Δικαστήριο για την πλευρά των Εναγόντων ως έχοντας εξειδικευμένες γνώσεις σε σχέση με τα επίδικα μηχανήματα δεν ανέφερε οτιδήποτε περί τούτου. Ενδεικτική επίσης της υπερβολής της ήταν και η αναφορά της για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση ότι είχε πληρώσει επιπρόσθετα χρήματα για να αγοράσει τις κάρτες που περιείχαν προγράμματα σε σχέση με το Πρώτο Μηχάνημα. Πέραν του ότι κατά την κυρίως εξέταση της δεν έκανε καμία τέτοια αναφορά την οποία έκανε για πρώτη φορά στην αντεξέταση της, δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο που να στοιχειοθετεί κάτι τέτοιο. Για τους λόγους λοιπόν που έχω εξηγήσει πιο πάνω, αυτό το μέρος της μαρτυρίας της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Τέλος, σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της για απώλεια εισοδημάτων από το 2013 εξαιτίας της μη χρήσης του Πρώτου Μηχανήματος, η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο κάθε άλλο παρά θετική υπήρξε, αφού από το σύνολο της μαρτυρίας της επί τούτου του σημείου αναδύθηκε μία έλλειψη σταθερότητας, σαφήνειας και ειλικρίνειας. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε στις σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Ερωτηθείσα να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο υπολόγισε το ποσό των €30 στο οποίο αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση της, χωρίς ενδοιασμό ανέφερε ότι έβαλε αυτό το ποσό στο «περίπου» καταθέτοντας ως Τεκμήριο 9 (α) - (η) αντίγραφα διάφορων αποδείξεων τα οποία καταγράφουν διάφορα ποσά τα οποία όμως ουδόλως επεξήγησε στο Δικαστήριο. Ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο με ποιο τρόπο υπολόγισε τον αριθμό των προσώπων στα οποία αναφέρθηκε, ήτοι 2 πρόσωπα ανά κάθε εργάσιμη ημέρα. Μάλιστα, ενώ η ίδια αναφέρθηκε σε συνεχόμενη απώλεια εισοδήματος από το 2013 μέχρι σήμερα, όταν κατά την αντεξέταση της της υποδείχθηκε ότι το 2015 συγκεκριμένο πρόσωπο την επισκέφθηκε για υδροθεραπεία και η ίδια χρέωσε μάλιστα το πρόσωπο αυτό (σχετικό είναι το Τεκμήριο 11 (α) και (β)), η ίδια σε αντίφαση με την προηγούμενη θέση της περί συνεχούς απώλειας εισοδήματος, δεν αρνήθηκε το γεγονός αυτό παρά μόνο ανέφερε ότι προφανώς εκείνη την ημέρα λειτουργούσε το Δεύτερο Μηχάνημα, κάτι που βεβαίως δείχνει ότι η ίδια συνέχισε να έχει έσοδα από τη χρήση του Δεύτερου Μηχανήματος. Περαιτέρω, όταν ρωτήθηκε γιατί προσκόμισε το Τεκμήριο 9 και δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο αποδείξεις σε σχέση μόνο με υδροθεραπείες από την απάντηση της προέκυψε εμμέσως πλην σαφώς ότι η υδροθεραπεία παρεχόταν σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες αφού όπως ανέφερε, στον κάθε πελάτη της κάνει διάφορα είδη θεραπειών («του κάνω 10 πράγματα» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε) γράφοντας γενικά τη λέξη φυσικοθεραπεία που περιλαμβάνει, όπως ανέφερε, διάφορα είδη θεραπείας. Μάλιστα, δεν ήταν καν σε θέση να γνωρίζει, όπως ευθαρσώς δήλωσε, αν έκανε υδροθεραπεία στα πρόσωπα στα οποία εκδόθηκαν οι αποδείξεις του Τεκμηρίου
  15. Σε άλλο σημείο όμως ανέφερε ότι κάποιοι έρχονταν μόνο για υδροθεραπεία, θέση που αφενός δεν συνάδει με την προηγούμενη θέση της και αφετέρου δεν συνάδει με την αδυναμία από μέρους της να προσκομίσει αποδείξεις οι οποίες να αφορούν μόνο υδροθεραπείες. Άλλωστε, όταν της ζητήθηκε να υποδείξει κάποιο έγγραφο που να υποστηρίζει αυτή της τη θέση, αυτή παρέπεμψε στο Τεκμήριο 10 από το περιεχόμενο του οποίου κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνεται η θέση της. Πρόκειται για μία κάρτα ασθενή στην οποία καταγράφονται ανά ημέρα διάφορα είδη θεραπειών που προσφέρθηκαν στη συγκεκριμένη ασθενή ανά ημέρα με την υδροθεραπεία να αποτελεί μία από τις θεραπείες που προσφέρθηκαν σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες και όχι κατ' αποκλειστικότητα. Η εν λόγω κάρτα καταγράφει συνολικά 25 ημέρες. Ερωτηθείσα να υποδείξει την απόδειξη πληρωμής του συγκεκριμένου αυτού ασθενή υπέδειξε το Τεκμήριο 9 (ζ) στο οποίο καταγράφεται ότι χρεώθηκαν 25 συνολικά φυσικοθεραπείες επί €30 η κάθε μία, από το οποίο προκύπτει ότι το ποσό των €30 αφορούσε διάφορα είδη θεραπειών και όχι μόνο υδροθεραπεία. Περαιτέρω, ενώ φάνηκε από το Τεκμήριο 10 ότι η ίδια διατηρούσε κάρτες ασθενών καταγράφοντας αναλυτικά ανά ημέρα τι έκανε ο κάθε ασθενής, δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε κάρτα ασθενή στην οποία να καταγράφει ότι προέβαινε αποκλειστικά σε υδροθεραπεία χρεώνοντας την ξεχωριστά. Στην πραγματικότητα, κατέστη σαφές ότι το ποσό των €30 στο οποίο αναφέρθηκε αφορούσε διάφορα είδη θεραπειών χωρίς η ίδια να είναι σε θέση να υποδείξει ποιο ποσό αντιστοιχούσε σε υδροθεραπεία. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεκτεί αυτό το μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ
  16. Ούτε και οι γενικές και αόριστες αναφορές της σε πλήγμα στη φήμη και το πελατολόγιο της έπεισαν το Δικαστήριο αφού ουδόλως επεξήγησε στο Δικαστήριο με ποιο τρόπο υπέστη πλήγμα η φήμη και το πελατολόγιο της τη στιγμή μάλιστα που η ίδια είχε στην κατοχή της και χρησιμοποιούσε το Δεύτερο Μηχάνημα. Ούτε παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο σε σχέση με το πελατολόγιο της καθ' οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, είτε κατά τη διάρκεια χρήσης του Πρώτου Μηχανήματος είτε του Δεύτερου Μηχανήματος. Στην πραγματικότητα φάνηκε η προσπάθεια της να δημιουργήσει εντυπώσεις στο Δικαστήριο σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Μαρτυρία ΜΥ1: Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της, διαπιστώνεται ότι, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε. Σε ότι αφορά τα προβλήματα λειτουργικότητας του Πρώτου Μηχανήματος η εκδοχή που προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μέσω της μαρτυρίας του δεν έπεισε. Οι αναφορές του σε σχέση με το τι ήταν αυτό που κατ' ισχυρισμό προκάλεσε η Ενάγουσα 1 στο Πρώτο Μηχάνημα κάθε άλλο παρά σαφείς, συγκεκριμένες και σταθερές ήταν. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του η επέμβαση στο τεχνικό σύστημα που καταλόγιζε στην Ενάγουσα 1 καθορίστηκε από τον ίδιο ως το μπλέξιμο στους εκτοξευτήρες νερού και στους αγκώνες εκ μέρους της Ενάγουσας 1 χωρίς καμία αναφορά σε αλλαγές στα γρανάζια, κατά την αντεξέταση του ανέφερε για πρώτη φορά και χωρίς καμία συνοχή σε σχέση με τα όσα δήλωσε κατά την κυρίως εξέταση του ότι η Ενάγουσα 1 άλλαξε τα χιλιοστά στα γρανάζια του Πρώτου Μηχανήματος χωρίς να είναι σε θέση να υποδείξει με σαφήνεια και πειστικότητα τι ήταν τελικά αυτό που κατ' ισχυρισμό έπραξε η ΜΕ
  17. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε επίσης για πρώτη φορά και σε επέμβαση στις «πόμπες» του νερού και σε προσπάθεια αλλαγής των εντάσεων στις «πόμπες» καθιστώντας με τον τρόπο αυτό σαφές ότι ούτε ο ίδιος ήταν σε θέση να υποδείξει με σταθερότητα τι ήταν αυτό ακριβώς που έπραξε η Ενάγουσα 1 σε μία εμφανή και έντονη προσπάθεια του να αποδώσει τα προβλήματα του Πρώτου Μηχανήματος στη χρήση που γινόταν εκ μέρους της Ενάγουσας
  18. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ενώ ο ΜΥ1 αναφέρθηκε σε μπλέξιμο στους αγκώνες του εκτοξευτήρα νερού (jet) ο τεχνικός που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για την πλευρά των Εναγομένων (ΜΥ2) ανέφερε ότι χάλασαν τα γρανάζια. Περαιτέρω, όταν του ζητήθηκε να υποδείξει με αναφορά στα εγχειρίδια που κατ' ισχυρισμό παραδόθηκαν στην ΜΕ1 τους κωδικούς για είσοδο στο τεχνικό σύστημα, υπέδειξε κάποιους κωδικούς λέγοντας ότι αυτοί επέτρεπαν αλλαγές σε κάποιες ρυθμίσεις αλλά όχι όλες χωρίς όμως να εξηγήσει στο Δικαστήριο κατά πόσο οι εν λόγω ρυθμίσεις ήταν αυτές που κατ' ισχυρισμό είχαν αλλαχθεί από την Ενάγουσα
  19. Ούτε και συνάδει με την κοινή λογική η θέση ότι η ΜΕ1 επενέβαινε κατ' επανάληψη στο τεχνικό σύστημα δημιουργώντας πρόβλημα αλλά επέμενε να επεμβαίνει δημιουργώντας πρόβλημα σε ένα μηχάνημα που η ίδια χρειαζόταν για την εργασία της και κατ' επέκταση για την απόκτηση εισοδημάτων από μέρους της. Επιπρόσθετα, ούτε το μέρος της μαρτυρίας του ως προς τον λόγο που προέβη εν τέλει σε αντικατάσταση του Πρώτου Μηχανήματος έπεισε αφού τα όσα ισχυρίστηκε δεν συνάδουν με την κοινή λογική. Εάν πράγματι τα όσα προβλήματα διαπιστώθηκαν δεν οφείλονταν στην ελαττωματικότητα του ίδιου του μηχανήματος αλλά στις ενέργειες του χρήστη, ήτοι της Ενάγουσας 1 όπως προσπάθησε να παρουσιάσει ο Εναγόμενος 1 στο Δικαστήριο τότε δεν είναι λογικό μετά την πάροδο μάλιστα αρκετού χρονικού διαστήματος από την ημέρα που παραδόθηκε το Πρώτο Μηχάνημα στην Ενάγουσα 1 (ήτοι δύο χρόνια χρήσης του από την Ενάγουσα 1) ο Εναγόμενος 1 να μπει στη διαδικασία αντικατάστασης του με άλλο μηχάνημα επειδή απλά «κουράστηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά» όπως ισχυρίστηκε. Εάν πράγματι τα προβλήματα στη λειτουργία του μηχανήματος οφείλονταν στη χρήση του από την Ενάγουσα 1 τότε θα αναμενόταν λογικά από τον ίδιο να αρνηθεί να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια επί του μηχανήματος πόσο μάλλον να αντικαταστήσει αυτό με το μηχάνημα δείγμα που είχε στο κατάστημα του, τη στιγμή μάλιστα που όπως ο ίδιος ανέφερε στην αντεξέταση του η ενέργεια του αυτή (ήτοι η αντικατάσταση) ήταν ζημιά για τον ίδιο όπως ανέφερε αφού η Ενάγουσα στην ουσία πήρε δύο μηχανήματα, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο. Αρνητική εντύπωση προκάλεσε επίσης η θέση ότι ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΥ1 φαινόταν μέσα στον υπολογιστή με ημερομηνία και ώρα όταν κάποιος επενέβαινε πάνω στο τεχνικό κομμάτι, κανένα έγγραφο δεν προσκόμισε από μέρους του προς υποστήριξη αυτής του της θέσης ενώ ερωτηθείς κατά πόσο έχει το σχετικό ιστορικό προκειμένου να το παρουσιάσει στο Δικαστήριο η απάντηση του ήταν αρνητική χωρίς όμως να αναφέρει ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα εκτύπωσης είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή τέτοιου ιστορικού με αποτέλεσμα να αναμενόταν λογικά από τον ίδιο ο οποίος έχει στην κατοχή του το Πρώτο Μηχάνημα, να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το κατ' ισχυρισμό ιστορικό είτε σε ηλεκτρονική είτε σε έντυπη μορφή. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι ο ενώ ο ΜΥ2 ανέφερε ότι είχαν επισκεφθεί 7-8 φορές την Ενάγουσα 1 με τον Εναγόμενο 1, ο Εναγόμενος 1 κατά την κυρίως εξέταση του προσπάθησε να δώσει μία άλλη διάσταση κάνοντας ουσιαστικά αναφορά σε 2 μόνο επισκέψεις του με τον τεχνικό. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι ενώ ο ΜΥ2 ανέφερε ότι η αλλαγή εξαρτημάτων έγινε την 4η ή 5η φορά που επισκέφθηκαν την Ενάγουσα 1, ο ΜΥ1 στην κυρίως εξέταση του παρουσίασε την ανάγκη αλλαγής των εξαρτημάτων την πρώτη φορά που κατά τον ίδιο παρουσιάστηκε πρόβλημα με τον κατ' ισχυρισμό αποσυντονισμό του μηχανήματος περί τα τέλη Φεβρουαρίου. Στην πραγματικότητα, διαφάνηκε ότι οι επισκέψεις μαζί με τεχνικό στην Εννάγουσα 1 προς επίλυση των προβλημάτων στη λειτουργία του μηχανήματος ήταν πολύ πιο συχνές από αυτές που προσπάθησε να παρουσιάσει ο Εναγόμενος
  20. Έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε ο ΜΥ1 κατά την δια ζώσης μαρτυρία του κρίνω ότι για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η μαρτυρία του ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Οι αναφορές στην ύπαρξη εγγύησης του Πρώτου Μηχανήματος: Προτού προχωρήσω στη διατύπωση επιπρόσθετων ευρημάτων αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο σημείο αυτό και στο ζήτημα της εγγύησης του Πρώτου Μηχανήματος για το οποίο έγινε αναφορά τόσο από την ΜΕ1 όσο και από την ΜΥ
  21. Ενώ υπήρξε συμφωνία ότι μεταξύ των μερών είχε συμφωνηθεί εγγύηση, υπήρξε διαφωνία ως προς τον χρόνο της εγγύησης και συγκεκριμένα κατά πόσο είχαν συμφωνηθεί ένα ή δύο έτη ως εγγύηση σε σχέση με το Πρώτο Μηχάνημα. Εντούτοις, δεν υπήρξε καμία συγκεκριμένη αναφορά στους όρους της ρηθείσας εγγύησης και στο τι ήταν αυτό που είχε ακριβώς συμφωνηθεί μεταξύ των μερών με τρόπο ώστε το ζήτημα της εγγύησης (είτε αυτή ήταν για ένα έτος, είτε για δύο) να μην μπορεί υπό τις περιστάσεις να βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο στην επίλυση οποιουδήποτε μέρους αυτής της επίδικης διαφοράς αφού το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τους όρους της ρηθείσας εγγύησης. Ευρήματα: Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Τα προβλήματα λειτουργικότητας του Πρώτου Μηχανήματος είχαν αρχίσει από τους πρώτες μήνες αγοράς του και πριν τον Ιούλιο του
  22. (β) Η Ενάγουσα 1 δεν είχε οποιοδήποτε κωδικό σε σχέση με το τεχνικό μέρος τόσο του Πρώτου όσο και του Δεύτερου Μηχανήματος και έτσι δεν μπορούσε να εισέλθει και δεν εισήλθε στο τεχνικό μέρος οποιουδήποτε μηχανήματος. (γ) Τα προβλήματα λειτουργίας του Πρώτου Μηχανήματος δεν σχετίζονταν με, ούτε οφείλονταν στη χρήση του Πρώτου Μηχανήματος από την Ενάγουσα 1 και συγκεκριμένα με την είσοδο από μέρους της στο τεχνικό μέρος του μηχανήματος αφού δεν είχε τέτοια δυνατότητα. (δ) Η Ενάγουσα 1 είχε στην κατοχή της ένα τετραψήφιο κωδικό (τον κωδικό χρήστη) με τον οποίο μπορούσε να θέτει σε λειτουργία τόσο το Πρώτο όσο και το Δεύτερο Μηχάνημα. Ο εν λόγω κωδικός είναι ο ίδιος σε όλα τα μηχανήματα. (ε) Ο κωδικός χρήστης επιτρέπει σε οποιοδήποτε χρήστη να αλλάξει την ώρα, τη γλώσσα, να ρυθμίσει την πίεση του εκτοξευτήρα νερού, τη θερμοκρασία του νερού, να προγραμματίσει κάρτες και να κάνει κάποια συγκεκριμένα προγράμματα που χρειάζεται ο ίδιος. (στ) Κατά την 9/3/2011 ο Εναγόμενος 1 παρέδωσε στους Ενάγοντες το Πρώτο Μηχάνημα. (ζ) Το Δεύτερο Μηχάνημα δεν ήταν διαφορετικό είδος μηχανήματος από το Πρώτο Μηχάνημα. Τόσο το Πρώτο όσο και το Δεύτερο Μηχάνημα έχουν διάφορα υφιστάμενα προγράμματα προς χρήση από τον εκάστοτε χρήστη και παρέχουν επίσης τη δυνατότητα στον χρήστη να δημιουργήσει νέα προγράμματα ανάλογα με τις ανάγκες του. (η) Αμέσως μετά την εγκατάσταση του Δεύτερου Μηχανήματος η Ενάγουσα 1 διαπίστωσε ότι άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα λειτουργικότητας. (θ) Τα προβλήματα λειτουργικότητας του Δεύτερου Μηχανήματος ως αυτά περιγράφονται στο σημείο (μ) των αρχικών ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν οφείλονταν στη χρήση του Δεύτερου Μηχανήματος από την Ενάγουσα
  23. (ι) Το Δεύτερο Μηχάνημα δεν επιστράφηκε στους Εναγόμενους αλλά ούτε προσφέρθηκε από τους Ενάγοντες για επιστροφή σε οποιοδήποτε χρόνο είτε πριν είτε μετά την καταχώριση της αγωγής και η Ενάγουσα 1 συνέχισε να το χρησιμοποιεί για την εργασία της. (κ) Τόσο το Πρώτο όσο και το Δεύτερο Μηχάνημα έδιναν στον χρήστη τη δυνατότητα δημιουργίας προγραμμάτων αλλά και καρτών οι οποίες έδιναν πρόσβαση σε συγκεκριμένα προγράμματα που δημιουργούσε ο χρήστης ανάλογα με τις ανάγκες του. Λόγω του προβλήματος που εντοπίστηκε με τον υπολογιστή του Δεύτερου Μηχανήματος που είχε ως αποτέλεσμα να μην συγκρατεί στη μνήμη του ο υπολογιστής οποιαδήποτε νέα δεδομένα του δίδονταν, η Ενάγουσα 1 δεν δημιούργησε άλλα προγράμματα και κάρτες πέραν από τα υφιστάμενα. Περαιτέρω, οι κάρτες προγραμμάτων που η Ενάγουσα 1 είχε στην κατοχή της δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο Δεύτερο Μηχάνημα. (λ) Η Ενάγουσα 1 μπορούσε να λειτουργήσει και λειτουργούσε το Δεύτερο Μηχάνημα για την εργασία της και κάθε φορά που χρειαζόταν ο επαναπρογραμματισμός του η Ενάγουσα 1 χρειαζόταν να προβαίνει στις ίδιες κινήσεις ως αυτές τις υποδείχθηκαν από τον τεχνικό για να το επαναπρογραμματίζει και να το θέτει σε λειτουργία. (μ) Η μοναδική φορά που κάλεσε τεχνικό η Ενάγουσα 1 για την επιδιόρθωση του Δεύτερου Μηχανήματος ήταν το
  24. Έκτοτε και παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 συνέχισε να χρησιμοποιεί το Δεύτερο Μηχάνημα για την εργασία της, δεν αναζήτησε τη βοήθεια οποιουδήποτε τεχνικού. (ν) Η Ενάγουσα 1 έδωσε διάφορες επιλογές στους Εναγόμενους καλώντας αυτούς είτε να προβούν σε επιδιόρθωση και επιστροφή του Πρώτου Μηχανήματος, είτε σε επιστροφή του Πρώτου Μηχανήματος με σκοπό την επιδιόρθωση του από την ίδια είτε σε αντικατάσταση του Πρώτου Μηχανήματος με άλλο καινούργιο. Νομική Πτυχή και υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές: Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρουν οι Ενάγοντες, οι οποίοι οφείλουν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αντίστοιχα, σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, το βάρος απόδειξης φέρουν οι Εναγόμενοι. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί[15], μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στο γραπτό κείμενο των αγορεύσεων τους αναφέρθηκαν, ορθώς, στον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο του 1994 (10(I)/1994) ο οποίος έχει εφαρμογή στην παρούσα αγωγή. Στο άρθρο 3 του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 αναφέρεται ότι οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου που δεν καταργήθηκαν θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης αγαθών, εκτός κατά την έκταση που αυτές είναι ασυμβίβαστες με τις ρητές διατάξεις του εν λόγω Νόμου. Στην Κυριάκου ν. Φιλή
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1811, με την παρατήρηση ότι ο περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμος δεν είναι παρά μόνο μια ειδική πτυχή του περί Συμβάσεων Νόμου και των γενικών αρχών του, λέχθηκε ότι και στην περίπτωση πώλησης αγαθών ισχύουν οι ίδιες αρχές που ισχύουν ως προς το δικαίωμα ακύρωσης της συμφωνίας λόγω παράβασης ουσιώδους όρου. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στο επίκεντρο της δικογραφημένης θέσης των Εναγόντων υπήρξε η ελαττωματικότητα αρχικά του Πρώτου και στη συνέχεια του Δεύτερου Μηχανήματος που παραδόθηκε στους Ενάγοντες και παρέμεινε στην κατοχή των Εναγόντων, σχετικό επί του προκειμένου είναι το περιεχόμενο του άρθρου 16 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (10(I)/1994) με τον τίτλο Σιωπηροί ουσιώδεις όροι αναφορικά με την ποιότητα ή την καταλληλότητα των αγαθών στο οποίο διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 16.
(2)Όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας, αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσο είναι σχετική) και κάθε άλλης συναφής περίσταση.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η ποιότητα των αγαθών περιλαμβάνει την κατάσταση τους, τα ακόλουθα δε (μεταξύ άλλων) αποτελούν σε κατάλληλες περιπτώσεις παράγοντες συναφείς με την ποιότητα των αγαθών, δηλαδή- (α) Η καταλληλότητα για όλους τους σκοπούς για τους οποίους τα αγαθά του συγκεκριμένου είδους συνήθως προμηθεύονται, (β) η εμφάνιση και η τελική επεξεργασία, (γ) η ανυπαρξία μικροελαττωμάτων, (δ) η ασφάλεια, (ε) η ανθεκτικότητα, Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού "ανθεκτικότητα" σημαίνει εύλογη αντοχή στο χρόνο και τη χρήση και περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και ειδικευμένων τεχνικών για τη διασφάλιση της. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως προκύπτει από τις αξιώσεις των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης, ζητείται, μεταξύ άλλων, η επιστροφή του συνολικού τιμήματος πώλησης, ήτοι του ποσού των €17,000. Ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων, αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται τις αξιούμενες αποζημιώσεις τόσο στη βάση της αρχής της πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής (total failure of consideration) κάνοντας αναφορά στο άρθρο 58 του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου όσο και στη βάση του άρθρου 60 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου, το οποίο κάνει αναφορά στις προσφερόμενες θεραπείες για παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης. Σε ότι αφορά τη βάση της πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής (total failure of consideration) η σχετική πρόνοια στον Περί Πώλησης Αγαθών Νόμο συναντάται στο άρθρο 62
(1)(β) και όχι στο άρθρο 58 στο οποίο κάνουν αναφορά οι συνήγοροι των Εναγόντων. Το άρθρο 62
(1)(β) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 62.-
(1)Ο παρών Νόμος δεν επηρεάζει το δικαίωμα του πωλητή ή του αγοραστή- (β) να ανακτήσει χρήματα που πληρώθηκαν σε περίπτωση που η αντιπαροχή για την πληρωμή τους δεν πληρώθηκε. Το άρθρο 62
(1)(β) του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου είναι ταυτόσημο με το s. 54 του Sale of Goods Act 1979. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Atiyah, Adams και Macqueen: The Sale of Goods 10η έκδ. η δυνατότητα των αποζημιώσεων προσφέρεται από το s. 54 του Αγγλικού νομοθετήματος, ίδιο με την Κυπριακή πρόνοια στο Άρθρο 62
(1)(β), που διατηρεί τα δικαιώματα κάτω από το κοινοδίκαιο για ανάκτηση των χρημάτων που καταβλήθηκαν όταν η αντιπαροχή δεν «πληρώθηκε». Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods 10η έκδοση, 2017, η αποτυχία της αντιπαροχής πρέπει να είναι πλήρης και τότε μόνο θεωρείται πλήρης δίδοντας το δικαίωμα στον αγοραστή να ενάξει τον πωλητή σε αυτή τη βάση, όταν ο αγοραστής είναι σε θέση να επιστρέψει τα αγαθά στον πωλητή ως αυτά είχαν εκτός εάν η αδυναμία του να το πράξει δεν μπορεί ουσιαστικά να αποδοθεί στον ίδιο. Σε διαφορετική περίπτωση, καθίσταται σαφές ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πλήρη αποτυχία της αντιπαροχής και συνακόλουθα, ο αγοραστής δεν μπορεί να ενάξει τον πωλητή διεκδικώντας την επιστροφή του συνολικού τιμήματος πώλησης στη βάση της πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής. Καθίσταται σαφές ότι η δυνατότητα επιστροφής των αγαθών από τον αγοραστή στον πωλητή βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της αρχής με τρόπο ώστε να αποτελεί ουσιαστικά προϋπόθεση για την επίκληση της από τον αγοραστή. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 12-070 στη σελίδα 629 του συγγράμματος Benjamin's Sale of Goods (ανωτέρω) αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Failure of consideration must be total: On current general principles the buyer cannot sue upon a total failure of consideration unless he can return the goods as they were, except where his inability to do so is attributable to loss or damage which is at seller's risk, or is caused by the very breach of which the buyer complains.» Στην ίδια παράγραφο διευκρινίζεται ότι κάποια απόλαυση του αγαθού από τον αγοραστή δεν εμποδίζει αξίωση στη βάση της πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής υπό την προϋπόθεση ότι αυτός ασκεί το δικαίωμα απόρριψης των αγαθών αρκετά γρήγορα μετά τη διαπίστωση της παράβασης. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «The mere fact that the buyer has had some enjoyment of the subject-matter should not of it self bar a claim upon a total failure of consideration. Such a view is, however, only maintainable so long as the right to reject must (as at present) be fairly quickly exercised.» Στην απόφαση AIRTEC AIRCONDITIONING LTD ν. ΑΛΕΚΑΣ ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 16/2010, 17/7/2015, επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο ανέτρεψε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για επιστροφή του τιμήματος πώλησης ότι για να μπορούσε να διαταχθεί η επιστροφή ολόκληρου του τιμήματος αγοράς, θα έπρεπε να υπήρχε ισχυρισμός για πλήρη αποτυχία της αντιπαροχής και να προσφερόταν η επιστροφή της συσκευής που παραδόθηκε στον αγοραστή, κάτι που δεν έγινε αφού από τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης είχε καταστεί σαφές ότι η σχετική συσκευή κλιματισμού είχε παραμείνει στην κατοχή του αγοραστή. Επιπρόσθετα, στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods (ανωτέρω), επισημαίνεται με αναφορά σε νομολογία ότι η συμπεριφορά του αγοραστή ενέχει ιδιαίτερη σημασία όταν γίνεται επίκληση της πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής αφού οποιαδήποτε συμπεριφορά μετά την διαπίστωση από τον αγοραστή της κατ' ισχυρισμό παράβασης από τον πωλητή η οποία ουσιαστικά δεν συνάδει με απόρριψη των αγαθών από τον αγοραστή, είναι δυνατόν να εμποδίσει τον αγοραστή από του να επικαλεστεί πλήρη αποτυχία της αντιπαροχής διεκδικώντας όσα χρήματα κατέβαλε, περιορίζοντας τις απαιτήσεις του στην ανάκτηση της όποιας ζημιάς ήθελε αποδείξει ότι έχει υποστεί από τη διαπιστωθείσα παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του πωλητή. Συγκεκριμένα, στη σελ. 628-629 του εν λόγω συγγράμματος, παραγ. 12-069 αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Restitution: recovery of money paid»: «A buyer who justifiably rejects goods may sue for damages: any award will take into account, and may include, any part of the price paid. He may alternatively recover any money he has paid in restitution as upon total failure of consideration, sometimes referred to at present day as ''failure basis''. This right is expressly preserved by the Sale of Goods Act 1979 s. 54. In order to exercise it, the buyer must terminate the contract, i.e. treat is as discharged: If goods have been properly rejected and the price paid has already been paid in advance, the proper way of recovering the money back is by action for money paid for a consideration which has totally failed, i.e. money had and received: but that form of action is governed by exactly the same rules with regard to affirming or avoiding the transaction as in any other case. Should the buyer affirm the transaction by accepting the goods, it is too late to sue upon a total failure of consideration. Thus, in Yeoman Credit Ltd. v. Apps the defendant entered into an agreement for the hire-purchase of a second-hand car. The car proved seriously defective to an extent which the court held would have entitled him to reject it, notwithstanding the presence of an exemption clause in the contract. However, the defendant, while complaining as to its state, paid three monthly instalments and kept the car until it was repossessed by the owner after six months. It was held that he could not recover the instalments, but was confined to a claim for damages.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην αγγλική υπόθεση Yeoman Credit Ltd. v. Apps. - [1961] 3 WLR 94 στην οποία γίνεται αναφορά στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods (ανωτέρω) λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τον δικαστή Holroyd Pearce L.J. σε αγωγή που κινήθηκε στη βάση πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής στο πλαίσιο σύμβασης ενοικιαγοράς αυτοκινήτου το οποίο διαπιστώθηκε ότι ήταν ελαττωματικό και στο πλαίσιο της οποίας ζητήθηκε η επιστροφή του συνολικού ποσού χρημάτων που καταβλήθηκαν από τον αγοραστή: «There was, to use the words of Lord Dunedin, "such a congeries of defects as to destroy the workable character of the machine." I cannot, however, with all respect agree with the judge that there was a total failure of consideration. The defendant was plainly entitled to reject the car, to accept the plaintiff's repudiation of the contract by their delivery of such a car, and to rescind the contract. Had he done so, there would have been a total failure of consideration, and he would have recovered the sums paid. But, as the judge found, he made no serious effort to return the car. He kept it for five or six months, and approbrated the contract by paying three instalments. In those circumstances he was at that stage continuing with the agreement while protesting against the state of the car which was due to a breach of condition by the plaintiffs. . The defendant, therefore, kept the car, and was entitled to £100 damages to make good the car for the use for which he was paying.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, καθίσταται σαφές ότι υπήρξε εν προκειμένω παράβαση εκ μέρους των Εναγομένων του σιωπηρού ουσιώδους όρου της αποδεκτής ποιότητας ενόψει των προβλημάτων λειτουργίας που παρουσίασε αρχικά το Πρώτο και στη συνέχεια το Δεύτερο Μηχάνημα με το οποίο αντικαταστάθηκε το Πρώτο και τα οποία, όπως προέκυψε από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν οφείλονταν στη χρήση που γινόταν από την Ενάγουσα 1 αλλά αντίθετα στην ελαττωματικότητα των ίδιων των Μηχανημάτων. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου και καθοδηγούμενη από την πιο πάνω νομική ανάλυση, καθίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι δεν μπορεί να αξιώνεται από τους Ενάγοντες η επιστροφή του συνολικού τιμήματος πώλησης στη βάση πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής, ενόψει του ότι το Δεύτερο Μηχάνημα με το οποίο εν τέλει αντικαταστάθηκε το Πρώτο, όχι μόνο δεν επιστράφηκε ποτέ στους Εναγόμενους αφού η Ενάγουσα 1 συνέχισε να το χρησιμοποιεί για την εργασία της απολαμβάνοντας έσοδα και εξακολουθεί να το έχει στην κατοχή της μέχρι σήμερα, αλλά ούτε αυτό προσφέρθηκε σε οποιοδήποτε χρόνο ή με οποιοδήποτε τρόπο για επιστροφή στους Εναγόμενους μετά τη διαπίστωση από την Ενάγουσα 1 της ρηθείσας παράβασης. Ούτε υπήρξε μαρτυρία ότι το μηχάνημα θα μπορούσε να επιστραφεί ως είχε στους Ενάγοντες ή ότι η όποια αδυναμία να γίνει κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποδοθεί στον αγοραστή αλλά θα πρέπει να αποδοθεί στον πωλητή (βλ. Benjamin's Sale of Goods (ανωτέρω) παράγραφο 12-070 στη σελίδα 629). Αντίθετα, διαφάνηκε ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει αφού από την μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κατέστη σαφές ότι η Ενάγουσα 1, παρά το ότι η ίδια δεν ήταν, ως διατείνετο, ικανοποιημένη από την αντικατάσταση με το Δεύτερο Μηχάνημα, εντούτοις, συνέχισε να χρησιμοποιεί το Δεύτερο Μηχάνημα για την εργασία της για τουλάχιστον 3 και πλέον έτη από την παράδοση του όπως η ίδια ευθαρσώς δήλωσε αποκομίζοντας μάλιστα έσοδα από αυτό και εξακολουθεί να το έχει στην κατοχή της μέχρι σήμερα. Μάλιστα, το Δικαστήριο δεν αποδέκτηκε το μέρος της μαρτυρίας της ότι η ίδια δεν συνέχισε να το χρησιμοποιεί ακόμα μέχρι και σήμερα. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η συνέχιση της χρήσης του Δεύτερου Μηχανήματος έλαβε χώρα τόσο πριν την καταχώριση της αγωγής (για χρονικό διάστημα δύο μηνών από την παράδοση μέχρι την καταχώριση) αλλά και μετά την καταχώριση της αγωγής. Η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση όπου, μέχρι τη διαπίστωση της παράβασης και την απόρριψη του αγαθού συνεπεία αυτής υπήρξε κάποια απόλαυση του αγαθού από τον αγοραστή, ώστε να ήταν υπό αυτές τις περιστάσεις δυνατή και θεμιτή η απαίτηση του καταβληθέντος ποσού στη βάση πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής, αφού εν προκειμένω, ενώ η Ενάγουσα 1 διαπίστωσε τα προβλήματα λειτουργικότητας αμέσως μετά την εγκατάσταση του Δεύτερου Μηχανήματος όπως η ίδια ρητά δήλωσε κατά την κυρίως εξέταση της[16] δηλαδή από τον Απρίλιο του 2013, συνέχισε να το χρησιμοποιεί τόσο πριν όσο και μετά την καταχώριση της αγωγής χωρίς ποτέ να επιστρέψει το μηχάνημα ή έστω να το προσφέρει για επιστροφή στους Ενάγοντες. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, δεν θα μπορούσε εν προκειμένω να διαταχθεί η επιστροφή του τιμήματος πώλησης στη βάση πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής και για έναν επιπρόσθετο λόγο ο οποίος συναρτάται με την ίδια τη συμπεριφορά της Ενάγουσας 1 τόσο πριν όσο και μετά την καταχώριση της αγωγής. Αυτό το οποίο προκύπτει από την αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι ότι ενώ η Ενάγουσα 1 δεν έμεινε ικανοποιημένη από την αντικατάσταση του Πρώτου Μηχανήματος με το Δεύτερο Μηχάνημα διαπιστώνοντας τα προβλήματα λειτουργικότητας του Δεύτερου Μηχανήματος αμέσως μετά την εγκατάσταση του, δηλαδή από τον Απρίλιο του 2013 λέγοντας μάλιστα ότι κάλεσε τους Εναγόμενους είτε να της επιστρέψουν το Πρώτο Μηχάνημα είτε να της το αντικαταστήσουν με άλλο καινούργιο[17] η ίδια συνέχισε να χρησιμοποιεί το Δεύτερο Μηχάνημα πριν την καταχώριση της αγωγής για δύο μήνες μετά την παράδοση του και μετά τη διαπιστωθείσα από την ίδια παράβαση αλλά και μετά την καταχώριση της αγωγής χωρίς να επιστρέψει ή προσφέρει για επιστροφή στους Εναγόμενους σε οποιοδήποτε στάδιο είτε πριν είτε ενόσω εκκρεμούσε η αγωγή φροντίζοντας μάλιστα η ίδια το 2014 να προβεί σε επιδιορθώσεις με σκοπό την καλύτερη δυνατή χρήση του με τρόπο ώστε αυτή η συμπεριφορά να μην μπορεί υπό τις περιστάσεις να συνάδει με απόρριψη του Δεύτερου Μηχανήματος αλλά να δύναται να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, αποδοχή του Δεύτερου Μηχανήματος δίδοντας βεβαίως δικαίωμα στους Ενάγοντες να ανακτήσουν αποζημιώσεις για τις όποιες ζημιές ήθελε αποδειχθεί ότι έχουν υποστεί από τη διαπιστωθείσα παράβαση εκ μέρους των Εναγόντων. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods (ανωτέρω) παράγραφο 12-034 στη σελίδα 604: «For there to be a valid rejection there must be a ''clear notice that the goods are not accepted and at the risk of the vendor''. Thus, where the buyer acts equivocally, as by proposing to resell, stating that he is reselling the goods for the account of any interested party, or otherwise dealing with them after a purported rejection, it may be held that he has not in truth rejected.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Προβλήθηκε επίσης η θέση στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων ότι το Δεύτερο Μηχάνημα δεν θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έγινε από τον πωλητή με αναφορά στις σχετικές πρόνοιες του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου που προνοούν για την ύπαρξη σιωπηρού ουσιώδους όρου ότι τα αγαθά θα ανταποκρίνονται στην περιγραφή σε σύμβαση πώλησης κατά περιγραφή. Αυτό συναρτάται με τη δικογραφημένη θέση ότι το Δεύτερο Μηχάνημα ήταν ουσιαστικά ένα διαφορετικό είδος μηχανήματος το οποίο δεν εξυπηρετούσε την ίδια εργασία και σκοπούς με το Πρώτο Μηχάνημα. Συγκεκριμένα, όπως το θέτουν στην αγόρευση τους οι συνήγοροι των Εναγόντων, μπορεί το Δεύτερο Μηχάνημα να αποτελούσε το ίδιο το δείγμα που είχε επιδειχθεί στους Ενάγοντες πλην όμως, στην περιγραφή του μηχανήματος κατά την αγορά του περιλαμβανόταν και η δυνατότητα χρήσης καρτών που προσφέρουν εξειδικευμένα προγράμματα, δυνατότητα που δεν παρείχε, όπως αναφέρουν, το Δεύτερο Μηχάνημα. Παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί περί διαφορετικότητας δεν στοιχειοθετήθηκαν αφού αυτό το μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ1 δεν έγινε αποδεκτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα τα οποία καταδεικνύουν την ανεδαφικότητα αυτής της θέσης: Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου, σε σύμβαση πώλησης αγαθών κατά περιγραφή, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά θα ανταποκρίνονται στην περιγραφή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου αν η πώληση έγινε βάσει δείγματος, όπως επίσης και κατά περιγραφή, δεν αρκεί ότι το σύνολο των αγαθών ανταποκρίνεται στο δείγμα, αν τα αγαθά δεν ανταποκρίνονται επίσης στην περιγραφή. Στην παρούσα υπόθεση ήταν κοινός τόπος ότι η πώληση έγινε βάσει δείγματος και ότι κατά την επίδειξη του δείγματος είχαν εξηγηθεί οι λειτουργίες και δυνατότητες του μηχανήματος, χωρίς όπως να αναφερθεί στο Δικαστήριο τι ήταν ακριβώς αυτό που λέχθηκε κατά την πώληση ως προς αυτές τις λειτουργίες και δυνατότητες. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods (ανωτέρω) παράγραφο 11-009 στη σελίδα 629: «Α sale is not by description merely because descriptive words are used during the negotiations: for it to be by description in respect of any of these words, the buyer must rely on them in making the contract. This notion of reliance is reflective of the idea that in order for a statement or promise to be contractual, it must be such that the other porty on entering into the contract was relying on its being made good.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Δεν υπήρξε εν προκειμένω μαρτυρία ως προς το τι ήταν αυτό που είχε λεχθεί ως προς τις λειτουργίες και δυνατότητες του μηχανήματος κατά την πώληση του (αναφέρθηκε απλώς γενικά και αόριστα ότι είχαν επεξηγηθεί αυτές), ούτε υπήρξε μαρτυρία ότι όταν είχαν επεξηγηθεί οι λειτουργίες και δυνατότητες του μηχανήματος (έστω και αν δεν έγινε ακριβής αναφορά σε αυτές κατά την ακρόαση) είχε γίνει οποιαδήποτε τέτοια αναφορά και ότι η Ενάγουσα 1 είχε βασιστεί σε μία τέτοια αναφορά προκειμένου να προχωρήσει στην αγορά του μηχανήματος με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνεται υπό τις περιστάσεις λόγος για πώληση δυνάμει περιγραφής και συνακόλουθης παράβασης ουσιώδους όρου σε σχέση με την περιγραφή. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω διαπίστωση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου το Δεύτερο Μηχάνημα είχε κατασκευαστικά τη δυνατότητα δημιουργίας και χρήσης καρτών όπως είχε και το Πρώτο Μηχάνημα πλην όμως ο λόγος που η Ενάγουσα 1 δεν κατάφερε να προβεί σε αυτή τη λειτουργία, σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ήταν το πρόβλημα που εντοπίστηκε στον υπολογιστή του Δεύτερου Μηχανήματος. Έχοντας καταλήξει ότι υπήρξε εν προκειμένω παράβαση εκ μέρους των Εναγομένων του σιωπηρού ουσιώδους όρου σε σχέση με την αποδεκτή ποιότητα του Δεύτερου Μηχανήματος το οποίο εν τέλει παραδόθηκε στους Ενάγοντες και παρέμεινε στην κατοχή τους μέχρι σήμερα υπεισέρχεται προς εξέταση το ζήτημα των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι Ενάγοντες. Όπως έχει νομολογηθεί, το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμβολαίου συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά.[18] Γεννάται εδώ το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε στη βάση της διαπιστωθείσας παράβασης να ανακτηθoύν ως αποζημιώσεις το συνολικό τίμημα πώλησης παρά το γεγονός ότι όπως έχει ήδη κριθεί από το Δικαστήριο δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης να γίνεται λόγος για πλήρη αποτυχία της αντιπαροχής. Σχετικά και απόλυτα διαφωτιστικά σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι τα όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα Chitty On Contracts Volume I General Principles, 32η έκδοση στις παραγράφους 29-063 σελ. 2142 και 26-026 σελ. 1813 από τα οποία προκύπτει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Στην παράγραφο 29 - 063 κάτω από τον τίτλο Recovery of money paid as damages for wasted expenditure αναφέρονται τα ακόλουθα: «It has been recognised that a claimant who has paid money under a contract which was subsequently terminated for breach cannot claim all the money paid as damages for wasted expenditure where there was no total failure of basis, because awarding such a remedy would undermine the requirement that the basis must fail totally.» Περαιτέρω, στην παράγραφο 26 - 026 σελ. 1813 αναφέρονται τα ακόλουθα: «It has already been pointed out that if the victim of a breach of contract has paid the price and subsequently terminated the contract, one of his interests is in recovering what he has paid. This may be viewed as the ''restitution interest'' or as part of the reliance interest, as it is a form of wasted expenditure. He may recover the money paid by way of restitution only if there has been a total failure of consideration, either in respect of the contract as a whole or in respect of a part of it to which the price paid may be apportioned.». Σε ότι αφορά το ορθό μέτρο των αποζημιώσεων στην υπό εξέταση περίπτωση δεν διακρίνω λόγο για τον οποίο να μην μπορεί να εφαρμοστεί κατ' αναλογία το μέτρο που διέπει τον υπολογισμό αποζημιώσεων στην περίπτωση παράβασης εγγυητικής διαβεβαίωσης σε σχέση με την ποιότητα του πωληθέντος αγαθού το οποίο έχει νομοθετικά καθοριστεί στο άρθρο 53 του Sales of Goods Act 1979, το πρώτο και τέταρτο εδάφιο του οποίου είναι ταυτόσημο με το άρθρο 60 του Περί Πώλησης Αγαθών Νόμου, το οποίο κάνει αναφορά στις θεραπείες για παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης και το οποίο επίσης επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των Εναγόντων στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους ως βάση για τις αξιώσεις τους. Συγκεκριμένα το άρθρο 53 του Sales of Goods Act 1979 διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(2)The measure of damages for breach of warranty is the estimated loss directly and naturally resulting, in the ordinary course of events, from the breach of warranty.
(3)In the case of breach of warranty of quality such loss is prima facie the difference between the value of the goods at the time of delivery to the buyer and the value they would have had if they had fulfilled the warranty. Συνακόλουθα, το ορθό μέτρο των αποζημιώσεων στην υπό εξέταση περίπτωση είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η διαφορά μεταξύ της αξίας του Δεύτερου Μηχανήματος και της αξίας που αυτό θα είχε σε περίπτωση ανυπαρξίας των ελαττωμάτων που διαπιστώθηκαν. Ακόμα και να μπορούσε να θεωρηθεί ότι η αξία σε περίπτωση ανυπαρξίας των ελαττωμάτων ήταν το ποσό που συμφωνήθηκε ως το τίμημα πώλησης, ήτοι το ποσό των €17,000 δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για την αξία του Δεύτερου Μηχανήματος σε οποιοδήποτε χρόνο, έτσι ώστε να μπορεί να υπολογιστεί η όποια διαφορά. Άλλωστε, στην πραγματικότητα, αυτό το οποίο διαφάνηκε από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία ήταν ότι οι Ενάγοντες με τη συμπεριφορά τους και πιο συγκεκριμένα, κρατώντας και συνεχίζοντας να κατέχουν και χρησιμοποιούν το Δεύτερο Μηχάνημα χωρίς ποτέ να το επιστρέψουν ή προσφέρουν για επιστροφή στους Εναγόμενους, επέλεξαν να θεωρήσουν την παράβαση ουσιώδους όρου ως προς την αποδεκτή ποιότητα ως παράβαση εγγυητικής διαβεβαίωσης. Η μοναδική μαρτυρία που προσφέρθηκε από την πλευρά των Εναγόντων σε ότι αφορά τη ζημιά τους από τη διαπιστωθείσα παράβαση εξαιτίας της παράδοσης του Δεύτερου Μηχανήματος ήταν το ποσό των €250 το οποίο καταβλήθηκε για την επιδιόρθωση του ενός εκ των δύο προβλημάτων λειτουργίας που εντοπίστηκαν ως επίσης και το ποσό των €800 το οποίο προέκυψε από την μαρτυρία του ΜΕ2 ως το κόστος για την επιδιόρθωση και του δεύτερου προβλήματος που εντοπίστηκε στο Δεύτερο Μηχάνημα. Περαιτέρω, όπως προέκυψε από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα όσα με γενικότητα και ασάφεια ανέφερε η ΜΕ1 περί απώλειας εισοδημάτων και πλήγματος στη φήμη της δεν έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο και συνεπώς, οι Ενάγοντες απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τέτοιου είδους ζημιά. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει οποιοδήποτε άλλο ποσό πέρα από τα ποσά που έχουν προαναφερθεί. Ακόμα και για το ζήτημα των καρτών που το Δικαστήριο αποδέκτηκε ότι είχε η Ενάγουσα 1 και χρησιμοποιούσε στο Πρώτο Μηχάνημα και οι οποίες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο Δεύτερο Μηχάνημα και πάλι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στους ενάγοντες από τη μη χρήση των συγκεκριμένων καρτών στο Δεύτερο Μηχάνημα ή οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αξία αυτών των καρτών. Η Ανταπαίτηση: Τα όσα έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά τη διατύπωση των ευρημάτων του σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σφραγίζουν και την τύχη της ανταπαίτησης που δεν είναι άλλη από την απόρριψη της. Οι Εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικά το ποσό των €2000 σε σχέση με τα εξαρτήματα που αντικατέστησαν στο Πρώτο Μηχάνημα. Η ανάγκη όμως για αντικατάσταση των εξαρτημάτων στο Πρώτο Μηχάνημα και η συνακόλουθη αντικατάσταση αυτών, κατέστη σαφές ότι προέκυψε όχι εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων αλλά των Εναγομένων και έλαβε χώρα προκειμένου οι Εναγόμενοι να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν έναντι των Εναγόντων, πράγμα όμως που δεν κατάφεραν αφού παρά την αντικατάσταση των εξαρτημάτων στο Πρώτο Μηχάνημα, αυτό εξακολούθησε να παρουσιάζει προβλήματα στη λειτουργία του γεγονός που οδήγησε στην αντικατάσταση του με το Δεύτερο Μηχάνημα. Συνεπώς, οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να αξιώνουν το ρηθέν ποσό. Κατάληξη: Ενόψει όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €1,050 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ήτοι 26/06/2013 μέχρι εξόφλησης. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, αυτή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση.[19] (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ. 63. [2] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018 [3] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [4] STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [5] Η αξία του εξαρτήματος είναι παραδεκτή από τους Ενάγοντες και σχετική είναι η παράγραφος 10 της Έκθεσης Απαίτησης. [6] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 [7] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [8] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [9] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [10] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [11]Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1., Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013 Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34. [12] Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου, μέσω των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του, Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432 [13] Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077 [14] Joy v Yeoman
(1981)2 All E.R. 21, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 47. [15] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [16] Σχετική είναι η παράγραφος 26 της γραπτής δήλωσης της (Έγγραφο Α). [17] Σχετική είναι η παράγραφος 33 της γραπτής δήλωσης της (Έγγραφο Α). [18] Alpan (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, A. Panayides Contracting Ltd v. M.& M. Frangos Engineering and Contracting Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1136). / [19] Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.