← Κύπρος

GEORGE PAMBORIDIS LLC ν. Λ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ κ.α., Aγωγή Αρ.: 2160/2020, 6/10/2021

GEORGE PAMBORIDIS LLC ν. Λ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ κ.α., Aγωγή Αρ.: 2160/2020, 6/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A526 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ.: 2160/2020 Μεταξύ: GEORGE PAMBORIDIS LLC Εναγόντων -και-

  1. Λ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ (HE 290277)
  2. XXXXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση Εναγόντων ημερ. 10.08.2020 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 06.10.
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Γιώργος Λ. Σαββίδης & Σία ΔΕΠΕ και Λ. Πρωτοπαπά & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.08.20 και στη βάση Μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 10.8.20, της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 10.8.20 που την υποστηρίζει και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 11.8.20, οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) εξασφάλισαν μονομερώς την έκδοση των ακόλουθων Προσωρινών Διαταγμάτων: «Α. ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ AΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στις Εναγόμενες/Καθ' ων η Αίτηση 1 ή/και 2 και/ή στους αξιωματούχους τους ή/και τους υπαλλήλους τους και/ή τους αντιπροσώπους τους και σε οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό τους και/ή σύμφωνα με τις οδηγίες τους να επικοινωνούν και/ή να έρχονται σε επαφή με οποιονδήποτε τρόπο ή/και μέσο με τους πελάτες της Ενάγουσας - Αιτήτριας και/ή τα διευθυντικά και/ή άλλα στελέχη και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους των πελατών της Ενάγουσας - Αιτήτριας, και/ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και/ή μέσο να χρησιμοποιούν και/ή κοινοποιούν και/ή επιτρέπουν και/ή ανέχονται την κοινοποίηση ή/και τη χρήση με οποιονδήποτε τρόπο των εμπιστευτικών πληροφοριών της Ενάγουσας - Αιτήτριας, τα οποία έχουν στην κατοχή τους οι Εναγόμενες 1 και/ή 2 και/ή στα οποία έχει ή είχε πρόσβαση η Εναγόμενη 2 λόγω της προηγούμενης σχέσης εργοδότησης μεταξύ της ιδίας και της Ενάγουσας - Αιτήτριας, συμπεριλαμβανομένων χωρίς περιορισμό των αρχείων πελατών της Ενάγουσας - Αιτήτριας, των στοιχείων επικοινωνίας πελατών και/ή συνεργατών της Ενάγουσας - Αιτήτριας και/ή πληροφοριών σε σχέση με τις εργασίες και/ή τον τρόπο εργασιών των πελατών της Ενάγουσας - Αιτήτριας και/ή πληροφοριών αναφορικά με την μετοχική τους δομή και/ή άλλα προσωπικά δεδομένα τα οποία απέσπασε και/ή αντέγραψε και/ή ιδιοποιήθηκε η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση 2 από την Ενάγουσα - Αιτήτρια και/ή χρησιμοποίησαν μέχρι σήμερα οι Εναγόμενες 1 και/ή 2, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στις Εναγόμενες/Καθ' ων η Αίτηση και/ή στους αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους ή/και σε άτομα τα οποία ενεργούν εκ μέρους ή/και κατ' εντολή τους και/ή σύμφωνα με τις οδηγίες τους, να καταρτίσουν και/ή να προκαλέσουν και/ή να συναινέσουν και/ή να συμφωνήσουν και/ή να αποφασίσουν τη σύναψη συμφωνιών παροχής νομικών και/ή διοικητικών υπηρεσιών και/ή άλλων συναφών υπηρεσιών με τους πελάτες της Ενάγουσας -Αιτήτριας και/ή τα διευθυντικά και/ή άλλα στελέχη και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους των πελατών της Ενάγουσας - Αιτήτριας και/ή να μεταφέρουν σε αυτές και/ή αποδεκτούν τη συνέχιση από αυτές υφιστάμενων συμφωνιών της Ενάγουσας - Αιτήτριας με πελάτες της, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τις Εναγόμενες/Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους να παύσουν την περαιτέρω παράνομη χρήση ή/και επεξεργασία καθ' οιονδήποτε τρόπο των προσωπικών δεδομένων των πελατών της Ενάγουσας - Αιτήτριας και την πρόκληση παράβασης της υποχρέωσης της Ενάγουσας - Αιτήτριας να κρατά τις εν λόγω πληροφορίες σε εμπιστευτική βάση, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τις Εναγόμενες 1 και/ή
  4. όπως μέχρι και την 21/8/2020, ετοιμάσουν και καταχωρίσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και επιδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ένορκη δήλωση, η οποία να αναφέρει και/ή περιλαμβάνει και/ή παρέχει όλες τις πληροφορίες και/ή στοιχεία, καθώς και αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων, που οι ίδιες και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους και/ή κατόπιν οδηγιών τους έχουν στη φύλαξη και/ή κατοχή και/ή υπό τον έλεγχο τους, αναφορικά με όλους τους πελάτες ή/και συνεργάτες της Ενάγουσας - Αιτήτριας ή/και τους αντιπροσώπους ή/και υπαλλήλους αυτών με τους οποίους οι Εναγόμενες 1 και 2 έχουν έρθει σε επαφή μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της Εναγόμενης 2 με την Ενάγουσα με την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος ή άλλως πως ή/και το σύνολο των εμπιστευτικών πληροφοριών σε σχέση με τους πελάτες της Ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένου χωρίς περιορισμό των ηλεκτρονικών διευθύνσεων ή/και άλλων στοιχείων επικοινωνίας των εν λόγω προσώπων, τα οποία έχουν στην κατοχή ή τον έλεγχο τους οι Εναγόμενες 1 και/ή 2.» Η Αίτηση - η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Παμπορίδη, ημερομηνίας 10.8.20 και την Συμπληρωματική ένορκη δήλωση της XXXXX Αγαθοκλέους, ημερομηνίας 11.8.20 - προσέκρουσε σε Ένσταση των Εναγομένων (στο εξής οι Καθ΄ ων η αίτηση) η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαδοπούλου, Καθ΄ ης η αίτηση 2, ημερομηνίας 19.8.
  5. Περαιτέρω, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, οι Αιτητές καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της XXXXX Αγαθοκλέους, ημερομηνίας 25.6.21 και οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαδοπούλου ημερομηνίας 28.6.
  6. Ο XXXXX Παμπορίδης είναι ένας από τους μετόχους και Διευθύνων Συνέταιρος των Αιτητών, οι οποίοι είναι δικηγορική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και παρέχουν επ΄ αμοιβή νομικές, διοικητικές υπηρεσίες, συμβουλές σε νομικά και φυσικά πρόσωπα στην Κύπρο και εξωτερικό, εργοδοτούν δικηγόρους και διατηρούν γραφεία στην Λευκωσία και Αθήνα. Αναφέρει ότι την 1.10.09 οι Ενάγοντες προσέλαβαν την Καθ΄ ης η αίτηση 2 στη θέση δικηγόρου-συνεταίρου. Από τις αρχές του 2014 μέχρι 12.3.20 - οπότε και οι υπηρεσίες της τερματίστηκαν με άμεση ισχύ - η Καθ΄ ης η αίτηση 2 κατείχε τη θέση της Διευθύνουσας Συνεταίρου των Αιτητών. Η Καθ΄ ης η αίτηση 2 σήμερα εργοδοτείται από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 ως σύμβουλος. Μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της Καθ΄ ης η αίτηση 2, αυτή ήγειρε ισχυρισμό για παράνομη απόλυση και οικονομικές αξιώσεις, τις οποίες οι Αιτητές απέρριψαν επανειλημμένα (Τεκμήριο 1). Η Καθ΄ ης η αίτηση 2 είναι κάτοχος μιας προνομιούχας μετοχής τάξης Α - χωρίς δικαίωμα ψήφου και μερίσματος - στο μετοχικό κεφάλαιο των Αιτητών και μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της αρνείται να την επιστρέψει (Τεκμήριο 2). Οι Αιτητές έπαυσαν την Καθ΄ ης η αίτηση 2 από τη θέση του Διευθυντή σε Γενική Συνέλευση και μέχρι σήμερα αρνείται να παραδώσει στους Αιτητές την πιστωτική τους κάρτα. Περί τα τέλη Ιουλίου- αρχές Αυγούστου 2020 ενημερώθηκε από αριθμό πελατών των Αιτητών ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 2 τους απέστειλε, ως και σε συνεργάτες τους, μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πληροφορώντας τους για την αποχώρηση της από τους Αιτητές και την έναρξη της συνεργασίας της με τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 ως σύμβουλος και ήταν στην διάθεση τους για την παροχή νομικών υπηρεσιών (Τεκμήριο 3). Οι εν λόγω πελάτες διατηρούν, εν γνώσει της Καθ΄ ης η αίτηση 2, σύμβαση παροχής υπηρεσιών (retainer) με τους Αιτητές. Οι διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περιήλθαν στην κατοχή της Καθ΄ ης η αίτηση 2 λόγω της εργοδότησης της στους Αιτητές. Περαιτέρω, η Καθ΄ ης η αίτηση 2 απέστειλε σε Διευθύντρια Ανάπτυξης διεθνούς δικτύου δικηγορικού οίκου με την οποία συνεργάζονται οι Αιτητές πέραν των 20 ετών, και σε άλλα μέλη του δικτύου, ηλεκτρονικό μήνυμα με ίδιο ή παρόμοιο περιεχόμενο με το Τεκμήριο
  7. Οι λίστες πελατών περιήλθαν σε γνώση της Καθ΄ ης η αίτηση 2 λόγω της εργοδότησης της από τους Αιτητές. Από έλεγχο στον κεντρικό εξυπηρετητή υπολογιστών (Server) των Αιτητών, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του χρόνου κατά τον οποίο υπήρξε παραβίαση ή πραγματοποιήθηκε η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση της καθ΄ ης η αίτηση 2 στα αρχεία των πελατών των Αιτητών. Λόγω της απόλυσης της Καθ΄ ης η αίτηση 2 στις 12.3.20, άμεσα και σε διάστημα λιγότερο των 24 ωρών έδωσε οδηγίες στους επαγγελματίες ηλεκτρονικών υπολογιστών των Αιτητών, να τερματίσουν την πρόσβαση της Καθ΄ ης η αίτηση 2 στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που χρησιμοποιούσε και στον κεντρικό εξυπηρετητή υπολογιστών (Server), όπου οι Αιτητές διατηρούν τα αρχεία των πελατών τους. Στις 6.8.20 υποβλήθηκε από τους Αιτητές γνωστοποίηση περιστατικού παραβίασης προσωπικών δεδομένων ενώπιον της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για μη εξουσιοδοτημένη απόσπαση Προσωπικών Δεδομένων από το αρχείο των Αιτητών και για μη εξουσιοδοτημένη χρήση των προσωπικών δεδομένων πελατών τους (Τεκμήριο 4). Στις 7.8.20 υποβλήθηκε από τους Αιτητές καταγγελία στο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 για επιχειρούμενη άγρα πελατών τους, αφού παράνομα απέσπασαν και ιδιοποιήθηκαν το πελατολόγιο των Αιτητών (Τεκμήριο 5). Αναφέρθηκε στο πελατολόγιο των Αιτητών και την παροχή νομικών συμβουλών και άλλων συναφών υπηρεσιών προς τους πελάτες και ισχυρίστηκε ότι η εξεύρεση πελατών, η διατήρηση και αύξηση τους οφείλεται κατά αποκλειστικότητα στις δικές του προσωπικές επαφές και διασυνδέσεις. Οι Αιτητές λαμβάνουν, κατέχουν, διαφυλάσσουν και χρησιμοποιούν προσωπικές και εμπιστευτικές πληροφορίες και δεδομένα των πελατών τους. Οι εργοδοτούμενοι των Αιτητών γνωρίζουν το καθήκον και υποχρέωση εμπιστευτικότητας. Προς τούτο οι Αιτητές θέσπισαν πολιτική εσωτερικών Κανονισμών και για τη διαχείριση στοιχείων που περιέρχονται στην κατοχή τους (Τεκμήριο 6). Με βάση το Τεκμήριο 6 η Καθ΄ ης η αίτηση 2 ως δικηγόρος και Διευθύνουσα Συνέταιρος είχε άμεσο και/ή εξυπακουόμενο καθήκον εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που περιήλθαν στην κατοχή της, ως και καθήκον πίστης και εμπιστοσύνης τα οποία έχει παραβιάσει και έχει διαπράξει το αδίκημα της παράνομης παρέμβασης. Οι Καθ΄ ων η αίτηση προέβηκαν σε κλοπή και/ή ιδιοποίηση του πελατολογίου των Αιτητών προς άγρα πελατών και εξυπηρέτηση ιδίου οφέλους. Η Καθ΄ ης η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι είναι εγγεγραμμένη δικηγόρος στον Δικηγορικό Σύλλογο Λεμεσού. Την 1.10.09 προσελήφθηκε ως δικηγόρος και λειτουργούσε ως επικεφαλής του γραφείου των Αιτητών στην Λεμεσό. Την 1.5.13 λόγω της οικονομικής κρίσης, το γραφείο της Λεμεσού έπαυσε τη λειτουργία του και οι εργασίες του μεταφέρθηκαν στην Λευκωσία. Στις 13.11.13 μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι της μια μετοχή τάξης Α των Αιτητών και στις 25.10.13 διορίστηκε Διευθύντρια στο διοικητικό συμβούλιο των Αιτητών (Τεκμήριο 1). Σε μεταγενέστερο χρόνο ανέλαβε καθήκοντα Διευθύνοντα Συνεταίρου. Μετά την παράνομη απόλυση της (Τεκμήριο 2) πρότεινε την εξαγορά της δικής της μετοχής τάξης Α, όμως απορρίφθηκε από τον κ. Παμπορίδη και εξακολουθεί να την κατέχει. Ισχυρίζεται ότι δεν εργοδοτείται από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1, αλλά είναι ανεξάρτητη Σύμβουλος στις υπηρεσίες που παρέχουν οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 στους πελάτες τους, υπό καθεστώς μη εξαρτημένης εργασίας. Ουδέποτε αρνήθηκε να παραιτηθεί από Διευθύντρια των Αιτητών. Οι επιστολές παραίτησης (Τεκμήριο 3) ήταν προχρονολογημένες και δεν περιείχαν πρόνοιες προστασίας και κάλυψης της αφήνοντας την εκτεθειμένη. Η εταιρεία πελατών στην οποία αναφέρονται οι Αιτητές είναι η ARABSAT CYPRUS LTD στην οποία εξακολουθεί να είναι Διευθύντρια μέχρι σήμερα (Τεκμήριο 4). Η Hellas-Sat Consortium Ltd είναι θυγατρική της ARABSAT. Με ειδοποίηση σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης μετόχων στις 31.8.20, τέθηκε θέμα παύσης της από Διευθύντρια της ARABSAT (Τεκμήριο 5). Σ΄ ότι αφορά την πιστωτική κάρτα, αυτή ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε μετά την παράνομη απόλυση της. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι η αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων του Τεκμηρίου 3 στην Αίτηση, δεν είχε σκοπό να διακόψουν τη συνεργασίας τους οι παραλήπτες με τους Αιτητές, ούτε και να συνεργαστούν μαζί της ή με την Καθ΄ ης η αίτηση 1, σε θέμα που χειρίζονται οι Αιτητές και καλύπτονται από συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τους Αιτητές. Επρόκειτο για απλές ειδοποιήσεις αλλαγής περιβάλλοντος εργασίας που απευθύνονταν από ευγένεια και αβρότητα σε άτομα με τα οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν και είχαν αμιγώς πληροφοριακό χαρακτήρα. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 προκύπτει ότι ουδέποτε έγινε αναφορά στην ποιότητα εργασιών των Αιτητών ούτε υπήρξε προτροπή ή παρότρυνση για διακοπή υφιστάμενης σχέσης με τους Αιτητές και έναρξη σχέσης με τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και
  8. Σ΄ ότι αφορά τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις (Τεκμήριο 3), ισχυρίζεται ότι τις είχε σε εφαρμογή στο κινητό της τηλέφωνο. Οι πελάτες έχουν το δικαίωμα επιλογής του δικηγόρου που θα τους εκπροσωπεί σε κάθε υπόθεση και η σχέση δικηγόρου πελάτη δεν συνεπάγεται ιδιοκτησιακά δικαιώματα του δικηγόρου επί του πελάτη και η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων εξακολουθεί να ισχύει. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται και στερούνται locus standi να προωθούν την παρούσα Αίτηση. Οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία και στοιχεία που να προσδιορίζει τη ζημιά που προκλήθηκε σε αυτούς όπως για παράδειγμα στη φήμη ή σε αριθμητική απώλεια πελατών. Οι ισχυρισμοί τους παραμένουν μετέωροι, σε θεωρητικό και αόριστο υπόβαθρο και αποδίδονται σε μελλοντικό χρόνο. Σ΄ ότι αφορά τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 11.8.20, ισχυρίζεται ότι αυτή καταχωρίστηκε καθ΄ υπόδειξη του Δικαστηρίου και καταδεικνύει ανεπίτρεπτη παρέμβαση του Δικαστηρίου υπέρ των Αιτητών, αφού διορθώθηκαν με αυτήν 26 διαζεύξεις στην αρχική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Έτσι καθ΄ υπέρβαση εξουσίας του Δικαστηρίου υποδείχθηκε και επετράπηκε διόρθωση της παθογένειας του πραγματικού υπόβαθρου που τέθηκε στις 10.8.20 και συνεπώς τα επίδικα διατάγματα αποτελούν προϊόν έκνομης διαδικασίας και καταστρατήγησης των δικονομικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων για δίκαιη δίκη. Αναφέρει περαιτέρω ότι στις 10.8.20 η συνάδελφος της XXXXX Αγαθοκλέους της απέστειλε ταχυδρομικώς αλληλογραφία με την οποία της παρέδιδε για περαιτέρω χειρισμό υπόθεση δικής της πελάτιδας, προσωπικής της φίλης (Τεκμήριο 6). Ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται κατά τόπο αρμοδιότητας να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς διότι: (α) στο κλητήριο ένταλμα και στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.8.20 δεν γίνεται αναφορά σε γεγονότα που εδραιώνουν την κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, (β) οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 έχουν την έδρα τους στη Λεμεσό (Τεκμήριο 7), (γ) η ίδια, είναι εγγεγραμμένη δικηγόρος στον Δικηγορικό Σύλλογο Λεμεσού, διέμενε στη Λεμεσό και από 1.05.13 πηγαινοερχόταν στην εργασία της και τις Παρασκευές εργαζόταν από το σπίτι της στη Λεμεσό. Κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής (10.8.20) και κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξασκούσε το επάγγελμα της στη Λεμεσό όπου και διαμένει μόνιμα (Τεκμήριο 8). Ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα από το δικηγορικό γραφείο των Καθ΄ ων η αίτηση 1 που έχει την έδρα της στη Λεμεσό, (δ) καμία συμφωνία μεταξύ της ίδιας και των Αιτητών δεν παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει ότι η συνομολόγηση της έγινε εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σ΄ ότι αφορά το εκδοθέν Διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal (Τεκμήρια 9 και 10) αυτό δεν συνάδει με τους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης, ούτε και με το αρ. 9

(3)του Κεφ. 6, το αρ. 30 του Συντάγματος και αρ. 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ν.118/1968). Το εκδοθέν διάταγμα εκδόθηκε καταχρηστικά και κακόπιστα με μόνο σκοπό την αλίευση μαρτυρίας. Περαιτέρω οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 25.6.21, η XXXXX Αγαθοκλέους εκ μέρους των Αιτητών ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο είχε υποδείξει τις διαζεύξεις και κατόπιν αυτού, αιτήθηκαν προφορικά με βάση την Δ.48 θ.4
(2)άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία δόθηκε. Αναφέρει ότι οι Αιτητές είχαν έδρα στη Λευκωσία, δεν είχαν εργασίες ή γραφείο σε άλλη επαρχία και η συμφωνία εργοδότησης της Καθ΄ ης η αίτηση 2 έγινε στη Λευκωσία. Από την πρόσληψη της κατείχε τον τίτλο της συνεταίρου, χωρίς να κατέχει μετοχές. Πέραν των μηνυμάτων του Τεκμηρίου 3 στην Αίτηση, όπως ενημερώθηκε από τον κ. Παμπορίδη στις 20.8.20, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον διευθύνοντα σύμβουλο των εταιρειών CARAMONDANI, πληροφορήθηκε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 2 είχε επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικώς και με email με σκοπό την παροχή από την ίδια νομικών υπηρεσιών αντί από τους Αιτητές, με βάση ισχύουσα συμφωνία παροχής υπηρεσιών (Τεκμήριο 1). Αυτό έγινε και με άλλο πελάτη. Ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 2 απέσπασε παράνομα τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις χρησιμοποιώντας την εφαρμογή χωρίς εξουσιοδότηση, από το σύστημα διαχείρισης της ηλεκτρονικής αλληλογραφία των Αιτητών στη Λευκωσία. Στις 28.06.21, η Καθ΄ ης η αίτηση 2 καταχώρισε απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση των ισχυρισμών της Μ. Αγαθοκλέους στην συμπληρωματική ένορκη δήλωσης της ημερομηνίας 25.6.21 (Τεκμήρια 1 - 4). Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των δύο πλευρών. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, στα πλαίσια Αίτησης Παραμερισμού ημερομηνίας 18.8.20 εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση, το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), έκδωσε στις 27.4.21 Ενδιάμεση Απόφαση με την οποία απέρριψε την Αίτηση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω Ενδιάμεσης Απόφασης, το Δικαστήριο ασχολήθηκε και αποφάσισε επί της ουσίας των πιο κάτω ζητημάτων:
  1. Κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
  2. Παράτυπο της πρώτης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 11.8.
  3. Παραβίαση Συνταγματικού Δικαιώματος και Αρχών Φυσικής Δικαιοσύνης.
  4. Εμβέλεια, ασάφεια και αοριστία του Διατάγματος Αποκάλυψης. Η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών είναι ότι το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει και να μην ασχοληθεί με τους αντίστοιχους λόγους ένστασης των Καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα Αίτηση, με αριθμούς 1-3, 4-6, 12-14, 16 και
  5. Όπως προκύπτει από την κατάληξη του Δικαστηρίου στις σελίδες 16, 18, 21, 22, 25 και 27 της Ενδιάμεσης Απόφασης ημερομηνίας 27.4.21, πράγματι το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την ουσία των πιο πάνω ζητημάτων και εξέφρασε τελική γνώμη κατά τρόπο καθοριστικό επί αυτών. Συνεπώς εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση το δόγμα του δεδικασμένου (res judicata) και συνεπώς το παρόν Δικαστήριο εμποδίζεται να ασχοληθεί και αποφασίσει εκ νέου, επί των πιο πάνω ζητημάτων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε. 72/2011, ημερομηνίας 16.4.14: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Buttes Gas and Oil Co v. Hammer (No.3)
(1982)A.C. 888.» Περαιτέρω, τυχόν ενασχόληση του παρόντος Δικαστηρίου εκ νέου επί των πιο πάνω ζητημάτων, θα ισοδυναμούσε με αναθεώρηση της προγενέστερης Ενδιάμεσης Απόφασης ημερομηνίας 27.4.21 ομόβαθμου Δικαστηρίου, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, αφού τέτοια εξουσία παρέχεται μόνο στο Εφετείο για ανατροπή και διαφοροποίηση οποιασδήποτε απόφασης κατώτερου Δικαστηρίου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ κ.ά. ν. Περατικού κ.ά., Πολ. Αίτηση 32/19, ημερομηνίας 17.4.19: «Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v. 1. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή σε διαδικασία που αφορούσε την ορθότητα της χρήσης της εναρκτήριας κλήσης ως δικονομικό μέτρο προς επίλυση ορισμένων θεμάτων εντός της διαχείρισης. Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων, έκρινε ότι εφόσον η ορθότητα της επιλογής του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης είχε ήδη αποφασιστεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση ενός Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, δεν μπορούσε στη συνέχεια άλλος ομόβαθμος Δικαστής να έκρινε διαφορετικά διότι η πρώτη απόφαση εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί με τη διαδικασία της έφεσης, παρέμενε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και δεν ήταν δυνατό το θέμα της δικαιοδοσίας να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό διάβημα. Όπως λέχθηκε επί λέξει: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.» Στην πιο πάνω απόφαση, ισόβαθμο Δικαστήριο είχε ακυρώσει το μηχανισμό της εναρκτήριας κλήσης θεωρώντας το ως μη ορθό δικονομικό μέτρο υπό τις περιστάσεις, κρίνοντας ότι με την ένσταση που είχε καταχωρηθεί είχαν εκ των υστέρων αποκρυσταλλωθεί τα γεγονότα. Παρά ταύτα το Ανώτατο Δικαστήριο κατ΄ έφεση, ως ανωτέρω, έκρινε λανθασμένη την απόφαση διότι δεν μπορούσε μεταγενέστερα να αμφισβητηθεί η εναρκτήρια κλήση που είχε επικυρωθεί ως προς την ορθότητα της, τόσο από προηγούμενο κατώτερο Δικαστήριο, όσο και από το Ανώτατο Δικαστήριο σε προνομιακή διαδικασία. Στην Papademetriou v. Christofi
(1988), το Εφετείο αποδέχθηκε έφεση με την οποία ακυρώθηκε απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου να μην ορίσει την υπόθεση για ακρόαση αμφισβητώντας την ορθότητα προηγούμενης άδειας που είχε δοθεί από άλλο Δικαστή για υποκατάστατη επίδοση επί ενός των εναγομένων, θεωρώντας ότι υπό τις συνθήκες της υπόθεσης η διαδικασία δεν θα γνωστοποιείτο στον εναγόμενο. Ενήργησε, όπως ανέφερε το Εφετείο, ως Εφετείο επί αποφάσεως άλλου Δικαστή. Παρόμοιες εφετειακές επισημάνσεις έγιναν στις Ματθαίου ν. Σολομώντος
(2010)1 Α.Α.Δ. 1201, Κυριάκου ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, κ.ά. Οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν εμφανή υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά παρόμοιο τρόπο όπως και η έκδοση αντιφατικών ή συγκρουόμενων διαταγμάτων από το ίδιο Δικαστήριο, (Μάριου Κοσμά
(2014)1 Α.Α.Δ. 698, Russel Ritchie
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 και Γεωργίου Χατζηαλεξάνδρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366). Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο.» Προχωρώ να εξετάσω το λόγον Ένστασης των Καθ΄ ων η αίτηση ότι δεν συνέτρεχαν εξαιρετικοί λόγοι παρέκκλισης από τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της υποχρέωσης εκατέρωθεν ακρόασης των θέσεων των διαδίκων κατά την έκδοση των Διαταγμάτων ημερομηνίας 11.8.20. Το ζήτημα αυτό, άπτεται του στοιχείου του κατεπείγοντος ως προϋπόθεση για την έκδοση μονομερούς Διατάγματος και έχει εξεταστεί και νομολογηθεί σε μια σειρά από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις Ιn Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.α., Πολ. Έφ. 9776/29.05.98, Μ & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, In re Stavros Appartments Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598, και Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Συγκεκριμένα, στην υπόθεση In re Stavros Appartments Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 λέχθηκε ότι ''το στοιχείο του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση'', ενώ στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, το Δικαστήριο έκρινε ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί ''δικαιοδοτικό όρο'' για την παροχή μιας αιτούμενης θεραπείας μονομερώς, με αποτέλεσμα μόνο όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αυτό αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, να ασκήσει δικαστική εξουσία στην απουσία των Εναγόμενων-Καθ' ων η Αίτηση. Με άλλα λόγια, είναι σε περιπτώσεις κατεπείγουσας φύσης που το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει δίχως να ακούσει και τις δύο πλευρές πριν εκφέρει κρίση. Περαιτέρω, στην καθοδηγητική αυθεντία Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1462, το Δικαστήριο έκρινε ότι: «H έκδοση προσωρινού διατάγματος ex parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί». Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτητές αμέσως μετά την πληροφόρηση που έτυχαν για την ύπαρξη των μηνυμάτων που απέστελλε η Καθ΄ ης η αίτηση 2 περί τα τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου 2020, προχώρησαν στις 10.8.20 στην καταχώριση της παρούσας Μονομερούς Αίτησης χωρίς καμία καθυστέρηση. Συνεπώς, κρίνω ότι ικανοποιείται το στοιχείο του «κατεπείγοντος» και ο σχετικός λόγος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Αποτελεί περαιτέρω λόγον Ένστασης των Καθ΄ ων η αίτηση ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και εγείρουν ζήτημα μη πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους των Αιτητών. Είναι καλώς γνωστό ότι βάσει διαχρονικής και απαρέγκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο Δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάζει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά το Δικαστήριο πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Παρατίθεται επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena, Πολ. Έφεση 130/09 ημερ. 21.1.10 που επαναλαμβάνει ό,τι προηγούμενες αποφάσεις καθιέρωσαν: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Σχετικά παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:- «.Στην απόφαση του, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISTRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/09, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά (ανωτέρω) (σελ.4). «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας γα την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα τους, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:- (σελ.7) «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ' ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598).» Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά και Adeona Holdings Ltd, Πολ. Εφ. Ε6/2014 ημερομηνίας 27.2.15 επαναλαμβάνονται οι καλώς γνωστές αρχές της νομολογίας επί του θέματος και σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 AAΔ.607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 AAΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598 και Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ. α.
(2004)1Γ AAΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd's Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 ο δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R ν Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat ν Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd ν Britannia Arrow Holdings Plc, ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199.» Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Hold A.S. v. Daventree Resour Ltd κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 801: «Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων».. Επαναλαμβάνω και για τους σκοπούς της παρούσας την επισήμανση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την προσθήκη ότι το Δικαστήριο σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως όχι μόνο δεν έχει άλλη επιλογή, αλλά ούτε και την πολυτέλεια να διεξέλθει το περιεχόμενο των πολυάριθμων εγγράφων που συνήθως συνοδεύουν μια μονομερή αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία και κατά συνέπεια σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επισύρεται η προσοχή του σε καθετί που περιέχεται στα έγγραφα αυτά και τα οποία δυνατό να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του. Σχετικά, εκτός από την υπόθεση Harvardskiy (ανωτέρω), παραπέμπω και στις υποθέσεις Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Interparlemental Concer "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557, από τις οποίες προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν και τα οποία πολλές φορές - όπως και στην παρούσα περίπτωση - είναι ογκωδέστατα. Στην παρ. 70(δ) (i-xii) της ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ης η αίτηση 2 που υποστηρίζει την Ένσταση, συγκεκριμενοποιούνται τα γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμό της δεν αποκαλύφθηκαν από τους Αιτητές, ως ακολούθως: (
  1. i)Εσκεμμένα δεν ανέφεραν ότι η οποιαδήποτε εργασιακή σχέση μεταξύ των Αιτητών και της Καθ΄ ης η αίτηση 2 άρχισε και συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια στη Λεμεσό και τις συνθήκες υπό τις οποίες μεταφέρθηκε τελικά στη Λευκωσία. (
  2. ii)Εσκεμμένα παραλείπουν να αναφέρουν ότι υπήρξε ανέκαθεν εγγεγραμμένη δικηγόρος στον Δικηγορικό Σύλλογο Λεμεσού. (iii) Εσκεμμένα ισχυρίζονται ότι προσλήφθηκε ως δικηγόρος-συνέταιρος. (
  3. iv)Παραλείπουν να αναφέρουν ότι μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να είναι Διευθύντρια στην ARABSAT CYPRUS LTD καθώς και το καθεστώς της Εταιρείας Υδρογονανθράκων Κύπρου (CHC), παραλήπτες του τεκμηρίου 3 στην Αίτηση. (
  4. v)Παραποιούν τα γεγονότα σε ότι αφορά την πρόθεση της να παραιτηθεί από τα καθήκοντα της σαν Διευθύντρια των Αιτητών. (
  5. vi)Παραπλανούν το Δικαστήριο αναφορικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. (vii) Δημιουργούν εσκεμμένα την εντύπωση ότι η ίδια και η Καθ΄ ης η αίτηση 1 βρίσκονται σε σχέση εξαρτημένης εργασίας. (viii) Ισχυρίζονται ότι της δόθηκαν γραπτώς οι όροι εργοδότησης της χωρίς ωστόσο να της έχουν δοθεί οποτεδήποτε εξ΄ ου και δεν έχουν επισυναφθεί στην Ε/Δ Παμπορίδη ως τεκμήριο. (
  6. ix)Παραπλανούν το Δικαστήριο σε ότι αφορά στα δικαιώματα τα οποία φέρουν οι μέτοχοι των Αιτητών, ιδιαίτερα στα δικαιώματα των μετοχών Τάξης Α. (
  7. x)Παραπλανούν το Δικαστήριο σε σχέση με τους λόγους αλλά και το χρόνο κατά τον οποίο διορίστηκε στο διοικητικό συμβούλιο των Αιτητών αλλά και όσον αφορά στο χρόνο που ανέλαβε καθήκοντα Διευθύνοντος Συνεταίρου. (
  8. xi)Παραλείπουν να αναφερθούν μέσω της Ε/Δ Αγαθοκλέους στην επιστολή Τεκμήριο 6. (xii) Επιμελώς και εσκεμμένα αποφεύγουν να αναφερθούν στον τρόπο με τον οποίο τερμάτισαν την μεταξύ τους εργασιακή σχέση παραπλανώντας το Δικαστήριο για την νομιμότητα ή όχι του τερματισμού της απασχόλησης της. Έχω εξετάσει τις θέσεις των δύο πλευρών επί των εν λόγω ζητημάτων και καταλήγω ότι οι Αιτητές δεν μπορούν να κριθούν ένοχοι σοβαρής παραπλάνησης του Δικαστηρίου και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι Αιτητές με την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση, προέβαλαν την δική τους θέση επί των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Έχω την άποψη ότι επί αυτών δεν τίθεται θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, αλλά πρόκειται για παράθεση των αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών των δύο πλευρών που αφορούν την ουσία της διαφοράς μεταξύ τους, τις οποίες το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει στο παρόν στάδιο, ούτε και να καταλήξει σε συμπεράσματα σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ως προς την πλήρη εξέταση του πραγματικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη για την ουσία της διαφοράς τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Συνεπώς, κρίνω ότι ο σχετικός λόγος Ένστασης περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου εκ μέρους των Αιτητών, δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές έχουν καταδείξει ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. Karydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 321 Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
  1. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
  2. Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
  3. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/11 ημερομηνίας 16.4.2014). Με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω τη γνώμη ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω ότι προβάλλεται από τους Αιτητές ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 2 με την υποβοήθηση και ανοχή των Καθ΄ ων η αίτηση 1, μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της στους Αιτητές, απέσπασε παράνομα πληροφορίες και δεδομένα των πελατών των Αιτητών από Κεντρικό Εξυπηρετητή Υπολογιστή (Server) των Αιτητών, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ώστε να προωθήσει τους παράνομους σκοπούς της, κατά παράβαση της Συμφωνίας εργόδοτησης της από τους Αιτητές, του καθήκοντος εμπιστευτικότητας (duty of confidence) και καθήκοντος πίστης και εμπιστοσύνης (duty of loyalty and fidelity), ως και των καθηκόντων που πηγάζουν από την θέση που διατηρούσε η Καθ΄ ης η αίτηση 2 σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των Αιτητών ως εμπιστευματοδόχος. Στη συνέχεια, προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 χρησιμοποιώντας τα εμπιστευτικά στοιχεία επικοινωνίας και πληροφορίες των πελατών των Αιτητών, απέστειλαν σε πελάτες των Αιτητών, σε συνεργάτες, αξιωματούχους ή υπαλλήλους των εν λόγω πελατών, μηνύματα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με τα οποία τους πληροφορούσαν για την αποχώρηση της Καθ΄ ης η αίτηση 2 από την υπηρεσία των Αιτητών και την έναρξη συνεργασίας με τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 ως συμβούλου, εξηγώντας παράλληλα ότι τόσο η ίδια, όσο και άλλα μέλη των Καθ΄ ων η αίτηση 1, ήταν στη διάθεση τους για την παροχή νομικών υπηρεσιών σε αυτούς. Έτσι, προκαλούσαν τους πελάτες των Αιτητών να τερματίσουν την συμφωνία τους με τους Αιτητές και να λάβουν νομικές και άλλες υπηρεσίες από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και
  4. Το κατά πόσο ευσταθούν οι θέσεις των Αιτητών ή οι αντίθετες θέσεις των Καθ΄ ων η αίτηση δεν είναι του παρόντος σταδίου. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι, στη βάση των όσων οι Αιτητές αποδίδουν στους Καθ' ων η Αίτηση, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η προοπτική ότι δικαιούνται εναντίον τους θεραπεία όπως αξιώνουν με την αγωγή τους, δεν είναι δυσδιάκριτη. Σ' ότι αφορά το εκδοθέν Διάταγμα αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal», τονίζεται η ευελιξία της εν λόγω ενδιάμεσης θεραπείας, η οποία δεν εκδίδεται απαραίτητα σε περιπτώσεις όπου απλώς επιζητείται η ταυτότητα του τελικού αδικοπραγήσαντος (ultimate wrongdoer), αλλά επεκτείνεται και σε περιπτώσεις όπου επιζητούνται πληροφορίες οι οποίες θα επιτρέψουν σε ένα ενάγοντα να ολοκληρώσει την εικόνα και το μέγεθος της συνολικής αδικοπραξίας που έχει λάβει χώρα σε βάρος του, δίδοντας του την ευκαιρία να εντοπίσει το «missing piece of the jigsaw» το οποίο χρειάζεται για να ολοκληρώσει τα δεδομένα της υπόθεσης του και να προωθήσει τις αξιώσεις του αλλά και την απονομή της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση της αγγλικής νομολογίας της αγγλικής νομολογίας, όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Charles Hollander QC, Documentary Evidence, 12th Ed., Sweet and Maxwell, είναι ότι η έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου ζητείται ο εντοπισμός της ταυτότητας ενός αδικοπραγήσαντα ή ζητείται το «missing piece of the jigsaw», αλλά, στην πραγματικότητα υπάρχει μία πιο ευέλικτη προσέγγιση από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «4-16 It is surprising that their lordships have agreed to hear so many Norwich Pharmacal appeals in recent years: Ashworth, Equatorial Guinea, and now RFU. It means that some of the tests applied in various authorities in recent years can be discarded in favour of the more flexible approach set out by the Supreme Court: "missing piece of the jigsaw" In a number of cases it was suggested that an order may be sought when what is sought is a "missing piece of the jigsaw". In Mitsui v Nexen Petroleum Lightman J said that an order can be made where the claimant requires disclosure of crucial information in order to be able to bring its claim or where the claimant requires a missing piece of the jigsaw". But the Divisional Court in R (on the application of Mohamed) v Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs did not consider that the relief was confined to the identity of the wrongdoer or the "missing piece of the jigsaw." Nor is there anything in Rugby Football Union which supports such a restriction. (..) "discretion" "The essential purpose of the remedy is to do justice. This involves the exercise of discretion by a careful and fair weighing of all relevant factors» Σχετικές είναι οι υποθέσεις Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403 και Melouskia Commercial Ltd κ.ά. ν. Chumachenko Alisa κ.ά., Πολ. Έφ. Ε71/13, ημερομηνίας 30.9.14. Το πιο κάτω απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S. R. 241, είναι σχετικό: «The first submission by Mr. Garnier on behalf of the defendants was that the court has no jurisdiction to make the orders sought by the plaintiff. I reject that submission. It appears from Norwich Pharmacal Co. v. Commissioners of Customs & Excise [1974] A.C. 137 , that, in recognition of a duty, on the part of a person innocently and involuntarily involved in facilitating the tortious acts of others, to assist persons who have been wronged, the court has jurisdiction to order the provision of information in an action for discovery to enable the person who claims to have been wronged to protect his interests: for example, by enabling him to identify the wrongdoers so that he can then bring proceedings against them. [.] In my judgment, the court has jurisdiction at this stage to order the defendants, against whom a reasonable cause of action is pleaded, to make full discovery of names and addresses of the persons to whom the letters alleged to be actionable were sent. The recipients of the letters are not wrongdoers, but, in my view, the jurisdiction of the court is not confined to the case of identifying wrongdoers. The copies of the letters sent by the defendants and any distribution list of names and addresses of recipients are documents relevant to the issues pleaded in this action. The fact that the immediate purpose for which the plaintiff seeks discovery is to write to the recipients to set straight the record does not oust the jurisdiction of the court to order discovery of relevant documents. The plaintiff's purpose is a legitimate purpose relating to the issues raised in the action. The plaintiff wishes to take reasonable steps to protect itself against the damaging consequences of the alleged tortious document disseminated by the defendants. The plaintiff is not seeking to use the process of discovery against the defendants for some extraneous or improper purpose. It is not seeking to obtain documents on which to found, create or complete a cause of action against persons who are not presently parties to the proceedings. It is not seeking to use the documents for any purpose which is an abuse of the process of discovery. In those circumstances I am satisfied that the court has jurisdiction.» Από τα πιο πάνω, προκύπτει αδιαμφισβήτητα η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει το Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, ώστε οι Καθ΄ ων η αίτηση να παράσχουν στους Αιτητές όλες τις πληροφορίες και στοιχεία σε σχέση με πελάτες τους, ως ρητά προνοείται στο Διάταγμα υπό παρ. Δ. Το γεγονός ότι καταχωρίστηκε από τους Αιτητές η Έκθεση Απαίτησης, δεν καθιστά μη αναγκαία την έκδοση του Διατάγματος Αποκάλυψης. Όπως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών επισημαίνουν, όταν οι Αιτητές λάβουν τις πληροφορίες που οι Καθ΄ ων η αίτηση έχουν διαταχθεί με το Διάταγμα Αποκάλυψης υπό παρ. Δ της Αίτησης, τότε θα προβούν στα αναγκαία δικονομικά διαβήματα για να συμπεριλάβουν τις επιπρόσθετες πληροφορίες στην Έκθεση Απαίτησης τους, εάν και εφόσον αυτό καταστεί αναγκαίο. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η διατήρηση του εκδοθέντος Διατάγματος αποκάλυψης και η συμμόρφωση των Καθ΄ ων η αίτηση, είναι αναγκαία ώστε οι Αιτητές να γνωρίζουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, ποιούς άλλους πελάτες τους ενδεχομένως να έχουν προσεγγίσει οι Καθ΄ ων η αίτηση, ως και ποιες άλλες πληροφορίες έχουν στην κατοχή τους, ώστε να μετριάσουν την ζημιά τους που έχουν υποστεί και να αποτρέψουν περαιτέρω ζημιά και απώλεια. Παρέμεινε προς εξέταση η τρίτη προϋπόθεση. Όπως είναι νομολογημένο, το βασικό κριτήριο για να κριθεί ότι η έκδοση του διατάγματος είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή ή να διευκολυνθεί η απονομή της δικαιοσύνης, είναι το κατά πόσο αν τελικά ο Ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε η έκδοση προσωρινού Διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Η επιδίκαση αποζημιώσεων κρίνεται ότι αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Αν ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι επίσης νομολογημένο ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 συμπεριλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά που μπορεί να προκληθεί με την μη έκδοση του Διατάγματος. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791, Κώστας Κυρίσαββας κ.ά ν. Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245). Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Κώστας Κυρίσαββας κ.ά. ν. Χάρη Κύζη (ανωτέρω) είναι σχετικό: «Είναι γεγονός ότι ο Εφεσίβλητος δεν παρουσίασε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκαλείτο στο κτήμα αν αφήνετο να προχωρήσει και συμπληρωθεί η ανέγερση του περιπτέρου. Όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231).» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών εισηγήθηκαν ότι η μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων θα επιτρέψει στους Καθ΄ ων η αίτηση να συνεχίσουν ανενόχλητοι να αποστέλλουν μηνύματα και να προσεγγίζουν υφιστάμενους πελάτες των Αιτητών, με αποτέλεσμα την πρόκληση ανεπανόρθωτης και ανυπολόγιστης ζημιάς στους Αιτητές. Τυχόν παραμερισμός του Διατάγματος Αποκάλυψης, θα επιτρέψει στους Καθ΄ ων η αίτηση να συνεχίσουν να αποκρύβουν τις παράνομες ενέργειες τους και το μέγεθος της ζημιάς που έχουν ήδη προκαλέσει και θα συνεχίσουν να προκαλούν στο μέλλον και θα στερήσει την δυνατότητα στους Αιτητές να αποτρέψουν περαιτέρω ζημιά και απώλεια. Αντίθετα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές δεν ανέφεραν καμιά καταγγελία σε βάρους τους από τους πελάτες τους για παράβαση εμπιστευτικότητας εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση. Περαιτέρω, καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε για επηρεασμό της φήμης ή πελατείας των Αιτητών, ούτε και έχει προσδιορισθεί ειδικά και συγκεκριμένα η ζημιά που έχει προκληθεί στη φήμη ή απώλεια πελατών των Αιτητών. Αναφορά γίνεται για ζημιές που αποδίδονται σε μελλοντικό χρόνο, μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και μπορούν να καθοριστούν χρηματικά. Έχω εξετάσει τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων και συμφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Αιτητών ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης των εκδοθέντων Προσωρινών Διαταγμάτων, οι Καθ΄ ων η αίτηση ενδεχομένως να συνεχίσουν να αποστέλλουν μηνύματα σε υφιστάμενους πελάτες των Αιτητών, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης στους Αιτητές ανεπανόρθωτης και ανυπολόγιστης ζημιάς, σε περίπτωση παραβίασης των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που διατηρούν με τους Αιτητές. Συνεπώς, κρίνω ότι η οριστικοποίηση των Διαταγμάτων είναι απαραίτητη ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω αποστολή μηνυμάτων εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση και προσέγγιση υφιστάμενων πελατών των Αιτητών, που ενδεχομένως να οδηγήσει σε επηρεασμό των συμφερόντων των Αιτητών. Το γεγονός ότι δεν έχουν παρουσιασθεί από τους Αιτητές στοιχεία για συγκεκριμένη ζημιά, δεν αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο για την μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, με βάση τη νομολογία, ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μοναδικός που λαμβάνεται υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η μη οριστικοποίηση των Διαταγμάτων, θα αποστερήσει τους Αιτητές από του να αποτρέψουν περαιτέρω ζημιά και απώλεια, θα οδηγήσει σε επηρεασμό της φήμης και πελατείας τους και με αυτά τα δεδομένα η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο θα καταστεί πολύ δύσκολη και ενδεχομένως αδύνατη. Κάτω από αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του αρ. 32 του Ν.14/60. Τέλος, προχωρώ να εξετάσω και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 795: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."» Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Αιτητών. Σταθμίζοντας τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές από την μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων, έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης ανωτέρω, ως και την ανύπαρκτη κατά την άποψη μου ζημιά που θα υποστούν οι Καθ΄ ων η αίτηση από την οριστικοποίηση των Διαταγμάτων, κρίνω ότι η οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων, ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί στο τέλος της δίκης, ότι η παρούσα απόφαση είναι εσφαλμένη, εντός της έννοιας Bacardi (ανωτέρω). Τούτο γιατί σε περίπτωση ακύρωσης των Προσωρινών Διαταγμάτων, οι Αιτητές θα συνεχίσουν να υπόκεινται στον κίνδυνο επηρεασμού της φήμης και υφιστάμενων πελατών τους εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση, με την αποστολή σχετικών μηνυμάτων και την ενδεχόμενη παραβίαση των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που διατηρούν με τους Αιτητές. Αντίθετα οι Καθ΄ ων η αίτηση καμιά ζημιά θα υποστούν από την απαγόρευση προσέγγισης υφιστάμενων πελατών των Αιτητών, εφόσον η απόκτηση πελατών εκ μέρους τους, δεν πρέπει να στηρίζεται στο πελατολόγιο των Αιτητών. Ούτε και έχουν καταδείξει ότι θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά με το να αποκαλύψουν τις πληροφορίες που ανήκουν στους Αιτητές και αποτελούν το αντικείμενο του Διατάγματος αποκάλυψης. Για όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, τα προσωρινά Διατάγματα ημερομηνίας 11.8.20 καθίστανται απόλυτα. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Αιτητών και σε βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.