VTB BANK (PJSC) ν. EUROBANK CYPRUS LIMITED, Aγωγή Αρ.: 887/2021, 12/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A528 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ.: 887/2021 Μεταξύ: VTB BANK (PJSC), από τη Ρωσία Εναγόντων -και- EUROBANK CYPRUS LIMITED, από την Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση Εναγόντων ημερ. 6.04.2021 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 12.10.
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ.κ. Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 6.04.21 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρισαν εναντίον των Εναγομένων (στο εξής οι Καθ΄ ων η αίτηση), την παρούσα αγωγή, ως και Αίτηση δια κλήσεως ιδίας ημερομηνίας, με την οποία αιτούνται την έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων τύπου «Norwich Pharmacal». H Αίτηση - η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 ΘΘ. 1 - 4, Δ.39, Δ.48, ΘΘ. 1 - 4, 9, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρο 4, στα άρθρα 21, 22, 29, 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στις αρχές που σχετίζονται με την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Τιμόθεου Στρατή, ημερομηνίας 6.4.21 - προσέκρουσε σε Ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Πετάση, ημερομηνίας 12.5.
- Ο XXXXX Στρατής είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. Ανέφερε ότι οι Αιτητές είναι Τράπεζα που εδράζεται στη Ρωσία και διεξάγει εργασίες στην Κύπρο παρέχοντας χρηματοδότηση σε Κυπριακές Εταιρείες. Στις 19.06.2014, οι Αιτητές, παρείχαν πιστωτικές διευκολύνσεις στη Ρωσική εταιρεία LLC Torgoviy Dom Tranzit DV η οποία ανήκει στον XXXXX Polchenko. Ως εξασφάλιση αποπληρωμής του δανείου, ο Polchenko παραχώρησε προσωπική εγγύηση προς τους Αιτητές με σχετική συμφωνία ίδιας ημερομηνίας. Ως αποτέλεσμα της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τόσο της εταιρείας LLC Torgoviy Dom Tranzit DV όσο και του Polchenko προσωπικά, οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώριση δικαστικών διαδικασιών στην Ρωσία εναντίον τους και πέτυχαν την έκδοση απόφασης ημερομηνίας 08.11.2017 από το Ρωσικό Δικαστήριο για το ποσό των USD 4.359.947,02 πλέον RUB 60.000,00 (στο εξής «η Ρωσική Απόφαση»). Στο πλαίσιο μέτρων εκτέλεσης της Ρωσικής Απόφασης που έλαβαν χώρα στη Ρωσία, οι Αιτητές κατάφεραν να ρευστοποιήσουν και να ανακτήσουν ένα μικρό μέρος του εξ αποφάσεως χρέους, με αποτέλεσμα να παραμένει μέχρι σήμερα πληρωτέο το ποσό των USD 3 εκατομμυρίων περίπου. Πριν την έκδοση της Ρωσικής Απόφασης και ενώ η Ρωσική διαδικασία εκκρεμούσε, ο Polchenko αποξένωσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που κατείχε στο όνομα του, σε μια προφανή προσπάθεια εξαπάτησης των Αιτητών. Συγκεκριμένα, εισήλθε σε μια σειρά πράξεων με τις οποίες μεταβίβασε ως δωρεές ή πώλησε σε πολύ χαμηλότερη αξία από την πραγματική αγοραία αξία διάφορα περιουσιακά στοιχεία, κυρίως ακίνητα σε φιλικά και/ή συγγενικά του πρόσωπα. Περαιτέρω, λόγω του ότι ο Polchenko αντιμετώπισε ποινικές διαδικασίες εναντίον του στη Ρωσία σε σχέση με οικονομικά εγκλήματα και την εξαπάτηση των πιστωτών του, διέφυγε από τη χώρα και τώρα διαμένει στη Λεμεσό μαζί με τη γυναίκα του, XXXXX Polchenko. Ως εκ τούτου, συμπεριλήφθηκε στη λίστα καταζητούμενων της Interpol (red notice wanted list) και σύμφωνα με διάφορα δημοσιογραφικά άρθρα, συνελήφθη κατά ή γύρω στον Ιούλιο ή τον Αύγουστο του 2019 από τις Κυπριακές Αρχές πλην όμως δεν φαίνεται να έχει εκδοθεί ακόμη προς τη Ρωσική Ομοσπονδία. Μόλις η Ρωσική Απόφαση κατέστη τελική και εκτελεστή στην Ρωσία, οι Αιτητές προχώρησαν σε διαβήματα για την αναγνώριση και εγγραφή της Ρωσικής Απόφασης στην Κύπρο. Ενόψει του ότι οι Αιτητές αποτελούν εταιρεία που εδράζεται στη Ρωσία, η αίτηση για εγγραφή της Ρωσικής Απόφασης στην Κύπρο έγινε με καταχώρηση αιτήματος στις αρμόδιες αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα βρισκόταν υπό επεξεργασία από τις εν λόγω αρχές μέχρι να μεταβιβαστεί στην Κύπρο και έπειτα να καταχωρηθεί σχετική Αίτηση για εγγραφή της εκ μέρους του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Η Αίτηση για αναγνώριση της Ρωσικής Απόφασης καταχωρήθηκε από τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας στις 21/10/20 και οι Αιτητές δεν έχουν ειδοποιηθεί ακόμη αναφορικά με οποιεσδήποτε εξελίξεις. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα που οι Αιτητές επικοινώνησαν με τις Ρωσικές Αρχές για να ζητήσουν την αναγνώριση και εγγραφή της Ρωσικής Απόφασης στην Κύπρο, οι Αιτητές καταχώρησαν Αίτηση με αρ. 14/2019 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία ζητούσαν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων προς υποβοήθηση της διαδικασίας εγγραφής της Ρωσικής Απόφασης στην Κύπρο για την παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν ο XXXXX και η XXXXX Polchenko στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένης κυρίως ακίνητης περιουσίας στη Λεμεσό μεγάλης χρηματικής αξίας (περίπου 600.000 ευρώ) η οποία ανήκει στην XXXXX Polchenko. Η Αίτηση με αρ. 14/2019 δεν προωθήθηκε στη βάση ισχυρισμών διάπραξης απάτης από το ζεύγος Polchenko, αλλά στη βάση προνοιών του Ρωσικού δικαίου αναφορικά με την κατοχή κατά το ήμισυ περιουσίας μεταξύ συζύγων, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση των πιστωτών του ενός συζύγου. Η Αίτηση απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα μέχρι την διαβίβαση του αιτήματος εγγραφής από τη Ρωσία στην Κύπρο και καταχώρηση πρωτογενούς αίτησης ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 7 στην Αίτηση). Στην Ε/Δ προς υποστήριξη της Ένστασης που καταχώρησε η Polchenko στο πλαίσιο της Αίτησης 14/2019, ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε η ίδια (και όχι ο Polchenko) το ποσό για την αγορά του ακινήτου που βρίσκεται στη Λεμεσό ενώ επισύναψε στα δικόγραφα της, αντίγραφο συμφωνίας αγοραπωλησίας του ακινήτου με εργοληπτική εταιρεία η οποία φέρει ημερομηνίας 18.10.2017 δηλαδή ένα μήνα πριν την έκδοση της Ρωσικής Απόφασης εναντίον του συζύγου της. Η XXXXX Polcheno επισύναψε, επίσης, και δέσμη αποδείξεων πληρωμών οι οποίες εκδόθηκαν από την εργοληπτική εταιρεία ΑΗΚ Construction Ltd η οποία είναι η εταιρεία από την οποία αγοράστηκε το ακίνητο και από τις οποίες φαίνεται ότι οι πληρωμές/μεταφορές χρημάτων για την απόκτηση του ακινήτου έγιναν από την XXXXX Polchenko προς την εν λόγω εταιρεία για το συνολικό ποσό των 613.600,45 ευρώ μέσω τραπεζικού λογαριασμού. Στις εν λόγω αποδείξεις αναγράφεται ότι το έμβασμα έγινε μέσω λογαριασμού που διατηρείται με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ - «BOC Transfer». (Τεκμήριο 9 στην Αίτηση). Ισχυρίζεται ότι η Polchenko δε θα μπορούσε εύλογα να συσσωρεύσει τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό από το προσωπικό της εισόδημα για να μπορέσει να αγοράσει το ακίνητο, ως και ότι η εν λόγω συναλλαγή, εμπίπτει στη σειρά συναλλαγών στις οποίες έχει προχωρήσει ο Polchenko για να αποξενώσει προσωπική του περιουσία, είτε ακίνητη είτε κινητή π.χ. κεφάλαια σε χρηματικούς λογαριασμούς, προς τρίτα συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα, με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών του και την αποφυγή αποπληρωμής των χρεωστικών υποχρεώσεων του προς τους Αιτητές. Ως εκ τούτου οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση προκειμένου να λάβουν πληροφορίες αναφορικά με την πορεία των χρηματικών κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά του ακινήτου, οι οποίες θα τους επιτρέψουν να στοιχειοθετήσουν την απαίτηση τους εναντίον των Polchenko, αφού τους υπολείπεται ένα κομμάτι του παζλ (jigsaw) το οποίο είναι απαραίτητο για να προχωρήσουν μετέπειτα, στην καταχώρηση αγωγής για δόλο και/ή απάτη, κατά πάσα πιθανότητα στην Κύπρο, εναντίον και των δύο και/ή οποιωνδήποτε τρίτων προσώπων, είτε φυσικών είτε νομικών, που ίσως διαφανεί από την αιτούμενη αποκάλυψη, ότι εμπλέκονται στο σχέδιο αυτό. Μετά την λήψη των πιο πάνω πληροφοριών και συγκεκριμένα μετά την αποκάλυψη του ότι η XXXXX Polchenko προέβηκε σε μεταφορές ποσών προς την εταιρεία ΑΗΚ Construction Ltd μέσω λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια εταιρεία Λτδ, οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώρηση αγωγής με αριθμό 359/2020 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λίμιτεδ με την οποία ζητούσαν την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich, πανομοιότυπα με αυτά που ζητούνται στην παρούσα διαδικασία. Στο πλαίσιο της πιο πάνω Αγωγής, οι Αιτητές καταχώρησαν ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 11/02/2020 με την οποία ζήτησαν διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων σχετικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στους XXXXX και XXXXX Polchenko και οι οποίοι διατηρούνται στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα και πληροφορίες ως προς το ιστορικό κίνησης συναλλαγών στους εν λόγω τραπεζικούς λογαριασμούς για την περίοδο από 19/06/2014 (δηλαδή την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης από τον κ. XXXXX Polchenko) μέχρι την ημερομηνία εξέτασης της αίτησης τύπου Norwich (Τεκμήριο 10 στην Αίτηση). Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης (Τεκμήριο 11 στην Αίτηση). Μετά από μελέτη των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου βάσει δικαστικού διατάγματος, διαπιστώθηκε ότι οι μεταφορές χρημάτων που έγιναν προς την εταιρεία ΑΗΚ Construction Ltd από την Polchenko δεν έγιναν από λογαριασμό που διατηρούσε η ίδια στην Τράπεζα Κύπρου ή από κάποιο συνδεδεμένο με αυτή λογαριασμό που διατηρούσε στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, σε αντίθεση με το τί αναγραφόταν στις αποδείξεις πληρωμής οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 9 στην Αίτηση. Ως εκ τούτου, παρά την επιτυχία της Αίτησης Αποκάλυψης με αρ. 359/20 εναντίον της Τράπεζας Κύπρου, οι Αιτητές δεν κατάφεραν να εξακριβώσουν ούτε από πού ή ποιόν έγινε η πληρωμή για την αγορά του ακινήτου αλλά ούτε και την πηγή των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν. Από ανεξάρτητες έρευνες που έχουν διεξάγει οι Αιτητές μετά από την αποκάλυψη της Τράπεζας Κύπρου, διαπιστώθηκε ότι τα εν λόγω ποσά μεταφέρθηκαν από την XXXXX Polchenko προς την εργοληπτική εταιρεία ΑΗΚ Construction Ltd σε λογαριασμό που διατηρείται από την εργοληπτική εταιρεία στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ. Διαφάνηκε, επίσης, ότι τα ποσά μεταφέρθηκαν μέσω λογαριασμού που διατηρείται από την XXXXX Polchenko στους Καθ΄ ων η αίτηση (και όχι στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ). Αυτό δεν ήταν εμφανές από το περιεχόμενο των αποδείξεων που είχε προηγουμένως εκδώσει η εργοληπτική εταιρεία όπου αναφορικά με κάποιες πληρωμές αναγραφόταν ότι έγιναν με μετρητά και κάποιες άλλες ότι έγιναν μέσω "BOC transfer". Αντίγραφα τα οποία αποδεικνύουν τις πιστωτικές μεταφορές από λογαριασμό που διατηρείται από την κα. XXXXX Polchenko στην Καθ΄ης η Αίτηση προς τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας ΑΗΚ Construction Ltd ο οποίος διατηρείται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και τα οποία προσκομίστηκαν στους Αιτητές κατά τις 17/03/2021 από αντιπρόσωπο της εργοληπτικής εταιρείας ΑΗΚ Construction Ltd επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 13 στην Αίτηση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η αγορά του ακινήτου έγινε μέσω τραπεζικού λογαριασμού που διατηρεί η Polchenko στους Καθ΄ ων η αίτηση και συνεπώς οι Καθ΄ ων η αίτηση είναι σε θέση να γνωρίζουν την πηγή των κεφαλαίων αυτών και συγκεκριμένα εάν αυτά έχουν μεταβιβαστεί στο λογαριασμό της Polchenko από τον Polchenko ή από εταιρεία συνδεδεμένη με αυτόν ως μέρος δόλιου σχεδίου καταδολίευσης των πιστωτών του Polchenko δηλαδή των Αιτητών, εν αναμονή της έκδοσης της Ρωσικής Απόφασης ή μετέπειτα, με σκοπό την αποφυγή της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Οι Αιτητές ζητούν την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης/Norwich Pharmacal εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση σε μια προσπάθεια να λάβουν έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με τις μεταφορές χρημάτων και/ή εμβασμάτων που έγιναν από λογαριασμούς που διατηρούν, είτε ο XXXXX Polchenko είτε η XXXXX Polchenko προσωπικά (είτε μέσω λογαριασμών που διατηρούν εταιρείες με τις οποίες σχετίζονται τα πιο πάνω πρόσωπα ή είναι οι τελικοί δικαιούχοι αυτών), με σκοπό να συσσωρευθούν κεφάλαια από μέρους της XXXXX Polchenko, πιθανότατα κεφάλαια που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στον Polchenko για να αγοραστεί το ακίνητο στο όνομα της συζύγου του Polchenko. Οι πληροφορίες που ζητούνται για να αποκαλυφθούν με το αιτούμενο διάταγμα είναι απαραίτητες για τους Αιτητές προκειμένου να είναι σε θέση να εγείρουν αγωγή εναντίον όλων των πιο πάνω προσώπων/παραβατών ή ορισμένων από αυτούς, για απάτη και συνωμοσία για διάπραξη απάτης κατά των Αιτητών και/ή να στοιχειοθετηθεί η απαίτηση τους ως προς το ότι η αγορά του Ακινήτου από την Polchenko, αποτελεί συναλλαγή που αποσκοπούσε στην εξαπάτηση των πιστωτών του XXXXX Polchenko, προκειμένου να αποφευχθεί η ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω, οι Αιτητές επιθυμούν να εξακριβώσουν αν άλλα πρόσωπα που δεν είναι επί του παρόντος γνωστά (π.χ. εταιρείες συνδεόμενες με το ζεύγος Polchenko) έχουν εμπλακεί στο δόλιο σχέδιο για να εξαπατήσουν τους Αιτητές, ώστε οι Αιτητές να μπορούν να τους συμπεριλάβουν ως εναγόμενους σε μια μελλοντική αγωγή που βασίζεται σε απάτη και/ή συνωμοσία εξαπάτησης εναντίον των Αιτητών. Η XXXXX Πετάσης είναι επικεφαλής του Τμήματος Νομικών Υπηρεσιών των Καθ΄ ων η αίτηση. Αναφέρει ότι τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν τα προσωπικά και τραπεζικά δεδομένα των XXXXX Polchenko και XXXXX Polchenko, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή, διαμένουν στην Κύπρο και επηρεάζονται από τα αιτούμενα διατάγματα. Όμως δεν τους δόθηκε το δικαίωμα να ακουστούν ή ενστούν στην αποκάλυψη των προσωπικών και τραπεζικών τους δεδομένων. Συνεπώς οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορούν να συγκατατεθούν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, χωρίς απόφαση του Δικαστηρίου ότι έχουν διασφαλιστεί τα δικαιώματα των XXXXX και XXXXX Polchenko που απορρέουν από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό 2016/679 για την Προστασία των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Συνεπώς είναι αναγκαία η εκδίκαση της Αίτησης, προς αποφυγή απαιτήσεων εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση για παραβίαση των πιο πάνω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου είναι αναγκαία για να μπορούν οι Καθ΄ ων η αίτηση να δώσουν τις πληροφορίες, σύμφωνα με τις νομοθετικά προσδιορισμένες περιπτώσεις άρσης του τραπεζικού απόρρητου. Δεν έχει αποδειχθεί ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση έχουν λάβει μέρος ή αναμείχθηκαν στην τέλεση οποιασδήποτε αδικοπραξίας. Πρόκειται για ανυπαίτιο πρόσωπο και σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, τα όποια έξοδα προκύψουν για σκοπούς συμμόρφωσης και συμμετοχής τους στην παρούσα διαδικασία θα πρέπει να επιδικαστούν προς όφελος τους και σε βάρος των Αιτητών. Τέλος αναφέρθηκε στην Απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014/512 της 31.07.2014 (Τεκμήριο 1) και στον Κανονισμό (ΕΕ) αρ. 833/2014 της 31.07.2014 (Τεκμήριο 2), σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία. Η παρούσα Αίτηση αποσκοπεί στη λήψη πληροφοριών και μέτρων για την ικανοποίηση της Ρωσικής Απόφασης και συνεπώς οι Αιτητές όφειλαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι τα διατάγματα και οι αποφάσεις που επιδιώκουν δεν απαγορεύονται από τις κυρώσεις. Έχω μελετήσει με προσοχή την Αίτηση και Ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς επίσης και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ή έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Ν.14/60, τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τους (βλ. Parico v. Muskita
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές του Δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου (βλ. Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητες του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co (ανωτέρω) και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1247 (εκτενής αναφορά στις οποίες θα γίνει πιο κάτω). Κατ' επέκταση, διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια, η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997, το οποίο απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου - (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29
(1)(ανωτέρω) είναι σαφές ότι η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ίδιο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Επιπρόσθετα, με την παρούσα Αίτηση, ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με τους XXXXX και XXXXX Polchenko, οι οποίοι διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς στους Καθ΄ ων η αίτηση προσωπικά ή μέσω λογαριασμών που διατηρούν εταιρείες με τις οποίες αυτοί σχετίζονται ή είναι οι τελικοί δικαιούχοι αυτών. Κατά την άποψη μου, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων οι Αιτητές ισχυρίζονται - εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας - πελάτη (βλ. Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. 550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary ...» Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν μπορούν να δώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη τους, δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών των Αιτητών, προβάλλονται /ισχυροί λόγοι ότι αυτοί έχουν δικαίωμα να πάρουν τις αιτούμενες πληροφορίες, χωρίς οι Καθ΄ ων η αίτηση να χρειάζονται τη συγκατάθεση των XXXXX και XXXXX Polchenko ή των εταιρειών που σχετίζονται με αυτούς ή είναι οι τελικοί δικαιούχοι αυτών (πελατών τους). Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- «The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Beige Pour L'Etranger v. Hambrouck
(1921)1 K.B. 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill
(1968)1 Q.B. 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it.» Σχετική είναι και η υπόθεση A and another v. C and others
(1980)2 All E.R. 351, και το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «ln particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants of their employees or directors.» Περαιτέρω, σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Litigation pre-emptive remedies Loose leaf Edition Sweet & Maxwell's και κάτω από τον τίτλο Involvement in Wrongdoing στη σελίδα Α3-1037: «Banks have often been held to be innocently involved in wrongdoing and Norwich Pharmacal orders have been made against them in a number of cases. This arises particularly where there has been a fraud which had let to loss, and the applicant wants to know the identity of the perpetrator in order to issue proceedings. Norwich relief can be obtained in such circumstances in order to identify the wrongdoer and prevent any further fraudulent activity.» Σ΄ ότι αφορά το ερώτημα κατά πόσο το τραπεζικό απόρρητο μπορεί να υπερισχύσει του δημοσίου συμφέροντος για απονομή δικαιοσύνης, σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. ν. Ιωάννη Κλουκίνα, Πολ. Έφ. 319/11 και 320/11, ημερομηνίας 13.1.14, με την οποία το εν λόγω ερώτημα απαντάται αρνητικά. Όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές - όπως και στην προκειμένη περίπτωση - τότε το δημόσιο συμφέρον για απονομή δικαιοσύνης, υπερτερεί της ύπαρξης σχέσης εμπιστοσύνης και του τραπεζικού απορρήτου. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται και ακολουθεί η εξέταση του κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη βάση του οποίου οι Αιτητές προώθησαν την υπόθεση τους, έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. μεταξύ άλλων Karydas Taxi Co v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 κλπ) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Έχοντας επισημάνει ότι τα διατάγματα αποκάλυψης είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα λόγο να μην εφαρμόσει τη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal όπως αυτή εξελίχθηκε μεταγενέστερα. Τα γεγονότα της υπόθεση Norwich, ήταν κατ' ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι' αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ' ακολουθία τούτου, οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer.» Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Norwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R.
(1998)Can L.H.9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)A.B.Q.B. 575 (CanLII). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042) και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 στη σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (Hi) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Οι πιο πάνω νομικές αρχές υιοθετήθηκαν και από την Κυπριακή Νομολογία στην υπόθεση Avila Management Services Ltd και άλλων v. Frantisek Stepanek κ.ά Πολ. Έφεση 54/12 ημερ. 27.6.12, από την οποία παραθέτω και το ακόλουθο απόσπασμα: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). To ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήσουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd v. Chumachenko Alisa κ.ά, Πολ. Έφ. Ε71/13, ημερ. 30.09.14. Προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις του αρ. 32, κι΄ αυτό στη βάση του υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πρώτη προϋπόθεση, αν δηλαδή έγινε αδικοπραξία από τους βασικούς αδικοπραγήσαντες ή αν καταδεικνύεται ότι το θέμα είναι συζητήσιμο, δεν παρουσιάζει πρόβλημα. Από το σχετικό υλικό προκύπτει ότι οι Αιτητές επιδιώκουν να λάβουν πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο μεταβίβασης των χρημάτων από τον XXXXX Polchenko στην XXXXX Polchenko, είτε απευθείας μέσω εμβάσματος στο λογαριασμό της είτε μέσω τρίτων προσώπων που ελέγχονται ή είναι φιλικά προσκείμενα προς τον XXXXX Polchenko και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά ακινήτου στην Κύπρο, με σκοπό την αποξένωση τους από τους Αιτητές, οι οποίοι αποτελούν εξ΄ αποφάσεως πιστωτές του XXXXX Polchenko. Με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων και τη μεταβίβαση ακινήτων σε ονόματα τρίτων προσώπων από τον XXXXX Polchenko, αυτός κατάφερε μέχρι σήμερα με δόλιο τρόπο να αποφύγει την αποπληρωμή των χρεωστικών του υποχρεώσεων προς τους Αιτητές, οι οποίες ανέρχονται σε $3.000.000 δολάρια Αμερικής. Η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων από τον XXXXX Polchenko για την αγορά του ακινήτου στην Κύπρο από την σύζυγο του XXXXX Polchenko, αποσκοπεί στην εξαπάτηση των πιστωτών του. Αυτό σε συνάρτηση με την όλη παραβατική συμπεριφορά του Polchenko, εναντίον του οποίου εκκρεμούν ποινικές διαδικασίες στη Ρωσία για εξαπάτηση πιστωτών, τη σειρά αποξενώσεων στις οποίες έχει προχωρήσει ο Polchenko στη Ρωσία, με αποτέλεσμα την μεταβίβαση ακινήτων στο όνομα συγγενικών του προσώπων μακριά από το εύρος των πιστωτών του, καθώς και η χρονική περίοδος σύναψης της σύμβασης αγοράς του ακινήτου στην Κύπρο από την Polchenko, ένα μήνα πριν την έκδοση της απόφασης του Ρωσικού δικαστηρίου, δημιουργεί το υπόβαθρο καλής, τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι το ζεύγος έχει συνωμοτήσει για να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους που οφείλεται προς τους Αιτητές. Κατ' επέκταση, οι Αιτητές, στην βάση αυτών των γεγονότων, έχουν καταδείξει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τόσο του Polchenko όσο και της Polchenko και/ή οποιωνδήποτε άλλων τρίτων προσώπων ίσως διαφανεί ότι συμμετείχαν στο εν λόγω δόλιο σχέδιο και επιθυμούν να εκκινήσουν δικαστικές διαδικασίες, κατά πάσα πιθανότητα στην Κύπρο όπου διαμένουν οι Polchenko και όπου βρίσκεται και το εν λόγω ακίνητο (βλ. Kuwait Oil Tanker Company SAK and another v. Al Bader and Others
(2008)EWHC 2432 (Comm) Queen' s Bench Division). Επομένως, κρίνω ότι η σχετική προϋπόθεση, η οποία αντιστοιχεί στην πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ικανοποιείται. Κατ' ακολουθία τούτου, η προσοχή θα πρέπει να επικεντρωθεί στη δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση της υπόθεσης Mitsui (πιο πάνω). Δηλαδή αν υπάρχει ανάγκη έκδοσης του διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων και αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα (οι Καθ' ων η Αίτηση δηλαδή) (α) είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία που υποβοήθησε την τέλεση της και (β) είναι σε θέση, ή φαίνεται να είναι σε θέση, να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον των βασικών αδικοπραγήσαντων. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση αποτελούν τρίτο πρόσωπο που αναπόφευκτα έχoυν εμπλακεί άθελα τους στο εν λόγω δόλιο σχέδιο αφού, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις εμβασμάτων από την Polchenko προς την εργοληπτική εταιρεία για την αγορά του ακινήτου (Τεκμήριο 13), η Polchenko διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στους Καθ' ων η Αίτηση και έχει διαπράξει συναλλαγές μέσω του εν λόγω λογαριασμού που αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος της αδικοπραξίας προς καταδολίευση των Αιτητών. Υπό αυτή την ιδιότητα, οι Καθ΄ ων η αίτηση κατέχουν πληροφορίες αναφορικά με εμβάσματα κεφαλαίων που έχουν γίνει προς τον τραπεζικό λογαριασμό της Polchenko είτε απευθείας από τον Polchenko (κατάθεση μετρητών στον λογαριασμό της Polchenko ή μεταφορά από δικό του λογαριασμό ο οποίος δεν αποκαλύφθηκε ή γνωστοποιήθηκε στους πιστωτές του) είτε από κάποιο τρίτο πρόσωπο, που προφανώς ελέγχεται από τον Polchenko και το οποίο δύναται να εναχθεί και αυτό από τους Αιτητές, ως πρόσωπο που έλαβε μέρος στην αποξένωση χρημάτων προς αποφυγή ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους που οφείλεται στους Αιτητές. Η αιτούμενη αποκάλυψη πληροφοριών είναι αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της απαίτησης που επιθυμούν να εγείρουν οι Αιτητές εναντίον του ζεύγους, αφού έτσι θα διαφανεί η πορεία των χρημάτων (που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους που οφείλεται στους Αιτητές) από τον Polchenko προς την XXXXX Polchenko, καθώς και η σύνδεση του ακινήτου ως περιουσιακού στοιχείου το οποίο αγοράστηκε από την Polchenko χρησιμοποιώντας τα χρήματα αυτά. Συνεπώς, εάν η μεταβίβαση των χρημάτων για την αγορά του ακινήτου δεν έχει γίνει απευθείας από τον Polchenko προς την Polchenko, αλλά μέσω κάποιων εταιρειών ή άλλων οντοτήτων οι οποίες ελέγχονται από τον Polchenko και άρα έχουν υποβοηθήσει την εν λόγω αποξένωση, η αιτούμενη αποκάλυψη θα επιτρέψει στους Αιτητές να λάβουν πληροφορίες για την ταυτότητα και αυτών των αδικοπραγούντων ώστε να τους συμπεριλάβουν στις δικαστικές διαδικασίες που προτίθενται να εκκινήσουν εναντίον του ζεύγους. Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω επισημάνσεις, κρίνω ότι ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Αποτελεί λόγον Ένστασης των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η παρούσα Αίτηση παραβιάζει τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης διότι δεν επιδόθηκε στους επηρεαζόμενους κατόχους των λογαριασμών οι οποίοι είναι άμεσα επηρεαζόμενοι και τα αιτούμενα Διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν εκτός αν δοθεί στους κατόχους των επηρεαζόμενων λογαριασμών, η ευκαιρία να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την σχετική νομολογία (ανωτέρω) προκύπτει ότι τέτοιου είδους διατάγματα απευθύνονται σε τρίτα πρόσωπα που έχουν άθελα τους εμπλακεί σε κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγία και δεν υπάρχει προηγούμενη υποχρέωση επίδοσης της Αίτησης στους κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγήσαντες. Σε τέτοια περίπτωση θεωρώ ότι η φιλοσοφία και το σκεπτικό της νομολογίας για τέτοιου είδους Αιτήσεις, που καταχωρούνται πριν την καταχώριση της ουσιαστικής αγωγής εναντίον των αδικοπραγούντων, δεν θα συμβάδιζε με την ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης συμπερίληψης των κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγούντων στη διαδικασία. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co. v. Shapira, 1WLR 1274, η οποία αφορά διάταγμα αποκάλυψης/ανίχνευσης χωρίς να έχει προηγηθεί επίδοση προς τους αδικοπραγούντες: «This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its costumer's account and the documents and correspondence relating to it. It should only be done when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiffs money - as for instance when the costumer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank. [...] If the courts were to wait until these two men were served, goodness knows how many weeks might elapse. Meanwhile, if some of it has got into the hands of third persons, they may dispose of it elsewhere. It seems to me that the fact that those two men have not been served does not deprive the court of its power to make such an order. These two men have gone out of the jurisdiction in circumstances in which it is clear that the court should do all it can to help the innocent people to find out where their money has gone.» Επίσης, όπως έχει νομολογηθεί, η αναζήτηση πληροφοριών και η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal δύναται να αποτελέσει αυτοτελή αιτία αγωγής, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise Excise
(1973)2 All E.R. 943. Τέτοια αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη, χωρίς απαραιτήτως να περιλαμβάνονται ως εναγόμενοι τα πρόσωπα στα οποία αφορούν οι πληροφορίες. Αυτές είναι οι αρχές οι οποίες καθιερώθηκαν στην υπόθεση Norwich Pharmcal (ανωτέρω) και υιοθετήθηκαν και στην Κύπρο. [Βλ. Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1B A.A.A. 1403, Penderhill Holdings Limited κ.α. v. Ιωάννη Κλουκίνα, ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, 13.1.2014, Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchvk κ.α.
(2014)1Α A.A.Δ. 118, Melouskia Commercial Ltd κ.ά v. Chumachenko Alisa κ.ά Πολ. Εφ. E71/13 ημερ. 30.9.2014 και Άντρη Αθανασίου κ.α. ν. Ροδόλφος Οντόνι, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε103/2014, 2.12.2014]. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ΄ ων η αίτηση παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην απόφαση σε Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Korovel Victor κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1221, στην οποία το Δικαστήριο (σε Πρωτοβάθμια δικαιοδοσία) ακύρωσε το Διάταγμα αποκάλυψης που είχε εκδοθεί, διότι θεώρησε ότι η μη επίδοση της Αίτησης προς τους κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγούντες, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη διαδικασία, παραβίαζε τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Έχω την άποψη ότι τα γεγονότα της παρούσας Αίτησης διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της Korovel Victor (ανωτέρω), στην οποία, στα πλαίσια αγωγής είχε εκδοθεί Διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη από τράπεζα και δεν αφορούσε Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal όπως στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω, η Αίτηση δεν είχε επιδοθεί στους κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγούντες, οι οποίοι ήταν εναγόμενοι και συνεπώς διάδικοι στην αγωγή, εναντίον των οποίων είχαν εκδοθεί Παγοποιητικά Διατάγματα. Συνεπώς, κρίνω ότι τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Korovel Victor (ανωτέρω), δεν μπορούν να ερμηνευθούν ότι τροποποιούν τις καθιερωμένες αρχές ως προς τη φύση και τον σκοπό της διαδικασίας τύπου Norwich Pharmacal, στην οποία τέτοιου είδους Αιτήσεις στρέφονται εναντίον προσώπων που κατέχουν πληροφορίες, με σκοπό να εγερθεί αγωγή εναντίον των κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγούντων σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η φύση της Αίτησης αποκάλυψης τύπου Norwich, ως αυτή έχει καθιερωθεί από τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, επιτρέπει την εξέταση και αποπεράτωση της Αίτησης χωρίς να χρειάζεται να συμπεριληφθούν σε αυτή ως διάδικοι και οι κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντες. Η αποκάλυψη των πληροφοριών, εάν διαταχθεί, θα γίνει για περιορισμένο και συγκεκριμένο σκοπό που αφορά την προώθηση αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των αδικοπραγούντων, ενώ οι τελευταίοι θα έχουν κάθε δικαίωμα και δυνατότητα να παρουσιάσουν τις θέσεις τους, ως προς τους ισχυρισμούς περί αδικοπραξίας που προωθούνται στο πλαίσιο της ουσιαστικής απαίτησης που θα εγερθεί εναντίον τους, εάν τέτοια απαίτηση τελικά δύναται να προωθηθεί βάσει και των πληροφοριών και εγγράφων που θα αποκαλυφθούν. Ως εκ τούτου, εφόσον προκύπτει από την Νομολογία ότι αιτήσεις αποκάλυψης τύπου Norwich, μπορούν να αποφασιστούν και χωρίς την παρουσία των αδικοπραγούντων (από τους οποίους δεν ζητείται καμιά αποκάλυψη), δεν τίθεται σε τέτοιο πρώιμο στάδιο και ιδιαίτερα λόγω της ιδιάζουσας φύσης της διαδικασίας, ζήτημα παράβασης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή δίκαιης δίκης λόγω της μη επίδοσης της Αίτησης προς τους αδικοπραγούντες. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος Ένστασης δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Αποτελεί περαιτέρω λόγον Ένστασης των Καθ΄ ων η αίτηση ότι οι Αιτητές εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα Αίτηση, ενόψει των προνοιών του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 833/14 της 31.7.14 και της Απόφασης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014/512 της 31.7.14, σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (Τεκμήρια 1 και 2 στην Ένσταση). Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός επιβάλλει στοχευμένες κυρώσεις και περιορισμούς σε ορισμένες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων και των Αιτητών και αποσκοπεί στο να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης αναφορικά με τις ενέργειες της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (Κανονισμοί 2-5 και 11). Στην προκειμένη περίπτωση, η απαίτηση των Αιτητών δεν αφορά έγκριση ή παράβαση οποιασδήποτε συναλλαγής ή παροχής υπηρεσιών που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από το λεκτικό του Κανονισμού. Η απαίτηση των Αιτητών αφορά το αγώγιμο δικαίωμα της απάτης και/ή καταδολίευσης πιστωτών εκ μέρους του ζεύγους Polchenko, λόγω των κατ΄ ισχυρισμό δόλιων ενεργειών τους να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζοντας τα στη σύζυγο, για να αποφύγουν την ικανοποίηση Ρωσικής Απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Polchenko. Η Ρωσική Απόφαση αφορά την απόδοση θεραπείας αποζημιώσεων εναντίον του Polchenko για παράβαση προσωπικής εγγύησης που παρείχε στους Αιτητές ως εξασφάλιση των χρεωστικών υποχρεώσεων της Ρωσικής εταιρείας LLC Torgoriy Dom Tranzit Dr στην οποία αποτελούσε τον τελικό δικαιούχο. Η παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Αιτητές προς την πιο πάνω εταιρεία, ως και η υποχρέωση του Polchenko να καταβάλει ποσά στους Αιτητές, δεν αποτελεί επίδικο γεγονός προς εξέταση στην παρούσα υπόθεση, αφού τα δικαιώματα των μερών ήδη εξετάστηκαν και αποκρυσταλλώθηκαν από το Ρωσικό Δικαστήριο μέσω της Ρωσικής Απόφασης. Η παρούσα διαδικασία δεν αφορά την εγγραφή της Ρωσικής Απόφασης στην Κύπρο, αλλά αποτελεί αντικείμενο εξέτασης σε ξεχωριστή διαδικασία που προωθείται εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης. Συνακόλουθα, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά συναλλαγή ή σύμβαση, η εκτέλεση της οποίας έχει επηρεασθεί από τα μέτρα που επιβάλλει ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία δεν προκύπτει οτιδήποτε σχετικό μεταξύ της παρούσας υπόθεσης και των συναλλαγών, υπηρεσιών ή ενεργειών που απαγορεύονται ή περιορίζονται στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Η υπό εξέταση διαδικασία δεν αποσκοπεί στην εκτέλεση οποιαδήποτε απαίτησης [Κανονισμός 11
(2)], αλλά αποτελεί αγωγή τύπου Norwich Pharmacal που αποσκοπεί στην αποκάλυψη πληροφοριών με σκοπό την μετέπειτα προώθηση ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών, οι οποίες ενδεχομένως να αποσκοπούν στην εκτέλεση ή ικανοποίηση απαίτησης που δεν στηρίζεται σε σύμβαση ή συναλλαγή (Κανονισμός 11), αλλά στο αστικό αδίκημα καταδολίευσης πιστωτών και απάτης. Συνεπώς, ούτε και αυτός ο λόγος Ένστασης ευσταθεί και δεν γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο. Τέλος, προχωρώ να εξετάσω και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 795: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."» Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Αιτητών. Η αιτούμενη αποκάλυψη θα επιτρέψει στους Αιτητές να στοιχειοθετήσουν και προωθήσουν την απαίτηση τους εναντίον των αδικοπραγούντων και να καταστείλουν την απάτη που διαπράχθηκε εναντίον τους. Αντίθετα αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι Αιτητές δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν επαρκώς σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα οι Αιτητές θα κληθούν να καταβάλουν στους Καθ΄ ων η αίτηση, τα έξοδα συμμόρφωσης με τα αιτούμενα Διατάγματα. Συνεπώς οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς από την αιτούμενη αποκάλυψη. Συνακόλουθα, η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις, αφού ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας από την μη έκδοση τους, τονίζοντας ότι η ανάγκη διασφάλισης του δημόσιου συμφέροντος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, υπερτερεί του δικαιώματος των Καθ΄ ων η αίτηση για διατήρηση του τραπεζικού απόρρητου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι Α(i), (ii), (iii) και Β της Αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης των Καθ΄ ων η αίτηση καθορίζεται σε 30 ημέρες από την επίδοση των Διαταγμάτων. Τα Διατάγματα εκδίδονται υπό τον όρο ότι οι Αιτητές θα αναλάβουν όπως καλύψουν τους Καθ' ων η Αίτηση για οποιαδήποτε έξοδα αυτοί ήθελε υποστούν λόγω συμμόρφωσης τους προς τα Διατάγματα. Τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη βάση στοιχείων που οι Καθ' ων η Αίτηση θα προσκομίσουν και τα οποία στη συνέχεια θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, τα οποία επίσης ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, έχοντας κατά νου τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Avila (ανωτέρω) σχετικά με την επιδίκαση των εξόδων στις υποθέσεις τύπου Norwich Pharmacal, ως και το γεγονός ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση θεωρούνται ως αμέτοχοι στις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες και αποτελούν αναίτιο και αθώο μέρος, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως αυτά επιδικαστούν προς όφελος των Καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο