Lake Holdings and Finance S.A. ν. Rempel κ.α., Γεν. Αίτηση: 84/20, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A550 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 84/20 Αναφορικά με τον Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Νόμο 172(Ι)/86 ΚΑΙ Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/00 Μεταξύ: Lake Holdings and Finance S.A. Αιτήτριας ΚΑΙ
- *** Rempel
- Ipirex Capital Limited
- *** Rempel
- S.I. Cylawservice (Nominees) Limited
- **** Στυλιανού Καθ' ων η Αίτηση ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 29.10.20: Μεταξύ: Lake Holding and Finance S.A. Αιτήτριας ΚΑΙ
- *** Rempel
- Ipirex Capital Limited
- *** Rempel
- S.I. Cylawservice (Nominees) Limited
- *** Στυλιανού Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση υπό των Καθ' ων 1 και 3 για Ακύρωση Επιδόσεων Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Καθ' ων 1, 3-Αιτητές: κα Ν. Λιασίδη, για D. Katsis LLC Για Αιτητές-Καθ' ων: κα Υ. Λαμπριανού, για Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση, οι οποίοι είναι οι Καθ' ων 1 και 3 στην κυρίως αίτηση (εφεξής «οι Καθ' ων») αιτούνται την ακύρωση των διαταγμάτων ημερ. 29.10.20 και 15.12.20 για επιδόσεις εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας στους ιδίους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και την ακύρωση των εν λόγω διαδικασιών υποκατάστατων επιδόσεων. Στην πολυσέλιδη ένορκη του δήλωση ο εκ των δικηγόρων τους κ. Χατζηαβραάμ παραθέτει το ιστορικό της διαδικασίας και στη συνέχεια προβάλλει τη βασική του θέση ότι κανένας από τους τρόπους που αναφέρονται στα διατάγματα δεν περιλαμβάνεται στις μεθόδους επίδοσης που καθορίζονται στις διακρατικές συμφωνίες, ότι στη βάση Διεθνών και Διμερών Συνθηκών επιβάλλεται όπως οι επιδόσεις γίνονται με τους προβλεπόμενους τρόπους, ότι οι Αιτητές όφειλαν να είχαν εξαντλήσει και ή να ολοκληρώσουν τη διαδικασία που είχαν προηγουμένως προωθήσει βάσει προηγηθέντος διατάγματος, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία πως οι Καθ' ων 1 και 3 χρησιμοποιούν τις εν λόγω ηλεκτρονικές διευθύνσεις και τέλος ότι παρουσιάστηκαν ως προς αυτό παραπλανητικά στοιχεία στο Δικαστήριο. Ένσταση Οι αρχικοί Αιτητές προέβαλαν έξι λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ότι τα διατάγματα εκδόθηκα νομότυπα, ότι ο σκοπός τους έχει επιτελεστεί, ότι η παρούσα αίτηση δεν συνοδεύεται από επαρκή πραγματική βάση, ότι δεν συντρέχουν λόγοι ακύρωσης, ότι καταχωρίστηκε με καθυστέρηση η αίτηση και ότι η νομική της βάση είναι ανεπαρκής. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο επίσης δικηγόρος κ. Μαλακτός αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι Αιτητές ακολούθησαν όλες τις διαδικασίες για επίδοση στη βάση του αρχικού διατάγματος ημερ. 9.4.20 χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020, ότι αργότερα τα έγγραφα επιδόθηκαν σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις τις οποίες χρησιμοποιούν οι Καθ' ων, ότι αυτοί έλαβαν γνώση και ότι οι διατάξεις της Συνθήκης δεν αποκλείουν εξουσίες των κυπριακών δικαστηρίων. Νομική Πτυχή Εισερχόμενος στη νομική πτυχή κρίνω πως θα πρέπει να διευκρινιστεί εξαρχής πως δεν έχει εγερθεί με την αίτηση και ως εκ τούτου δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα το κατά πόσον είχε καταδειχθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Καθ' ων κατά τις αιτήσεις για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αυτό επειδή στην ένορκη δήλωση εκ μέρους των Καθ' ων δεν εγείρεται οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα. Όπως και στην αναφερθείσα από τους ίδιους υπόθεση S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ.762 έτσι και εδώ η ακύρωση των διαταγμάτων και της διαδικασίας επίδοσης επιδιώκεται στη βάση άλλων, νομικών κυρίως λόγων, οι οποίοι εξετάζονται κατωτέρω. Αυτό το οποίο προέβαλαν με την αίτηση τους οι Καθ' ων είναι ότι κανένας από τους τρόπους επίδοσης οι οποίοι αναφέρονται στα διατάγματα δεν προβλέπεται στη διακρατική συμφωνία Κύπρου-Ρωσίας οπότε δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και άρα δεν θεωρείται ως έγκυρη και νομότυπη η επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της Συνθήκης μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ε.Σ.Σ.Δ. για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.172/86, η επίδοση εγγράφων γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες επίδοσης οι οποίοι ισχύουν στο Κράτος επίδοσης. Η Συνθήκη αυτή περιλαμβάνεται στις διακρατικές συμφωνίες οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με βάση το μεταγενέστερο Πρωτόκολλο μεταξύ Κύπρου-Ρωσίας, το οποίο κυρώθηκε με τον Ν.34(ΙΙΙ)/
- Τόσον η Ρωσία όσον και η Κύπρος (με τον Ν.40/82) έχουν κυρώσει και τη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης περί της επιδόσεως εγγράφων και θα μπορούσε να μην τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα αφού σύμφωνα με το άρθρο 10(α) αυτής εάν δεν ενίσταται το Κράτος προορισμού ουδόλως περιορίζεται η ελευθερία αποστολής δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς απευθείας σε πρόσωπα εντός της επικράτειας του. Πλην όμως η Ρωσία ενίσταται στην εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου οπότε και πάλι η επίδοση πρέπει να γίνεται μέσω της Κεντρικής Αρχής. Ας σημειωθεί πως για σκοπούς της Σύμβασης της Χάγης η Κεντρική Αρχή είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Προφανώς είναι στη βάση των πιο πάνω που και το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στην εκδικαζόμενη υπόθεση στις 9.4.20 χορήγησε την άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ορίζοντας όπως αυτή γίνει «μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας» στους Καθ' ων («αρχικό διάταγμα»). Δεν αμφισβητείται στα πλαίσια της παρούσας ότι οι αρχικοί Αιτητές απέστειλαν τα δικαστικά έγγραφα προς επίδοση στους Καθ' ων από τις 18.5.
- Ας σημειωθεί ότι μεταξύ των εγγράφων αυτών ήταν και τα ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα εναντίον τους. Αυτά είχαν εκδοθεί στις 27.3.20 και ορίστηκαν ως επιστρεπτέα στις 13.5.20, στις 22.6.20, 22.7.20, 9.9.20, 29.10.20, 23.11.20 και 15.12.
- Οι υπόλοιποι Καθ' ων 2, 4, 5 είχαν ήδη εμφανιστεί και μάλιστα καταχώρισαν και την ένσταση τους στις 4.9.
- Ούτε αμφισβητείται ότι μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2020 δεν είχε ακόμα επιτευχθεί η επίδοση στους Καθ' ων 1 και
- Όπως δεν αμφισβητείται και η μαρτυρία ότι στις 4.9.20 η κα Λαμπριανού είχε τηλεφωνική ενημέρωση από την κα Κατσαρά του ημεδαπού Υπουργείου Δικαιοσύνης περί του ότι δεν υπήρχε καμιά πληροφόρηση σε σχέση με τις επιδόσεις και ότι πέραν της χρονοβόρας φύσης της εν λόγω διαδικασίας προκαλούσε περαιτέρω προβλήματα και η πανδημία (Covid-19) με αποτέλεσμα να μην προβλέπετο ότι θα καθίστατο εφικτή κατά τους επόμενους έξι μήνες. Τόσον η πιο πάνω μαρτυρία όσον και μαρτυρία για το ότι χρησιμοποιούσε συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση ο Καθ' ου 1 είχαν συμπεριληφθεί στην αποκαλούμενη «δεύτερη αίτηση» για εκτός δικαιοδοσίας υποκατάστατη επίδοση ημερ. 28.9.20 για τον Καθ' ου
- Ήταν στη βάση αυτής που εκδόθηκε το πρώτο επίμαχο διάταγμα ημερ. 29.10.
- Σύμφωνα με ευρισκόμενη στον φάκελο ένορκη δήλωση επίδοσης (της δικηγόρου κας Διονυσίου) ημερ. 20.11.20 ο Καθ' ου 1 παρέλαβε τα δικαστικά έγγραφα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 17.11.
- Με αυτό ενημερώνετο ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 23.11.20 και πράγματι κατ' εκείνη τη δικάσιμο υπήρξε για πρώτη φορά εμφάνιση δικηγόρου εκ μέρους του. Στο μεσοδιάστημα βέβαια, ήτοι στις 3.11.20 είχαν επιστραφεί ανεπίδοτα από το Ρωσικό Υπουργείο Δικαιοσύνης και τα έγγραφα που είχαν σταλεί για τον Καθ' ου
- Όπως συνάγεται από τη σχετική δικαστική πράξη του Ε.Δ. Οντιτσόβο ο Καθ' ου 3 κλητεύθηκε σε τρεις συνεδριάσεις για να παραλάβει τα έγγραφα, ήτοι στις 20.7.20, 7.8.20 και 21.8.20 χωρίς να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε από αυτές, οπότε αποφασίστηκε η επιστροφή τους χωρίς εκτέλεση της επίδοσης. Αυτό ήταν που οδήγησε στην τρίτη αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με υποκατάστατη επίδοση μέσω ηλεκτρονικής διεύθυνσης οπότε και εκδόθηκε το δεύτερο επίμαχο διάταγμα ημερ. 15.12.
- Σύμφωνα με επίσης ευρισκόμενη στον φάκελο ένορκη δήλωση επίδοσης (του δικηγόρου κ. Στρατή) ημερ. 6.4.21 ο Καθ' ου 3 παρέλαβε τα έγγραφα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 29.3.
- Πράγματι στις 7.4.21 ήταν η πρώτη φορά που με σχετική επιστολή δηλώθηκε εμφάνιση από τους σημερινούς δικηγόρους του για τη δικάσιμο που ακολουθούσε (9.4.21). Αυτό που πρέπει εν πρώτοις να λεχθεί είναι πως το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου (και κατ' επέκταση κάθε εναρκτήριου δικογράφου) έχει βάσιμα συσχετιστεί με το άρθρο 30.3 του Συντάγματος και με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο, πράγμα το οποίο συνιστά θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα (βλ. Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.43). Γενικά ως προς τον τρόπο επίδοσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έχει ευρείες εξουσίες. Σύμφωνα με τη Δ.5 κ.9 σε κάθε περίπτωση στην οποία ήθελε φανεί ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται (στον κ.2) το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σε αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις περιλαμβανομένης της δημοσίευσης σε οποιοδήποτε μέσο με ηλεκτρονική μορφή ή άλλο ευλόγως προσφερόμενο από την εκάστοτε τεχνολογία τρόπο. Όπως έχει αναφερθεί σε νομολογία, το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης είναι το κατά πόσον ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική το κλητήριο υπόψιν του ενδιαφερόμενου (βλ. Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ.36). Το ουσιωδέστερο ερώτημα στην παρούσα είναι το κατά πόσον η πιο πάνω εξουσία του Δικαστηρίου επιβιώνει και σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου δηλαδή οι διακρατικές συμφωνίες προνοούν κάποιον άλλο τρόπο επίδοσης. Επ' αυτού συμφωνώ με την απάντηση που είχε δώσει η έντιμη κα Ψαρά Μιλτιάδου, Δ. (τότε Π.Ε.Δ.) στην υπόθεση Poymanov v. Aletaro Ltd κ.ά., Αγ.3463/13, ημερ. 29.4.14, λέγοντας: «Θα συμφωνήσω δε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Ενάγοντα ότι η Σύμβαση της Χάγης και η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου, εφόσον βέβαια δοθεί το κατάλληλο υπόβαθρο, να ασκήσει τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με βάση τις συμφυείς εξουσίες. Το Δικαστήριο αυτό έπραξε, αποφασίζοντας για τη μορφή επίδοσης, η οποία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα ήταν αρκούντως γρήγορη και ικανοποιητική ως προς την πλήρωση της απαραίτητης προϋπόθεσης της γνωστοποίησης της διαδικασίας στον Εναγόμενο. Πράγμα το οποίο έχει συντελεστεί. Άλλωστε η θεώρηση μου είναι ότι η ένσταση της Ρωσίας για τον τρόπο επίδοσης με ταχυδρομείο ή άμεσα σε πολίτη της, όπως προβλήθηκε από τον Αιτητή, ακριβώς δεν ισχύει όταν υπάρχει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω.» Στη μεταγενέστερη απόφαση της στην υπόθεση Φιλιππίδη ν. OJSC Bank of Moscow, Αγ.3574/12, ημερ. 18.9.14, η ίδια Δικαστής προσέθεσε σχετικά: «Ουδόλως αναιρούν την εξουσία του Δικαστηρίου - αν κρίνει τούτο στην κατάλληλη περίπτωση να διατάζει τέτοιο τρόπο επίδοσης που να είναι εντός των πλαισίων των θεσμών. Οι διατυπωθείσες τυχόν ενστάσεις της Ρωσίας για συγκεκριμένες μορφές επίδοσης, με όλο το σεβασμό για τις θέσεις που εκφράσθηκαν, κρίνω ότι καλύπτουν άμεση εφαρμογή της σύμβασης και όχι όπου υπάρχει σχετικό Δικαστικό Διάταγμα που επιτρέπει ad hoc (και όχι βέβαια γενικά) συγκεκριμένη μορφή επίδοσης.» Τα πιο πάνω συνάδουν και με τα λεχθέντα από την έντιμη κα Εφραίμ, Π.Ε.Δ., στην Evison Holdings Ltd v. Finvision Holdings Ltd κ.ά., Γ.Α.80/19, ημερ. 15.7.20, καθώς και στην υπόθεση Cecil and others v. Bayat and others
(2011)EWCA Civ 135 από την οποίαν υιοθέτησε μεταξύ άλλων τα εξής: «65.In modern times, outside the context of the European Union, the most important source of the consent of states to service of foreign process within their territory is to be found in the Hague Convention (in relation to the state parties to it) and in bilateral conventions on this matter. Because service out of the jurisdiction without the consent of the state in which service is to be effected is an interference with the sovereignty of that state, service on a party to the Hague Convention by an alternative method under CPR r 6.15 should be regarded as exceptional, to be permitted in special circumstances only. .................................. 68.Service by alternative means may be justified by facts specific to the defendant, as where there are grounds for believing that he has or will seek to avoid personal service where that is the only method permitted by the foreign law, or by facts relating to the proceedings, as where an injunction has been obtained without notice, or where an urgent application on notice for injunctive relief is required to be made after the issue of proceedings.» (έμφαση δοθείσα) Συνεπώς το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον στην παρούσα υπήρξαν τέτοιες ειδικές περιστάσεις, οι οποίες δικαιολογούσαν την έγκριση εναλλακτικής μεθόδου επίδοσης στους Καθ' ων 1 και 3. Η απάντηση κατά τη γνώμη μου είναι ασφαλώς καταφατική λόγω του ότι: 1. Υπήρχαν ενδιάμεσα διατάγματα από τις 27.3.20 με τα οποία αφενός είχαν δεσμευθεί περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων 1, 2 ύψους US$36.140.573 και αφετέρου είχε απαγορευθεί στους Καθ' ων 1-5 να καταστρέψουν ή αποξενώσουν διάφορα εταιρικά έγγραφα, ως προς τα οποία είχε τη σημασία του να επιτευχθεί σύντομα η επίδοση. Είναι δε γνωστή η αρχή ότι δεν επιτρέπεται η διατήρηση σε ισχύ διατάγματος πέραν του ευλόγως αναγκαίου χρόνου για διεκπεραίωση της επίδοσης του και ότι δυνατόν να ακυρωθεί για τέτοιο λόγο (όπως έγινε στην υπόθεση Capman Holdings Ltd v. Zayniyevich
(2013)1(Β) Α.Α.Δ.1105).
- Παρά την παρέλευση πέντε περίπου μηνών από την αποστολή των εγγράφων, εντούτοις δεν είχε επιτευχθεί ακόμα η επίδοση ενώ όλες οι ενδείξεις από επίσημη πηγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης ήταν πως δεν προβλέπετο αυτή να επιτυγχάνετο εντός ευλόγου χρόνου.
- Πάντως για τον Καθ' ου 1 δεν είχε επιτευχθεί ούτε μέχρι τις 29.10.20 που εκδόθηκε το πρώτο διάταγμα, ήτοι επτά μήνες μετά την έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων, ενώ και για τον Καθ' ου 3 είχε ήδη στις 3.11.20 διαπιστωθεί ότι παρά τις τρεις κλήσεις του Ρωσικού Δικαστηρίου αυτός δεν είχε εμφανιστεί με αποτέλεσμα τα έγγραφα να επιστραφούν χωρίς επίδοση. Κατά συνέπειαν θεωρώ ότι συνέτρεχαν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στη βάση των οποίων δικαιολογείτο το Δικαστήριο να λάβει μέτρα για την έγκαιρη και όσο το δυνατόν συντομότερη επίδοση εγκρίνοντας την υποκατάστατη επίδοση. Δεν συμφωνώ ότι επειδή είχε εκδοθεί το αρχικό διάταγμα δεν υπήρχε εξουσία διαφοροποίησης των σχετικών οδηγιών υπό τις κατάλληλες περιστάσεις, που εδώ κρίθηκε πως συνέτρεχαν, ως εξηγήθηκε πιο πάνω. Αν γινόταν δεκτή μια τέτοια αρχή, ήτοι ότι οι οδηγίες για τον τρόπο επίδοσης δίδονται άπαξ και διά παντός, αυτό θα εσήμαινε ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να τις διαφοροποιήσει ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία βάσει νεότερων στοιχείων καθίσταται εφικτή καλύτερη μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης (π.χ. αντί δημοσίευσης ή θυροκόλλησης να γίνει επίδοση στον δικηγόρο διαδίκου). Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή στο όλο θέμα. Στην πολύ πιο πρόσφατη απόφαση Kameneva v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Ε102/15, ημερ. 29.3.21 δεν είχαν καν εκδοθεί διατάγματα με βάση τη διακρατική συμφωνία αλλά είχε διαταχθεί υποκατάστατη επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς (κούριερ). Όταν αργότερα η Εναγόμενη αποτάθηκε για ακύρωση τόσο της ερήμην απόφασης όσο και της υποκατάστατης επίδοσης το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η διακρατική συμφωνία δεν αποκλείει άλλον (διαφορετικό) τρόπο επίδοσης από τον προνοούμενο στη συνθήκη, ότι η υποκατάστατη επίδοση υπό τις περιστάσεις ήταν ο μόνος τρόπος που παρέμενε και ότι δεν ενείχε οτιδήποτε το μεμπτόν, ότι αυτή είχε γίνει σύμφωνα με το διάταγμα και ότι η Εναγόμενη είχε αντιληφθεί πλήρως περί τίνος επρόκειτο. Είναι γεγονός ότι κατά την εξέταση της πιο πάνω έφεσης δεν υπήρξε ενασχόληση με θέματα που αφορούν την εφαρμογή της Συνθήκης εκτός μέχρι ενός σημείου αλλά και αυτή εν είδει obiter dictum. Όμως τα όσα έχουν λεχθεί έχουν βαρύνουσα σημασία για το θέμα της λήψης γνώσης για την υφιστάμενη διαδικασία εναντίον κάποιου προσώπου. Ειδικότερα λέχθηκαν τα εξής: «Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο τρόπος επίδοσης του Κλητηρίου προς την εφεσείουσα καθορίστηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/3/
- Επαναλαμβάνουμε ότι σημασία ενείχε για το υπό εξέταση θέμα το αναντίλεκτο γεγονός ότι το Κλητήριο Ένταλμα είχε επιδοθεί σύμφωνα με το διάταγμα αυτό και η εφεσείουσα έλαβε γνώση της ύπαρξης της Αγωγής και του δικαιώματος της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εξού και ανέλαβε να το φροντίσει ο σύζυγος της. Ήταν παραδεκτό από την εφεσίβλητη ότι εξασφάλισε το διάταγμα όχι στη βάση της Συνθήκης ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν.172/1986 και κατ' επέκταση της Δ.6 θ.
- Θα πρέπει να λεχθεί ότι το διάταγμα αυτό και η αίτηση στη βάση του οποίου εκδόθηκε, δεν ήταν μέρος του μαρτυρικού υλικού πρωτόδικα, αν και ζητείτο ο παραμερισμός του με την ίδια αίτηση, ώστε να ελεγχθεί η νομική βάση και οι συνθήκες έκδοσης του. Για τους πιο πάνω λόγους η εισήγηση περί αντικανονικής επίδοσης για το συγκεκριμένο λόγο δεν μας βρίσκει σύμφωνους.» Πρόκειται για το ίδιο θέμα το οποίο είχε επισημάνει και η έντιμη κα Ψαρά Μιλτιάδου στην προαναφερθείσα υπόθεση Poymanov v. Aletaro Ltd κ.ά. όπου ανέφερε: «Ωστόσο και αν ακόμη δεν είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση μου και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αφού ακριβώς καμία ζημιά δεν φάνηκε να προκαλείται στον Εναγόμενο (βλ. Pat Jones ν. Ξένια Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Άλλωστε, αναρωτιέται εύλογα κανείς τι νόημα θα υπήρχε αν ακυρωνόταν η επίδοση και λάμβαναν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο μιας διαδικασίας που ήδη γνώριζε. Αυτό δεν θα ήταν λογικό και θα είχε ως αποτέλεσμα απλώς την καθυστέρηση της διαδικασίας της αγωγής. Ιδιαίτερα χρήσιμη καθοδήγηση για τα θέματα αυτά, κρίνω, προσφέρει η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sisenh Dau (Π.Ε. 23/13, ημερομηνίας 13.9.2013, η οποία, αν και αφορούσε μόνο επίδοση με βάση τον Ε.Κ. 1393/07, προβαίνει σε γενικότερα χρήσιμα σχόλια ως προς σειρά παρατυπιών που παρουσιάσθηκαν.» Κατά ακριβώς ανάλογο τρόπο και στην παρούσα, το Δικαστήριο ασκώντας την ευχέρεια και την εξουσία του καθόρισε τον τρόπο επίδοσης και στις δύο περιπτώσεις. Ο τρόπος αυτός ακολουθήθηκε και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι Καθ' ων 1 και 3 έλαβαν γνώση και εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος για ακύρωση είτε των διαταγμάτων είτε των επιδόσεων που ακολούθησαν στη βάση αυτών. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.500 συν Φ.Π.Α., προς όφελος των αρχικών Αιτητών-Καθ' ων στην παρούσα και εις βάρος των αρχικών Καθ' ων 1 και 3-Αιτητών, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. Οι παλαιότερες οδηγίες του Δικαστηρίου σε σχέση με τη δικάσιμο 21.12.21 παραμένουν ως έχουν με εξαίρεση τα όσα αφορούν την ενδιάμεση αίτηση ημερ. 21.10.20 για σ.έ.δ. η οποία ορίζεται για ακρόαση την ίδια μέρα και ώρα. Οι Καθ' ων 3 και 4 έχουν επίσης το δικαίωμα, εάν επιθυμούν να καταχωρίσουν ένσταση τουλάχιστον 10 ημέρες προηγουμένως, στην εν λόγω αίτηση. Τυχόν ενστάσεις των Καθ' ων 1 και 3 στην κυρίως αίτηση ή στην ενδιάμεση αίτηση για προσωρινά διατάγματα να καταχωριστούν μέχρι την επόμενη δικάσιμο. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο