← Κύπρος

Πήττας κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1583/21, 27/10/2021

Πήττας κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1583/21, 27/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A548 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1583/21 Μεταξύ:

  1. *** Πήττας
  2. T.C.N. HOLDING COMPANY LIMITED
  3. F.F. FRESCO FLOWERS LIMITED
  4. ROZARY GARDENS LIMITED Εναγόντων και
  5. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  6. GORDIAN HOLDING COMPANY LIMITED Εναγομένων Αίτηση υπό Εναγόντων ημερ. 24.6.21 για Ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Ενάγοντες: κα Χ. Χριστοδούλου, για Παπαντωνίου και Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: κ. Ρ. Βερζανλής, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση τους οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση δύο προσωρινών διαταγμάτων εις βάρος της Εναγομένης 2 με τα οποία να παγοποιείται η προώθηση πλειστηριασμών ή εκποιήσεων σε σχέση με πέντε τεμάχια γης και αντίστοιχες υποθήκες με τις οποίες αυτά είχαν επιβαρυνθεί μεταξύ των ετών 2001-
  7. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη του δήλωση ο Ενάγων 1, διευθυντής των Εναγουσών 2, 3 και 4, στην οποία αφού παραθέτει σύντομο ιστορικό της υπόθεσης λέγοντας ότι στις 31.5.19 παρέλαβαν ειδοποιήσεις πώλησης των πιστωτικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 2), ότι στις 17.5.21 έως 19.5.21 παρέλαβαν Ειδοποιήσεις Τύπου Ι αλλά και Τύπου Θ σε μια περίπτωση (Τεκμήρια 3-6) και ότι ευρίσκοντο σε διαπραγματεύσεις με την Εναγόμενη 2, επιχειρηματολογεί για την καλή βάση αγωγής, την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα προκληθεί αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, προσθέτοντας ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης τους (Τεκμήρια 9-15). Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως έχει αναφερθεί η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή. Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκριση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. ............... Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Εξέταση Προϋποθέσεων Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση διαπιστώνεται, με βάση την οπισθογράφηση στο κλητήριο και την ένορκη δήλωση της αίτησης, ότι εγείρονται ζητήματα ακύρωσης τόσο των συμφωνιών δανείων όσο και των συμφωνιών για τις υποθήκες σε συνδυασμό με ζητήματα ειδικών αποζημιώσεων. Αναμφίβολα πρόκειται για σοβαρά ζητήματα και αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής, για τις οποίες οι Ενάγοντες θα δικαιούνται σε θεραπείες εάν επιτύχουν. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση διαπιστώνεται από την ένορκη δήλωση (σε συνδυασμό με τα όσα προωθούνται στην αγόρευση) τους ότι οι Ενάγοντες ουσιαστικά προτίθενται να προβάλουν κατά την ακρόαση της ουσίας τέσσερις βασικές θέσεις, οι οποίες και εξετάζονται κατωτέρω ως προς την πιθανότητα επιτυχίας τους.
  8. Εξαπάτηση Προβάλλεται ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε δόλιες και επιτήδειες πράξεις προς τον σκοπό εξαπάτησης των Εναγόντων με ψευδείς παραστάσεις και με την απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων τους έπεισαν να συνάψουν τις φερόμενες συμφωνίες δανείων, με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, χωρίς την ελεύθερη βούληση τους. Είναι γεγονός πως στην ένορκη του δήλωση (§§27 και 28) ο Ενάγων 1 προβάλλει ότι περί το έτος 2007 μετά από παρακινήσεις, πιέσεις και ψευδείς παραστάσεις της Εναγομένης 1 και του εργοδοτούμενου της κ. Νικολάου, η Ενάγουσα 2 αγόρασε το τεμ.1199, καθώς και ότι περί το έτος 2008 κατά παρόμοιο τρόπο ο ίδιος αγόρασε και το τεμ.1200 (που ήταν η πισινή πλευρά του προηγούμενου τεμαχίου). Προσθέτει δε πως κατ' αυτό τον τρόπο συνήψε πιστωτικές διευκολύνσεις με εξασφάλιση κάποια εγγυητική την οποία διέθετε ύψους Λ.Κ.1.500.
  9. Δέχεται δε ότι υπέγραψε σωρεία εγγράφων αλλά προβάλλει ότι ποτέ δεν του είχαν επεξηγηθεί αυτά και ότι συνεπεία αυτού είχαν εγγραφεί υποθήκες χωρίς την παρουσία του στο Κτηματολόγιο και ενώ ο ίδιος πίστευε πως η μοναδική εξασφάλιση θα ήταν η εγγυητική. Είναι όμως εξίσου γεγονός ότι αυτό το οποίο πράττει ο Ενάγων είναι απλά να προβάλλει τα πιο πάνω χωρίς όμως να παραθέτει συγκεκριμένα γεγονότα από τα οποία θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα περί πιθανότητας επιτυχίας. Παραλείπει δηλαδή να αναφέρει ποιες ήταν οι παρακινήσεις, πιέσεις και ιδίως οι ψευδείς παραστάσεις οι οποίες έγιναν και τον έπεισαν να αγοράσει τα ακίνητα. Ελλείψει τέτοιων γεγονότων ασφαλώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας σε αυτή τη βάση. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί πως μια τέτοια γραμμή πιθανότατα αναιρείται ή τουλάχιστον αποδυναμώνεται εντελώς από την αμέσως επόμενη θέση του Ενάγοντος 1 (στην §35) ότι πρόθεση τους ήταν και παραμένει η πώληση των ακινήτων στην αγοραία τιμή τους και η εξόφληση των πραγματικά οφειλόμενων ποσών (θέση την οποία δεν αναμένεται να διατυπώνει ο εξαπατηθείς).
  10. Πώληση Δανείων Ο Ενάγων 1 προβάλλει ότι η Εναγόμενη 1 τράπεζα προχώρησε παράνομα και καταχρηστικά στην πώληση των πιστωτικών διευκολύνσεων, αφού ορισμένες εξ αυτών υπερέβαιναν το ποσό των €1.000.
  11. Όπως εξηγείται στην αγόρευση, επειδή δύο υποθήκες υπερβαίνουν το εν λόγω ποσό έπεται πως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Ν.169(Ι)/15, οπότε κατά την εισήγηση η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να πωλήσει ή εκχωρήσει το ισχυριζόμενο χρέος στην Εναγόμενη
  12. Πέραν αυτού προβάλλουν και το ότι οι Ενάγουσες 2, 3 και 4 είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις. Με όλο τον σεβασμό όμως δεν είναι αυτό το νόημα των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Δεν συνάγεται ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να μπορούν να πωληθούν μόνο δάνεια κάτω του €1.000.000 ή μόνο δάνεια των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, δηλαδή να εξαιρούνται τα μεγάλα δάνεια. Αυτό το οποίο προκύπτει, είναι ότι με το εδ.

(1)είχαν όντως τεθεί κάποια "όρια" πλην όμως ακολουθούσε και το εδ.
(2)το οποίο ρύθμιζε ειδικά τα μεγάλα δάνεια. Το ότι πρόκειται για "όρια" προκύπτει με βεβαιότητα λόγω του χαρακτηρισμού τους ως τέτοιων από το αρχικό κείμενο του Νόμου, δηλαδή πριν την τροποποίηση από τον Ν.86
(1)/18 όπου το παλαιό εδ.
(2)προέβλεπε: «
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.» Παρατηρείται λοιπόν, ότι με τον αρχικό Νόμο δεν απαγορεύετο η πώληση πιστώσεων οι οποίες υπερέβαιναν τα όρια του εδ.
(1), αλλά απλά έπρεπε να ακολουθούνται οι πρόνοιες των άρθρων 18 και
  1. Το ερώτημα είναι αν απαγορεύτηκαν τέτοιες πωλήσεις μετά την τροποποίηση του
  2. Δεν εξάγεται τέτοια απαγόρευση όμως από το κείμενο του εδ.
(2)όπως έχει διαμορφωθεί, αλλά το αντίθετο. Το εδ.
(1)τόσον στην παρ. (α) όσο και στην παρ. (β), αναφέρεται ήδη σε Α.Π.Ι και αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παραπέμψει μόνο αυτές τις περιπτώσεις στα άρθρα 18 και 19, τότε πολύ απλά θα αναφερόταν σε αυτές, δηλαδή στις περιπτώσεις του εδ.
(1), με τα όρια. Όμως όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά διατήρησε τη φράση "Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδ.
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις...". Η φράση αυτή σημαίνει ότι άσχετα και ανεξάρτητα από όσα προνοούνται στο εδ.
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις διέπονται από τα άρθρα 18 και 19 του Νόμου. Επιβεβαίωση αποτελούν οι πρόνοιες του εδ.
(3)το οποίο περιέχει τις μόνες εξαιρέσεις (για κατοίκους, εργασίες, επενδύσεις, ιδιοκτησίες ή δίκαιο ξένης χώρας). Τα πιο πάνω συνάδουν απολύτως και με τις πρόνοιες του άρθρου 18, το οποίο σαφώς αναφέρεται σε "πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών διευκολύνσεων" κάποιου Α.Π.Ι. χωρίς δηλαδή να θέτει όρια σε ποσά ή μεγέθη επιχειρήσεων. Βασικά αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως με τον αρχικό νόμο προνοείτο όπως τα άρθρα 18 και 19 εφαρμόζονται μόνο για δάνεια πέραν του €1.000.000 ενώ με την τροποποίηση ο νομοθέτης απαίτησε όπως τα άρθρα αυτά εφαρμόζονται για όλα τα δάνεια ανεξαρτήτως των προνοιών του εδ.
(1), δηλαδή ανεξαρτήτως ύψους πιστωτικών διευκολύνσεων ή μεγέθους επιχειρήσεων.
  1. Καταχρηστική Προώθηση Εκποιήσεων Οι Ενάγοντες προβάλλουν ότι η Εναγόμενη 2 προχωρά καταχρηστικά στην εκποίηση όλων των περιουσιακών στοιχείων παρά την προσπάθεια των ιδίων για διευθέτηση της υπόθεσης και ομαλοποίηση των λογαριασμών. Είναι γεγονός, όπως συνάγεται από αλληλογραφία την οποία επισυνάπτει ο Ενάγων 1 ως Τεκμήριο 1, ότι υπήρξαν συζητήσεις προς τον σκοπό συνολικής διευθέτησης των χρεών του Ομίλου (ύψους περίπου €3,7 εκατομμυρίων). Πλην όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατάληξη και η τελευταία επικοινωνία φαίνεται να ήταν στις 19.3.
  2. Προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος αποστολής των ειδοποιήσεων, τις οποίες οι Ενάγοντες παρέλαβαν στο διάστημα από 17.5.21 έως 19.5.
  3. Βέβαια δεν έχουν ακόμα εκδοθεί ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ, δηλαδή δεν έχει επιδιωχθεί οποιαδήποτε εκποίηση μέχρι στιγμής αλλά εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να έχει πιθανότητες επιτυχίας η θέση ότι η αποστολή ειδοποιήσεων που προβλέπει ο Νόμος συνιστούν κατάχρηση. Ας σημειωθεί πως σε επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 4.6.21 (Τεκμήριο 8) οι Ενάγοντες προέβαλαν μόνο τη θέση τους περί παρανομίας της πώλησης των πιστωτικών διευκολύνσεων και τη γενική θέση ότι αμφισβητούν το υπόλοιπο, χωρίς να υπάρχει κάποια ένδειξη περί προσπαθειών ομαλοποίησης λογαριασμών.
  4. Αυθαίρετες Αξιώσεις Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα ποσά τα οποία εκτίθενται στις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι είναι εντελώς αυθαίρετα, καθώς δεν επεξηγούν από που προκύπτουν και είναι απλά αριθμοί. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι οι Ενάγοντες δεν παραθέτουν οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο ή λεπτομέρεια για τη διαφωνία τους σε σχέση με τα ποσά. Στις ειδοποιήσεις (Τεκμήρια 3 έως 6 στην αίτηση) παρατίθενται τα ενυπόθηκα χρέη τα οποία φαίνεται να συνάδουν με τα ποσά για τα οποία γίνονταν οι διαβουλεύσεις μέχρι τον Μάρτιο του 2021, ως αυτά καταγράφονται στη σχετική αλληλογραφία, (Τεκμήριο 9) εκ μέρους των Εναγόντων. Ούτε λοιπόν σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι γενικοί και αόριστοι χαρακτηρισμοί «εντελώς αυθαίρετο» και «δήθεν οφειλόμενο ποσό» δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την κατάληξη αυτή. Οι Ενάγοντες έχουν όντως συμπεριλάβει στην οπισθογράφηση της αγωγής διαζευκτικές αξιώσεις για μείωση των απαιτήσεων των Εναγομένων πλην όμως για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής αίτησης όφειλαν να παραθέσουν γεγονότα και στοιχεία τα οποία θα καθιστούσαν τουλάχιστον συζητήσιμη μια τέτοια αξίωση, πράγμα το οποίο δεν έχουν πράξει. Κατάληξη Καταλήγω πως για καμιά από τις εγειρόμενες βάσεις δεν διακρίνεται ορατή πιθανότητα ή συζητήσιμη υπόθεση. Στη βάση των πιο πάνω αποτελεί διαπίστωση πως παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος και δη της τρίτης προϋπόθεσης ή του ισοζυγίου της ευχέρειας. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.000 προς όφελος της Εναγομένης 2 και εις βάρος των Εναγόντων 1 έως 4 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.