Ιακωβίδη και Αντωνίου, υπό την ιδιότητα τους ως Συνεκκαθαριστές της εταιρείας MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2080/20, 20/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A544 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2080/20 Μεταξύ: *** Ιακωβίδη και XXXXX Αντωνίου, υπό την ιδιότητα τους ως Συνεκκαθαριστές της εταιρείας MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMITED Εναγόντων και BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένης Αίτηση υπό Εναγομένης ημερ. 27.5.21 για Ασφάλεια Εξόδων Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Εναγόμενη: κ. Π. Μακρίδης, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες: κ. Κ. Αυγουστή ------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εναγόμενη αιτείται διάταγμα διατάσσον τους Ενάγοντες να παράσχουν ασφάλεια εξόδων ύψους €100.322,
- Η αίτηση βασίζεται στη Δ.60 και στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της κ. Στυλιανού, στην οποίαν, μεταξύ άλλων αναφέρει στις §§7-11 τα εξής: «7.Όπως φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, αυτοί καταχώρησαν και προωθούν την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα τους ως Εκκαθαριστές της Mriya, διορισμένοι (ως οι ίδιοι ισχυρίζονται) ήδη από 02/12/
- 8.Λόγω του γεγονότος αυτού αλλά και του ότι εξ' όσων αντιλαμβάνομαι και έχω ενημερωθεί η Mriya δεν έχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Δημοκρατία, αφού αυτή πριν τεθεί υπό εκκαθάριση ήταν ιθύνουσα εταιρεία (holding company) κυπριακών εταιρειών που αυτές με την σειρά τους είχαν υπό τον έμμεσο ή άμεσο έλεγχο τους άλλες Ουκρανικές εταιρείες, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι Ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως Εκκαθαριστές της Mriya δεν θα είναι σε θέση να καταβάλουν και να εξοφλήσουν τα δικηγορικά έξοδα της Τράπεζας σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής και συνεπώς είναι ορθό και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης και να διατάξει τους Ενάγοντες να καταθέσουν ασφάλεια εξόδων υπό την μορφή μετρητών ή έστω τραπεζικής εγγύησης για το ποσό, των €100.322,03, ποσό το οποίο υπολογίστηκε με βάση προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων τον οποίο έχουν ετοιμάσει οι δικηγόροι της Τράπεζας. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα μου αντίγραφο του σχετικού Προσχεδίου Κατάλογου Εξόδων. 9.Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης αλλά και την δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή τους, αφού και πέραν της ανεπάρκειας των ισχυρισμών τους αλλά και του γεγονότος ότι η Τράπεζα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε νόμιμα, νομότυπα, επιμελώς και με τον δέοντα επαγγελματισμό, θέση της Τράπεζας είναι ότι τα έγγραφα στα οποία στηρίζουν την αξίωση τους εναντίον της Τράπεζας ήλθαν στην κατοχή τους κατόπιν δικαστικών διαδικασιών εναντίον της Τράπεζας. 10.Συγκεκριμένα και ειδικότερα, τα εν λόγω έγγραφα και αντίγραφα αυτών αποκαλύφθηκαν και παραδόθηκαν στον κ. Ιακωβίδη (υπό την ιδιότητα του τότε ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της Mriya) από την Τράπεζα κατόπιν έκδοσης μονομερώς προσωρινού διατάγματος αποκάλυψης, ιχνηλάτησης και αποσιώπησης ("Norwich Pharmachal, tracing and gagging orders") ημερομηνίας 10/06/2015 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 2626/
- 11.Λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι τα έγγραφα στα οποία οι Ενάγοντες στηρίζουν την αξίωση τους εναντίον της Τράπεζα, δόθηκαν σε αυτούς από την ίδια την Τράπεζα κατόπιν έκδοσης διατάγματος ιχνηλάτησης, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι οι Ενάγοντες κωλύονται και δεν έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τα εν λόγω έγγραφα εναντίον της Τράπεζας και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή είναι παράτυπη και καταχρηστική εναντίον της Τράπεζας και θα πρέπει να απορριφθεί ήδη από το παρόν πρώιμο στάδιο της διαδικασίας.» Ένσταση Οι Ενάγοντες προέβαλαν επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της, ότι οι Ενάγοντες έχουν ισχυρή υπόθεση, ότι το ποσό που ζητείται είναι υπερβολικό και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Στην υποστηρίζουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της η εκ των Εναγόντων κα Αντωνίου αρχικά προβάλλει μεταξύ άλλων ότι δεν έχει καταδειχθεί οικονομική αδυναμία των Εναγόντων, ότι αυτοί διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και ή συμφέροντα, όπως είναι η αγωγή εναντίον της οικογένειας Guta και η αξίωση εναντίον του Φ.Π.Α., ότι η Εναγόμενη δεν έχει καλή υπεράσπιση και στη συνέχεια υποδεικνύει ότι ο προτεινόμενος κατάλογος είναι διογκωμένος σε αρκετά σημεία και καταλήγει λέγοντας ότι υπερτερεί το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Νομική Πτυχή Οι γενικές αρχές για το θέμα της παροχής ασφάλειας εξόδων συνοψίστηκαν στην Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα
(2011)1 Α.Α.Δ.1314 ως εξής: «Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας, κάτι το οποίο πρωτίστως φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (Δέστε Ebrand v. Gassier [1884] 28 Ch.D.232 και In Re Apollinaris Company's Trade Marks [1891] 1 Ch.1). Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (Δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ.1170)». Βέβαια, στην παρούσα είναι σαφές από την αγόρευση της Εναγομένης πως η αίτηση προωθείται στη βάση του άρθρου 382 του Κεφ.113 αλλά έχω τη γνώμη πως οι γενικές αρχές, δηλαδή πέραν των ειδικών προϋποθέσεων της Δ.60 κ.1, τυγχάνουν εφαρμογής και στις περιπτώσεις παρόμοιων αιτημάτων, όπως το επίδικο, αφού αυτό το οποίο εξετάζεται (βάσει του άρθρου 382) είναι το κατά πόσον φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει το Δικαστήριο ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου σε περίπτωση επιτυχίας του. Η προώθηση της αίτησης στη βάση του άρθρου 382 απαντά και στην προδικαστική ένσταση των Εναγόντων περί του ότι η Εναγόμενη θα έπρεπε να αναμένει την κλήση οδηγιών, αφού για το άρθρο δεν υπάρχει πρόνοια στη Δ.30. Όπως ειδικότερα είχε αναφερθεί στην υπόθεση Genemp Trading Ltd (ανωτέρω): «. το Άρθρο 382 του Κεφ.113, δίνει την ευχέρεια στο Δικαστήριο εκεί που φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η εταιρεία δεν θα μπορεί να καταβάλει τα έξοδα, να εκδώσει εναντίον της διάταγμα για την ασφάλεια εξόδων, αναστέλλοντας στο μεταξύ όλες τις διαδικασίες.» Στην υπόθεση F.K.&S (VAROSIA) Properties Ltd v Penney κ.ά.,
(2014)1 (Α) Α.Α.Δ.393, αναφέρθηκαν σχετικά με το άρθρο 382 τα εξής: «Η Αίτηση στηρίζεται επίσης στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, με το οποίο παραχωρείται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο στις περιπτώσεις που υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η ενάγουσα ή εφεσείουσα εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα που ήδη επιδικάστηκαν ή που θα επιδικαστούν να την διατάξει να παραχωρήσει ασφάλεια για τα έξοδα. Όμως το Δικαστήριο ενεργώντας στη βάση του άρθρου 382, διατηρεί διακριτική ευχέρεια, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να απορρίψει την αίτηση ακόμη και όταν αποδειχθεί η αδυναμία μιας εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου (βλ. Σχετικά Sir Lindsay Parkinson and Co Ltd v Triplan Ltd
(1973)2 All E.R.273, στη σελ.283, Annual Practice 1958, στη σελ.395 και Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ.304). Όμως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, εκτός αν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του». Στην πιο πάνω μνημονευόμενη υπόθεση Lindsay Parkinson & Co Ltd είχε αναφερθεί (απόφαση Lord Denning) ότι: "If there is reason to believe that the company cannot pay the costs, then security may be ordered, but not must be ordered. The court has a discretion which it will exercise. The court has a discretion which it will exercise considering all the circumstances of the particular case". Ως προς το σχετικό βάρος στις αιτήσεις για παροχή ασφάλειας εξόδων ο αιτητής βαρύνεται να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του περί αδυναμίας της εταιρείας να καταβάλει τα έξοδα. Στην υπόθεση Κίμωνος ν. Χρ. Ιωάννου και Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ. Έφ. 66/13, ημερ. 30.1.15, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: "Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) η οποία παραπέμπει στην Northhampton Goal, Iron & Waggon Co. V. Midland Wagon Co. [1878] 7 Ch.D. 500)". (έμφαση δοθείσα) Στην παρούσα περίπτωση συνιστά κοινό υπόβαθρο ότι οι Ενάγοντες ενεργούν ως εκκαθαριστές της εταιρείας Mriya Agro Holding Public Ltd (εφεξής «η Mriya ή η εταιρεία»). Ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση από τις 11.5.16. Αναμφίβολα το γεγονός αυτό συνιστά την προαναφερθείσα prima facie μαρτυρία ότι αυτή αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα που θα προκύψουν. Ασφαλώς η εταιρεία θα μπορούσε να προσκομίσει αντίθετη μαρτυρία σε μια προσπάθεια να καταδείξει την ικανότητα της και να καταρρίψει το πιο πάνω συμπέρασμα. Δεν θεωρώ ότι το έχει πράξει με τα στοιχεία τα οποία παρουσίασε. Είναι γεγονός πως επιχειρώντας να το πετύχει προέβαλε ως περιουσιακά στοιχεία δύο αξιώσεις τις οποίες προωθεί: - Αφενός με την αγωγή υπ' αρ.12./18 εναντίον έξι μελών της οικογένειας Guta αξιώνοντας περίπου US$127 εκατομμύρια ως αποσπασθέντα με δόλιο τρόπο και ή διαζευκτικά την ιδιοκτησία ενός ακινήτου στο Μόναχο βάσει εξ επαγωγής εμπιστεύματος, το οποίο αξίζει περί τα €13.000.000 και για το οποίο έχει εξασφαλίσει από το Ε.Δ. Λευκωσίας απαγορευτικό διάταγμα μη αποξένωσης, με καταχώριση του και στο αρμόδιο Γερμανικό Κτηματολόγιο, για το οποίο όμως έχει κατατεθεί και αγοραπωλητήριο (τρίτου). - Αφετέρου με την προσφυγή υπ' αρ.15./19 εναντίον της Δημοκρατίας για ακύρωση απόφασης συμψηφισμού του ποσού των €393.847 (εισροές Φ.Π.Α.) στη βάση ότι δεν μπορούσε να συμψηφιστεί με φορολογία περιόδου πριν τεθεί σε εκκαθάριση. Το επιχείρημα των Εναγόντων είναι ότι δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αδυναμίας διότι, ως αναφέρουν στην ένορκη δήλωση τους (§11), «προσβλέπουν στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων με βάση τις οποίες μπορούν γρήγορα να λάβουν περιουσιακά στοιχεία». Η πραγματικότητα είναι όμως πως όπως και αν ιδωθεί η πιο πάνω θέση σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τα όρια αυτού που και οι ίδιοι αναφέρουν, ήτοι μιας ελπίδας ή προσδοκίας για επιτυχία των αξιώσεων τους. Στηριζόμενοι σε μια τέτοια γενική, αόριστη και κυρίως αβέβαιη, ως προς την πραγματοποίηση της, ελπίδα δεν μπορούν να πείσουν ότι υπάρχει βάσιμο υπόβαθρο για το επιχείρημα ότι «είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τα έξοδα αλλά στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας» (βλ. αγόρευση τους, σελ.3). Όπως λοιπόν και στην υπόθεση Genemp (ανωτέρω) το εκ πρώτης όψεως τεκμήριο είναι και στην παρούσα περίπτωση δεδομένο αφού οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία προς το αντίθετο, ήτοι ότι υπάρχει περιουσία δυνάμενη να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση των εξόδων. Εγείροντας ζήτημα δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, την οικονομική αυτή αδυναμία εν τέλει επισφραγίζουν και οι ίδιοι οι Ενάγοντες δηλώνοντας (στην αγόρευση τους) ότι στερούνται ρευστότητας για να παράσχουν ασφάλεια εξόδων και ότι δεν κατέχουν σήμερα τα οικονομικά μέσα να την καταβάλουν. Είναι ακριβώς υπό τέτοιες περιστάσεις που εγείρεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είτε να δεχθεί είτε να απορρίψει το αίτημα ακόμα και όταν αποδεικνύεται η αδυναμία της εταιρείας να καταβάλει τα έξοδα (βλ. CNP Asfalistiki Ltd v. Yiannoplast, υπό εκκαθάριση, Πολ. Έφ.Ε3/13, ημερ. 24.10.18). Όντως έχει λεχθεί στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης της KSS Trading Ltd v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1 Α.Α.Δ.1446 το άρθρο 382 πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψιν όχι μόνο την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντιδίκου για τα έξοδα του αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Η αναγκαιότητα για εξισορρόπηση οφείλεται στο αυτονόητο ότι η απαίτηση προς οικονομικά αδύνατο διάδικο να προκαταβάλει τα έξοδα ενδεχομένως να οδηγήσει στην αδυναμία προώθησης μιας κατά τα άλλα γνήσιας αξίωσης του και συνακόλουθα σε παραβίαση του κατοχυρωμένου συνταγματικά δικαιώματος να ακουστεί από αρμόδιο δικαστήριο. Εξετάζοντας λοιπόν τις ειδικότερες περιστάσεις θα πρέπει κατ' αρχάς να διευκρινιστεί πως η αξίωση προέκυψε μετά που ο ένας εκ των εκκαθαριστών (ενόσω ήταν προσωρινός ακόμα) διαπίστωσε ότι η εταιρεία μεταξύ Οκτωβρίου του 2011 και Δεκεμβρίου του 2017 προέβη σε μεταφορές χρημάτων (από λογαριασμούς τους οποίους διατηρούσε στην Εναγομένη τράπεζα) για τις οποίες ο εκκαθαριστής δεν είχε στην κατοχή του δικαιολογητικά έγγραφα. Κατόπιν έρευνας στα αρχεία της εταιρείας εξασφαλίστηκαν στοιχεία περί του ότι τα εμβάσματα είχαν γίνει με σκοπό την καταβολή του «κατ' ισχυρισμόν ανταλλάγματος» για τέσσερις συμφωνίες αγοράς μετοχών ως ακολούθως (διατηρουμένης της σειράς που έχουν στην έκθεση απαίτησης): Α/Α Ημερομηνία Αντισυμβαλλόμενη Μετοχές Τίμημα US$
- 12.6.12 Sharkoast Fromzonex 15.000.000
- 6.6.12 Valentino Umlian 15.000.000
- 14.6.12 Wolfrun Oramwhite 15.000.000
- 4.7.12 Lucabrasi Moukisar 15.000.000 Η θέση των Εναγόντων εκκαθαριστών είναι ότι η εταιρεία Mriya κατέβαλε το συνολικό ποσόν των US$60.000.000 στις αντισυμβαλλόμενες εταιρείες εκ των οποίων τα US$55.000.000 (τα κατέβαλε) από λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε με την Εναγομένη τράπεζα ενώ για τα υπόλοιπα της τέταρτης συμφωνίας στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται απλά ότι «η Ενάγουσα μετέφερε το ποσό των US$5.000.000 στη Lucabrasi .» χωρίς να καταγράφεται άλλος προσδιορισμός (βλ. §13.4.3 της Ε/Α). Περαιτέρω θέση των Εναγόντων είναι ότι οι τελικοί δικαιούχοι όλων των αντισυμβαλλομένων εταιρειών κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι . Guta και . Guta, γεγονός το οποίο γνωρίζει η Εναγόμενη τράπεζα. Θέση τους επίσης είναι ότι οι εντολές για τη μεταφορά των χρημάτων από τον λογαριασμό της εταιρείας είχαν δοθεί από τον . Guta, ότι παρά την καταβολή των συμφωνηθέντων τιμημάτων οι μετοχές παραμένουν εγγεγραμμένες επ' ονόματι των αντισυμβαλλομένων εταιρειών και ότι οι αξίες των εταιρειών των οποίων αγοράστηκαν οι μετοχές ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μηδαμινές και ή ελάχιστες και ή αρνητικές. Ας σημειωθεί πως σε άλλο σημείο (§3 της Ε/Α) αναφέρεται πως η HF Assets Management Ltd είναι η μέτοχος πλειοψηφίας της Mriya και ότι οι άλλοι μέτοχοι της ήταν οι . Guta, . Guta, . Guta και . Guta. Τα τέσσερα αυτά φυσικά πρόσωπα κατονομάζονται πιο πριν (στην §2 της Ε/Α) ως τα μέλη της οικογένειας Guta, τα οποία ήλεγχαν άμεσα ή έμμεσα τον Όμιλο εταιρειών της Mriya, αποτελούμενο από 17 θυγατρικές οι οποίες ασκούσαν έλεγχο σε 130 Ουκρανικές εταιρείες. Το παρουσιαζόμενο υπόβαθρο του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων είναι οι θέσεις τους ότι οι προαναφερθείσες τέσσερις συμφωνίες ή συναλλαγές αφενός ήταν πρόδηλα εκτός των νενομισμένων και ή συνηθισμένων και ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Mriya ή του Ομίλου και αφετέρου ήταν πλαστές και ή εικονικές και ή το αντάλλαγμα ήταν έκδηλα ανεπαρκές και ή μηδαμινό και ή εικονικό και ή διενεργείτο μεταξύ νομικών προσώπων με τον ίδιο τελικό δικαιούχο και ή η Mriya δεν έλαβε ποτέ την αντιπαροχή με αποτέλεσμα να καταβάλει από τους λογαριασμούς που διατηρούσε με την Εναγομένη τα ποσά και να υποστεί ζημιές ύψους US$48.500.
- (Δεν υπάρχει εξήγηση ή ανάλυση για το ποσό αυτό). Αποτελεί δηλαδή ισχυρισμό των Εναγόντων ότι η ως άνω ζημιά οφείλεται σε αμέλεια και ή παράβαση καθήκοντος ή σχέσης εμπιστοσύνης και ή σε δόλο ή ιδιοποίηση της Εναγομένης. Ειδικότερα με τις λεπτομέρειες αποδίδεται στην Εναγομένη ότι: «16.3 Η Εναγόμενη δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα και/ή τα ενδεδειγμένα υπό τις περιστάσεις και/ή εκ του νόμου μέτρα και/ή δεν ζήτησε οποιαδήποτε επικαιροποιημένα έγγραφα και/ή δεν άσκησε την δέουσα επιμέλεια για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των τελικών δικαιούχων της Mriya και/ή των αποδεκτών των πληρωμών που έγιναν από την Εναγόμενη και/ή των προσώπων που έγιναν οι τελικοί αποδέκτες των πληρωμών που αρχικά έγιναν από την Ενάγουσα. 16.4 Η Εναγόμενη δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα και/ή τα ενδεδειγμένα μέτρα για την ενδελεχή εξέταση εκάστης συναλλαγής που γίνεται αναφορά στην παράγραφο 13 ανωτέρω και/ή των Συμφωνιών 1-4 για την οποία ζητείτο η μεταφορά χρημάτων από την Mriya παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω συναλλαγές λόγω της φύσεως τους ήταν ιδιαίτερα επιδεκτικές ως προς το να συνδεθούν με αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω συναλλαγές ήταν ασυνήθιστα μεγάλες και/ή μεμονωμένες συναλλαγές χωρίς προφανή οικονομικό ή σαφή νόμιμο λόγο ή οικονομικό όφελος για την Mriya. 16.5 Η Εναγόμενη παρέλειψε να λάβει μέτρα για την άσκηση συνεχούς εποπτείας όσον αφορά την επιχειρηματική σχέση και/ή δραστηριότητες της Mriya και/ή δεν έλαβε μέτρα για ενδελεχή εξέταση των συναλλαγών που πραγματοποιούνταν ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι συναλλαγές που πραγματοποιούνταν συνάδαν με τα στοιχεία και πληροφορίες που κατείχε η Εναγόμενη σε σχέση με την Mriya την επιχείρηση και το προφίλ του κινδύνου του πελάτη, και, εφόσον απαιτείται, σχετικά με την προέλευση των χρηματικών ποσών, καθώς και τη διασφάλιση της τήρησης ενημερωμένων εγγράφων. 16.6 Η Εναγόμενη γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει τους τελικούς δικαιούχους της Mriya και τους τελικούς δικαιούχους της Sharkoast Holdings Limited, Valentino Investments Limited, Wolfrun Investments Ltd, Lucabrasi Holdings Limited, και ήταν σε θέση να διαπιστώσει και/ή όφειλε να διαπιστώσει ότι οι εν λόγω συναλλαγές δεν ήταν νόμιμες και/ή ότι ήταν δόλιες και/ή ήταν εκτός των δραστηριοτήτων των εν λόγω εταιρειών. 16.7 Η Εναγόμενη γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι τελικοί δικαιούχοι της Sharkoast Holdings Limited, Valentino Investments Limited, Wolfrun Investments Ltd, Lucabrasi Holdings Limited, ήταν μέλη της Οικογένειας Guta και/ή ότι ταυτίζονταν με τους δικαιούχους της Mriya και/ή ότι οι τελικοί δικαιούχοι των εν λόγω εταιρειών ήταν οι ίδιοι με τους τελικούς δικαιούχους της Mriya. 16.8 Η Εναγόμενη μπορούσε και ήταν σε θέση να εξακριβώσει ότι οι Συμφωνίες 1-4 ήταν πλαστές και/ή εικονικές και/ή υποτιθέμενες (fictitious) και/ή δεν είχαν δικαιολογητικά έγγραφα και/ή υποστηρικτικά έγγραφα και/ή δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως συναλλαγές υπό καθαρά εμπορική βάση (commercial basis) και/ή δεν έγιναν σύμφωνα με τις αρχές του πλήρους ανταγωνισμού (at an arms length basis) και/ή δόλιες συναλλαγές και/ή χωρίς αντίκρισμα και/ή με έκδηλα ανεπαρκές αντίκρισμα και/ή αντιπαροχή.» Δεν φαίνεται λοιπόν, τουλάχιστον δικογραφικά, να αρνούνται οι Ενάγοντες την ύπαρξη των συμφωνιών καθώς και το ότι στη βάση αυτών ήταν που ενήργησε η Εναγόμενη. Η εκδοχή την οποία προβάλλουν και προφανώς θα προωθήσουν κατά την ακρόαση είναι πως αυτές τις συμφωνίες τις «έπλασαν» ψευδώς κάποια μέλη της οικογένειας Guta από αυτούς που ήλεγχαν την Mriya και τον Όμιλο, οι οποίοι παράλληλα ήταν και οι τελικοί δικαιούχοι στις τέσσερις αντισυμβαλλόμενες, πράγμα που κατά τους Ενάγοντες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει η Εναγόμενη, οπότε ευθύνεται για τις μεταφορές χρημάτων. Ας σημειωθεί πως υπάρχει ήδη και η παλαιότερη αγωγή εναντίον μελών της οικογένειας για δόλια συμπεριφορά πλην όμως αυτό (παρά τους κάποιους περιορισμούς στα ποσά που μπορούν να εισπραχθούν) δεν συνιστά αφ' εαυτού εμπόδιο για την προώθηση της παρούσας (βλ. «Αστικά Αδικήματα», Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, σελ.40). Όμως το γεγονός ότι οι τελικοί δικαιούχοι των τεσσάρων εταιρειών ταυτίζονται με κάποιους από τους ιθύνοντες ή μετόχους της Mriya ή του Ομίλου δεν συνιστά άνευ ετέρου απόδειξη ή έστω ένδειξη δολιότητος ή απάτης, δεδομένου ότι κάθε εταιρεία είναι μια ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και οντότητα. Με άλλα λόγια, γενικά και θεωρητικά δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ προοιμίου πως οποιαδήποτε παρόμοια τέτοια συναλλαγή μεταξύ εταιρειών είναι απατηλή ή δόλια αυτομάτως. Συνεπώς, για να καταδειχθεί εικονικότητα ή πλαστότητα, δηλαδή απάτη θα απαιτηθεί άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία για συνωμοσία προς απόσπαση των χρημάτων διά της μεθόδου αυτής. Είναι σε ένα τέτοιο συνωμοτικό σχέδιο που θα πρέπει εν τέλει να καταδειχθεί είτε η εν γνώσει εμπλοκή (δόλος) της τράπεζας είτε η εξ αμελείας συμμετοχή της, υπό την έννοια όμως και πάλι ότι δεν αντιλήφθηκε την απάτη κάποιων μελών εις βάρος άλλων μελών της οικογένειας και της Mriya. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη δεν έχει καταχωρίσει ακόμα την υπεράσπιση της δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αποδεικτικό της ισχύος της υπόθεσης των Εναγόντων (§23 της έ/δ στην ένσταση). Το βάρος απόδειξης κατά την ακρόαση της αγωγής ανήκει στους ίδιους αλλά όμως και στα πλαίσια της αίτησης οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να παραθέσουν κάποια στοιχεία ή έστω κάποιες ενδείξεις περί του ότι υπήρξε απάτη και κυρίως ότι σε αυτή εμπλέκεται η Εναγόμενη. Η τυχόν ύπαρξη εγγράφων τα οποία έχουν εξασφαλιστεί μέσω διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal κανονικά θα έπρεπε να διευκολύνει την κατάδειξη της ισχύος της υπόθεσης των Εναγόντων αφού ακριβώς ένας από τους σκοπούς έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων είναι η «αποκάλυψη πληροφοριών στη βάση των οποίων μπορεί να εγερθεί δεύτερη αγωγή εναντίον του αδικοπραγούντα» (βλ. «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» Ερωτοκρίτου και Αρτέμης, σελ.258). Σε αντίθεση με ό,τι θα αναμένετο, οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν ούτε και αναφέρθηκαν σε οποιοδήποτε στοιχείο εξασφάλισαν μέσω των διαταγμάτων. Αντί τούτου μάλιστα προώθησαν με την ένσταση τους τη θέση ότι δεν έχουν δοθεί στην αγωγή οδηγίες αποκάλυψης εγγράφων και ως εκ τούτου η Εναγόμενη δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποια έγγραφα θα βασιστούν οι ίδιοι για να αποδείξουν την υπόθεση τους (βλ. §24 της Ε/Α). Καθίσταται εμφανές ότι λόγω της πιο πάνω στάσης ελλείπουν παντελώς όχι μόνο στοιχεία μαρτυρίας αλλά και ισχυρισμοί επί τυχόν γεγονότων τα οποία δυνητικά θα οδηγούσαν σε συμπέρασμα πως οι Ενάγοντες διαθέτουν μια ισχυρή απαίτηση. Λαμβανομένης της υπόθεσης στο απόγειο της δύναται να λεχθεί πως ακόμα και αν δημιουργούνται υπόνοιες για τη δράση μελών της οικογένειας Guta ή των ιθύνοντων της Mriya εντούτοις, πέραν της συγκεκριμένης τραπεζικής πράξης (διενέργειας των εμβασμάτων) και τούτο μετά από αίτημα πελατών, δεν παρατίθεται κάποιο στοιχείο για γνώση ή συμμετοχή της τράπεζας σε συνωμοσία προς εξαπάτηση. Πέραν των πιο πάνω, αξίζει ίσως εκ του περισσού να προστεθεί: (Α) ότι ελλείπει και οποιαδήποτε αναφορά για τυχόν προσπάθεια απόκτησης των μετοχών με υλοποίηση των συμφωνιών, (Β) ότι με δεδομένη τη θέση ότι μεταφέρθηκαν από λογαριασμούς ποσά ύψους US$55.000.000 δεν εξηγείται πώς η κατ' ισχυρισμόν ζημιά είναι US$48.500.000 για την οποίαν ούτως ή άλλως δεν υπάρχει κάποια ανάλυση ως θα απαιτείτο για ειδική ζημιά. Έχω λοιπόν την άποψη, στη βάση όλων των πιο πάνω, ότι η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη ενόψει της όχι και τόσο ισχυρής αξίωσης την οποία παρουσιάζουν οι Ενάγοντες. Ασφαλώς το ύψος της δεν μπορεί να είναι στα επίπεδα που έχει ζητήσει η Εναγόμενη. Οι Ενάγοντες σε αυτό το σημείο έχουν δίκαιο καθότι πράγματι στο προσχέδιο του καταλόγου εξόδων παρατηρούνται εμφανέστατα υπερβολικές χρεώσεις τόσο επειδή αναφέρονται στο υψηλότερο προβλεπόμενο κονδύλι όσο και επειδή η Εναγόμενη αναφέρεται σε μη προβλεπόμενες διαδικασίες όπως η αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων με προετοιμασία και ακροάσεις (€6.382) ή εντελώς αβέβαια και αόριστα έξοδα όπως εμφανίσεις για οδηγίες (€2.030), πέντε μαρτυρικές κλήσεις με πέντε παραστάσεις στον Πρωτοκολλητή (€2.170), είκοσι ακροάσεις αγωγής (€37.320), αίτηση για αντεξέταση με ακρόαση της (€6.396), εξέταση και λήψη σημειώσεων από 10 μάρτυρες (€3.900), σύνταξη πέντε μαρτυριών (€1.575). Έχοντας υπόψιν όλα τα πιο πάνω κρίνεται πως το ποσόν των €30.000 υπό τις περιστάσεις είναι ικανοποιητικό για να καλύψει τα έξοδα της Εναγομένης. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες διατάσσονται όπως το αργότερο μέχρι τις 23.11.21 παράσχουν ασφάλεια για τα έξοδα της Εναγομένης για το ποσόν των €30.000, καταθέτοντας στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λευκωσίας είτε το πιο πάνω ποσό σε μετρητά είτε τραπεζική εγγύηση για το ισόποσο. Νοείται ότι η παρούσα αγωγή και κάθε διαδικασία σε αυτή αναστέλλεται μέχρι την ως άνω ημερομηνία. Νοείται περαιτέρω ότι εάν μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία δεν παρασχεθεί η διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων, τότε η αγωγή χωρίς οτιδήποτε άλλο θα θεωρείται ως αυτομάτως απορριφθείσα με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εις βάρος των Εναγόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, ως θα υπολογισθούν, συν Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο από την απόρριψη. Όσον αφορά την παρούσα αίτηση επιδικάζονται €1.500 έξοδα συν Φ.Π.Α. προς όφελος της Εναγομένης και εις βάρος των Εναγόντων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο