← Κύπρος

Χριστοφή ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3563/13, 21/10/2021

Χριστοφή ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3563/13, 21/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A545 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου ‑ Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3563/13 Μεταξύ: XXXXX Πολυχρόνη Χριστοφή Ενάγουσα Και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. XXXXX Χριστοφίδης υπό την ιδιότητα του ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  3. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου
  4. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.10.2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Χρ. Χριστοδούλου με κύριο Παρασκευά ασκούμενο δικηγόρο για Μ. Ξ. Ιωάννου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1: κα Έλενα Πεύκου από Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 3: κα Θάλεια Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου και Σια ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 4: κα Πηνελόπη Χαραλάμπους για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε στις 6.6.2013 σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο. Με αυτή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων την καταβολή του ποσού των €583.500 πλέον τόκους δυνάμει δύο γραμματίων και/ή πιστοποιητικών κατάθεσης τακτής προθεσμίας, το ένα για ποσό €543.500 πλέον τόκους με ημερομηνία λήξεως τις 24.1.2014, το άλλο για ποσό €40.000 πλέον τόκους με ημερομηνία λήξεως της 5.8.2013, τα οποία η Ενάγουσα διατηρούσε στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Ζητά επίσης αριθμό Διαταγμάτων του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να κατακρατήσουν οποιοδήποτε ποσό από το ποσό των €583.500 που διεκδικεί, Δηλώσεις και Αναγνωριστικά Διατάγματα του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, είναι αντισυνταγματικές και παραβιάζουν θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος. Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1, 3 και 4, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετικά σημειώματα εμφάνισης, ενώ για τον Εναγόμενο 2 το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε και έπαυσε να ισχύει προτού του επιδοθεί. Η Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 13.5.2016, μετά που η Εναγόμενη 1 καταχώρησε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας. Με την Έκθεση Απαίτησης της, η Ενάγουσα δηλώνει ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, διατηρούσε στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ τα δύο αναφερόμενα γραμμάτια και/ή πιστοποιητικά καταθέσεων τακτής προθεσμίας, ενώ η Εναγόμενη 3 δυνάμει Διατάγματος του Διοικητή της που εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 μεταβίβασε περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ στην Εναγόμενη 1, δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη 1 ήταν και τα δύο γραμμάτια της Ενάγουσας, από τα οποία στις 29.3.2013 η Εναγόμενη 1, παράνομα και αυθαίρετα απέκοψε και/ή απέσπασε και/ή κατακράτησε και/ή αφαίρεσε και/ή μείωσε ποσό ύψους €583.000 πλέον τόκους, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 να καταστεί παράνομα και άδικα πλουσιότερη με το πιο πάνω ποσό εις βάρος της Ενάγουσας. Είναι η θέση της Ενάγουσας, ότι τα θετικά υπόλοιπα των λογαριασμών των πιο πάνω γραμματίων, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο περιουσιακό δικαίωμα της, ήταν εξυπακουόμενος όρος ότι οι εν λόγω λογαριασμοί δεν θα επηρεάζονταν δυσμενώς χωρίς τη ρητή εξουσιοδότηση της ίδιας ως δικαιούχου, γι' αυτό και ήγειρε την πιο πάνω αγωγή και ζητά να της αποδοθούν τα ποσά των δύο γραμματίων, Διατάγματα που να επιβάλλουν στους Εναγόμενους να της επιστρέψουν τα πιο πάνω ποσά, αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο νόμος περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων του 2013, Νόμος 17(I)/2013, είναι αντισυνταγματικός αφού παραβιάζει βασικά άρθρα του Συντάγματος, καθώς και αποζημιώσεις για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα. Η Εναγόμενη 1 με την Υπεράσπιση της που καταχωρήθηκε στις 7.6.2016, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, εγείρει ως προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη 1 πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αβάσιμη, ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη, καθ' ότι σύμφωνα με την ΚΔΠ 104/2013 ημερομηνίας 29 Μαρτίου του 2013, η οποία εκδόθηκε με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, καθώς και διάφορα Διατάγματα που ακολούθησαν, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ («η Λαϊκή Τράπεζα») μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ («η Τράπεζα Κύπρου»). Η απαίτηση της Ενάγουσας δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου από τη Λαϊκή Τράπεζα και συνεπώς δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα αγωγή. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 1 αναφέρει ότι ουδέποτε αποτέλεσε ή αποτελεί διάδοχο της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία δεν έπαυσε να ισχύει ως νομικό πρόσωπο, αντίθετα, η Τράπεζα Κύπρου λειτούργησε και λειτουργεί ως το αποκτών πρόσωπο σε σχέση με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν βάση ανταλλάγματος σε αυτή δυνάμει των αναφερόμενων Διαταγμάτων, στα οποία, επαναλαμβάνει, ότι δεν εμπίπτουν τα δύο γραμμάτια της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι η Ενάγουσα διατηρούσε τους λογαριασμούς που αναφέρει με τη Λαϊκή Τράπεζα και ότι αυτοί απομειώθηκαν ως αποτέλεσμα Διαταγμάτων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τον Νόμο 17(I)/2013 και με βάση τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά ή περί τις 16.3.2013 και που οδήγησαν μεταξύ άλλων στην απομείωση (κούρεμα) των καταθέσεων. Η Εναγόμενη 1 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για αμέλεια και/ή παρανομία και/ή αυθαιρεσία και/ή παράνομη κατακράτηση ποσού σε βάρος της Ενάγουσας στην έκταση που αφορά την Εναγόμενη 1 και τονίζει ξανά ότι βάσει των σχετικών Διαταγμάτων, δεν μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου όλες οι καταθέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας εκτός από συγκεκριμένα ποσά και το ποσό των καταθέσεων της Ενάγουσας δεν συμπεριλαμβάνεται σ' αυτά. Είναι επίσης η θέση της, ότι στην Τράπεζα Κύπρου μεταφέρθηκε το εγγυημένο ποσό των €100.000 με βάση την ΚΔΠ 105/2013, όπως φαίνεται από σχετικές καταστάσεις λογαριασμών και τονίζουν ότι οι ίδιοι δεν είχαν κανένα έλεγχο, ούτε ρόλο σε σχέση με τους λογαριασμούς της Ενάγουσας προτού μεταφερθούν σε αυτή καταθέσεις ύψους €100.000 που ήταν το εγγυημένο ποσό, και αυτή είναι η μοναδική τους σύνδεση με την υπό κρίση υπόθεση. Αναφέρει επίσης, ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον της και δεν μπορεί η ίδια να αποζημιώσει είτε την Ενάγουσα, είτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για ζημιές που δυνατό να έχει υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης που ψηφίστηκε με βάση τον Ν17(I)/2013 και επομένως είναι η θέση της, ότι η Ενάγουσα κωλύεται από το να εγείρει και να προωθεί την αγωγή εναντίον της. Άνευ βλάβης των όσων αναφέρει πιο πάνω, αν φανεί ότι η Ενάγουσα έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, η Εναγόμενη 1 επικαλείται την Υπεράσπιση της «Ματαίωσης Σύμβασης» (Frustration), καθ' ότι, ως ισχυρίζεται, η ΚΔΠ 103/13 είναι νόμιμη και άμεσα εκτελεστή, βρίσκεται σε ισχύ, δεν έχει ακυρωθεί από Δικαστήριο, ούτε και ανακλήθηκε από Αρμόδια Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας και η Εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το να εφαρμόσει στην ολότητα του και να συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες του εν λόγω Διατάγματος, καθώς και της ευρύτερης νομοθεσίας βάσει των οποίων τα Διατάγματα έχουν εκδοθεί. Ισχυρίζεται τέλος, ότι ακόμα και εάν ο Νόμος 17(I)/13 και τα σχετικά Διατάγματα που εκδόθηκαν βάση αυτού, κριθούν ότι παραβιάζουν οποιαδήποτε άρθρα του Συντάγματος, οι πρόνοιες αυτές δεν είναι παράνομες λόγω του δικαίου της ανάγκης (Doctrine of Necessity) καθ' ότι υιοθετήθηκαν για αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης και ικανοποιούν τις όποιες προϋποθέσεις για επίκληση των αρχών του δικαίου της ανάγκης όπως αυτές καθορίζονται από τη νομολογία. Συνεπώς, η Εναγόμενη 1 αρνείται τις αξιώσεις της Ενάγουσας και την καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Αξιώνει επίσης την απόρριψη της αγωγής από το Δικαστήριο. Η Εναγόμενη 3 με τη δική της Υπεράσπιση, που καταχωρήθηκε στις 29 Μαΐου του 2017 και είναι πολυσέλιδη, αποτελείται από 29 σελίδες και 39 παραγράφους, εγείρει με τη σειρά της προδικαστικές ενστάσεις ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτουν βάση αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 3 και συνεπώς η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, η οποιαδήποτε απαίτηση της Ενάγουσας είναι πρόωρη, καθ' ότι δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί η διαδικασία εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία, μόλις ολοκληρωθούν τα μέτρα εξυγίανσης, θα τεθεί υπό εκκαθάριση και το προϊόν από τις εισπράξεις από την πώληση των περιουσιακών της στοιχείων θα διανεμηθεί στους πιστωτές και τους μετόχους της σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας που αναφέρεται στη νομοθεσία. Εγείρει επίσης περαιτέρω προδικαστικές ενστάσεις, ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι ασαφείς και αόριστοι, χωρίς να υπάρχουν οι αναγκαίες και απαραίτητες λεπτομέρειες, ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος γιατί, ενώ η Εναγόμενη 3 με την παρούσα αγωγή ενάγεται ως η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, είναι ολοφάνερο από το δικόγραφο της Ενάγουσας ότι οι ευθύνες που της αποδίδει η Ενάγουσα αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις της υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης, όπως και την περαιτέρω προδικαστική ένσταση ότι με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα δεν δικογραφεί, ούτε και έχει αποδείξει ότι βρίσκεται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα, συγκριτικά με τη θέση που θα βρισκόταν εάν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα τίθετο τότε εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει, η Εναγόμενη 3 αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας όπως αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της, αναφέρει τα γεγονότα που οδήγησαν στη θέσπιση του Νόμου 17(I)/2013 και την ΚΔΠ 104/13 και τις εξουσίες που της δόθηκαν με βάση αυτά τα νομοθετικά μέτρα, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ήταν πιστωτής της Λαϊκής Τράπεζας αφού παρέδωσε σε αυτή τα χρήματα της, τα οποία απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της τράπεζας ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία και η τράπεζα καθίσταται πλέον οφειλέτης της καταθέτη και όλες οι αποφάσεις που λήφθηκαν είχαν σκοπό την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος και προτού αυτές ληφθούν, είχαν ληφθεί υπόψη όλα τα γεγονότα και περιστατικά που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ακολούθως προβαίνει σε μία πλήρη παράθεση του ιστορικού που οδήγησε στην έκδοση των Διαταγμάτων Εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας, όπως και της Εναγόμενης 1, όπως αυτά έλαβαν χώρα χρονικά σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα, όσο και σε σχέση με την Εναγόμενη
  5. Αναφέρεται επίσης στις διάφορες συζητήσεις που είχαν γίνει στο Eurogroup και την πολιτική συμφωνία που τελικά έγινε με τις Κυπριακές Αρχές προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είχε σαν αποτέλεσμα η Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης να λάβει συγκεκριμένα μέτρα σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή Τράπεζα, τα οποία αναφέρει με λεπτομέρεια και επίσης αναφέρει τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων. Είναι η τελική της θέση, ότι όλα όσα έγιναν για να αποτρέψουν τη χρεοκοπία της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι ορθά και νόμιμα μέτρα, δικαιολογούνται πλήρως με βάση τις περιστάσεις που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και όλες οι αξιώσεις και ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί αντισυνταγματικότητας, εκτός του ότι προβάλλονται εντελώς επιδερμικά και χωρίς ουσιώδη εξήγηση, δεν δικαιολογούνται, ούτε έχουν νομικό έρεισμα και είναι επίσης η θέση της Εναγόμενης 3 ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να απαιτήσει οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης είτε από τη Δημοκρατία, είτε από την Κεντρική Τράπεζα για οποιοδήποτε τυχόν ποσό ζημιάς που έχει υποστεί, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα. Ισχυρίζεται τελικά, ότι δεν έχει καμία ευθύνη έναντι της Εναγόμενης 1, δεν έχει πράξει τίποτα που να μην καλύπτεται από τον νόμο και τις καταστάσεις και τα γεγονότα που οδήγησαν στη θέσπιση του με βάση τα δεδομένα της στιγμής και ζητά την απόρριψη της αγωγής εναντίον της ως αβάσιμης. Σε παρόμοιες γραμμές κινείται και η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 4, o οποίος επίσης εγείρει προδικαστική ένσταση, ότι από την αγωγή και την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας δεν φαίνεται να προκύπτει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της στην Έκθεση Απαίτησης της και με τη σειρά του, αναφέρεται σε όλα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από την απόφαση για την απομείωση των Ελληνικών Κρατικών Ομολόγων τον Οκτώβριο του 2011, μέχρι την επίτευξη συμφωνίας στο Eurogroup με τις Κυπριακές Αρχές στις 16 Μαρτίου του 2013, που είχε ως αποτέλεσμα να δοθεί έκτακτη ρευστότητα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου και που είχε ως αποτέλεσμα να ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων σειρά νόμων στο πλαίσιο του πακέτου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, συμπεριλαμβανομένου και του Ν17(I)/2013 και της ΚΔΠ 104/13, με το οποίο Διάταγμα κάποια περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Αφού παραθέτει με λεπτομέρεια όλα τα μέτρα εξυγίανσης που έχουν ληφθεί και τα γεγονότα που οδήγησαν στη λήψη τους, είναι η θέση του Εναγόμενου 4, ότι όλα τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν απολύτως αναγκαία για να διασωθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κύπρου, να αποφευχθεί η ολοκληρωτική κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου και να υλοποιηθεί η απόφαση του Eurogroup της 25.3.2013 προκειμένου να χορηγηθεί η οικονομική βοήθεια των δέκα δισεκατομμυρίων ευρώ στην Κυπριακή Δημοκρατία για σκοπούς διάσωσης και αποφυγής κατάρρευσης της οικονομίας της χώρας. Ο Εναγόμενος 4 ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι όλοι οι νόμοι και όλες οι ΚΔΠ που θεσπίστηκαν σ' αυτά τα πλαίσια, είναι ορθοί και νόμιμοι και σύμφωνοι με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Πρώτου Πρωτοκόλλου αυτής, εκδόθηκαν για σκοπούς προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και για επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος και για διασφάλιση της Δημόσιας Τάξης και Δημόσιας Διασφάλισης, και επομένως οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί του αντιθέτου, και/ή για προσβολή των δικαιωμάτων της με βάση άρθρα του Συντάγματος, δεν ευσταθούν και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα δεν καταχώρησε Απάντηση στις Υπερασπίσεις των Εναγομένων 1, 3 και 4, καταχωρήθηκαν εκ πλευράς διαδίκων ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και τελικά η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, αφού δόθηκε προηγουμένως άδεια στους συνηγόρους της Εναγόμενης 3 να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Κατά την ακροαματική διαδικασία δόθηκε μαρτυρία από την Ενάγουσα, η οποία και αντεξετάστηκε από τους Συνηγόρους των Εναγομένων 1, 3 και 4, έκαστος των οποίων υιοθέτησε και την αντεξέταση των υπόλοιπων δικηγόρων, από πλευράς της Τράπεζας Κύπρου και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δεν προσφέρθηκε μαρτυρία, ενώ από πλευράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δόθηκε μαρτυρία από τον κύριο Μιχάλη Στυλιανού, την οποία υιοθέτησαν οι υπόλοιποι Εναγόμενοι. Κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε επίσης αριθμός Τεκμηρίων. Αναφορά στη μαρτυρία της Ενάγουσας, όσο και του ΜΥ1, καθώς και στα διάφορα Τεκμήρια, θα γίνει από το Δικαστήριο όπου φανεί αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Η Ενάγουσα παρουσίασε την κυρίως μαρτυρία της σε γραπτή μορφή, με δήλωση της ημερομηνίας 9.6.2021, με την οποία επιβεβαιώνει ότι είναι η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή και ότι διατηρούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στη Λαϊκή Τράπεζα δύο γραμμάτια και/ή πιστοποιητικά κατάθεσης τακτής προθεσμίας, το πρώτο με αριθμό λογαριασμού 123‑09‑006869 και η αξία του κατά τη λήξη του, που ήταν 24.1.2014, ήταν €568.024,51, το οποίο ποσό αποτελείται από το ποσό των €543.500,00 ως ποσό καταθέσεως πλέον €24.524,51 ως τόκος κατά τη λήξη και δεύτερο γραμμάτιο και/ή πιστοποιητικό καταθέσεως τακτής προθεσμίας με αριθμό λογαριασμού 123‑09‑006605, του οποίου η αξία κατά τη λήξη, δηλαδή 8.7.2013, ήταν €40.000 ως ποσό καταθέσεων, πλέον €1.1613,15 ως τόκος κατά τη λήξη. Είναι περαιτέρω η θέση της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη 3, δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με βάση Διάταγμα του Διοικητή της, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, μεταβίβασε περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας στην Εναγόμενη 1, δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου. Πάντοτε σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, κατά ή περί της 29.3.2013, η Τράπεζα Κύπρου στην οποία μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας, προφασιζόμενη διοικητική και/ή κανονιστική πράξη της Κεντρικής Τράπεζας, παράνομα και/ή αυθαίρετα απέκοψε και/ή απέσπασε και/ή κατακράτησε και/ή αφαίρεσε και/ή μείωσε ποσό ύψους €583.000 πλέον τόκους από τα ανωτέρω ποσά που της ανήκαν, με αποτέλεσμα η Τράπεζα Κύπρου να καταστεί παράνομα και άδικα πλουσιότερη με το πιο πάνω ποσό εις βάρος της. Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, ότι τα θετικά υπόλοιπα των λογαριασμών που αναφέρει ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δικό της περιουσιακό δικαίωμα και ότι ήταν εξυπακουόμενος όρος και/ή τραπεζικό έθιμο ότι οι επίδικοι λογαριασμοί δεν θα επηρεάζονταν δυσμενώς χωρίς τη ρητή εξουσιοδότηση του δικαιούχου, στη συγκεκριμένη περίπτωση τη δική της. Γι' αυτό και ως αναφέρει καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει τα ποσά που αποκόπηκαν από τους λογαριασμούς της και τα Διατάγματα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της παρούσας αγωγής. Η Ενάγουσα κατέθεσε, και σημειώθηκαν αντίστοιχα ως Τεκμήρια 1 και 2, τα δύο γραμμάτια που αναφέρονται πιο πάνω, το ένα για ποσό €40.000 με ημερομηνία λήξης 8.7.2013, Τεκμήριο 1, και το δεύτερο για το ποσό των €543.500 με ημερομηνία λήξης 24.1.2014, Τεκμήριο
  6. Όπως επίσης ανάφερε, από ό,τι θυμάται, μετά που έγινε η απομείωση των ποσών που αναφέρει από τα εν λόγω γραμμάτια, το ποσό το οποίο παρέμεινε πιστωμένο στον λογαριασμό της προς όφελος της ήταν το ποσό των €100.000 και μέχρι και σήμερα δεν της έχει επιστραφεί κανένα άλλο ποσό. Αντεξεταζόμενη η Ενάγουσα από τη συνήγορο της Τράπεζας Κύπρου, συμφώνησε ότι οι λογαριασμοί των δύο γραμματίων που διατηρούσε ήταν στη Λαϊκή Τράπεζα και όχι στην Τράπεζα Κύπρου. Σε ό,τι αφορά το μέτρο εξυγίανσης που λήφθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα, ανάφερε ότι ξέρει ότι έγινε στον λογαριασμό της κούρεμα όπως έγινε και στον υπόλοιπο κόσμο. Και όπως ανάφερε, τα χρήματα τα απέκοψαν από τον λογαριασμό της χωρίς τη συναίνεση της. Απλώς προέβηκαν σε αυτή την αποκοπή και την ειδοποίησαν ότι το ποσό που έμεινε ήταν €100.000, το οποίο εκταμίευσε σιγά‑σιγά. Συμφώνησε επίσης ότι, το ποσό των €100.000 που παρέμεινε στον λογαριασμό της μετά την απομείωση, μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου, αρνούμενη ότι απέκτησε μετοχές τάξης Α στην Τράπεζα Κύπρου. Όταν ρωτήθηκε ποια είναι η απαίτηση της από την Τράπεζα Κύπρου, η απάντηση της ήταν «αποζημίωση από το Κράτος, εν το Κράτος που τα κούρεψε». Συμφώνησε επίσης με την υποβολή ότι, η Τράπεζα Κύπρου απέκτησε μόνο το ποσό των €100.000 που μεταφέρθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα και είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο είναι η Λαϊκή Τράπεζα και όχι η Τράπεζα Κύπρου που οφείλει να της επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό απομειώθηκε τυχόν από τον λογαριασμό της, αναφέροντας ότι «εφάαν τα οι κλέφτες της Λαϊκής». Ανάφερε επίσης, ότι τα χρήματα αυτά τα είχε κερδίσει στο ΛΟΤΤΟ και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο γνωρίζει κατά πόσο τα δύο αυτά γραμμάτια είχαν τοποθετηθεί σε συγκεκριμένο σημείο στη Λαϊκή Τράπεζα που έφερε το όνομα της και όλοι γνώριζαν ότι ήταν δικά της, είπε ότι δεν ξέρει πού ήταν, ήταν στην τράπεζα και έπαιρνε τον τόκο. Της υπεβλήθη ότι εναντίον της Τράπεζας Κύπρου δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα και απάντησε ότι «εφόσον το Κράτος χωρίς ειδοποίηση έκοψε μόνο τα λεφτά της Λαϊκής, πρέπει να πληρώσει». Η κυρία Ραφτοπούλου, εκ πλευράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, υιοθέτησε την αντεξέταση που έγινε από πλευράς της δικηγόρου της Τράπεζας Κύπρου και ρώτησε την Ενάγουσα τι αντιλαμβάνεται με τον όρο απομείωση, για να απαντήσει η Ενάγουσα «τα έσβησαν και τελείωσε, τα σκούπισαν», συμφωνώντας με την υποβολή που της έγινε ότι όσα αναφέρει στη γραπτή της δήλωση με το συγκεκριμένο λεκτικό που αναφέρονται, τα ετοίμασαν οι δικηγόροι της. Επέμενε όμως ότι τα χρήματα αυτά είναι δικά της και δεν έδωσε σε κανένα δικαίωμα να τα κλέψει και ουδέποτε γνωρίζει να υπάρχει τραπεζικό έθιμο να κουρεύουν τα χρήματα του κόσμου. Το μορφωτικό της επίπεδο είναι φοίτηση μέχρι την πέμπτη τάξη του Γυμνασίου και στις υποβολές της κυρίας Ραφτοπούλου ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ενεργούσε σωστά καθ' όλα τα χρονικά διαστήματα, νόμιμα και σύμφωνα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, απάντησε ότι «έκαναν κλεψιά του κόσμου και τα έκαναν θάλασσα». Εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα, η συνήγορος του υιοθέτησε την αντεξέταση που έγινε από τις κυρίες Πεύκου και Ραφτοπούλου, ενώ η Ενάγουσα δεν επανεξετάστηκε. Δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία όπως έχει ήδη αναφερθεί εκ πλευράς της. Ο μοναδικός μάρτυρας Υπεράσπισης, όπως επίσης έχει ήδη αναφερθεί, ήταν ο κύριος XXXXX Στυλιανού, Βοηθός Διευθυντής στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Κατέθεσε την κυρίως μαρτυρία του σε γραπτή δήλωση, σύμφωνα με την οποία από τον Μάρτιο του 2013 μετατέθηκε στο Τμήμα Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας, του οποίου είναι ο Προϊστάμενος. Είναι εγγεγραμμένος λογιστής και εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα από το
  7. Εξήγησε τι είναι και πώς λειτουργεί το Τμήμα Εξυγίανσης, καθώς και τα γεγονότα που συνέβησαν τον Μάρτιο του 2013, όπου η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε Διατάγματα για εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα στα πλαίσια του Νόμου 17(I)/
  8. Προέβηκε σε μία αρκετά λεπτομερή παράθεση των γεγονότων αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 2011 και την έκθεση που είχε με τα Ελληνικά Ομόλογα, τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί μεταξύ των κρατών‑μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 26.10.2011 και ακολούθως στη συμφωνία που έγινε μετά την απομείωση των Ελληνικών Ομολόγων, που είχαν ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης Κύπρου και Ελλάδας και σημαντικές ζημιές στη Λαϊκή Τράπεζα. Κατέθεσε ακολούθως και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3, έγγραφο με τίτλο «Euro Summit Statement» ημερομηνίας 26 Οκτωβρίου του 2011 και ακολούθως ως Τεκμήριο 4 την εισήγηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ημερομηνίας 8 Δεκεμβρίου
  9. Ήταν η θέση του ότι, επειδή παρά τις πιο πάνω προσπάθειες η Λαϊκή Τράπεζα απέτυχε να αντλήσει κεφάλαια από ιδιωτικούς πόρους για κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος της, ζήτησε κρατική στήριξη από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος στη βάση της επιστολής που είχε αποστείλει στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δήλωσε την απόφαση της κυβέρνησης να στηρίξει τη Λαϊκή Τράπεζα και ακολούθως λήφθηκαν αποφάσεις από τη Βουλή των Αντιπροσώπων για παροχή σημαντικών ποσών στη Λαϊκή Τράπεζα, αλλά δυστυχώς παρά τις προσπάθειες που έγιναν, δεν μπόρεσε να επιτευχθεί ο στόχος βιωσιμότητας της Λαϊκής Τράπεζας, με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία να αναγκαστεί, ενόψει του ότι η Λαϊκή Τράπεζα ζητούσε παροχή έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ΕLA), να αποταθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να συνάψει σχετική σύμβαση προς στήριξη της Λαϊκής Τράπεζας. Σύμφωνα με τα όσα έχει περαιτέρω αναφέρει ο ΜΥ1, εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (όλοι μαζί αναφέρονται ως η Τρόικα) έφτασαν στην Κύπρο για έναρξη συνομιλιών. Στις 23.11.2012 συμφωνήθηκε προκαταρκτικό μνημόνιο Συναντίληψης και ακολούθως μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης για το Κυπριακό Χρηματοπιστωτικό Σύστημα που εκπονήθηκε από τον οίκο PIMCO, στις 16.3.2013 η κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup και ακολούθως με απόφαση του το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ημερομηνίας 21.3.2013, αποφάσισε ότι θα διατηρούσε την παροχή ELA, μόνο μέχρι τις 25.3.
  10. Ενόψει αυτών των δραματικών εξελίξεων και τον φανερό πλέον κίνδυνο κατάρρευσης και της Λαϊκής Τράπεζας, αλλά και της Τράπεζας Κύπρου, η Βουλή των Αντιπροσώπων στις 22.3.2013 ψήφισε τον Νόμο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν17(I)/2013 και στις 25.3.2013 προς αποφυγή της χρεωκοπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία, με την οποία συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί άμεσα σε εξυγίανση, διαχωριστεί σε δύο τράπεζες, την καλή και κακή τράπεζα, και να απορροφηθεί η καλή τράπεζα από την Τράπεζα Κύπρου, ενώ η κακή τράπεζα θα διαλυόταν σταδιακά. Συμφωνήθηκε επίσης ότι με την καλή τράπεζα θα μεταφερόταν στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό του ELA που είχε χορηγηθεί στη Λαϊκή Τράπεζα από την Κεντρική Τράπεζα και όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των €100.
  11. Ακολούθως, ο κύριος Στυλιανού ανέφερε με χρονολογική σειρά όλα τα γεγονότα που οδήγησαν στην εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 17(I)/2013 και τις αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και την Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με τις οποίες η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου όλες τις ασφαλισμένες καταθέσεις των πελατών της, την οφειλή της προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε σχέση με τον ΕLA και όλα σχεδόν τα περιουσιακά της στοιχεία στην εύλογη αξία τους στη βάση Έκθεσης Αποτίμησης, που έγινε από τον ελεγκτικό οίκο KPMG LLP UK ημερομηνίας 16.10.
  12. Σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε €15.999 εκ. και η εύλογη αξία των υποχρεώσεων της στα €15.617 εκ. Η διαφορά των €382.000 εκ. στην αποτίμηση των στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, εξοφλήθηκε με την έκδοση μετοχών ισόποσης αξίας της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Ακολούθως, ο κύριος Στυλιανού εξήγησε και υπεραμύνθηκε την ορθότητα των αποφάσεων αυτών, αναφέροντας ότι εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης, κινδύνευε ολόκληρη η οικονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανάφερε ότι η Κεντρική Τράπεζα έχει καταθέσει στο Δικαστήριο αίτηση για έκδοση Διατάγματος για την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας και μόλις αυτή τεθεί σε εκκαθάριση με απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη νομοθεσία, τα ποσά που θα παραμείνουν εις πίστη της, θα διανεμηθούν στους πιστωτές της με τη σειρά προτεραιότητας που προνοεί η νομοθεσία. Η Ενάγουσα, ως δικαιούχος ανασφάλιστων καταθέσεων που παρέμειναν στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας, θα συμμετέχει στη διαδικασία εκκαθάρισης της περιουσίας της Λαϊκής Τράπεζας και θα λάβει το ποσοστό που της αναλογεί από τη διανομή των εισπράξεων από τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας. Αφού εξέθεσε τους κινδύνους που υπήρχαν, εάν δεν λαμβάνονταν οι πιο πάνω αποφάσεις, και δεν ψηφίζονταν οι σχετικοί νόμοι και εκδίδονταν τα σχετικά Διατάγματα, ήταν η θέση του ότι τα μέτρα εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και ήταν η θέση του ότι εν πάση περιπτώσει η Ενάγουσα, όπως και οι άλλοι καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας, εάν η Λαϊκή Τράπεζα τίθετο σε εκκαθάριση από τον Μάρτιο του 2013, θα βρισκόταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που βρέθηκε μετά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης. Ο εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε επίσης στο Δικαστήριο ποια ήταν τα περιουσιακά στοιχεία και ποιες οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας τη δεδομένη περίοδο που καθορίστηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης και ρωτήθηκε συγκεκριμένα τι έγιναν οι καταθέσεις της Ενάγουσας που ήταν περίπου ύψους €600.000 στη Λαϊκή Τράπεζα. Η απάντηση του μάρτυρα ήταν ότι, ποσό €100.000 παρέμεινε εις πίστη της Ενάγουσας, αλλά μεταφέρθηκε σε λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου, ενώ το υπόλοιπο ποσό παραμένει μέχρι σήμερα γραμμένο στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας, το οποίο θα πληρωθεί στην Ενάγουσα εν μέρει, μετά την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας από το Δικαστήριο. Ο συνήγορος της Ενάγουσας αντεξέτασε τον ΜΥ1 σε όλες τις πτυχές της μαρτυρίας του, υποβάλλοντας του ότι όλα όσα έχει αναφέρει αποτελούν δικές του θέσεις και αντιλήψεις και υποβάλλοντας του ότι ουσιαστικά προσπαθεί να δικαιολογήσει το «έγκλημα» που έγινε σε όλους τους καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας με το λεγόμενο κούρεμα. Ο ΜΥ1 υπεραμύνθηκε των ενεργειών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αλλά και της Κυπριακής Δημοκρατίας γενικότερα, επαναλαμβάνοντας σθεναρά και σταθερά όλα όσα έχει αναφέρει στην κυρίως εξέταση του και επέμενε ότι εάν δεν γινόταν το κούρεμα των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας, η κατάσταση της κυπριακής οικονομίας και όλων των καταθετών σε όλες τις τράπεζες, θα ήταν κατά πολύ χειρότερη. Αρνήθηκε επίσης όλες τις υποβολές του κυρίου Χριστοδούλου περί λανθασμένων ενεργειών και/ή επιλογών, τόσο της Κεντρικής Τράπεζας, όσο και του Κράτους, όπως και τη θέση ότι άφησαν έκθετους σε οικονομική κατάρρευση και καταστροφή τους καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας. Του υπεβλήθη επίσης ότι η επιλογή της Λαϊκής Τράπεζας ως συστημική τράπεζα να υποστεί την απομείωση ήταν λανθασμένη, για να διαφωνήσει ο μάρτυρας και να εξηγήσει τους λόγους που η Λαϊκή Τράπεζα όχι θεωρείται, αλλά είναι κατά την άποψη του συστημική, που έχει να κάνει με το μέγεθος της και το γεγονός ότι υπήρχαν πολλοί καταθέτες για πολύ μεγάλα ποσά εκτός Κύπρου. Ανέφερε επίσης, ότι η Λαϊκή Τράπεζα δεν τέθηκε σε εκκαθάριση τότε, αφού οι ασφαλισμένες καταθέσεις της μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου. Αυτό το οποίο έγινε, ήταν να τεθεί η Λαϊκή Τράπεζα σε εξυγίανση, δηλαδή να προστατευτούν οι ασφαλισμένες καταθέσεις, επιμένοντας ότι εάν η Λαϊκή Τράπεζα τίθετο σε εκκαθάριση το 2013, οι συνέπειες για την κυπριακή οικονομία και όλους τους καταθέτες της, θα ήταν τραγικές. Αυτή ήταν η προφορική μαρτυρία που προσφέρθηκε. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.187/07, ημερ.21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.244/06 ημερ.23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ.15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ.78/07 ημερ.20.3.
  13. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β Α.Α.Δ.1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε.10825, ημερ.26.3.02 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε.75/2005, ημερ.26.1.06. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων κατηγορίας γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και αφού έχω καθοδηγηθεί από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε στη βάση του συνόλου αυτής και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά και στα πλαίσια αυτά έλαβα υπόψη μου τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία ως προς το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ.1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ.454 και Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.173). Στην παρούσα υπόθεση η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία, αφού το Δικαστήριο είχε ενώπιον του και τους δύο μάρτυρες και έβλεπε τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους είχαν τεθεί, αλλά και γιατί η δε μαρτυρία της Ενάγουσας ήταν σύντομη, ενώ όσον αφορά τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα Υπεράσπισης, ήταν πλήρως τεκμηριωμένη με αναφορά σε Τεκμήρια, τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο, επεξήγησε πλήρως τα γεγονότα που είχαν συμβεί και τη λήψη αποφάσεων σε υψηλότερα επίπεδα, τόσο των οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά κυρίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποστηρίζοντας τα όσα είχε αναφέρει με έγγραφα και ουσιαστικά δηλώνοντας αυτό που και η ίδια η Ενάγουσα έχει αναφέρει, ότι το ποσό των €100.000 από τις καταθέσεις που είχε η ίδια στη Λαϊκή Τράπεζα, μεταφέρθηκε και πιστώθηκε προς όφελος της σε λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου και είναι διαθέσιμο και μπορεί να το πάρει όποτε θέλει, ενώ το υπόλοιπο ποσό που κρίθηκε ότι ενέπιπτε στο σχέδιο απομείωσης, είναι εγγεγραμμένο προς όφελος της Ενάγουσας στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας, το οποίο όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας που εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, θα αποδοθεί στην Ενάγουσα το ποσό που της αναλογεί ανάλογα με τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτει σήμερα η Λαϊκή Τράπεζα. Όσον αφορά την Ενάγουσα, θεωρώ ότι ήταν πολύ γνήσια και αυθόρμητη μάρτυρας στις απαντήσεις της, παραδέχτηκε ότι δεν έχει ιδιαίτερη μόρφωση, δεν τελείωσε καν κανονικά το Λύκειο και ότι όσα έχουν αναγράφει στη γραπτή της δήλωση και αφορούν θέματα νομικά, τα έγραψαν οι δικηγόροι της. Ήταν όμως σταθερή η θέση της για το ποσό των δύο γραμματίων που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα και το γεγονός ότι μετά το κούρεμα, το τι απέμεινε είναι το ποσό των €100.000, το οποίο μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Παραδέχτηκε εξ αρχής ότι δεν είχε λογαριασμό με την Τράπεζα Κύπρου, αλλά με τη Λαϊκή Τράπεζα και εν τη ρύμη του λόγου της και με το απλοϊκό της ύφος, ανάφερε ότι ζητά αποζημίωση από το Κράτος και τους κλέφτες της Λαϊκής. Επομένως, η αξιολόγηση και των δύο μαρτύρων που παρουσιάστηκαν για την υπόθεση κρίνεται θετική. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του κυρίου Στυλιανού, η οποία όπως έχω πει ήταν πλήρως τεκμηριωμένη, πέραν από ολοκληρωμένες απαντήσεις και με αναφορά σε Τεκμήρια που να υποστήριζαν τη θέση του, αλλά και η Ενάγουσα σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να παρουσιάσει κάτι διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά ζητά, που είναι και ουσιαστικά αδιαμφισβήτητο, την απομείωση δηλαδή των δύο γραμματίων της από το ποσό των €583.500, εκ των οποίων έχει μόνο διασφαλίσει το ποσό των €100.000 ως η πολιτική που εφαρμόστηκε για το κούρεμα. Εκείνο που παρουσιάζει ενδιαφέρον στην υπόθεση, είναι η νομική πτυχή του θέματος, που αν και στο δικόγραφο τους οι συνήγοροι της Ενάγουσας φαίνεται να αγγίζουν διάφορα θέματα, τελικά η αγωγή προωθήθηκε μόνο επί τη βάσει του αθέμιτου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού εις βάρος της Ενάγουσας, και μόνο επιδερμικά αναφέρθηκαν στα θέματα αντισυνταγματικότητας των μέτρων εξυγίανσης. Όλοι οι συνήγοροι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τις τελικές τους αγορεύσεις σε γραπτή μορφή, τις οποίες υιοθέτησαν αφού προηγουμένως τις αντάλλαξαν μεταξύ τους και δεν πρόσθεσαν οτιδήποτε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων. Σύμφωνα με τη γραπτή αγόρευση της Ενάγουσας, η απαίτηση της ουσιαστικά εδράζεται στην παραβίαση συμφωνιών πιστοποιητικών κατάθεσης τακτής προθεσμίας, τα Τεκμήρια 1 και
  1. Είναι η θέση του συνηγόρου της ότι, από αυτές τις συμφωνίες πηγάζουν και άλλα δικαιώματα της Ενάγουσας, τόσο συνταγματικά, όπως το δικαίωμα ιδιοκτησίας, όσο και ατομικές ελευθερίες. Επίσης, με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα ζητεί την κήρυξη των Διαταγμάτων Εξυγίανσης ως αντισυνταγματικών, διεκδικεί αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών και αναφέρει την ιδιότητα κάθε ενός από τους Εναγόμενους. Ακολούθως, ο Συνήγορος της Ενάγουσας προβαίνει σε μία ανάλυση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 3 και 4 όπως τίθεται μέσα από τα δικόγραφα και αναφέρεται και στη μοναδική μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, τη μαρτυρία του Βοηθού Διευθυντή της Κεντρικής Τράπεζας και Προϊστάμενου του Τμήματος Εξυγίανσης αυτής, Μιχάλη Στυλιανού. Είναι η θέση του, ότι η Εναγόμενη 1 παραδέχεται ότι η Ενάγουσα διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα τους συγκεκριμένους λογαριασμούς, οι οποίοι απομειώθηκαν ως αποτέλεσμα των επίδικων Διαταγμάτων Εξυγίανσης. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι με βάση τα Διατάγματα Εξυγίανσης, η ίδια έλαβε μόνο το εγγυημένο ποσό, δηλαδή €100.000 και δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη και/ή υποχρέωση έναντι της Ενάγουσας, αφού η απαίτηση της δεν εμπίπτει μέσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβαν. Σ' αυτά τα επιχειρήματα είναι η θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας ότι, η λογική της καλής και κακής τράπεζας, αλλά και η έκδοση των σχετικών Διαταγμάτων και η συμμόρφωση της Εναγόμενης 1 με αυτά, δεν επιβλήθηκε ως αδήριτη ανάγκη, αλλά ήταν και δική της απόφαση ως ανεξάρτητος οργανισμός να συμμετέχει σ' αυτό το γενικότερο σχέδιο αναδιάρθρωσης, στο οποίο συμφώνησαν οι Εναγόμενοι 3 και 4 και κατά συνέπεια, αν αποδειχθεί η ευθύνη των Εναγομένων 3 και 4, η Εναγόμενη 1 δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η μόνη υποχρέωση που έχει είναι αυτό που της επιβλήθηκε, δηλαδή να αναλάβει το ποσό των €100.
  2. Όσον αφορά την Εναγόμενη 3 και την Υπεράσπιση της ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης με βάση τα διάφορα Διατάγματα δεν έχει ολοκληρωθεί και συνεπώς δεν υπάρχει ούτε αγώγιμο δικαίωμα, ούτε δικαίωμα αποζημίωσης της Ενάγουσας, είναι η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η αγωγή βάλλει κατά της διαδικασίας εξυγίανσης ως αυτή εξελίχθηκε μέσω της έκδοσης των Διαταγμάτων Εξυγίανσης, η οποία κατά τη θέση του παραβιάζει πληθώρα συνταγματικών, εθνικών και διεθνών νόμων και κανονισμών. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι δεν υπάρχει η Υπεράσπιση της ανώτερης βίας για τους Εναγόμενους και αντίθετα, η Εναγόμενη 3 ως αρμόδιο όργανο του Κράτους για διαχείριση της οικονομίας και εποπτεία των τραπεζών, υπέχει ευθύνη, σημειώνοντας ότι ο μοναδικός μάρτυρας Υπεράσπισης, περιορίστηκε στην κυρίως εξέταση του να περιγράψει όλες τις ενέργειες που προηγήθηκαν μέχρι την έκδοση των Διαταγμάτων Εξυγίανσης και να αναφερθεί στις συζητήσεις και αποφάσεις είχαν ληφθεί στα διάφορα διεθνή FORA. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, κατά την αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας δεν μπόρεσε ούτε να δικαιολογήσει τις μεγάλες εκροές καταθέσεων, ούτε να πει τι μέτρα λάμβανε η Κεντρική Τράπεζα ως η αρμόδια Εποπτική Αρχή. Δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει την άντληση ρευστότητας ΕLA για την Λαϊκή Τράπεζα, ούτε και παρουσίασε οποιαδήποτε απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας για τις δικές της εισηγήσεις, ούτε και να εξηγήσει πώς η αδυναμία της Λαϊκής Τράπεζας έγινε αδυναμία του ίδιου του Κράτους. Θεωρεί επίσης ότι, μέσα από τη μαρτυρία της η Εναγόμενη 3 παραδέχτηκε ότι το οικονομικά ανεξάρτητο Κράτος ήταν απόν μαζί με τους εποπτικούς του μηχανισμούς για να τηρήσει τις υποχρεώσεις του ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έπρεπε για να αποφύγει την άτακτη χρεοκοπία, να εκδώσει όπως και εξέδωσε, τα Διατάγματα Εξυγίανσης, τα οποία επιβλήθηκαν στην Ενάγουσα μέσω της Εναγόμενης
  3. Είναι τελικά η θέση του, ότι τα Διατάγματα Εξυγίανσης και η εφαρμογή τους, πέραν από την αντισυνταγματικότητα τους, αφού ως η θέση του προσκρούουν στο Σύνταγμα και στις Διεθνείς Συμβάσεις και Νομοθεσίες, επιβάλλουν λύση από την έκδοση και μετά, συγκαλύπτοντας και νομιμοποιώντας τις ενέργειες και παραλείψεις της τότε κυβέρνησης. Σε ό,τι αφορά την Υπεράσπιση του Εναγόμενου 4, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του για τις ευθύνες του Κράτους και είναι η θέση του, ότι τα δικόγραφα όλων των Εναγομένων που επέλεξαν να ακολουθήσουν τη μαρτυρία της Κεντρικής Τράπεζας, δεν υποστηρίζονται με μαρτυρία. Τέλος, σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία της Ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι ουσιαστικά περιορίστηκε στο να καταθέσει τα Τεκμήρια 1 και 2 και η εισήγηση του είναι ότι όλα τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται είναι καθαρά νομικά. Ακολούθως, παραθέτει στην αγόρευση του άρθρα του Συντάγματος, άρθρα του Νόμου 138(Ι)/2002 που ορίζει τις αρμοδιότητες και εξουσίες της Κεντρικής Τράπεζας, ειδικά για την εποπτεία των τραπεζών, κάνοντας ειδική αναφορά στον Ν 103(I)/2013, που έχει τροποποιήσει τον εν λόγω νόμο. Ακολούθως, στην αγόρευση γίνονται αναφορές σε νομοθετήματα εντελώς άσχετα με την παρούσα υπόθεση, θέματα που δεν είναι δικογραφημένα και είναι ολοφάνερο ότι προφανώς εκ παραδρομής τέθηκαν στην αγόρευση του Συνηγόρου της Εναγόμενης, με τα οποία δεν πρόκειται να ασχοληθώ. Στη δική της αγόρευση η ευπαίδευτος Συνήγορος της Εναγόμενης 1, προβάλλει ξεκάθαρα την Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1, ότι «Ουδέν αγώγιμο δικαίωμα και ουδεμία έννομη αξίωση διατηρεί η Ενάγουσα εναντίον της Εναγόμενης 1, ώστε η απόρριψη της αγωγής εναντίον της χωρεί άρδην, τουτέστιν η κρινόμενη περίπτωση πάσχει κατά νόμω εκ του θεμελίου της». Παραβάλλοντας την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας μαζί με τη μαρτυρία της Ενάγουσας όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι η θέση της κυρίας Πεύκου ότι όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης, σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη 1, αντικρούονται και/ή καταρρίπτονται στη βάση της μαρτυρίας που προσήχθη από την ίδια την Ενάγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει σθεναρά τις προδικαστικές της ενστάσεις ότι η αξίωση της Ενάγουσας δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που η Τράπεζα Κύπρου ανέλαβε από τη Λαϊκή Τράπεζα και στη βάση των προνοιών της ΚΔΠ 104/13, δεν συνιστά διάδοχο πρόσωπο της Λαϊκής Τράπεζας και ότι η Λαϊκή Τράπεζα εξακολουθεί να υφίσταται ως νομική οντότητα. Η Εναγόμενη 1 είναι το αποκτών πρόσωπο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν σε αυτούς έναντι ανταλλάγματος δυνάμει της ΚΔΠ 104/
  4. Η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει ότι στην ίδια δεν μεταβιβάστηκε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας και ειδικά σε σχέση με την Ενάγουσα, σε αυτή μεταφέρθηκε το εγγυημένο ποσό σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς της, δηλαδή το ποσό των €100.
  5. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1, καθ' ότι δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επιλογή από το να συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες της ΚΔΠ 104/13 και υποστηρίζει ότι όλες οι πρόνοιες του Νόμου 17(I)/2013 περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, αλλά και όλα τα Διατάγματα που εκδόθηκαν βάσει αυτού, δεν είναι παράνομα λόγω του δικαίου της ανάγκης, καθώς υιοθετήθηκαν για αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης. Περιγράφει δε σε συντομία τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Ενάγουσα και τον μάρτυρα της Εναγόμενης 3 και αφού υπογραμμίζει την αρχή ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του σε μία αστική διαδικασία φέρει ο Ενάγοντας, ασχολείται επί μακρόν με το νομικό πλαίσιο που περιβάλλει την παρούσα αγωγή, που ουσιαστικά αφορά τα μέτρα εξυγίανσης που λήφθηκαν και εφαρμόστηκαν επί της Λαϊκής Τράπεζας στη βάση της ΚΔΠ 104/13, που εκδόθηκε δυνάμει του τότε εν ισχύ Νόμου 17(I)/2013, o οποίος τώρα έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Ν 22(I)/2016, ξεκαθαρίζοντας ότι τα μέτρα εξυγίανσης που είχαν ληφθεί δυνάμει του Ν 17(I)/13 δεν επηρεάζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 115 του Νόμου 22(I)/2016, θεωρούνται ότι έχουν ληφθεί βάσει αυτού και θα ισχύουν μέχρι να ολοκληρωθούν, ακυρωθούν ή ανακληθούν. Είναι η θέση της, ότι με βάση την ΚΔΠ 104/13 το μέτρο εξυγίανσης που εφαρμόστηκε επί της Λαϊκής Τράπεζας είναι η πώληση ορισμένων εργασιών της στην Τράπεζα Κύπρου, ως το αποκτών πρόσωπο, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 5 του εν λόγω Διατάγματος αντικειμένου μεταβίβασης. Επομένως, με βάση την πιο πάνω πρόνοια, συνάγεται ότι το μόνο πράγμα που μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου, σε ό,τι αφορά την παρούσα αγωγή, είναι μόνο η υποχρέωση αποπληρωμής μέχρι του ποσού των €100.000 στην Ενάγουσα. Το υπόλοιπο ποσό των καταθέσεων της Ενάγουσας, παρέμεινε ως υποχρέωση της Λαϊκής Τράπεζας. Αναφέρει επίσης ότι με βάση την παράγραφο 7 της ΚΔΠ 104/13, η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων όπως ορίζονται στο άρθρο 5, παράγει έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων από την ημερομηνία μεταβίβασης, δηλαδή τις 29.3.2013 και ώρα 6:10 π.μ. Αναφέρει δε συγκεκριμένα ότι η ίδια η Ενάγουσα αντεξεταζόμενη από την ίδια, επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διατηρούσε τους επίδικους λογαριασμούς στη Λαϊκή Τράπεζα και όχι την Τράπεζα Κύπρου. Άρα κατά αυτό τον τρόπο, παρότι αποτελεί κατά την εισήγηση της παραδεχτό ότι το επίδικο ζήτημα στις έννομες συνέπειες επί των καταθέσεων στη Λαϊκή Τράπεζα, είναι το επίδικο και όχι τα έννομα αποτελέσματα που δημιουργήθηκαν στην Ενάγουσα με βάση τις καταθέσεις των €100.000, που βρίσκονται στην Τράπεζα Κύπρου. Άρα η Τράπεζα Κύπρου, δεν δικαιολογείται να είναι Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Είναι επίσης η θέση της ότι, από τη μαρτυρία της Ενάγουσας προκύπτει σαφώς ότι η μάρτυρας γνώριζε ότι εκδόθηκε ένα Διάταγμα από το Κράτος και ότι μία Αρχή ή ένα όργανο του Κράτους, πρέπει να συμμορφωθεί προς αυτό. Αναφέρει δε, προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν θα έπρεπε να είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, τη θέση ότι όταν υποβλήθηκε από την ίδια ερώτηση στην Ενάγουσα κατά την αντεξέταση της εάν απέκτησε ποτέ συνήθης μετοχές τάξης Α στην Τράπεζα Κύπρου μετά τον Μάρτη του 2013, απάντησε «Όχι». Με πλήρη νομική τεκμηρίωση των θέσεων της και ειδικότερα παραβάλλοντας νομολογία στην οποία έχει επεξηγηθεί η σχετική πρόνοια της ΚΔΠ 103/13 αναφέροντας το πλέγμα των αποτελεσμάτων της, επαναλαμβάνει τη βασική της θέση ότι η Εναγόμενη 1 δεν θα έπρεπε να ήταν διάδικος στην παρούσα αγωγή. Στέκεται επίσης στην απάντηση της Ενάγουσας στην ερώτηση τι ζητά σήμερα από την Τράπεζα Κύπρου, που ήταν «Αποζημίωση από το Κράτος, το Κράτος τα κούρεψε», συμφωνώντας ότι και η ίδια η Ενάγουσα στη μαρτυρία της δήλωσε σαφώς ότι είναι από το Κράτος που ζητά να αποζημιωθεί και όχι από την Τράπεζα Κύπρου. Με αναφορά και πάλι στη νομολογία, αναφέρει ότι η αξίωση θεραπείας σύμφωνα με το αιτητικό Α εναντίον και της Εναγόμενης 1 είναι έκνομη, καθ' ότι σε οτιδήποτε αφορά αποπληρωμή στην Ενάγουσα ποσού πέραν των €100.000, τούτο αφορά τη Λαϊκή Τράπεζα και όχι την Τράπεζα Κύπρου. Η Τράπεζα Κύπρου, είχε λάβει μόνο τις ασφαλισμένες καταθέσεις της Ενάγουσας, ήτοι €100.000 και αναφέρει ότι σε ό,τι αφορά το υπόλοιπο ποσό της αξίωσης της, αυτό θα διαφανεί πώς θα το πάρει και εάν θα το πάρει, από τη Λαϊκή Τράπεζα, στα πλαίσια εκκαθάρισης της. Επικαλείται δε τη μαρτυρία του κυρίου Στυλιανού, o οποίος όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει την ΚΔΠ 104/13 και τι μεταβιβάστηκε στους Εναγόμενους 1, δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ποσό €100.000 μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου και τέθηκε στη διάθεση της Ενάγουσας και το υπόλοιπο παρέμεινε στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας και αυτές οι υποχρεώσεις θα αποπληρωθούν εν μέρει μετά την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας όταν εκδοθεί σχετικό Διάταγμα από το Δικαστήριο, με βάση τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και αναφέρεται στη μαρτυρία του κυρίου Στυλιανού αναφορικά με την κατάθεση της Αίτησης Διάλυσης 1/21, εναντίον της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία και εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρει επίσης τη θέση του μάρτυρα κυρίου Στυλιανού, ότι εάν η Λαϊκή Τράπεζα τίθετο σε εκκαθάριση το 2013, οι συνέπειες θα ήταν δραματικές και θα ζούσαμε πολύ χειρότερα από όσα έχουμε ζήσει. Είναι τελική θέση της, ότι η παραδοχή της Ενάγουσας ότι ποσό €100.000 κατατέθηκε επ' ονόματι της στην Τράπεζα Κύπρου, τα οποία έπαιρνε σιγά‑σιγά όπως ανάφερε, έχει ικανοποιηθεί πλήρως και δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα να προωθεί οποιαδήποτε άλλη θεραπεία εναντίον της Εναγόμενης
  6. Ακολούθως, η κυρία Πεύκου αναφέρθηκε στην ΚΔΠ 104/13 και είναι η θέση της ότι, εφόσον έχει συντελεστεί το μέτρο εξυγίανσης, δεν δικαιολογείται έκδοση από το παρόν Δικαστήριο των θεραπειών ως τα αιτητικά Β και Γ Έκθεσης Απαίτησης και επικαλείται σχετικά απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ακολούθως, κάνει αναφορά στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου και άλλοι v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και άλλων
(2013)3 ΑΑΔ 427 και στην υπόθεση Hareto Tradind Ltd v. Cyprus Popular Bank Co Ltd και άλλοι, αγωγή 2166/13, ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 23.10.2013, όπου, τηρουμένων των αρχών του Αγγλικού Τραπεζικού Δικαίου, το Δικαστήριο εξήγησε τη σχέση καταθετών με πιστωτικά ιδρύματα και παραθέτει τα σχετικά αποσπάσματα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί αντισυνταγματικότητας, είναι η θέση της ότι πέραν του ότι αυτοί έχουν τεθεί επιδερμικά ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχει προσαχθεί καμία μαρτυρία από την Ενάγουσα, αλλά ούτε και ηγέρθηκαν τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας, εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια όπως η νομολογία επιβάλλει για την εξέταση τέτοιων ζητημάτων. Επομένως είναι η θέση της ότι, η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 θα πρέπει να απορριφθεί για όλους τους λόγους που παραθέτει. Στη δική της τελική αγόρευση η συνήγορος της Εναγόμενης 3, αφού περιγράφει την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και τα αιτητικά, αναφέρεται στα γεγονότα της παρούσας αγωγής όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα, τα οποία λίγο ‑ πολύ μετά το τέλος ακροαματικής διαδικασίας φάνηκε ότι είναι παραδεχτά και/ή μη αμφισβητούμενα και αναφέρει ότι από αυτά καθίστανται σαφή τα ακολούθα:
  1. Η Ενάγουσα δεν έχει συμβατική σχέση με κανένα εκ των διαδίκων
  2. Οι πρώτες €100.000 που είχε κατατεθειμένες η Ενάγουσα στους επίδικους λογαριασμούς της με τη Λαϊκή Τράπεζα μεταφέρθηκαν δυνάμει της υποπαραγράφου 2(β) της ΚΔΠ 104/13 στην Τράπεζα Κύπρου και
  3. Το υπόλοιπο ποσό που είχε κατατεθειμένο η Ενάγουσα στους δύο επίδικους λογαριασμούς της, παραμένει εγγεγραμμένο επ' ονόματι της στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας, ως οφειλή της Λαϊκής Τράπεζας στην Ενάγουσα και στο στάδιο της εκκαθάρισης της θα λάβει το ποσοστό που της αναλογεί κατά τη διανομή των εισπράξεων που θα λάβει ο εκκαθαριστής από τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας. Ακολούθως, πραγματεύεται τη μαρτυρία της Ενάγουσας όπως και του κ. Μιχάλη Στυλιανού, που ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που κλήθηκε στο Δικαστήριο και έδωσε δια ζώσης μαρτυρία εκ πλευράς όλων των Εναγομένων, αναφέροντας ότι η Ενάγουσα ήταν μάρτυρας της αλήθειας σε ό,τι αφορά τα γεγονότα, ενώ ήταν ολοφάνερο ότι δεν γνωρίζει τίποτε για τους νομικούς ισχυρισμούς που τέθηκαν από τον συνήγορο της στην παρούσα αγωγή, ενώ η μαρτυρία του κ. Μιχάλη Στυλιανού, ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη, χαρακτηρίζοντας τον ως εντελώς σταθερό στις θέσεις του κατά την αντεξέταση του, απαντώντας με ειλικρίνεια και σαφήνεια τις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί και εξηγώντας με πλήρη αναφορά στη νομοθεσία τα όσα ανάφερε σε σχέση με την έκδοση των Διαταγμάτων για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, καταθέτοντας σχετικά τα Τεκμήρια 3 - 20 και επιμένοντας ότι οι καταθέτες, όπως η Ενάγουσα, σε περίπτωση που η Λαϊκή Τράπεζα τίθετο σε εκκαθάριση τον Μάϊο του 2013, θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση από αυτή που βρέθηκαν με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην πιο πάνω τράπεζα. Είναι συνεπώς η θέση της, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχτεί στην ολότητα της τη μαρτυρία του ΜΥ1, αναφέροντας ότι η Ενάγουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο και ούτε αντέκρουσε τη μαρτυρία του ΜΥ1 καθ' οιονδήποτε τρόπο. Η συνήγορος της Εναγόμενης 3, αναφέρει επίσης στην αγόρευση της, ότι παρά το γεγονός στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 3 εγείρονται 6 συνολικά προδικαστικές ενστάσεις, τελικά θα προωθηθούν μόνο η τρίτη και η έκτη προδικαστικές ενστάσεις. Η τρίτη προδικαστική ένσταση αφορά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης 3 ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης με τον τρόπο που δικογραφούνται, είναι ασαφείς και αόριστοι χωρίς να περιλαμβάνονται οι αναγκαίες και απαραίτητες και σαφείς λεπτομέρειες και/ή επαρκή γεγονότα προς υποστήριξη αυτών. Όπως περαιτέρω αναφέρει η κυρία Ραφτοπούλου, είναι πάγια νομολογημένο ότι θέματα αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να εγείρονται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρης λεπτομέρειες της εισήγησης, όπως για παράδειγμα ποιο ή ποια άρθρα ή μέρους άρθρου ενός νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα και σε ποιο συγκεκριμένα άρθρο του Συντάγματος, ενώ θα πρέπει να ακολουθηθεί η αιτιολογία της εισήγησης, και προς τούτο παραπέμπει σε νομολογία. Επίσης, σε σχέση με εισήγηση για παράβαση Ευρωπαϊκής Οδηγίας, υπάρχει νομολογία ότι ως κάτι ανάλογο με την εισήγηση για το θέμα αντισυνταγματικότητας, θα πρέπει να εγείρεται στα δικόγραφα και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες που να δικαιολογούν την εισήγηση ότι παραβιάζεται συγκεκριμένη Οδηγία. Είναι η θέση της, ότι στην παρούσα αγωγή ενώ με τα αιτητικά Ε, Λ και Μ, αξιώνονται Δηλωτικές Αποφάσεις και αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράβαση των άρθρων 6, 9, 23‑26, 28 και 33 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στο δικόγραφο της η Ενάγουσα παραλείπει να παραθέσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τις ισχυριζόμενες αυτές παραβάσεις. Είναι συνεπώς η εισήγηση της ότι, με βάση τις αρχές δικογράφησης θεμάτων αντισυνταγματικότητας και/ή παραβίασης Ευρωπαϊκών Οδηγιών, η παράλειψη της Ενάγουσας να παρέχει λεπτομέρειες, από μόνη της αποτελεί επαρκή λόγο για να μην εξεταστεί από το Δικαστήριο οποιοσδήποτε από τους ισχυρισμούς της περί αντισυνταγματικότητας και παραβίασης Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης της, η Εναγόμενη 3 εγείρει 6η προδικαστική ένσταση, ότι με την παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτεται βάσει αγωγής εναντίον της, αφού η Ενάγουσα δεν δικογραφεί και/ή δεν έχει αποδείξει ότι βρίσκεται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, συγκριτικά με τη θέση που θα βρισκόταν εάν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Με αναφορά σε νομολογία, είναι η θέση της, ότι το Δικαστήριο με διάφορες αποφάσεις του υπέδειξε στους Αιτητές ‑ καταθέτες και μετόχους των δύο υπό εξυγίανση τραπεζών, ότι οι όποιες διαφορές έχουν οι καταθέτες ‑ μέτοχοι και κατ' επέκταση κάτοχοι αξιογράφων, είναι με τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα στα πλαίσια της συμβατικής σχέσης που έχουν με αυτά, στα πλαίσια αγωγών που θα πρέπει να καταχωρηθούν από τους πιστωτές των τραπεζών, τη βάση της παράβασης της συμβατικής σχέσης που έχουν με τις εν λόγω τράπεζες. Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα παραλείπει να προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό σε σχέση με το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17(I)/13 όπως επεξηγήθηκε και ερμηνεύτηκε στην απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου (ανωτέρω) και ως εκ τούτου, δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση αγωγής, όχι μόνο εναντίον της Εναγόμενης 3, αλλά και εναντίον οποιουδήποτε άλλου εκ των Εναγομένων, αναφορικά με τις ενέργειες που έλαβαν χώρα με βάση τον πιο πάνω νόμο. Παρά την εισήγηση της ότι η αγωγή της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί στη βάση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρει, ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό αυτών, προβαίνει και σε εξέταση και παράθεση των νομικών ισχυρισμών που φαίνεται να προβάλλει με το δικόγραφο της και τη μαρτυρία της η Ενάγουσα. Σύμφωνα με την εισήγηση της, η Ενάγουσα φαίνεται να προβάλλει δύο νομικούς ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης της. Ο πρώτος σχετίζεται με την αξίωση της για αδικαιολόγητο πλουτισμό της Εναγόμενης 1 ως συνέπεια της εφαρμογής των Διαταγμάτων Εξυγίανσης που εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης, ενώ ο δεύτερος σχετίζεται με παράβαση του Συντάγματος και ειδικότερα των άρθρων 23 και
  1. Σε ό,τι αφορά τον νομικό ισχυρισμό που αφορά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για ποσό ύψους €583.000, πλέον τόκους του θετικού υπολοίπου των γραμματίων της Ενάγουσας από την Εναγόμενη 1, και παρόλο που σύμφωνα με τη θέση της κυρίας Ραφτοπούλου, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός με τον τρόπο που δικογραφείται στην παράγραφο Έκθεσης Απαίτησης δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάση αγωγής, αφού δεν αναφέρεται στις αξιώσεις, είναι η θέση της ότι με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΥ1, όπως την ανέλυσε ενώπιον του Δικαστηρίου και όπως προκύπτει και από την ΚΔΠ 104/13 στην Εναγόμενη 1 μεταφέρθηκαν οι πρώτες €100.000 που βρίσκονταν στους λογαριασμούς της Ενάγουσας με τη Λαϊκή Τράπεζα και το υπόλοιπο ποσό βρίσκεται, ως οφειλές προς την Ενάγουσα, καταγεγραμμένο στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας και θα εξεταστούν μετά την εκκαθάριση της. Άρα η Εναγόμενη 1 ούτε κατακράτησε, ούτε απέκοψε οποιοδήποτε ποσό που ανήκει στην Ενάγουσα. Πέραν τούτου, με βάση το άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και όπως έχει επανειλημμένα λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, όμως ως έννοια, αποτελεί τον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση ώστε να θεραπευτεί η αδικία που γίνεται σε ένα πρόσωπο, όταν το αντίδικο μέρος προσπορίζεται όφελος χωρίς αντάλλαγμα. Με αναφορά σε νομολογία, είναι η θέση της κυρίας Ραφτοπούλου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού δεν υπάρχει απόσπαση οφέλους από τους Εναγόμενους, αφού ούτε καν συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων υπάρχει. Συνεπώς είναι η θέση της, ότι ο ισχυρισμός για αδικαιολόγητο πλουτισμό θα πρέπει να απορριφθεί. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό για παράβαση άρθρων του Συντάγματος και/ή παράβαση άρθρων της ΕΣΔΑ, είναι η θέση της Εναγόμενης 3 ότι τέτοια παράβαση δεν στοιχειοθετείται. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι οι όποιες ενέργειες της Εναγόμενης 3 ως Αρχή Εξυγίανσης έγιναν σύμφωνα με τον Νόμο 17(I)/13 που δίδει εξουσία στην Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης, να προχωρεί με την έκδοση Διαταγμάτων για λήψη μέτρων εξυγίανσης στα πιστωτικά ιδρύματα, νοουμένου ότι συντρέχουν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Η Εναγόμενη 3 εφάρμοσε τον νόμο εκδίδοντας συγκεκριμένα Διατάγματα, αφού προηγήθηκε η από κοινού απόφαση μεταξύ της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 14, απόφαση η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Επίσης ο Νόμος 17(I)/13 δεν έχει μέχρι σήμερα κριθεί αντισυνταγματικός. Είναι ειδικότερα η εισήγηση της, ότι με βάση την απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου (ανωτέρω), η Ενάγουσα ήταν απλά πιστωτής της Λαϊκής Τράπεζας και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραβίασης οποιωνδήποτε ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της. Δηλαδή, οι οποιοιδήποτε λογαριασμοί της Ενάγουσας στη Λαϊκή Τράπεζα και/ή την Τράπεζα Κύπρου, δεν της έδιναν ούτε της δίνουν δικαιώματα σε συγκεκριμένα χρήματα, παρά μόνο συνιστούσαν και συνιστούν το δούνε και λαβείν της. Δηλαδή, η Ενάγουσα ήταν πιστωτής της Λαϊκής Τράπεζας, καταθέτης η οποία παραδίδει τα χρήματα της στην τράπεζα, τα οποία απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της τράπεζας ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία και η τράπεζα καθίσταται οφειλέτης του καταθέτη. Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση της κυρίας Ραφτοπούλου ότι όπως αναφέρθηκε με λεπτομέρεια, και παρέμεινε σε αυτό το σημείο αναντίλεκτη η μαρτυρία του, ο κ. XXXXX Στυλιανού εξήγησε ότι η λήψη μέτρων εξυγίανσης έγινε σύμφωνα με τις αρχές που επιβάλλονται με το άρθρο 3 του πιο πάνω νόμου. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα και τις συνθήκες, όπως προέκυψαν μετά την πολιτική συμφωνία του Eurogroup της 25 Μαρτίου του 2013 και λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και αφού λήφθηκε υπόψη η αρχή ότι οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκεινται σε εξυγίανση, επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 του Νόμου 17(I)/
  2. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για παράβαση του άρθρου 1, του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι η θέση της ότι αυτός δεν ευσταθεί, ενόψει των αρχών που έχει θέσει η νομολογία του ΕΔΑΔ και αναφέρεται σχετικά σε αποσπάσματα από συγκεκριμένες αποφάσεις. Σε ό,τι αφορά τα άρθρα 24, 25 και 26 του Συντάγματος, πέραν της θέσης ότι δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία από την Ενάγουσα περί αυτών, αναφέρει επίσης ότι δεν αντεξετάστηκε καθόλου ο κ. Στυλιανού σε σχέση με τέτοιους ισχυρισμούς και αντίθετα ο κ. Στυλιανού έθεσε σαφώς στο Δικαστήριο, ότι εάν δεν εφαρμοζόταν ο Νόμος 17(I)/13 η Ενάγουσα θα ήταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτή που βρέθηκε μετά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Όσο δε αφορά τα άρθρα, 6, 9, 28 και 33 του Συντάγματος, είναι η θέση της ότι αυτά είναι παντελώς άσχετα με την παρούσα υπόθεση, γι' αυτό και δεν προβαίνει σε κανένα σχολιασμό τους. Το τελευταίο επιχείρημα της κυρίας Ραφτοπούλου αφορά την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης, που είναι η θέση της ότι μπορεί να εφαρμοστεί από το Δικαστήριο ακόμα και εάν δεν γίνει αποδεκτή η θέση της ότι λόγοι δημόσιου συμφέροντος δικαιολογούσαν την έκδοση των επίδικων Διαταγμάτων από την Αρχή Εξυγίανσης. Όπως αναφέρει, και στηρίζει τις αναφορές της σε νομολογία, το δίκαιο της ανάγκης στηρίζεται στη γνωστή αρχή του Ρωμαϊκού Δικαίου, ότι η σωτηρία του Κράτους είναι ο υπέρτατος νόμος. Δηλαδή ένα Κράτος δεν υπάρχει χάριν του Συντάγματος του, αλλά αντίθετα, ένα Σύνταγμα υπάρχει χάριν του συγκεκριμένου Κράτους. Η αρχή του δικαίου της ανάγκης έχει σκοπό να διασφαλίσει την ύπαρξη και τη λειτουργία του Κράτους και τη διατήρηση τάξης στην κοινωνία, όπου δημιουργείται κενό για να αποτραπεί η κυριαρχία του χάους και της κοινωνικής αταξίας. Ακολούθως, προβαίνει σε μία ιστορική αναδρομή του δικαίου της ανάγκης όπως εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο το 1964 στην υπόθεση Attorney General of the Republic v. Mustafa Ibrahim and Others
(1964)C.L.R. 195, όπου προσβλήθηκε η συνταγματικότητα του Νόμου 33/64. Αναφέρεται ακολούθως στις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης και αναφέρει ενδεικτικά περιπτώσεις όπου έγινε επίκληση του δικαίου της ανάγκης, τόσο αναφορικά με αριθμό νόμων, όσο και διοικητικών αποφάσεων. Είναι η θέση της ότι στην παρούσα περίπτωση, όπως αναφέρθηκε από τον ΜΥ1, τα νομοθετικά μέτρα τα οποία λήφθηκαν ήταν απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπιστεί ενόψει της απόφασης του Eurogroup της 25.3.2013, που απέκλεισε την περίπτωση ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, από το πρόγραμμα χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και ενόψει του άμεσου κινδύνου για πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας και για την κοινωνία. Η Αρχή Εξυγίανσης ασκώντας τις εξουσίες που της είχαν παρασχέσει δυνάμει του Νόμου 17(I)/13 και έχοντας λάβει από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης και έχοντας εκπονήσει το σχέδιο εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την Αρχή Εξυγίανσης και έχοντας διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(1)και 3 του Νόμου 17(I)/13 και ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος και δημόσιας ωφέλειας, εξέδωσε Διατάγματα για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή Τράπεζα. Είναι τελικά η θέση της, ότι τα μέτρα εξυγίανσης τα οποία λήφθηκαν ήταν απολύτως αναγκαία για να εμποδιστεί η κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας και την κοινωνία, ήταν επιβεβλημένα και έγιναν με στόχο την υπογραφή μνημονίου, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχαν εναλλακτικές επιλογές. Καθαυτό τον τρόπο διατηρήθηκε και συνεχίστηκε η προσφορά των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών και προστατεύτηκαν πλήρως οι καταθέσεις που θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθετών. Επιπρόσθετα δεν μετακυλίστηκε το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους και αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο χιλιάδες εργαζόμενοι της Τράπεζα Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας να βρεθούν στην ανεργία. Επομένως ζητά από το Δικαστήριο την απόρριψη της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης
  1. Στη δική της γραπτή αγόρευση η ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 4, αναφέρει ότι εναντίον του Εναγόμενου 4 δεν υπάρχει αιτία αγωγής με βάση το δικόγραφο της Ενάγουσας, εκτός από τους γενικούς ισχυρισμούς και αξιώσεις της Ενάγουσας περί αντισυνταγματικότητας και παρανομίας του προσβαλλόμενου Διατάγματος, ισχυρισμούς όμως τους οποίους η Ενάγουσα, ως η θέση της, δεν δικογραφεί ορθά σύμφωνα με τη νομολογία. Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι όπως έχει φανεί από τη μαρτυρία που προσέφερε η ίδια η Ενάγουσα, αυτή δεν είχε καμία συμβατική σχέση με την Εναγόμενη 1 και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη 1, όπως και η θέση της Ενάγουσας περί παράνομου πλουτισμού της Εναγόμενης 1, ισχυρισμός ο οποίος δεν συνδέεται με άλλη αιτία αγωγής. Σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο 4 δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός στο δικόγραφο της Ενάγουσας ότι αυτός έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα συνεπεία της έκδοσης του προσβαλλόμενου Διατάγματος, το οποίο εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρει, φέρει το Τεκμήριο της Νομιμότητας. Δεδομένης επίσης της θέσης της ότι δεν δικογραφούνται ορθά οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας για αντισυνταγματικότητα του επίδικου Διατάγματος, ακόμα και η προφορική της μαρτυρία δεν έχει καλύψει την ελλιπή δικογράφηση της απαίτησης της, ούτε συγκεκριμένη αγωγή. Είναι συνεπώς η θέση της ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί εναντίον όλων των Εναγομένων. Όπως αναφέρει με πλήρη λεπτομέρεια στην αγόρευση της, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν να κάνουν με την ανάγκη που προέκυψε για λήψη μέτρων από τις Εθνικές Αρχές στον τραπεζικό τομέα για σκοπούς ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος, δημόσιας ωφελείας και προς διασφάλιση της σταθερότητας της ζώνης του Ευρώ. Σχετικά αναφέρει εκτενές απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου (ανωτέρω), τα οποία οδήγησαν στην έκδοση μεταξύ άλλων και της ΚΔΠ 104/2017 ημερομηνίας 29.3.2013, τα οποία και υιοθετεί. Είναι η θέση της ότι ο Νόμος 22 Μαρτίου του 2013, δημιούργησε το αναγκαίο νομικό πλαίσιο για την αναδιάρθρωση των τραπεζικών ιδρυμάτων και έδωσε στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου την εξουσία έκδοσης μεταξύ άλλων και των Διαταγμάτων 103/2013 και 104/
  2. Κατά την έναρξη ισχύος των Διαταγμάτων αυτών, η Ενάγουσα διατηρούσε καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα. Η εφαρμογή του Διατάγματος 104/2013 και των προβλεπόμενων από αυτών μέτρων, είχε ως συνέπεια οι καταθέσεις της Ενάγουσας να υποστούν μείωση της αξίας τους. Ως αποτέλεσμα, οι καταθέσεις της Ενάγουσας μέχρι ποσού κάτω των €100.000 μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, ενώ καταθέσεις ποσού άνω των €100.000 παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα εν αναμονή της εκκαθάρισης της. Αφού η ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο 4 παραθέτει με πλήρη λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα και τις αποφάσεις, τόσο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνές Νομισματικού Ταμείου, αναφέρεται στα όσα η Κυπριακή Δημοκρατία έπρεπε να πράξει σύμφωνα με αυτά. Είναι συνολικά η θέση της ότι, από τα πραγματικά γεγονότα που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από τη μαρτυρία της Ενάγουσας και του μοναδικού μάρτυρα από πλευράς των Εναγομένων, κ. Μιχάλη Στυλιανού, προκύπτει ότι η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει καμία αστική ευθύνη εναντίον του Εναγόμενου 4 και γι' αυτό επαναλαμβάνει τη θέση της περί απόρριψης της αγωγής εναντίον του. Παρά τη βασική της θέση αυτή, στην αγόρευση της η κυρία Χαραλάμπους αναφέρει ότι θα παραθέσει το αναγκαίο νομικό πλαίσιο και θα υπαγάγει σ' αυτό το ιστορικό της υπόθεσης για να καταδείξει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου Διατάγματος και το αβάσιμο της απαίτησης της Ενάγουσας. Με τίτλο «Νομικό Πλαίσιο» η κυρία Χαραλάμπους προβαίνει σε μία πλήρη ανάπτυξη άρθρων του Συντάγματος, όπως και στον περί Συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (Κυρωτικός) Νόμο του 2012, της Οδηγίας 201/24/ΕΚ ημερομηνίας 4.4.2001 που αφορά την εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και το άρθρο 3 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν17(I)/2013, ως προέβλεπε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι η θέση της ότι στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας επί τη βάση του Διατάγματος 104/2013 εφαρμόστηκε το μέτρο της πώλησης εργασιών δυνάμει των άρθρων 7
(1)(β) και 9 του Νόμου 17(I)/
  1. Το αντικείμενο της μεταβίβασης προσδιορίζεται στο άρθρο 5 της ΚΔΠ 104/2013, ενώ σε σχέση με τις υπόλοιπες αποζημιώσεις τις οποίες μπορεί να λάβει η Λαϊκή Τράπεζα, αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 6 της ΚΔΠ 104/
  2. Ακολούθως ασχολείται με την προδικαστική ένσταση που ήγειρε ο Εναγόμενος 4 στα πλαίσια της Υπεράσπισης του και συγκεκριμένα τη θέση του ότι η υπό εξέταση αγωγή «δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του, αφού ουδεμία αιτία και/ή βάση αγωγής (reasonable cause of action) εγείρεται που τον αφορά». Όπως αναφέρει η Ενάγουσα στις έγγραφες προτάσεις της, δεν δικογραφεί κανένα νομικό ή πραγματικό ισχυρισμό που να απευθύνεται προς τον Εναγόμενο 4, δεν του αποδίδει καμία πράξη ή ενέργεια με αποτέλεσμα η μη αποκάλυψη αιτίας αγωγής εναντίον του να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της εναντίον του αγωγής και παραθέτει σχετική νομολογία. Είναι η θέση της ότι, ενόψει του πιο πάνω ισχυρισμού της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο, καθ' ότι το ελάττωμα που κατά την άποψη της υπάρχει στην Έκθεση Απαίτησης, δεν αφορά μόνο την έλλειψη ουσιωδών γεγονότων, αλλά την ελλιπή δικογράφηση γεγονότων, τα οποία να αφορούν ή να αποδίδονται στον Εναγόμενο
  3. Άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης της, η ευπαίδευτος Συνήγορος του Εναγόμενου 4 αναφέρει ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από τη μαρτυρία του κ. Στυλιανού, η οποία υιοθετείται και επαναλαμβάνεται από τον Εναγόμενο 4, αλλά και μέσα από το σκεπτικό των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Μυρτώ Χριστοδούλου (ανωτέρω) και Ledra Advertising και Ευρωπαϊκής Επιτροπής ECLI:EU:C:2017:701 δεικνύουν ότι τα μέτρα τα οποία εφαρμόστηκαν με ενέργειες της Πολιτείας και άλλων ευρωπαϊκών οργάνων ήταν αναγκαία για την προαγωγή του δημόσιου συμφέροντος, της δημόσιας ωφελείας και προς όφελος της προσφεύγουσας. Παραπέμπει σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καταδεικνύουν ότι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας προσφευγόντων στον βαθμό που η συμφωνία θεσμικών οργάνων της Ένωσης και Κράτους - Μέλους (όπως το μνημόνιο κατανόησης ημερομηνίας 26.4.2013) επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος, δηλαδή τη διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, της ζώνης του Ευρώ και του άμεσου κινδύνου οικονομικής ζημιάς των καταθετών των οικείων τραπεζικών ιδρυμάτων. Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα ενώπιον του μέτρα δεν συνιστούσαν υπέρμετρη και απαράδεκτη παρέμβαση η οποία να θίγει την ίδια την ουσία του δικαιώματος ιδιοκτησίας των προσφευγόντων. Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, και σχετικά αναφέρεται στην υπόθεση C‑597/2018 P, Council v. K. Chrysostomides & Co and others ECLI:EU:C:2020:1028, αναφέρει ότι τα ληφθέντα μέτρα δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και ότι «οι εναλλακτικές επιλογές της ανακεφαλαιοποίησης των εμπλεκομένων τραπεζών, δεν θα ήταν λιγότερο επαχθής σε σύγκριση με τα μέτρα που λήφθηκαν και ότι ελλείψει ανακεφαλαιοποίησης, οι οικίες τράπεζες θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να παύσουν τις εργασίες τους και θα απειλούνταν με άτακτη πτώχευση η οποία θα μπορούσε να λάβει συστημικό χαρακτήρα σε περίπτωση γρήγορης μετάδοσης σε άλλα κράτη‑μέλη ή ακόμα και στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του Ευρώ». Στην υπόθεση C‑258/2014 EUGENIA FLORESCU και άλλοι v. CASA JUDETEANA DE PENSII SIBIU, στην οποία τα διάδικα μέρη αμφισβήτησαν μέτρο εφαρμογής του μνημονίου συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του δικαιούχου Κράτους ‑ Μέλους, το οποίο στόχευε στη μείωση των μισθολογικών δαπανών του δημόσιου τομέα και τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υιοθέτησε το σκεπτικό της υπόθεσης LEDRA (ανωτέρω) λέγοντας ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα και ότι η άσκηση του μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς οι οποίοι δικαιολογούνται από σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι η θέση της ότι υιοθετώντας τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση LEDRA (ανωτέρω), η αναγκαιότητα της διασφάλισης του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του Ευρώ και του άμεσου κινδύνου οικονομικής ζημιάς τον οποίο θα διέτρεχαν οι καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας σε περίπτωση πτωχεύσεως τους, επέβαλλαν την άμεση λήψη μέτρων ως τα επίδικα, τα οποία δεν συνιστούν υπέρμετρη και απαράδεκτη παρέμβαση θίγουσα την ίδια την ουσία του δικαιώματος των προσφευγόντων. Είναι επίσης η θέση της ότι, η Ενάγουσα δεν προβάλλει κανένα ισχυρισμό περί της αντισυνταγματικότητας των μέτρων που έχουν ληφθεί μέσω δικογράφησης για να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο. Όπως αναφέρει, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάθε νόμος φέρει Τεκμήριο συνταγματικότητας και καμία διάταξη του δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός σε μία σαφή υπόθεση ή όταν είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετική είναι η υπόθεση THE BOARD FOR REGISTRATION OF ARCHITECTS & CIVIL ENGINEERS ν. CHRISTODOULOS KYRIAKIDES
(1966)3 CLR
  1. Αναφέρεται επίσης στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Δημοκρατίας 499/2018, όπου η ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου έκρινε ότι ελλείψει συγκεκριμένης δικογράφησης παρόμοιο ζήτημα συνταγματικότητας δεν δύναται να εξεταστεί. Όπως αναφέρει, τα επίδικα μέτρα κρίνεται ότι λήφθηκαν για νόμιμο σκοπό και δη προς το γενικό συμφέρον και για λόγους δημόσιας ωφέλειας για επιτρεπτό δηλαδή περιορισμό σύμφωνα με την ΕΣΔΑ. Η Ενάγουσα πέραν του ότι δεν δικογραφεί τίποτε για το θέμα της αντισυνταγματικότητας, δεν κατάφερε να αποδείξει, είναι η θέση της, ότι η ζημιά η οποία υπέστη με την απομείωση των καταθέσεων της ήταν δυσανάλογη της ωφέλειας την οποία έλαβε σε συνάρτηση με το τι θα λάμβανε σε περίπτωση πτώχευσης της Λαϊκής Τράπεζας. Άρα ούτε αστική ευθύνη μπορεί να καταλογιστεί στον Εναγόμενο 4 για αμελή συμπεριφορά. Αναφέρεται και πάλι σε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση LEDRA (ανωτέρω). Όπως καταληκτικά αναφέρει, η απόδειξη της ζημιάς της Ενάγουσας αποτελεί ζήτημα πραγματικό και βρίσκεται στους ώμους της να αποδείξει αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν θα ήταν σε καλύτερη θέση. Παραπέμπει σχετικά στην απόφαση του εντίμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χ. Μαλαχτού FARID KANTSEROV και άλλοι v. Λαϊκής Τράπεζας της Κύπρου και την υπόθεση Δημητρίου και άλλοι v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας και πάλι την υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου (ανωτέρω), ανάφερε ότι αυτό το οποίο έχει σημασία για την απόδειξη της ζημιάς των καταθετών «είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των τραπεζών κατά τον χρόνο των διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά τον χρόνο εκείνο, με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας». Είναι συνεπώς καταληκτικά η θέση της ότι η Ενάγουσα δεν προσέφερε μαρτυρία για να αποδείξει τη ζημιά της, με αποτέλεσμα η αξίωση της να μην μπορεί να έχει άλλη κατάληξη παρά την απόρριψη της. Δεν αποκάλυψε αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 4, ούτε ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από πράξη ή απόφαση του Εναγόμενου 4 και συνεπώς η αγωγή της θα έπρεπε να απορριφθεί σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο
  2. Έχοντας παραθέσει τις θέσεις των συνηγόρων, τόσο της Ενάγουσας όσο και των Εναγομένων 1, 3 και 4 και έχοντας επίσης παραθέσει πιο πάνω και την αξιολόγηση των δύο μαρτύρων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και των διαφόρων Τεκμηρίων που καταχωρήθηκαν, τα πιο κάτω προκύπτουν ως αναντίλεκτα και/ή παραδεχτά γεγονότα και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: · Η Ενάγουσα διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα δύο γραμμάτια και/ή πιστοποιητικά καταθέσεων τακτής προθεσμίας με αριθμό λογαριασμού XXXXX6869 και αξία κατά τη λήξη, δηλαδή 24.1.2014, €568.024,51, δηλαδή €543.50,00 ως ποσό καταθέσεων και €24.524,51 ως τόκο κατά τη λήξη, σχετικό είναι το Τεκμήριο
  3. Διατηρούσε επίσης, το γραμμάτιο και/ή πιστοποιητικό κατάθεσης τακτής προθεσμίας με αριθμό λογαριασμού XXXXX6605 και αξία κατά τη λήξη του, δηλαδή 8.7.2013, €41.613,15, δηλαδή €40.000,00 ως ποσό καταθέσεως και €1.1613,15 ως τόκο κατά τη λήξη, σχετικό είναι το Τεκμήριο
  4. · Τον Μάρτιο του 2013 μετά την από κοινού απόφαση που εξέδωσε η Αρχή Εξυγίανσης με τον Υπουργό Οικονομικών η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε δυνάμει των εξουσιών που της παρείχε ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος 17(Ι)/2013, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, Διατάγματα για εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα. Συνοπτικά, τα κυριότερα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση αυτών των Διαταγμάτων και στη λήψη μέτρων για την εξυγίανση της Λαϊκής Τράπεζας αναφέρονται πιο κάτω. · Τον Μάιο του 2011 η Κυπριακή Δημοκρατία, μετά τις συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές. Η κεφαλαιακή θέση της Λαϊκής Τράπεζας επιδεινώθηκε αμέσως μετά τον Οκτώβριο του 2011, όταν λήφθηκε η απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς επίσης λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα. · Πιο συγκεκριμένα, στις 26/10/2011 επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των αρχηγών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «η ΕΕ») για λήψη μέτρων προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την παγκόσμια οικονομική κρίση, τόσο στην ΕΕ, όσο και στην ευρωζώνη, καθώς και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον Ευρωπαϊκό Τραπεζικό Τομέα που είχε κλονιστεί (στο εξής «η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών»). Τα μέτρα που προνοούσε η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών για τον τραπεζικό τομέα αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση μεσοπρόθεσμης χρηματοδότησης των τραπεζών για αποφυγή πιστωτικής κρίσης και τη βελτίωση της ποιότητας και ποσότητας της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αντέξουν δυσμενείς επιπτώσεις από απρόσμενα γεγονότα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συμφωνήθηκε από τους αρχηγούς των κρατών μελών της ΕΕ να απαιτηθεί από τις τράπεζες η επίτευξη δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%, μετά την αφαίρεση των λογιστικών ζημιών που προέκυπταν από επενδύσεις σε κυβερνητικά ομόλογα κατά τις 30/09/2011, περιλαμβανομένων των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (στο εξής «τα ΟΕΔ»). Επίσης, συμφωνήθηκε όπως, για τις τράπεζες των οποίων ο δείκτης κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων υστερούσε του πιο πάνω στόχου του 9%, ο εν λόγω δείκτης επιτευχθεί μέχρι τις 30/06/2012 στη βάση σχεδίων ανακεφαλαιοποίησης (capital plans) των τραπεζών που θα συμφωνηθούν με τις εθνικές εποπτικές αρχές υπό την αιγίδα και το συντονισμό της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (στο εξής «η ΕΑΤ»). Περαιτέρω, η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών προνοούσε ότι η αύξηση κεφαλαίων για επίτευξη του ελάχιστου δείκτη κεφαλαίων του 9% θα χρηματοδοτείτο μέσω ιδιωτικών πόρων, περιλαμβανομένης, εάν κρινόταν αναγκαίο, της αναδιάρθρωσης και μετατροπής υφιστάμενου δανειακού κεφαλαίου (χρεογράφων και αξιογράφων) των τραπεζών σε μετοχές. Επιπλέον, η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών προνοούσε ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα παρείχαν οικονομική στήριξη στις τράπεζες σε περίπτωση που αυτές δεν πετύχαιναν ανακεφαλαιοποίηση μέσω ιδιωτικών πόρων. Σε περίπτωση που μία κυβέρνηση δεν διέθετε τους αναγκαίους πόρους, η κρατική στήριξη για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα χρηματοδοτείτο, για τις χώρες της Ευρωζώνης, μέσω δανείου που θα χορηγείτο στην κυβέρνηση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας («European Financial Stability Fund») το οποίο συστάθηκε από την ΕΕ τον Ιούνιο του 2010, με σκοπό την παροχή οικονομικής στήριξης σε κράτη μέλη της ΕΕ που αντιμετώπιζαν κρίση χρέους και σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα (τον Οκτώβριο του 2012 το εν λόγω Ταμείο διαδέχθηκε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας («European Stability Mechanism»)). · Στις 8/12/2011 η ΕΑΤ, ενεργώντας βάσει της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών εξέδωσε Σύσταση (Recommendation) ζητώντας από τις εθνικές αρχές να απαιτήσουν από τις τράπεζες να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση με τη δημιουργία αποθέματος κεφαλαίων, ούτως ώστε ο δείκτης των κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων τους να φτάσει το 9% μέχρι τις 30/06/2012 και επιπρόσθετα να δημιουργήσουν προσωρινό απόθεμα κεφαλαίου, το οποίο να καλύπτει ζημιές από την αποτίμηση κυβερνητικών ομολόγων που βρίσκονται στην κατοχή τους, περιλαμβανομένων των ΟΕΔ. H ΕΑΤ είναι ανεξάρτητη αρχή της ΕΕ, επιφορτισμένη με το έργο της εξασφάλισης αποτελεσματικού και συνεκτικού επιπέδου προληπτικής ρύθμισης και εποπτείας στο σύνολο του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Βασικοί στόχοι της είναι η διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας στην ΕΕ και η διασφάλιση της ακεραιότητας, της αποδοτικότητας και της εύρυθμης λειτουργίας του τραπεζικού τομέα. · Λόγω της απομείωσης των ΟΕΔ, καθώς επίσης λόγω των αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου σε Κύπρο και Ελλάδα, η Λαϊκή Τράπεζα υπέστη σημαντικές ζημίες, οι οποίες οδήγησαν σε έλλειμα κεφαλαίων σε σχέση με τον ελάχιστο απαιτούμενο δείκτη με βάση την πιο πάνω Σύσταση της ΕΑΤ και τη Συμφωνία Αρχηγών Κρατών. · Με βάση τη Σύσταση της ΕΑΤ τον Δεκέμβριο του 2011 το έλλειμα κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας ανερχόταν στα €1.971 εκατομμύρια. Με επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 27 Δεκεμβρίου 2011 η Λαϊκή Τράπεζα κλήθηκε να υποβάλει σχέδια για ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσης, ούτως ώστε μέχρι τον Ιούνιο του 2012 να είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την πιο πάνω Σύσταση. · Έχοντας υπόψιν την απόφαση των αρχηγών κρατών ημερομηνίας 26/10/2011 η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 5 πιο πάνω, η Κυβέρνηση με επιστολή του Υπουργού Οικονομικών προς τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 2/03/2012 δήλωσε ότι θα στηρίξει τη Λαϊκή Τράπεζα σε περίπτωση που το σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης της δεν υλοποιείτο πλήρως μέσω ιδιωτικών πόρων. · Επειδή η Λαϊκή Τράπεζα, παρά τις προσπάθειες της, απέτυχε να αντλήσει κεφάλαια από ιδιωτικούς πόρους για κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείματος αιτήθηκε κρατικής στήριξης, όπως προβλέπετο από τη Συμφωνία Αρχηγών Κρατών και στη βάση της πιο πάνω επιστολής του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 2/03/
  5. Στις 18/05/2012 η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε την παροχή κρατικής στήριξης στη Λαϊκή Τράπεζα ύψους €1.8 δισεκατομμυρίων με την έκδοση του περί της Αναδοχής των Δικαιωμάτων Προτίμησης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος Κ.Δ.Π. 182/2012 με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος για τη συμμόρφωση με την πιο πάνω αναφερόμενη Σύσταση της ΕΑΤ ημερομηνίας 8/12/2011 και στη βάση της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών. · Παρά την πιο πάνω κρατική στήριξη και τις προσπάθειες της διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας, δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη του στόχου του ελάχιστου δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% μέχρι τις 30/06/2012 ως προνοούσε η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών και η Σύσταση της ΕΑΤ. · Εν τω μεταξύ, από το Σεπτέμβριο του 2011 και μετά, λόγω των συνεχιζόμενων εκροών καταθέσεων, των υποβαθμίσεων των ομολόγων με αποτέλεσμα να καθίστανται μη επιλέξιμα για σκοπούς εξασφάλισης χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα, καθώς και λόγω της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής «η ΕΚΤ») για αναστολή πρόσβασης της Λαϊκής Τράπεζας και των υποκαταστημάτων της στα πιστοδοτικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, η Λαϊκή Τράπεζα αιτείτο από την Κεντρική Τράπεζα την παροχή έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA). Για σκοπούς άντλησης έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα από την Κεντρική Τράπεζα (ELA), η Λαϊκή Τράπεζα παρείχε επαρκείς εξασφαλίσεις στην Κεντρική Τράπεζα χρησιμοποιώντας τα περιουσιακά της στοιχεία όπως αξιόγραφα, δάνεια και ακίνητα. Η παροχή έκτακτης ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα προς πιστωτικό ίδρυμα προϋποθέτει τη μη ένσταση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. · Λόγω της αδυναμίας της Κυπριακής Δημοκρατίας να αντλήσει χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές και στη βάση των προνοιών της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, στις 25/06/2012 η Κυπριακή Δημοκρατία αποτάθηκε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (στο εξής «το ΔΝΤ») για σύναψη δανείου και οικονομική στήριξη με σκοπό την αντιμετώπιση των χρόνια διαρθρωτικών και δημοσιονομικών προβλημάτων της οικονομίας και την χρηματοδότηση των αναγκών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ακολούθως, στις 2/07/2012, εκπρόσωποι της ΕΕ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ (όλοι μαζί στο εξής «η ΤΡΟΪΚΑ») έφτασαν στην Κύπρο για έναρξη συνομιλιών για την συνομολόγηση προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα. · Στις 23 Νοεμβρίου του 2012 συμφωνήθηκε προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή / Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα / Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΤΡΟΪΚΑ). Στο Προκαταρκτικό Μνημόνιο υπήρχε πρόνοια για χρηματοδότηση μέχρι €10δις για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας. Οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα προσδιορίζονταν μέσω του διαγνωστικού ελέγχου που θα διενεργούσε η εταιρεία PACIFIC INVESTMENT MANAGEMENT COMPANY LLC, γνωστή ως PIMCO, η οποία θα ολοκληρωνόταν στις αρχές του
  6. Αναφορά σχετικά με την χρηματοδότηση των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών γίνεται στην παράγραφο 1.10 στη σελίδα 4 του προκαταρκτικού Μνημονίου. Συνεπώς, ενόψει της προοπτικής υπογραφής του Μνημονίου αναμενόταν ότι η Κυβέρνηση θα είχε στη διάθεση της επαρκείς πόρους από το πρόγραμμα στήριξης για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας. · Την 1/02/2013 ολοκληρώθηκε η Έκθεση που εκπονήθηκε από τον οίκο PIMCO στη βάση του διαγνωστικού ελέγχου που διενέργησε στο κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του προκαταρτικού Μνημονίου Συναντίληψης που συμφωνήθηκε με την ΤΡΟΪΚΑ, κατόπιν διαβούλευσης με τους εντεταλμένους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Από τα αποτελέσματα του ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου που διενέργησε ο πιο πάνω οίκος προέκυπτε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεων της και το έλλειμμα κεφαλαίων της τράπεζας υπολογίστηκε στα €2.782 εκατομμύρια με βάση το βασικό σενάριο και €3.835 εκατομμύρια με βάση το ακραίο σενάριο. · Την 16/03/2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup, σώμα αποτελούμενο από τους Υπουργούς Οικονομικών των χωρών της ζώνης του ευρώ, στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή χρηματοδότησης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας με ενδεχόμενη συνεισφορά και του ΔΝΤ, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία για άντληση πόρων από εσωτερικές πηγές, περιλαμβανομένου της επιβολής ενός one‑off stability levy επί όλων των καταθέσεων, τόσο ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων, σε όλες τις τράπεζες με σκοπό τη συγκέντρωση των απαιτούμενων κεφαλαίων για την ανακεφαλαιοποίηση τόσο της Λαϊκής Τράπεζας, όσο και της Τράπεζας Κύπρου. Ωστόσο, το σχετικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 16/03/2013 από την Κυβέρνηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων απορρίφθηκε στις 19/03/
  7. · Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στις 21/03/2013 αποφάσισε ότι θα διατηρούσε την παροχή ELA από την Αιτήτρια προς τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Λαϊκής Τράπεζας, στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25/03/2013, αλλά στη συνέχεια, η παροχή ELA θα εξεταζόταν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τίθετο σε εφαρμογή πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της ΕΕ/ΔΝΤ, το οποίο θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. · Μετά την πιο πάνω απόφαση της ΕΚΤ, κατέστη ορατός ο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης των δύο τραπεζών, ένα ενδεχόμενο το οποίο, στη βάση των μεριδίων αγοράς και του μεγέθους των δύο τραπεζών, θα οδηγούσε σε πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και εν τέλει στην κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αυτά με τη σειρά τους θα είχαν αλυσιδωτές και καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία της χώρας, και την κοινωνία γενικότερα. · Σε περίπτωση κατάρρευσης και επακόλουθης εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας τη δεδομένη στιγμή, θα προέκυπταν άμεσα, μεταξύ άλλων, δυσμενείς επιπτώσεις σε όλους τους καταθέτες της τράπεζας, τόσο ανασφάλιστους όσο και ασφαλισμένους, αφού το Κράτος όχι μόνο δεν διέθετε, αλλά ούτε μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα ποσά για αποζημίωση των ασφαλισμένων καταθετών, δυνάμει του σχετικού Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων (καταθέσεις μέχρι €100.000 ανά πελάτη). · Υπό το φως των πιο πάνω δραματικών εξελίξεων, την επόμενη ημέρα, 22/03/2013, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νομοθεσιών στα πλαίσια διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, μεταξύ των οποίων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/
  8. · Προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα, στις 25/03/2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία με την Κυπριακή κυβέρνηση για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα. · Σύμφωνα με την Ανακοίνωση του Eurogroup που εκδόθηκε στις 25/03/2013, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών στη βάση απόφασης της Αιτήτριας, με την χρήση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών. Περαιτέρω, η πολιτική συμφωνία στο Eurogroup προνοούσε το διαχωρισμό της Λαϊκής Τράπεζας σε καλή και κακή τράπεζα, την απορρόφηση της καλής τράπεζας από την Τράπεζα Κύπρου και τη σταδιακή διάλυση της κακής τράπεζας (run down over time). Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι με την καλή τράπεζα θα μεταφέρονταν το ποσό της έκτακτης ρευστότητας (ELA) που χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα καθώς και όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των €100.
  9. Επίσης, η απόφαση του Eurogroup προνοούσε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιούνταν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Περαιτέρω, το Eurogroup απαιτούσε την άμεση εφαρμογή συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος για τα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων αυτών της Λαϊκής Τράπεζας, με σκοπό την προστασία της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδος. Σύμφωνα με την πιο πάνω Ανακοίνωση, το Eurogroup απαιτούσε από τις κυπριακές αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ να οριστικοποιήσουν ένα Μνημόνιο Συναντίληψης μέχρι τις αρχές Απριλίου
  10. · Το Τμήμα Εποπτείας & Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με Έκθεση που ετοίμασε προς το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2013 με θέμα «Τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd» κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Λαϊκή Τράπεζα έχει καταστεί μη βιώσιμη εφόσον διαφαίνετo εύλογος κίνδυνος ότι δυνατό να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της ή να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα. · Επιπλέον, στη βάση των πιο πάνω και ενεργοποιώντας τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013, στις 24 Μαρτίου 2013 η Μονάδα Εξυγίανσης ετοίμασε Έκθεση Αξιολόγησης των προϋποθέσεων που έθετε το άρθρο 6 του Νόμου 17(Ι)/2013 για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα. Η πιο πάνω Έκθεση Αξιολόγησης κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ισχύουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 6 του Νόμου 17(Ι)/2013 για λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. · Υπό το φως της απόφασης του Eurogroup ημερομηνίας 25/03/2013 που απέκλεισε την περίπτωση ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας από το πρόγραμμα χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ΕΕ/ΔΝΤ, βάση της Έκθεσης Αξιολόγησης που αναφέρεται στην πιο πάνω παράγραφο, και ενόψει του άμεσου κινδύνου για πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα με αλυσιδωτές και καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας και για την κοινωνία γενικότερα, η Αρχή Εξυγίανσης, ασκώντας τις εξουσίες που της είχαν παρασχεθεί δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013, μετά από κοινή απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα και αφού έλαβε υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, την Έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας και το Σχέδιο Εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την Μονάδα Εξυγίανσης και έχοντας διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(1)του πιο πάνω Νόμου και ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας ωφέλειας, εξέδωσε με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των στόχων του άρθρου 3 του Νόμου, τα Διατάγματα για την λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Λαϊκή Τράπεζα, περιλαμβανομένου του περί της Πώλησης Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας Κ.Δ.Π.94/2013 και του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/
  1. Σχετικά είναι τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια: (i) Έκθεση του Τμήματος Εποπτείας & Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 24/03/2013, (Ii) Έκθεση της Μονάδας Εξυγίανσης αναφορικά με την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 6 του Νόμου για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, (Iii) Σχέδιο Εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 24/03/2013, (Iv) Από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου 17(Ι)/2013 ημερομηνίας 25/03/2013, (V) Επιστολή της Αρχής Εξυγίανσης προς Υπουργό Οικονομικών με θέμα: Πρόταση για εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών ημερομηνίας 25/03/2013, (Vi) Προκαταρκτική Αποτίμηση των τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 που ετοιμάστηκε από τη Μονάδα Εξυγίανσης ημερομηνίας 25/03/2013, (Vii) Επιστολή της Αρχής Εξυγίανσης προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Τράπεζας ημερομηνίας 25/03/2013 με Θέμα: Εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα. · Σύμφωνα με το Διάταγμα Κ.Δ.Π.104/2013 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τα Διατάγματα Κ.Δ.Π.133/2013, Κ.Δ.Π.156/2013 και Κ.Δ.Π.276/2013, η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου όλες τις ασφαλισμένες καταθέσεις των πελατών της, την οφειλή της προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε σχέση με τον ELA, καθώς και σχεδόν όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. Η απόφαση για μεταφορά του ELA από τη Λαϊκή Τράπεζα προς την Τράπεζα Κύπρου ήταν μέρος και περιλαμβάνεται στην απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2013 για την παροχή οικονομικής στήριξης στη Δημοκρατία, την οποία η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κλήθηκε να εφαρμόσει κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης. · Τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου στην εύλογη αξία τους (fair value) στη βάση Έκθεσης Αποτίμησης από τον ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο KPMG LLP UK ημερ.26/07/
  2. «Εύλογη αξία» («fair value») είναι η τιμή που αναμένεται να εισπραχθεί για την πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου ή να καταβληθεί για τη μεταβίβαση μιας υποχρέωσης σε μια κανονική συναλλαγή υπό ομαλές συνθήκες της αγοράς μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Σύμφωνα με την πιο πάνω Έκθεση της KPMG, η εύλογη αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου υπολογίστηκε στα €15.999 εκ. Και η εύλογη αξία των υποχρεώσεων στα €15.617 εκ.. · Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω, ποσό €583.000,00 πλέον τόκους του θετικού υπόλοιπου των Τεκμηρίων 1 και 2 της Ενάγουσας παρέμειναν κατατεθειμένα στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ενώ ποσό €100.000,00 μεταφέρθηκε σε λογαριασμό προς όφελος της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η Ενάγουσα σύμφωνα με τη μαρτυρία της, εκταμίευσε το ποσό των €100.000,00 από την Τράπεζα Κύπρου. Έχοντας παραθέσει πιο πάνω τα ευρήματα του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τις νομικές θέσεις της Ενάγουσας, όπως προωθήθηκαν με βάση τα δικόγραφα που έχει καταχωρήσει. Όπως έχει αναφερθεί στην αρχή της απόφασης, στο κλητήριο που είναι γενικά οπισθογραφημένο που καταχώρησε η Ενάγουσα στις 6.6.2013, ζητά μεταξύ άλλων Διατάγματα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι η σύμβαση που είχε η Ενάγουσα με την Εναγόμενη 1 και/ή τη Λαϊκή Τράπεζα διέπεται από τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης που προκύπτουν από τις παράνομες και παράτυπες και αυθαίρετες πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων, Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Νόμος 17(I)/13 είναι αντισυνταγματικός γιατί παραβιάζει τα άρθρα 6, 9, 23 μέχρι 26, 28 και 33 του Συντάγματος, αποζημιώσεις για παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της που διασφαλίζονται από τα εν λόγω άρθρα του Συντάγματος, όπως και παραδειγματικές ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της, ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι αξιώσεις της, όπως φαίνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με βάση τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 1 ήταν αποδέκτης των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας και προφασιζόμενη διοικητική και/ή κανονιστική πράξη της Εναγόμενης 3, παράνομα και αυθαίρετα απέκοψε και/ή απέσπασε και/ή κατακράτησε και/ή αφαίρεσε και/ή μείωσε ποσό ύψους €583.000,00 πλέον τόκους του θετικού υπόλοιπου των γραμματίων της Ενάγουσας, Τεκμήρια 1 και 2, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 να καταστεί παράνομα και άδικα πλουσιότερη με το πιο πάνω ποσό εις βάρος της Ενάγουσας. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου που έχω παραθέσει πιο πάνω, προκύπτει ότι αυτοί οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας δεν αποτελούν μέρος της πραγματικής κατάστασης και των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Η Εναγόμενη 1, δεν έλαβε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, αφού ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, με βάση τα Διατάγματα που εκδόθηκαν, η εν λόγω τράπεζα διαχωρίστηκε σε καλή και κακή τράπεζα. Στην κακή τράπεζα παρέμειναν τα υπόλοιπα καταθέσεων των διαφόρων καταθετών της συνεπεία της απομείωσης, ενώ ποσό €100.000,00 μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 1, Τράπεζα Κύπρου, η οποία άνοιξε προς τον σκοπό αυτό ειδικό λογαριασμό επ' ονόματι της Ενάγουσας, από τον οποίο λογαριασμό, ως η Ενάγουσα η ίδια παραδέχτηκε ενόρκως, απέσυρε το ποσό των €100.000,00 σε διάφορα χρονικά διαστήματα. Το ποσό των €583.000,00, ουδέποτε μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και συνεπώς η Τράπεζα Κύπρου ουδέποτε κατέστη πλουσιότερη αθέμιτα γι' αυτό το ποσό, όπως αναφέρει η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της. Τούτο το εύρημα του Δικαστηρίου αμέσως οδηγεί σε απόρριψη της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 1, παρά του γεγονότος ότι εν πάση περιπτώσει είναι καταδικασμένο σε αποτυχία ενόψει του ότι σύμφωνα με τη νομολογία και παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις MINERVA FINANCE & INVESTMENT Ltd v. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
(1998)1 ΑΑΔ 2173, ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α. v. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΚΑΒΟΥ, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολ. Έφεση 278/2010 ημερ. 15/10/2015 και στο σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3 σελ. 799 - 810, η αρχή του αθέμιτου πλουτισμού δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει βάση αγωγής. Το μοναδικό ποσό το οποίο είχε στην κατοχή της η Τράπεζα Κύπρου από το ποσό των Τεκμηρίων 1 και 2 που κατείχε η Ενάγουσα ήταν το ποσό των €100.000,00, το οποίο και απέσπασε χωρίς να έχει οποιοδήποτε πρόβλημα με την Τράπεζα Κύπρου ή οποιοδήποτε παράπονο από αυτή όπως η ίδια χαρακτηριστικά δήλωσε στο Δικαστήριο. Καμία συμβατική πράξη δεν υπήρξε μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, αντίθετα, όπως η ίδια η Ενάγουσα δήλωσε, το ποσό των €100.000,00 που μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου μπόρεσε να το εκταμιεύσει και το παράπονο της ήταν: «από τους κλέφτες της Λαϊκής» και «από την κυβέρνηση που αποφάσισε να κουρέψει τον κόσμο». Τέλος, σε ό,τι αφορά το τελευταίο σημείο το οποίο έχω ήδη θίξει και το οποίο αφορά το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καταρχήν όπως εκτενώς ανέλυσε στη μαρτυρία του ο ΜΥ1, αλλά και όπως προκύπτει από την ίδια την Κ.Δ.Π.104/2013, αλλά και τη μαρτυρία της ίδιας της Ενάγουσας, στην Εναγόμενη 1 μεταφέρθηκαν οι πρώτες €100.000 που βρίσκονταν στους λογαριασμούς της Ενάγουσας με τη Λαϊκή Τράπεζα και το υπόλοιπο ποσό βρίσκεται ως οφειλές προς την Ενάγουσα στα βιβλία της Λαϊκής Τράπεζας και θα εξεταστούν κατά την εκκαθάριση της. Συνεπώς, ο πιο πάνω ισχυρισμός της Ενάγουσας πάσχει και ως προς τα γεγονότα αλλά και νομικά, αφού η Εναγόμενη 1 ούτε κατακράτησε ούτε απέκοψε οποιοδήποτε ποσό της Ενάγουσας. Χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, ούτε ως προς την ουσία του θα μπορούσε να πετύχει τέτοιος ισχυρισμός. Σύμφωνα με το άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε. Περαιτέρω, έχει επανειλημμένως λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, όμως ως έννοια αποτελεί τον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση ώστε να θεραπευθεί η αδικία που γίνεται σε ένα πρόσωπο όταν το αντίδικο μέρος προσπορίζεται όφελος χωρίς αντάλλαγμα (Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Στην υπόθεση 1. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. v. Χχχ Κακαβού, ECLI:CY:AD:2015:Α683, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολ. Εφ. 278/2010, ημερ. 15/10/2015 αναφέρθηκαν τα εξής ως προς τον αδικαιολόγητο πλουτισμό: «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799‑810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό Δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό Orakpo v. Manson Investments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητο πλουτισμό ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328‑1330.» Η βασική αρχή που εξάγεται από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι μια αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται ως αξίωση για αποζημίωση για απώλεια αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εναγόμενος με έξοδα του ενάγοντα (βλ. Benedetti v. Sawiris
(2013)3 WLR 351)." Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού δεν υπάρχει απόσπαση οφέλους από τους εναγόμενους, πόσο μάλλον να συζητούμε για αδικαιολόγητη αποκόμιση οφέλους. Εξάλλου, ούτε καν συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και οποιουδήποτε εκ των Εναγομένων υπάρχει. Συνεπώς, ο ισχυρισμός για αδικαιολόγητο πλουτισμό θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, η αγωγή εναντίον του δεν προωθήθηκε ούτε στα δικόγραφα, αλλά όπως έχει ήδη αναφερθεί, το κλητήριο ένταλμα έληξε προτού του επιδοθεί. Αναφορικά με τους Εναγόμενους 3 και 4, τους οποίους η Ενάγουσα μαζί χαρακτήρισε ως «η κυβέρνηση», η απαίτηση της αφορά την έκδοση των Διαταγμάτων Εξυγίανσης θεωρώντας ότι ο Νόμος του 2013 με βάση τον οποίο έχουν εκδοθεί τα διάφορα Διατάγματα είναι αντισυνταγματικός γιατί παραβιάζει τα άρθρα 6, 9, 23 μέχρι 26, 28 και 33 του Συντάγματος. Ούτε στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αλλά ούτε και στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας εξειδικεύονται οι θέσεις της Ενάγουσας για τα θέματα αντισυνταγματικότητας. Είναι πάγια νομολογημένο ότι θέματα αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να εγείρονται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης, όπως ποιο άρθρο ή άρθρα ή µέρους άρθρου του νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα και βεβαίως και σε ποιο Άρθρο του Συντάγματος, ενώ θα πρέπει να ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης, Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1Γ Α. Α. Δ. 1566, 1576, Investylia Ltd. v. Ε. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1872, Investylia Ltd. v. Δέσπως Ευλαβή
(2008)1Α Α.Α.Δ. 655. Επίσης σε σχέση με εισήγηση για παράβαση Ευρωπαϊκής οδηγίας υπάρχει νομολογία σύμφωνα με την οποία αυτό, ως κάτι ανάλογο µε θέμα αντισυνταγματικότητας, κρίνεται ως επιθυμητό να εγείρεται στα δικόγραφα ή σε περίπτωση που επιθυμεί ένας διάδικος να εγείρει το θέμα σε κατοπινό στάδιο, τούτο πρέπει κανονικά να διατυπώνεται γραπτώς και να υποστηρίζεται από λεπτομέρειες γιατί παραβιάζει τη συγκεκριμένη Οδηγία, Investylia Ltd. v. Σωτήρη Ταμπούρη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1325. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ενώ με τα αιτητικά Ε, Λ και Μ αξιώνονται δηλωτικές αποφάσεις και αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράβαση των Άρθρων 6, 9, 23, 24, 25, 26, 28 και 33 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα παραλείπει να παρέχει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τις ισχυριζόμενες αυτές παραβάσεις. Ευσεβάστως εισηγούμαι ότι, στηριζόμενοι στις πιο πάνω αρχές δικογράφησης όπως έχουν θεμελιωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, αυτή η παράλειψη της Ενάγουσας από μόνη της αποτελεί επαρκή λόγο για να μην εξεταστεί από το Δικαστήριο οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί παράβασης του Συντάγματος και της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω, στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης της η Εναγόμενη 3 εγείρει έκτη προδικαστική ένσταση ότι με την παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής εναντίον της, αφού η Ενάγουσα δεν δικογραφεί και/ή δεν έχει αποδείξει ότι βρίσκεται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, συγκριτικά με τη θέση που θα βρισκόταν εάν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Η πιο πάνω προδικαστική ένσταση στηρίζεται στις πρόνοιες της παραγράφου
(2)(δ) του άρθρου 3 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, το οποίο προβλέπει ότι οι πιστωτές του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος «δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Στην απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μυρτώ Χριστοδούλου και άλλοι (ανωτέρω), η οποία ακολουθήθηκε από την απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Βίας Δημητρίου και άλλοι ν. 1. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων ημερομηνίας 9/10/2014, το Δικαστήριο υπέδειξε στους αιτητές καταθέτες και μετόχους των δύο υπό εξυγίανση τραπεζών, ότι οι όποιες διαφορές έχουν οι καταθέτες, μέτοχοι και κατ' επέκταση κάτοχοι αξιογράφων, είναι με τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα στα πλαίσια της συμβατικής σχέσης που έχουν με αυτά, στα πλαίσια αγωγών που θα πρέπει να καταχωρήσουν οι όποιοι πιστωτές των τραπεζών, στη βάση της παράβασης της συμβατικής σχέσης που έχουν με τις εν λόγω τράπεζες. Αναφορικά με το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17(Ι)/2013 το Δικαστήριο επεσήμανε ότι: «Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα παραλείπει να προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό σε σχέση με το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17(Ι)/2013 όπως επεξηγήθηκε και ερμηνεύτηκε στην πιο πάνω απόφαση Μυρτώς Χριστοδούλου και ως εκ τούτου δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση αγωγής όχι μόνο εναντίον της Εναγόμενης 3, αλλά και εναντίον οποιουδήποτε άλλου εκ των Εναγομένων αναφορικά με τις ενέργειες που έλαβαν χώρα με βάση τον πιο πάνω Νόμο. Επίσης η Ενάγουσα δεν προβάλλει ισχυρισμό περί της αντισυνταγματικότητας των εν λόγω μέτρων μέσω δικογράφησης του εν λόγω ισχυρισμού ή μέσω συγκεκριμένης δικογράφησης για να δύναται το Δικαστήριο να ασκήσει το δικαστικό του έλεγχο. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάθε νόμος φέρει τεκμήριο συνταγματικότητας και καμιά διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός σε μία σαφή υπόθεση ή όταν είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. The Board for the Registration of Achitects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3CLR 540H. Η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Δημοκρατίας ECLI:CY:DD:2018:499 έκρινε ότι ελλείψει συγκεκριμένης δικογράφησης, παρόμοιο ζήτημα συνταγματικότητας, δε δύναται να εξεταστεί. Συγκεκριμένα ανέφερε τα ακόλουθα: "Παρά τον προβληματισμό μας σε σχέση με το ζήτημα αυτό καταλήγουμε πως δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε δικαστική κρίση περί παράβασης του άρθρου 23 του Συντάγματος σε σχέση με τις διατάξεις του Προϋπολογισμού του 2014 που επέβαλε τις επίδικες περικοπές. Ο λόγος δε που δεν μας επιτρέπεται να ασχοληθούμε κατά πόσο ο περί Προϋπολογισμού Νόμος του έτους 2014 (Ν.52(ΙΙ)/2013) παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος, είναι η έλλειψη δικογράφησης του λόγου αυτού ακυρότητας. Τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας Νόμου ως γνωστόν, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να δικογραφούνται ειδικά, με αναφορά τόσο στα άρθρα του Νόμου που παραβιάζουν το Σύνταγμα, όσο και στο συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος που παραβιάζεται. (Improvement Board of Eylenjia v. Andreas Constantinou
(1967)1 CLR 167, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή
(1993)3 ΑΑΔ 598, Latomia Estates v. Δημοκρατίας
(2001)3 ΑΑΔ 672, Σταύρος Ζαχαρία ν. Δημοκρατίας
(2011)3 ΑΑΔ 293). Προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο οι επίδικες περικοπές από τα επιδόματα, που αποτελούν περιουσιακό δικαίωμα, συνιστούν παράβαση του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, λόγω του ανεπίτρεπτου των περιορισμών από την κατ' ισχυρισμό μη πλήρωση των προϋποθέσεων που καθιστούν επιτρεπτή την επέμβαση." Με βάση τα προλεχθέντα και τη θέση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι η Επιτροπή με τη σύναψη του Κυπριακού Μνημονίου δεν παραβίασε τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αξίζει να επισημανθεί ότι το άρθρο 17 του Χάρτη, αντιστοιχεί πλήρως στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα το σκεπτικό του Δικαστήριο να δύναται να υιοθετηθεί και να εφαρμοστεί στα επίδικα γεγονότα. Τα επίδικα μέτρα κρίνεται ότι λήφθηκαν για νόμιμο σκοπό και δη προς το γενικό συμφέρον και για λόγους δημόσιας ωφέλειας, για επιτρεπτό δηλαδή περιορισμό σύμφωνα με την ΕΣΔΑ. Επομένως, εφόσον δεν έχουν ορθά δικογραφηθεί οι ισχυρισμοί για αντισυνταγματικότητα, παρέλκει η εξέταση τους όπως η νομολογία έχει σαφέστατα καθορίσει και η αγωγή της Ενάγουσας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και σε ό,τι αφορά τους Εναγόμενους 3 και
  1. Παρά τη θέση αυτή του Δικαστηρίου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει ορθή δικογράφηση των θέσεων της Ενάγουσας για παραβίαση του Συντάγματος εκ πλευράς των Εναγομένων 3 και 4, υιοθετώ τα όσα έχουν αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου και άλλοι (ανωτέρω), με βάση την οποία αποφασίστηκε ότι η Ενάγουσα ήταν απλά πιστωτής της Λαϊκής Τράπεζας και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραβίασης οποιωνδήποτε ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της. Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση μεταξύ άλλων και της ΚΔΠ 104/2013 ημερομηνίας 29.3.2013, αποτελεί εύρημα μου ότι αυτά προέκυψαν από την πολιτική συμφωνία του Eurogroup της 25.3.2013 και λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και αφού λήφθηκε υπόψη η Αρχή ότι οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν17(I)/
  2. Όσον αφορά τις συνθήκες έκτακτης ανάγκης που υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, υιοθετώ επίσης τις ανάφερες που έγιναν στην απόφαση LEDRA ADVERTISING Ltd and others (ανωτέρω), αλλά και στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑597/2018 P, C‑598/2018 P, C‑603/2018 P και C‑604/2018 P Dr K. Chrysostomides and Co LLC v. Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων (ανωτέρω). Πέραν των πιο πάνω και άνευ επηρεασμού των όσων αναφέρω, είναι η θέση των Εναγομένων ότι ακόμα και εάν το Δικαστήριο δεν δεχτεί τη θέση τους αναφορικά με το ότι λόγοι δημόσιου συμφέροντος δικαιολογούσαν την έκδοση των επίδικων Διαταγμάτων από την Αρχή Εξυγίανσης, προβάλλεται η θέση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για επίκληση του δικαίου της ανάγκης όπως έχουν εξεταστεί στην υπόθεση ATTORNEY GENERAL OF THE REPUPLIC V. MUSTAFA IMRAHIM και άλλοι (ανωτέρω). Στην απόφαση Ανδρέας Νικολάου και Άλλοι ν. Ναυσικάς Α. Νικολάου και Άλλοι (Αρ.2)
(1991)1 Α.Α.Δ 1338 λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 1374: «Το δίκαιο της ανάγκης αποτελείται από αριθμό νομικών κανόνων που επινοήθηκαν για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων καταστάσεων οι οποίες καθιστούν αντικειμενικά αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας των οργάνων της Πολιτείας, κατά τρόπο σύμφωνο με τις συνταγματικές διατάξεις που καθορίζουν είτε τη σύσταση είτε και τη διαδικασία λειτουργίας των οργάνων αυτών. Χωρίς αυτό θα υπήρχε αδιέξοδο.» Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκη συνοψίζονται ως ακολούθως: α) Το δόγμα της ανάγκης πρέπει να διαβάζεται σαν αναπόσπαστο μέρος του Συντάγματος. Δυνατότητα απομάκρυνσης από τις συνταγματικές διατάξεις παρέχεται μόνο από το δίκαιο της ανάγκης, εφόσον διαπιστώνεται ότι η λειτουργία ενός η περισσότερων τομέων της Πολιτείας, βάσει του Συντάγματος κατέστη αδύνατη, αλλά και στην περίπτωση εκείνη που συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επίκληση του δικαίου της ανάγκης, η προσφυγή σ 'αυτό αποβλέπει στην υποστύλωση των συνταγματικών θεσμών και διατάξεων, των οποίων η λειτουργία κατέστη αδύνατη και όχι στην παράκαμψη τους η παρέκκλιση απ' αυτούς. β) Τα Δικαστήρια είναι οι τελικοί κριτές και τα αρμόδια Σώματα για να αποφασίζουν κατά πόσο έχει προκύψει ανάγκη ή κατά πόσο υφίσταται. γ) Τα Δικαστήρια λαμβάνουν δικαστική γνώση της επικρατούσας κατάστασης και του περιεχομένου των Προοιμίων των σχετικών Νόμων, εκεί που κρίνεται αναγκαίο να περιληφθούν, και στα οποία σκιαγραφείται η κατάσταση, όπως αυτή εξακριβώνεται από την Εκτελεστική και Νομοθετική εξουσία. δ) Το μέρος που επικαλείται το δόγμα της ανάγκης φέρει το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις που τέθηκαν από την νομολογία και ότι τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν αναγκαία υπό τις περιστάσεις και δεν επεκτείνονται πέρα από ότι η ανάγκη δικαιολογούσε. Στην υπόθεση The Republic v. Kyriacos Kyriakou
(1987)3 C.L.R 1189, αποφασίσθηκε ότι τα νομοθετικά μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπίσουν μια ανάγκη μπορούν να επιλεγούν από αριθμό εναλλακτικών λύσεων αλλά πρέπει να είναι απόλυτα αναγκαία για να αντιμετωπίσουν τέτοια κατάσταση. Οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης του δικαίου της ανάγκης είναι η ύπαρξη επιτακτικής και αναπότρεπτης ανάγκης ή εξαιρετικής περίστασης, η απουσία άλλης θεραπείας εκτός από την κατ' ανάγκη παρέκκλιση από το Σύνταγμα, το μέτρο που λαμβάνεται να είναι ανάλογο με την περίπτωση που καλείται να θεραπεύσει και η κατά παρέκκλιση του Συντάγματος ρύθμιση να είναι προσωρινής ισχύος, δηλαδή να περιορίζεται μέσα στα χρονικά πλαίσια προβλεπτής διάρκειας της εξαιρετικής περιστάσεως. Επίκληση του δικαίου της ανάγκης έγινε σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων και αναφορικά με ποικιλία νόμων και διοικητικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Constantinos Chimonides v. Evanthia Manglis
(1967)1 C.L.R 125 προσβλήθηκε η Συνταγματικότητα του περί Ανακουφίσεως Δυσπραγούντων Ενοικιαστών Νόμος του 1965 με τον οποίο εδίδετο εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο με σκοπό την ανακούφιση ενοικιαστών των οποίων τα υποστατικά εργασίας βρίσκονταν σε περιοχές που επηρεάστηκαν από τα γεγονότα του 1963. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο Νόμος δικαιολογείτο από το δίκαιο της ανάγκης και δεν παραβίαζε τα Άρθρα 23.1, 23.2, 23.3 και 26.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Georghios Apostolides and Others v. The Republic
(1982)3 C.L.R 928, προσβλήθηκε η συνταγματικότητα του περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Τροποποιητικoύ) Νόμου του 1975, Ν. 1/1975, με τον οποίο αναστάληκε η ισχύ των διατάξεων του Μέρους ΙV του βασικού Νόμου που καθόριζε τα δικαιώματα των απολυθέντων εργοδοτουμένων λόγω πλεονασμού σε πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε ότι ο τροποποιητικός Νόμος δεν είναι αντισυνταγματικός και ότι ψηφίστηκε για την αντιμετώπιση των συνεπειών της Τουρκικής Εισβολής του 1974. Το Δικαστήριο συνέχισε λέγοντας ότι ακόμα και αν υπήρχε θέμα αντισυνταγματικότητας, η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την Τουρκική Εισβολή δικαιολογούσε την επίκληση του δικαίου της ανάγκης από το Κράτος, αναστέλλοντας με νομοθετική πρόβλεψη νόμους οι οποίοι όταν θεσπίστηκαν αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών σε καιρούς ειρήνης και ηρεμίας. Στην υπόθεση Andreas Aloupas and Another v. National Bank of Greece
(1983)1(A) C.L.R. 55 προσβλήθηκε η συνταγματικότητα των άρθρων 3 και 4 του περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1979, τα οποία προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης που δημιούργησε η Τουρκική Εισβολή, να αναστέλλεται το δικαίωμα κάθε πιστωτή για είσπραξη οφειλής από εκτοπισθέντα ή πληγέντα οφειλέτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας δικαστική γνώση, ότι ο Νόμος αυτός θεσπίστηκε με σκοπό να αντιμετωπίσει τις συνέπειες τις Τουρκικής Εισβολής, έκρινε ότι τα άρθρα 3 και 4 του πιο πάνω Νόμου δικαιολογούνται δυνάμει του δικαίου της ανάγκης. Τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν ανάλογα με την δημιουργηθείσα ανάγκη και αντανακλούσαν μια γνήσια επιθυμία από μέρους του λαού να ανακουφίσουν πληγέντες και εκτοπισθέντες οφειλέτες, από τη μία, και να καταστήσουν δυνατή την επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας από την άλλη. Πιο κάτω παρατίθεται απόσπασμα της απόφασης στην Aloupas v. National Bank
(1983)1(A) C.L.R. 55 «Ιn Chimonides v. Manglis, 7) 1 C.L.R. 125, there was division of judicial opinion as to whether the fundamental rights and principles, which are safeguarded by Articles (such as 6, 23, 24, 25, 26, 28 and 30) which are to be found in Part II of the Constitution, can be subjected to any limitations or restrictions other than those provided in the said Part II, by resorting to the "reserve powers" or "police powers" of the State. Having given to the matter further consideration, especially in the light of the able arguments advanced by counsel who have appeared before us in these proceedings, I am still inclined to the view that there can be no question of subjecting, during a period of normality, the fundamental rights and liberties guaranteed in Part II of the Constitution to any limitations or restrictions other than those provided in such Part, in a manner contrary to Article 33 of the Constitution. I am, however, of the view that, when the State is faced with a calamity which has surpass

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.