← Κύπρος

ΣΑΤΡΑΖΑΜΗ κ.α. ν. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 6346/2012, 26/5/2021

ΣΑΤΡΑΖΑΜΗ κ.α. ν. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 6346/2012, 26/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A554 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6346/2012 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΣΑΤΡΑΖΑΜΗ
  2. XXXXX ΠΟΥΛΛΙΤΑ Ενάγοντες και XXXXX ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενος -------------------- Ημερομηνία: 26 Μαΐου, 2021 Για ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: Η κα Μύρια Νικολάου Πετρίδη για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο/ αιτητή: κα Χαρίκλεια Θεοδούλου για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για τροποποίηση Υπεράσπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης) Με αίτηση του ο εναγόμενος/αιτητής επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να του επιτρέπει να τροποποιήσει την Υπεράσπισή του και να προσθέσει Ανταπαίτηση. Στο σώμα της Αίτησης συμπεριλαμβάνονται οι προτεινόμενες προσθήκες στις οποίες κάμνει αναφορά ο εναγόμενος/ αιτητής στην ένορκη δήλωση του όπως θα καταγραφούν συνοπτικά στη συνέχεια. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, Δ.25, Δ.48, Θ.1-9, Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική τoυ Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης τίθεται σε ένορκη δήλωση του ίδιου του εναγόμενου/αιτητή κ. Σοφοκλέους. Πέραν της ιδιότητας του, της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης η οποία προέρχεται και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του, της νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του και της παράθεσης του ιστορικού της υπόθεσης, επί της ουσίας της αίτησης υποστηρίζει ότι περί τον Νοέμβριο του 2020, κατά τη μελέτη της υπόθεσης από τους δικηγόρους του, εφόσον πλέον την υπόθεση εκ μέρους του θα χειρίζονταν συγκεκριμένοι δικηγόροι της δικηγορικής εταιρείας, κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση της Υπεράσπισης του με την προσθήκη των αιτούμενων στην Αίτηση παραγράφων και ειδικότερα η προσθήκη Ανταπαίτησης εκ μέρους του. Η σκοπούμενη τροποποίηση, όπως συμβουλεύεται είναι εξαιρετικά σημαντική και ενδέχεται να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα του σε περίπτωση που δεν εκδοθoύν τα αιτούμενα διατάγματα. Ως εκ τούτου, οι δικηγόροι του τον ενημέρωσαν ότι ήταν επιτακτικής ανάγκης η άμεση καταχώριση της παρούσας Αίτησης για να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του όλα τα δεδομένα τα οποία αντικατοπτρίζουν τα επίδικα ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν κατά την έκδοση της απόφασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Τυχόν μη έγκριση της Αίτησης αυτής όπως ενημερώνεται από τους δικηγόρους του, θα οδηγούσε σε καταχώριση νέων διαδικασιών εκ μέρους του, για τις οποίες ούτως ή άλλως δηλώνει ότι επιφυλάσσει τα δικαιώματα του, με αποτέλεσμα οι διαφορές μεταξύ τους να μην διεκπεραιωθούν ολοκληρωτικά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η οποία ήδη εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η ακροαματική διαδικασία της οποίας δεν έχει ακόμα αρχίσει. Για τους λόγους αυτούς όπως ενημερώθηκε από τους δικηγόρους του, στις 11.11.2020 που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, ενημέρωσαν το Δικαστήριο για το αίτημα τους αυτό και αιτήθηκαν αναβολή της ακρόασης για να προβούν στα αναγκαία διαβήματα με οδηγίες του. Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια κάμνει αναφορά συγκεκριμένα στις τροποποιήσεις που επιζητεί και ειδικότερα στο ποσό που έχει, κατ' ισχυρισμό του καταβάλει στους ενάγοντες ήτοι το ποσό των €224.960= (Διακόσιες Είκοσι Τέσσερις Χιλιάδες και Εννιακόσια Εξήντα Ευρώ), ποσό το οποίο και αξιώνει να του επιστραφεί με την προηγούμενη Ανταπαίτηση που αιτείται όπως εισαγάγει στο δικόγραφο του σε περίπτωση που το Δικαστήριο μετά από ακρόαση της υπόθεσης αποφασίσει ότι ο ισχυριζόμενος τερματισμός της συμφωνίας έγινε νόμιμα. Εάν δεν του επιτραπεί να καταχωρίσει την Ανταπαίτηση του, οι ενάγοντες θα έχουν εισπράξει από αυτόν το ως άνω ποσό το οποίο θα κατακρατούν χωρίς καμία αιτία και ταυτόχρονα θα συνεχίσουν να έχουν αδικαιολόγητα την ιδιοκτησία και κατοχή της επίδικης κατοικίας και θα έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα με το πιο πάνω ποσό. Οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε καμία προσπάθεια μείωσης της ισχυριζόμενης ζημιάς του, γεγονός το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του κατά την εκδίκαση της αγωγής. Σε σχέση με το χρόνο που γίνεται η αίτηση αναφέρει ότι οι δικηγόροι που χειρίζονται πλέον την υπόθεση εκ μέρους του, έκριναν ότι αυτό ήταν απαραίτητο στη βάση των οδηγιών που τους έδωσε. Επίσης, η πανδημία COVID-19 ήταν ανασταλτικός παράγοντας στην λήψη οδηγιών για ετοιμασία και καταχώριση της παρούσας διαδικασίας από τους δικηγόρους του ενόψει και των περιόδων των ολικών lockdown καθώς και του ότι ανήκει στις ευπαθείς ομάδες λόγω σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει και τέθηκε υπό αυτοπεριορισμό. Τα γεγονότα που θα εισαγάγει θα διασαφηνίσουν τα επίδικα θέματα και θα συμβάλουν στην ορθή απονομή της Δικαιοσύνης και στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του προς τούτο δε συνηγορεί και το γεγονός ότι μέρος του ποσού που επιθυμεί να διεκδικήσει είναι παραδεκτό από τους ενάγοντες, όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, με την ανταπαίτηση του, ότι το έχουν λάβει. Περαιτέρω, σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει, η αιτούμενη τροποποίηση ουδεμία ουσιαστική ζημιά ή αδικία θα προκαλέσει στους ενάγοντες, και στην ουσία κανένα δικαίωμα τους δεν θα επηρεαστεί αφού το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει κατάλληλη διαταγή σχετικά με τα έξοδα της παρούσης αίτησης. Από την άλλη, εάν δεν επιτραπεί η τροποποίηση, είναι φανερό ότι θα υποστεί ουσιαστική ζημιά αφού θα του αποστερηθεί η δυνατότητα να προωθήσει τη θέση του με την Ανταπαίτηση του με ενδεχόμενο να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και οι ενάγοντες να πλουτίσουν αδικαιολόγητα σε βάρος του. Θα αποφευχθεί δε η πιθανότητα πολλαπλότητας διαδικασιών αφού εάν δεν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο καταχώρισης νέας αγωγής, για την οποία επιφυλάσσει τα δικαιώματα του. Οι ενάγοντες/ καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση όπου προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους (καταγράφονται αυτολεξεί): «(α) Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης, χωρίς προς τούτο να δίδεται οποιαδήποτε καλή και/ή ικανοποιητική εξήγηση. (β) Ο Αιτητής θα μπορούσε να είχε εξ αρχής και/ή σε προηγούμενο στάδιο περιλάβει τα γεγονότα, τα οποία επιχειρεί να περιλάβει με την αιτούμενη τροποποίηση, καθώς τα εν λόγω γεγονότα ήταν εν γνώσει του Εναγόμενου εξ αρχής και/ή πριν από την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και/ή πριν από την καταχώριση της Υπεράσπισης του. (γ) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική, αφού επί της ουσίας διαφοροποιεί και/ή μεταβάλλει την Υπεράσπιση του Εναγόμενου διά της προσθήκης Ανταπαίτησης και/ή η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει ριζική αλλαγή και διαφοροποίηση και/ή εκτροχιασμό των επίδικων θεμάτων και/ή συνεπάγεται νέα δεδομένα για τους Ενάγοντες. (δ) Οι Ενάγοντες ως εκ της αιτούμενης τροποποίησης θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα τους και/ή θα υποστούν αδικία και/ή οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα δεν μπορεί να επανορθώσει τον επηρεασμό των δικαιωμάτων τους. (ε) Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, καθότι υποβάλλεται μετά από παρέλευση 6 (έξι) και πλέον χρόνων από την καταχώριση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου και/ή μετά από παρέλευση 5 (πέντε) χρόνων από τότε που οι δικηγόροι του Εναγόμενου ανέφεραν προς το Δικαστήριο την επιθυμία τους για καταχώριση Αίτησης για τροποποίηση της Υπεράσπισης του. (στ) Οι Ενάγοντες εκ της αιτούμενης τροποποίησης, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή βλάβη στα δικαιώματα τους, λόγω της χρονικής στιγμής, κατά την οποία προβάλλεται το αίτημα τροποποίησης, αφού με τον τρόπο αυτό καθυστερείται υπερβολικά και/ή αδικαιολόγητα η εκδίκαση της υπόθεση τους, η οποία είναι ήδη πολύ παλαιά. (ζ) Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη». Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.25, Δ.48 Θ.Θ.1-9, Δ.64 Θ.Θ.1 και 2, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη Νομολογία. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο ενάγων 1/ καθ' ου η αίτηση έχοντας εξουσιοδότηση και την εναγόμενη
  3. Σε αυτή, πέραν της άρνησης των λόγων που ώθησαν τον εναγόμενο να προβεί στην παρούσα αίτηση, όπως ο τελευταίος τους προβάλλει, αιτιολογεί τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Καταρρίπτει την προσπάθεια επίρριψης ευθύνης στην πλευρά τους για οποιανδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία εφόσον ως ο ισχυρισμός του, η αλλαγή των δικηγόρων τους δεν προκάλεσε οποιανδήποτε καθυστέρηση σε αυτή. Είναι δε παράδοξο πως από το 2012, οπότε και καταχωρίστηκε η Αγωγή ή έστω από το 2015, οπότε και καταχωρίστηκε η Έκθεση Υπεράσπισης του εναγόμενου, διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση μόλις το Νοέμβριο του
  4. Η συγκεκριμενοποίηση των ποσών πέραν της προκαταβολής που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες ήταν επίσης σε γνώση του πριν από την καταχώριση της Υπεράσπισης του το 2014 και μάλιστα έγινε αναφορά σε αυτά σε προγενέστερη διαδικασία αίτησης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης όπως στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης του (παρ. 7(β) και Τεκμήριο Α), σε αίτηση για έκδοση προστακτικού διατάγματος με ημερομηνία 01.08.
  5. Σε κάθε περίπτωση, ως είναι και η θέση των εναγόντων, ο εναγόμενος ουδέν ποσό κατέβαλε προς τους ενάγοντες μετά την καταγγελία και τερματισμό του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 24.06.2008, η οποία έγινε την 18.09.
  6. Πέραν των πιο πάνω θέσεων του, όπως ενημερώνεται από τους δικηγόρους τους, ο εναγόμενος είχε και στο παρελθόν αναφερθεί σε ενδεχόμενο ανάγκης τροποποίησης του δικογράφου του, μέσω των δικηγόρων του ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την εμφάνιση των προηγούμενων δικηγόρων του ενώπιον του Δικαστηρίου στις 09.03.2016, οι δικηγόροι του εναγόμενου είχαν αναφέρει ότι ενδεχομένως να υπήρχε αίτημα για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο, ορίζοντας την υπόθεση ξανά για Οδηγίες την 22.04.2016, έδωσε οδηγίες όπως ενδεχόμενη αίτηση τροποποίησης να γινόταν μέχρι τότε. Η εν λόγω αναφορά, είναι καταγεγραμμένη και στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 09.03.2016 όπου το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ανατρέξει και εντοπίσει. Αναπόδραστα προκύπτει ότι ο εναγόμενος, αν όντως διαπίστωσε την ανάγκη τροποποίησης του δικογράφου του το 2016 οπότε και έγινε εκ μέρους του η σχετική δήλωση προς το Δικαστήριο, καθυστέρησε υπέρμετρα και αδικαιολόγητα να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα για την πραγματοποίηση της τροποποίησης. Η καθυστέρηση αυτή, από τη στιγμή μάλιστα, που δεν δικαιολογείται επαρκώς και ευλόγως, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων σε ότι αφορά τη διάγνωση των δικαιωμάτων τους εντός εύλογου χρόνου. Ενώ ο εναγόμενος είχε όλο το χρόνο να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα για την αιτούμενη τροποποίηση, άφησε το χρόνο να παρέλθει ανεκμετάλλευτος και επανέρχεται τώρα το έτος 2021, 9 ( εννέα) χρόνια μετά την καταχώριση της Αγωγής, 6 (έξι) και πλέον χρόνια μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης του και 5 (πέντε) χρόνια μετά τη αρχική δήλωση του προς το Δικαστήριο περί πρόθεσης καταχώρισης αίτησης τροποποίησης. Ακόμα και το γεγονός ότι ενώ ζητήθηκε εκ μέρους του αναβολή στις 11.11.2020 για να προχωρήσει σε καταχώριση αίτησης τροποποίησης, αυτή καταχωρίστηκε μόλις στις 09.03.2021, δηλαδή 4 (τέσσερις) μήνες μετά. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι λόγοι που προβάλλει ο αιτητής για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αυτής είναι πλασματικοί και επίπλαστοι. Το γεγονός της ύπαρξης των προληπτικών μέτρων για την προστασία από τη διασπορά του COVID - 19, έδωσε πράγματι περισσότερο χρόνο στον εναγόμενο για να προετοιμάσει την αίτηση του, αφού τα δικηγορικά γραφεία και τα Δικαστήρια παρά τα μέτρα ήταν ανοιχτά, ενώ η επικοινωνία του εναγόμενου με τους δικηγόρους του, μπορούσε κάλλιστα να γίνει είτε τηλεφωνικώς είτε με βιντεοκλήση. Ο εναγόμενος εφόσον είχε στη διάθεση του χρόνια για να προβεί στο όποιο διάβημα, επέλεξε να ζητήσει την αναβολή της ακρόασης μιας τόσο παλαιάς υπόθεσης με σκοπό να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση, με σαφή σκοπό την αναβολή και καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Πέραν των πιο πάνω, με την αιτούμενη τροποποίηση διαφοροποιεί ουσιωδώς τη βάση της Υπεράσπισής του και των μέχρι σήμερα δικογραφημένων ισχυρισμών του. Ο εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι εμμένει στην εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου, λέγοντας ότι ο τερματισμός του είναι παράνομος, στην σκοπούμενη Ανταπαίτηση του διαφοροποιεί εκ βάθρων τη θέση του και ανταπαιτεί την επιστροφή των χρημάτων, που κατά τους ισχυρισμούς του κατέβαλε προς τους ενάγοντες σε σχέση με το Πωλητήριο Έγγραφο και την αγορά του επίδικου ακινήτου, γεγονός που ισοδυναμεί με αποδοχή του νόμιμου του τερματισμού και θεωρεί το Πωλητήριο Έγγραφο νομίμως τερματισθέν. Οι θέσεις αυτές του εναγόμενου είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με τις μέχρι σήμερα θέσεις του, ως έχουν δικογραφηθεί και σε περίπτωση που η αιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί, θα προκαλέσει εκτροχιασμό των επίδικων θεμάτων, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και το οποίο προκαλεί ουσιαστική και ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στα δικαιώματα μας των Εναγόντων, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα. Ακόμα σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβαν από τους δικηγόρους τους, η υπό κρίση Αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη, αφού ο εναγόμενος παρέλειψε να επισυνάψει επί της αίτησης το υπόδειγμα του τροποποιημένου κειμένου της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, εφόσον τέτοια τροποποίηση θα εγκρινόταν. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης όπως η κάθε πλευρά τα αντιλαμβάνεται και παρουσιάζει και στη νομική πτυχή που τη διέπει. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψιν τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η Διαταγή 25, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρισης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής αναφέρει: «
  7. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Σε ελληνική μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν ως κατ' ανάγκη για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Παρά όμως το γεγονός ότι, τροποποίηση δύναται να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι επιτρέπεται εκ προοιμίου και χωρίς οποιαδήποτε άλλη διατύπωση ή προϋπόθεση. Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation,

(2013)1 (Α) Α.ΑΔ. 543). Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης, ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Σύμφωνα με λόγο ένστασης που προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί, τους οποίους ο Αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει με την αιτούμενη τροποποίηση, ήταν εξ' αρχής εν γνώσει του όπως και των δικηγόρων του πριν ακόμα αυτός καταχωρίσει την Υπεράσπιση του και κανένας λόγος ή ικανοποιητική εξήγηση δίδεται ως προς το καθυστερημένο της υποβολής της παρούσας αίτησης. Στην Πολιτική Έφεση αρ. 372/2012, ημερ. 26 Μαρτίου, 2019, ΛΑΜΠΗ ν. ALPHA BANK LIMITED, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων έχουμε ανατρέξει στο φάκελο της Αγωγής 3594/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπου εντοπίσαμε τέσσερις αιτήσεις από πλευράς εφεσείοντα για τροποποίηση της Υπεράσπισης του. Η πρώτη αίτηση είναι ημερομηνίας 6/6/2007 με την οποίαν ζητείτο η προσθήκη νέας παραγράφου 1 με την οποίαν εισάγεται προδικαστική ένσταση, όπου εκ συμφώνου εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 3/7/
  1. Η δεύτερη είναι ημερομηνίας 18/3/2011 με την οποίαν επιχειρείτο η προσθήκη της πρότασης «Υπαλλακτικά το αντικείμενο της παρούσας αγωγής αποτελεί δεδικασμένο στην υπόθεση 3226/2003 που αφορούσε το ίδιο επίδικο χρέος» στο τέλος της προδικαστικής ένστασης της παραγράφου
  2. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και στις 7/7/2011 το Δικαστήριο εξέδωσε την επιφυλαχθείσα απόφαση του με την οποίαν απέρριψε την αίτηση ουσιαστικά για δύο λόγους. Ο πρώτος αναφερόταν στη μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης, εφόσον είχαν παρέλθει, 4 ½ χρόνια από την καταχώρηση της Αγωγής χωρίς να δοθεί καμιά ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση και ο δεύτερος γιατί μπορούσε να περιληφθεί ο νέος ισχυρισμός στην αρχική του Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 17/11/2006, εφόσον ρητή αναφορά για την ύπαρξη της Αγωγής 3226/2003 υπήρχε στις παραγράφους 16 και 17 της Έκθεσης Απαίτησης αλλά θα μπορούσε επίσης να συμπεριληφθεί στην προηγούμενη αίτηση του για τροποποίηση, ημερ. 6/6/2007, για την οποίαν εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα». Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ 33 επ. λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής: «
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι μόλις το Νοέμβριο του 2020 έκριναν οι δικηγόροι του αναγκαία την τροποποίηση των δικογράφων, διά της προσθήκης νέων παραγράφων αλλά και Ανταπαίτησης από πλευράς του. Σημειώνεται εδώ ότι οι ίδιοι δικηγόροι χειρίζονταν την υπόθεση του Αιτητή από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης για τον εναγόμενο μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα με την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, παραπέμποντας στο φάκελο του Δικαστηρίου, ο Αιτητής είχε αναφέρει στο Δικαστήριο ότι επιθυμούσε να προβεί σε τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης του ήδη από το 2016 και η δήλωση αυτή είναι καταγεγραμμένη στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 09.03.
  5. Το Δικαστήριο τότε, δεδομένης της εκδήλωσης της πρόθεσης για τροποποίηση της Υπεράσπισης του Αιτητή, όρισε την Αγωγή την 22.04.2016, δίδοντας παράλληλα οδηγίες όπως ενδεχόμενη αίτηση τροποποίησης να καταχωρείτο μέχρι τότε. Από την 09.03.2016, οπότε και εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η πρόθεση για τροποποίηση, ο Αιτητής περίμενε να καταχωρίσει την παρούσα, υπό κρίση Αίτηση, μόλις την 09.03.2021 δηλαδή 5 χρόνια αργότερα. Μάλιστα, δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση ως προς τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης, αλλά υποστηρίζει ότι μόλις το Νοέμβριο του 2020 προέκυψε ή διαγνώστηκε η ανάγκη για τη αιτούμενη τροποποίηση. Η καθυστέρηση αυτή, από τη στιγμή μάλιστα, που δεν δικαιολογείται επαρκώς και ευλόγως, κατά την άποψη μου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση σε ότι αφορά τη διάγνωση των δικαιωμάτων τους εντός εύλογου χρόνου. Επομένως οι ισχυρισμοί του Αιτητή καταρρίπτονται ως μη συνάδοντες με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν και από το φάκελο της, αποτυγχάνοντας έτσι να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που είχε για την αιτιολόγηση του αιτήματος του και της καθυστέρησης ως προς το χρόνο της υποβολής του. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 817 αναφέρθηκαν σε σχέση με το χρόνο αλλά και το είδος και τον σκοπό της τροποποίησης τα ακόλουθα: «Η αίτηση για τροποποίηση αντιμετώπισε την ένσταση των εφεσιβλήτων, οι οποίοι ισχυρίζοντο βασικά ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις αποσκοπείτο ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων με την επέκταση της απαίτησης σε νέα θέματα τα οποία αποτελούσαν ουσιαστικά νέες βάσεις αγωγής και ότι η θέση των εφεσιβλήτων θα μεταβαλλόταν, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, ριζικά προς το δυσμενέστερο. Ήταν επίσης η θέση τους ότι ο εφεσείων δεν αποκάλυπτε τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που σύμφωνα με τον ίδιο επέβαλλαν τις τροποποιήσεις, καθώς επίσης και ότι ο εφεσείων επέδειξε αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για τροποποίηση και συνεπώς κακοπιστία, καταχρώμενος έτσι τη δικαστική διαδικασία. Τέλος ήταν η θέση τους ότι ενόψει των όσων ο εφεσείων είχε εγείρει, αρχικά στα πλαίσια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του στην αγωγή 818/2002 και στη συνέχεια στα πλαίσια της απαίτησης του στην αγωγή 6619/2002, την οποία τελικά απέσυρε ανεπιφύλακτα, η αίτηση τροποποίησης συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας γιατί τα όσα επιχειρούσε να θέσει ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, τα είχε ήδη εγείρει στα πλαίσια των δύο αγωγών που είχαν προηγηθεί». Σύμφωνα με τη νομολογία μας υπάρχει αναγκαιότητα αιτιολόγησης της καθυστέρησης για την εκδήλωση του διαβήματος για εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση όταν μάλιστα εκκρεμεί για μεγάλο χρονικό διάστημα μια αγωγή όπως συμβαίνει και εν προκειμένω (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι ο Αιτητής είχε όλο το χρόνο να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα για την αιτούμενη τροποποίηση, παρόλα αυτά άφησε το χρόνο να παρέλθει ανεκμετάλλευτος και επανέρχεται τώρα το έτος 2021, 9 ( εννέα) χρόνια μετά την καταχώριση της Αγωγής, 6 (έξι) χρόνια μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης του και 5 (πέντε) χρόνια μετά τη αρχική δήλωση προς το Δικαστήριο περί πρόθεσης καταχώρισης αίτησης τροποποίησης. Ακόμα και το γεγονός ότι ενώ ζητήθηκε εκ μέρους του αναβολή στις 11.11.2020 για να προχωρήσει σε καταχώριση αίτησης τροποποίησης και αυτή καταχωρίστηκε μόλις στις 09.03.2021, δηλαδή 4 (τέσσερις) μήνες μετά, είναι λόγοι για τους οποίους κρίνω ότι δεν έχει δικαιολογήσει καθόλου την καθυστέρηση που αναμφίβολα παρατηρείται. Ούτε και η επίκληση της πανδημίας μπορεί να δικαιολογήσει σύμφωνα με τα περιγραφόμενα γεγονότα την καθυστέρηση εφόσον το ζήτημα φανερά είχε προκύψει πολύ νωρίτερα. Τους ισχυρισμούς που επιθυμεί τώρα ο εναγόμενος να εισαγάγει στο δικόγραφο του και κάλλιστα θα μπορούσε να τους καταγράψει στο δικόγραφο του από την αρχή και δεν παρέχει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για τον λόγο που παρέλειψε να πράξει τούτο. Πρόκειται για τον ισχυρισμό περί καταβολής ενός σημαντικού ποσού προς τους ενάγοντες, δηλαδή το ποσό των €224.960,00, το οποίο όφειλε και μπορούσε να το αναφέρει εξ αρχής στην Έκθεση Υπεράσπισης του και αν εδικαιολογείτο να το διεκδικούσε με Ανταπαίτηση, αφού αυτό το γεγονός ήταν ήδη υπόψιν του, δεν το έκανε όμως και περιορίστηκε σε γενικούς ισχυρισμούς περί καταβολής χρηματικών ποσών στους ενάγοντες επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα του να προσκομίσει σχετική μαρτυρία κατά την ακρόαση της Αγωγής. Πριν από την καταχώριση της Υπεράσπισης του όμως, σε άλλες ενδιάμεσες διαδικασίες, όπως η Αίτηση των Εναγόντων ημερ. 30.05.2013, (βλ. πιο πάνω) στην οποία ο εναγόμενος καταχώρισε Ένσταση ημερ. 01.08.2013, φαίνεται ξεκάθαρα ότι τα γεγονότα, τα οποία επιχειρεί με την παρούσα Αίτηση να εισαγάγει στην Υπεράσπιση του, ήταν ήδη γνωστά σε αυτόν. Θα συμφωνήσω τέλος και με τον λόγο ένστασης των Καθ' ων η αίτηση ότι ο εναγόμενος ανεπίτρεπτα με την αιτούμενη τροποποίηση διαφοροποιεί ουσιωδώς την βάση της Υπεράσπισης του και των μέχρι σήμερα δικογραφημένων ισχυρισμών του με την προσθήκη και Ανταπαίτησης. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ενώ εμμένει στην εκτέλεση του Πωλητηρίου Εγγράφου, λέγοντας ότι ο τερματισμός του είναι παράνομος, στην σκοπούμενη Ανταπαίτηση του διαφοροποιεί εκ βάθρων τη θέση του και ανταπαιτεί την επιστροφή των χρημάτων, που κατά τους ισχυρισμούς του κατέβαλε προς τους ενάγοντες σε σχέση με το Πωλητήριο Έγγραφο και την αγορά του επίδικου ακινήτου, γεγονός που ισοδυναμεί με αποδοχή του νόμιμου του τερματισμού και θεωρεί το Πωλητήριο Έγγραφο νομίμως τερματισθέν. Οι θέσεις αυτές του εναγόμενου είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με τις μέχρι σήμερα θέσεις του, ως έχουν δικογραφηθεί και σε περίπτωση που η αιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί, θα προκαλέσει κατά την αντίληψή μου εκτροχιασμό των επίδικων θεμάτων, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο και θα προκαλέσει ουσιαστική και ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στα δικαιώματα των εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση, που δεν μπορεί κατά την αντίληψη μου να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα όπως εισηγείται η πλευρά του Αιτητή (βλ. σχετικά την υπόθεση Πολιτική Έφεση Αρ. 106/2012, KYRIAKOS ANDREOU ARSIOTIS DEVELOPMENTS & CONSTRUCTIONS LIMITED κ.ά. v. HIGHWAY GARDENS CITY LTD, ημερ. 18/04/2018 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426)». Στην υπόθεση Kallice Holdings Co Ltd v. MTR (Overs.) Metals Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 162, επιχειρήθηκε η προβολή νέας υπεράσπισης με αίτηση για τροποποίηση που καταχωρίστηκε μετά 2 χρόνια και 4 περίπου μήνες από την καταχώριση της Αγωγής και 2 περίπου μήνες από την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση με το δικαιολογητικό ότι: «Η προβολή νέας υπεράσπισης στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των Εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους». Η παρούσα αγωγή είναι πολύ παλαιά, θα έπρεπε να είχε ήδη ξεκινήσει υπό κανονικές συνθήκες η εκδίκασή της και όχι να εξετάζεται αίτημα τροποποίησης δικογράφου, η αναγκαιότητα του οποίου, ούτε επεξηγείται επαρκώς, αλλά ούτε δικαιολογείται ως προς την επιλογή του χρονικού σημείου υποβολής του. Για τους λόγους αυτούς και μόνον θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η υπό κρίση αίτηση ως κακόπιστη που συνιστά παράλληλα κατάχρηση της διαδικασίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων/ Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου/ Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.