← Κύπρος

LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD ν. DB TECHNOLOGIES B.V. κ.α., Aρ. Αγωγής: 2555/2018, 23/4/2021

LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD ν. DB TECHNOLOGIES B.V. κ.α., Aρ. Αγωγής: 2555/2018, 23/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρ

ευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A551 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2555/2018 ΜΕΤΑΞΥ: LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD Εναγόντων - και - 1. DB TECHNOLOGIES B.V. 2. ANAERGIA INC. Εναγόμενων ------------------- Ημερομηνία: 23 Απριλίου, 2021 Για εναγόμενους 1/ Αιτητές: Ο κ. Τ. Χαχολιάδης για N. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC Για ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Δ. Αραούζος για Chrysses Demetriades & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [σε αίτηση με ημερομηνία 4.10.2018 για ακύρωση και/ή απόρριψη και/ή παραμερισμό της αγωγής και/ ή αναστολής της και διαζευκτικά της αναστολής της και παραπομπής της σε διαιτησία και/ή σε διαιτητή που θα διοριστεί από το Δικαστήριο στη Γ.Α.332/2018 προς επίλυση όλων των διαφορών των διαδίκων) Η κοινοπραξία Miltiades-Iordanou-Medcon-DB TECHNOLOGIES BV J.V.» (στη συνέχεια η «Κοινοπραξία»), συστάθηκε από υφιστάμενες εταιρείες του κλάδου με σκοπό να πλειοδοτήσουν συλλογικά, ένεκα της αδυναμίας τους να πλειοδοτήσουν από μόνες τους, για την ανάληψη ενός έργου υπό την ονομασία «Μελέτη, Κατασκευή και Λειτουργία Μονάδας Ολοκληρωμένων Εγκαταστάσεων Διαχείρισης Στερεών Οικιακών Απορριμάτων (ΟΕΔΑ) και Σταθμού Ματαφόρτωσης Απορριμμάτων (ΣΜΑ) Επαρχίας Λεμεσού» (στη συνέχεια το «Έργο»). Στην εν λόγω κοινοπραξία οι Ενάγοντες/ Καθ' ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι Καθ' ων η αίτηση»), η Miltiades και η Medcon συμμετείχαν με ποσοστό 28% η κάθε μια και οι Εναγόμενοι 1/Αιτητές (στη συνέχεια «οι Αιτητές») με το υπόλοιπο 16%. Η κοινοπραξία ανέλαβε και άρχισε την εκτέλεση του Έργου. Δεν έμελλε όμως να το συνεχίσει και ολοκληρώσει υπό αυτή τη νομική δομή λόγω διαφορών που στο μεταξύ ανέκυψαν μεταξύ τους και έτσι τα μέρη της μετά από διαβουλεύσεις προχώρησαν σε σύναψη μεταξύ τους Συμφωνίας Εκχώρησης, βασικός όρος της οποίας όπως ήταν η καταβολή συγκεκριμένων ποσών σε καθορισμένο χρονικό πλαίσιο στους αποχωρήσαντες επίσης δεν έμελλε να εκπληρωθεί στην ολότητα της με αποτέλεσμα την κατάληξη των μερών μεταξύ άλλων και στην παρούσα αντιδικία προς επίλυση των διαφορών τους. Το ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, όπου οι δύο πλευρές διατηρούν διαμετρικά αντίθετες θέσεις, έγκειται στην ερμηνεία των προνοιών των δύο ως άνω συμφωνιών και άπτονται της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιλύσει τις διαφορές μεταξύ τους, με τους Αιτητές να υποστηρίζουν ότι αυτές θα πρέπει να παραπεμφθούν σε Διαιτησία. Λεπτομέρειες των ως άνω συμφωνιών και οι πρόνοιες τους σε σχέση με το ειδικότερο αυτό ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα αίτηση θα παρατεθούν και θα συζητηθούν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Οι Αιτητές, με την παρούσα αίτησή τους, μια από τις πολλές για διάφορα επί μέρους ζητήματα που έχουν καταχωριστεί στην παρούσα υπόθεση, επιδιώκουν την έκδοση: α. διατάγματος ακύρωσης και/ή απόρριψης και/ή παραμερισμού της αγωγής και διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω β. διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η αγωγή και/ή οποιοδήποτε διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής, συμπεριλαμβανομένου του διατάγματος ημερ. 27.09.2018 (πρόκειται για απαγορευτικό διάταγμα αποξένωσης κεφαλαίων ώστε η συνολική αξία τους να μην είναι ανά πάσα στιγμή μικρότερη από το ποσό των €350.000=, το οποίο εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση των Καθ' ων η αίτηση ημερ.25.09.2018) και/ή οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία οι Καθ' ων η αίτηση τυχόν επιδιώξουν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 και γ. διάταγμα με το οποίο να παραπεμφθεί η διαφορά που αναφύεται από την αγωγή σε διαιτησία και/ή συγκεκριμένα στο διαιτητή ο οποίος θα διοριστεί από το Δικαστήριο στην Γενική Αίτηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Υπ' αριθμό 332/2018 ή σε οποιονδήποτε άλλο διαιτητή διοριστεί ούτως ώστε να επιλύσει σύμφωνα με τη Συμφωνία Εκχώρησης Οικονομικών Δικαιωμάτων (Agreement for the Assignment of Economic Rights) ημερ. 24.11.2016 όλες τις διαφορές που ανακύπτουν και/ή σχετίζονται (arising or in connection with) με την εν λόγω συμφωνία. Η αίτηση βασίζεται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/1987)άρθρα 8, 9 και 16, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 Θ.9, Δ.27 Θ.Θ. 1,2,3 και 4 Δ.39, Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 8 και 9, Δ.49 και Δ.64 Θ.Θ. 1 και 2, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)άρθρα 2, 29, 30, 31 και 32, στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του Κεφ.6, στο άρθρο 30 του Συντάγµατος της Κυπριακής Δηµοκρατίας, στις αρχές του κοινοδικαίου (Common Law) και της επιείκειας (Equity), στη νοµολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συµφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα την Αιτήτρια κα XXXXX Αργυρού (η ΕΔΑΑ). H κα Αργυρού εκτός από την ιδιότητα της, την εξουσιοδότηση που έχει για να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αιτήτριας, της οποίας τα διευθυντικά στελέχη διαμένουν και εργάζονται στο εξωτερικό και ως εκ τούτου αδυνατούσαν να έρθουν στην Κύπρο για να ορκισθούν, δηλώνει ότι η γνώση των γεγονότων που παραθέτει και υποστηρίζει προέρχονται εκτός από μελέτη του φακέλου και διαφόρων εγγράφων που αφορούν την υπόθεση και από πληροφορίες και ενημέρωση που έλαβε τόσο από τους δικηγόρους του γραφείου τους που χειρίζονται την υπόθεση όσο και από τη διευθύντρια των Αιτητών κα XXXXX Benedek,πληροφορίες τις οποίες θεωρεί ως ορθές και αληθείς. Επεξηγεί τη μεταξύ των διαδίκων σχέση και τα γεγονότα που οδήγησαν κατά την εκτέλεση του Έργου στη Συμφωνία Εκχώρησης Οικονομικών Δικαιωμάτων (Agreement for the Assignment of Economic Rights) της 24.11.2016 υποστηρίζοντας ότι το αδιέξοδο όπως προέκυψε στη συμφωνία και οι διαφορές που ανέκυψαν ή σχετίζονται με αυτή θα πρέπει να επιλυθούν με παραπομπή τους σε διαιτησία. Εξηγεί περαιτέρω τους λόγους που επιβάλλουν μια τέτοια παραπομπή όπως είναι η αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Αποφεύγω, για σκοπούς οικονομίας αλλά κυρίως αποφυγής επαναλήψεων την παράθεση περαιτέρω λεπτομερειών από την ως άνω ένορκη δήλωση εφόσον, όπου χρειαστεί, κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει, θα γίνει αναφορά και παραπομπή σε τέτοιες λεπτομέρειες που παρατίθενται ή που περιέχονται στα τεκμήρια στα οποία παραπέμπει. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν της οποίας η νομική βάση στηρίζεται στη Δ.16 θ.9, Δ.27 θθ. 1 - 4, Δ.39, Δ.48, θθ.1 - 9 και Δ.64 θθ. 1 - 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 4-9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 8 και 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν. 101/1987), στα άρθρα 2, 21-23 και 29-32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στα Άρθρα 1 - 81 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στα Άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ του Νόμου που κυρώνει τη Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στα Άρθρα 1 Α και 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Παρατίθενται αυτούσιοι οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση: « 1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις με βάση την νομική βάση της Αίτησης και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν ώστε το Δικαστήριο να δύναται να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. 2. Το Δικαστήριο ούτε με βάση το άρθρο 8 ούτε και με βάση το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν. 101/1987), ούτε και με βάση οποιοδήποτε άλλο νόμο ή θεσμό πολιτικής δικονομίας έχει εξουσία να εκδώσει οποιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα, ως έχουν. 3. Το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει και/ή στερείται δικαιοδοσίας και/ή διακριτικής ευχέρειας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, ως έχουν, στο βαθμό που θα αφορούν και/ή θα επηρεάζουν τις απαιτήσεις των Εναγόντων κατά των Εναγόμενων 1 που βασίζονται στα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου που εξέδωσαν προς όφελος των Εναγόντων δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Εκχώρησης, έχοντας υπόψη πως αυτά περιέχουν ρήτρες αποκλειστικής δικαιοδοσίας προς όφελος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ως εκ τούτου απαιτήσεις και/ή οι διαφορές που προκύπτουν ή σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με αυτά είναι δυνατόν να επιλυθούν, όπως έχουν συμφωνήσει οι Ενάγοντες με τους Εναγόμενους 1/ Αιτητές, μόνο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. 4. Τέτοιες δε απαιτήσεις και/ή οι διαφορές είναι ξεχωριστές από τυχόν άλλες απαιτήσεις και διαφορές μεταξύ των μερών με βάση τους λοιπούς όρους της Συμφωνίας Εκχώρησης και συνεπώς ο Όρος 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης δεν έχει εφαρμογή, ακόμη και αν η Συμφωνία Εκχώρησης είναι άκυρη. 5. Αν το Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, τότε θα ενεργήσει κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει την ελευθερία πρόσβασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την αποκλειστική δικαιοδοσία του οποίου οι Εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν σε ότι αφορά τυχόν απαιτήσεις των Εναγόντων με βάση τα εν λόγω Γραμμάτια Συνήθους Τύπου και/ή θα ενεργήσει κατά παράβαση της δημόσιας πολιτικής και/ή κατά παράβαση του Άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. 6. Τα γεγονότα και οι διαφορές πάνω στα οποία εδράζεται η Αίτηση δεν καλύπτονται από τον Όρο 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης, εφόσον οι διαφορές δεν προκύπτουν από και/ή σχετίζονται με τους όρους της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή εν πάση περιπτώσει είναι τέτοιας φύσης που δεν είναι δυνατό να παραπεμφθούν ενώπιον διαιτητή. 7. Ακόμη και αν το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία και/ή διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση, αν αυτή αποσκοπεί στο να εμποδίσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ν' αναλάβει την αποκλειστική δικαιοδοσία που του έχει δοθεί μέσα από τα πιο πάνω Γραμμάτια Συνήθους Τύπου. 8. Οι Εναγόμενοι 1 εμποδίζονται με βάση τα γεγονότα και την εν γένει συμπεριφορά τους, περιλαμβανομένης και της δικονομικής συμπεριφοράς τους, από του να αιτούνται το αιτούμενο διάταγμα εφόσον, μεταξύ άλλων, με τη Συμφωνία Εκχώρησης αποποιηθήκαν και των οποιωνδήποτε αξιώσεων είχαν κατά των Εναγόντων. 9. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και/ή την ευχέρεια να παραπέμψει την ισχυριζόμενη διαφορά σε διαιτησία είτε ενώπιον του Σταύρου Παύλου, δικηγόρου από τη Λεμεσό, είτε ενώπιον οποιουδήποτε άλλου διαιτητή ως προνοείται στον Όρο 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης για τον λόγο ότι αφενός ο Σταύρος Παύλου δεν είναι προτεινόμενος διαιτητής, ο οποίος είτε είναι αποδεκτός από τους Ενάγοντες είτε προέρχεται από χώρα που δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με οποιονδήποτε από τους διαδίκους και αφετέρου το Δικαστήριο εκ των πραγμάτων δεν είναι σε θέση από μόνο του να επιλέξει τέτοιο διαιτητή από τέτοια χώρα. 10. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι αποσκοπεί στο ίδιο αποτέλεσμα που αποσκοπεί και η Γενική Αίτηση Αρ. 332 ΕΔ Λευκωσίας, την οποία οι Εναγόμενοι 1, εκεί ως αιτητές, εξακολουθούν να προωθούν παράλληλα προς την παρούσα Αίτηση. Οι Εναγόμενοι 1, εκτός αν κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας Αίτησης, αποσύρουν ανεπιφύλακτα την πιο πάνω αίτηση με έξοδα που θα έχουν καταβάλει στους Ενάγοντες, εμποδίζονται από του να προωθούν την παρούσα Αίτηση». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Ιορδάνους (η ΕΔΛΙ), ο οποίος δηλώνει ότι είναι ο ιδιοκτήτης και διοικητικός σύμβουλος των Καθ' ων η αίτηση, ότι έχει στην κατοχή του τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και λόγω της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης και των νομικών συμβουλών που έχει πάρει από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, προβαίνει κατ' εξουσιοδότηση των Καθ' ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Από το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση όπως και τα υποστηρικτικά έγγραφα/ τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί σε αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία προσδιορίζουν κατ' ουσία και την επίδικη διαφορά, τα οποία παραθέτω κατά συνοπτικό τρόπο με σκοπό να δοθεί μια γενική εικόνα αυτής και έτσι να γίνει κατά το δυνατόν κατανοητή στον αναγνώστη η απόφαση μου ειδικότερα ως προς το τι επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση. Οι Αιτητές είναι Ολλανδική εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων στη μελέτη, κατασκευή και λειτουργία ολοκληρωμένων εγκαταστάσεων διαχείρισης στερεών απορριμμάτων. Οι Καθ' ων η αίτηση είναι Κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγραφείσα και συσταθείσα στην Κύπρο με το εγγεγραμμένο γραφείο της να βρίσκεται στην Πάφο και δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στον κατασκευαστικό τομέα. Όπως δε ήδη έχω προαναφέρει οι Καθ' ων η αίτηση, οι Αιτητές, η Medcon Constructions Ltd (στη συνέχεια η «Medcon») και η Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractor & Developer Limited (στη συνέχεια η «Miltiades»), συμφώνησαν στη δημιουργία μιας κοινοπραξίας (consortium) με το όνομα «Miltiades-Iordanou-Medcon-DB TECHNOLOGIES BV J.V., για να πλειοδοτήσουν συλλογικά, ένεκα της αδυναμίας τους να πλειοδοτήσουν ατομικά για το Έργο. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω συμφωνίας τα πιο πάνω μέρη της Κοινοπραξίας υπέγραψαν τη συμφωνία συνεταιρισμού ημερ. 02.03.2015 και στις 04.03.2015 ο εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας κ. XXXXX Νεοφύτου υπέγραψε με την Κυπριακή Κυβέρνηση τη συμφωνία ανάληψης του Έργου για το ποσό των €73,117,800=. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του Έργου λόγω του ότι ανέκυψαν διαφορές και προστριβές στη συνεργασία των πιο πάνω (συνεταίρων της Κοινοπραξίας), προέκυψε η ανάγκη για σύναψη Συμφωνίας Εκχώρησης Οικονομικών Δικαιωμάτων Agreement for the Assignment of Economic Rights) η οποία υπεγράφη την 24.11.2016 (στη συνέχεια η «Συμφωνία»). Προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι στις 17.06.2017 οι Καθ' ων η αίτηση και η Miltiades απέστειλαν επιστολές στους Αιτητές με τις οποίες αξίωναν την 3η δόση της Συμφωνίας, ήτοι €340,000 για τον καθένα. Στις εν λόγω επιστολές των Καθ' ων αίτηση και της Miltiades απάντησαν οι τότε δικηγόροι των Αιτητών με επιστολή τους ημερ. 18.06.2018 με την οποία αρνήθηκαν να καταβάλουν οποιαδήποτε περαιτέρω ποσά στη βάση της Συμφωνίας αξιώνοντας περαιτέρω επιστροφή του ποσού των €370,000= που είχαν καταβάλει μέχρι εκείνη τη στιγμή στον καθένα από τους Καθ' ων η αίτηση και στην Miltiades λόγω ακυρότητας της Συμφωνίας στη βάση ισχυριζόμενης ασκηθείσας ανεπίτρεπτης πίεσης και/ή εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων, προσθέτοντας παράλληλα ότι το Έργο, σε κάθε περίπτωση, δεν είχε πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κέρδη και ως εκ τούτου δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής οποιωνδήποτε ποσών στους Αιτητές. Ακολούθησε σειρά αλληλογραφίας με προβολή ισχυρισμών προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και με απώτερο σκοπό τη φιλική διευθέτηση της διαφοράς. Οι Καθ' ων η αίτηση, απορρίπτοντας σχετική εισήγηση και θέση των Αιτητών περί αποδοχής παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία, αν δεν βρισκόταν φιλική διευθέτηση της διαφοράς κατά τις διαπραγματεύσεις, κατέστησαν σαφές με επιστολές τους ότι θα προχωρούσαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αναφορικά με την αξίωση τους που πρόκυπτε από τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου που δόθηκαν ως εγγύηση από τους Αιτητές σε σχέση με τις δόσεις της Συμφωνίας. Παρόμοια συζήτηση επακολούθησε και όταν οι Αιτητές αντικατέστησαν τους δικηγόρους τους και απέστειλαν μέσω των νέων δικηγόρων τους επιστολή στους Καθ' ων η αίτηση και στην Miltiades προβάλλοντας τις απαιτήσεις τους για ψευδείς παραστάσεις, οικονομική και/ή ανεπίτρεπτη πίεση και απάτη που είχαν υποστεί από τους Καθ' ων η αίτηση και την Miltiades. Περαιτέρω κατέστησαν σαφές ότι, οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου που είχαν δοθεί υπό μορφή εγγύησης για την πληρωμή των δόσεων των Αιτητών, στη βάση της Συμφωνίας, αποτελούσαν μέρος και/ή προϊόν της Συμφωνίας, συμπαρασυρόμενα σε ακυρότητα σε περίπτωση ακύρωσης της Συμφωνίας για τους πιο πάνω λόγους και ως εκ τούτου και η εν λόγω διαφορά θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στην παραπομπή της όλης διαφοράς σε διαιτησία, προς το σκοπό δε γρήγορης και ομαλής διεξαγωγής της διαιτησίας πρότειναν ως διαιτητή τον δικηγόρο από τη Λεμεσό κ. Σταύρο Παύλου και Διευθυντικό Συνέταιρο της δικηγορικής εταιρείας Patrikios Pavlou & Associates LLC. Η ως άνω πρόταση απορρίφθηκε για διάφορους λόγους από τους Καθ' ων η αίτηση προκρίνοντας την επίλυση της όλης διαφοράς με προσφυγή στο Δικαστήριο όπως και έγινε με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Σημειώνεται ότι οι Αιτητές καταχώρησαν τη Γενική Αίτηση Αρ. 332/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για το διορισμό ως διαιτητή του κ. XXXXX Παύλου, ούτως ώστε να ξεκινήσει η διαιτητική διαδικασία σε σχέση με τις διαφορές που προκύπτουν και/ή σχετίζονται με τη Συμφωνία. Η αίτηση αυτή εξακολουθεί να εκκρεμεί. Τα ανωτέρω συνιστούν ένα συνοπτικό ιστορικό των σχέσεων των μερών και της διαφοράς που εδώ θα απασχολήσει και αυτά όπως και όσα άλλα επίσης προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις, όπου καταγράφονται αναφορές και ισχυρισμοί επί γεγονότων που άπτονται των διαφορών των διαδίκων, όπως βεβαίως αυτές προσδιορίζονται από την κάθε πλευρά, στα οποία θα γίνει αναφορά κατά τη συζήτηση που θα ακολουθήσει, αφορούν ζητήματα τα οποία ασφαλώς δεν θα αποφασιστούν στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης μου σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και έτσι καμιά πλευρά δεν ζήτησε είτε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Ως εκ τούτου η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης περιορίζεται στις ως άνω ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση. Θα πρέπει να πω ότι οι αγορεύσεις ήταν εμπεριστατωμένες και κάλυψαν όλα τα ζητήματα που θα απασχολήσουν κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει ειδικότερη αναφορά σε σχετικές εισηγήσεις και σε νομολογία που με έχουν παραπέμψει. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ: Θεωρώ σκόπιμο να προτάξω κάποιες αρχικές παρατηρήσεις ή επισημάνσεις, όπως αυτές προκύπτουν από αναμφισβήτητα γεγονότα τα οποία ενέχουν τη δική τους σημασία για την έκβαση της παρούσας αίτησης τα οποία θα αναλυθούν ασφαλώς εκτενέστερα στη συνέχεια. Ως πρώτη τέτοια παρατήρηση σημειώνεται ότι το πρώτο διάταγμα που αξιώνεται είναι διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση και/ή η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός της αγωγής. Είναι σαφές ότι οι Αιτητές δεν επιδιώκουν με την αίτηση τους τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 12/09/2018 με το οποίο στην Γενική Αίτηση Αρ. 337/2018 χορηγήθηκε άδεια σφράγισης και καταχώρισης της αγωγής. Αυτό δε είχε εκδοθεί αφού πρώτα το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε περί του καλού αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων και ότι είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής τόσο σε σχέση με τους εναγόμενους 1 όσο και σε σχέση με τους εναγόμενους 2, που ενάγονται με βάση τις Εγγυήσεις τους και οι οποίοι δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Συμφωνία Εκχώρησης, κάτι που συμφωνώντας με τους Καθ' ων η αίτηση κρίνω ότι είναι εξίσου ουσιαστικό για την τύχη της αίτησης. Ούτε ζήτησαν τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 17/10/2018 με το οποίο είχε επιτραπεί η επίδοση της διαδικασίας στους εναγόμενους 1 εκτός δικαιοδοσίας στην Ολλανδία. Σύμφωνα δε με τα πρακτικά που τηρούνται στο φάκελο οι εναγόμενοι 1 εντέλει αποδέχθηκαν στις 22/10/2018 όπως η επίδοση της αγωγής γίνει στους δικηγόρους τους στην Κύπρο αντί στους ίδιους στην Ολλανδία. Παρόλα αυτά ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι στις 25.02.2021 την ημέρα δηλαδή της επιφύλαξης της παρούσας απόφασης, καταχωρίστηκε αίτηση με την οποία επιδιώκεται ο παραμερισμός του ως άνω διατάγματος της 17.10.2018. Ως δεύτερη παρατήρηση σημειώνεται ότι επιδιώκεται κατά διαζευκτικό τρόπο και άνευ βλάβης, διάταγμα το οποίο να αναστέλλει την αγωγή και/ή οποιοδήποτε διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής συμπεριλαμβανομένου του προσωρινού διατάγματος ημερ. 27/9/2018 και/ή οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία οι Καθ' ων η αίτηση τυχόν επιδιώξουν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής εναντίον των εναγόμενων 1 και/ή 2. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αίτηση δεν προωθείται από τους εναγόμενους 2 και συνεπώς είναι εντελώς οξύμωρο οι εναγόμενοι 1 να προωθούν αιτητικά εκ μέρους και των εναγόμενων 2. Ως τρίτη παρατήρηση σημειώνω το γεγονός ότι τo προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 27/9/2018 οριστικοποιήθηκε μετά από ακρόαση στις 21/2/2020 και εκκρεμεί τώρα η Έφεση Αρ. E93/2020 που καταχώρησε η πλευρά των Εναγόμενων 1 και εδώ Αιτητών. Με αυτά υπ' όψιν προχωρώ με την ανάλυση εξετάζοντας το θεμελιώδες το κατά πόσον δηλαδή υπάρχει διαφορά προς επίλυση στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης. Η Ύπαρξη Διαφοράς Δυνάμενης να Παραπεμφθεί σε Διαιτησία: Ουσιαστικά επιδιώκεται από τους Αιτητές να αγνοηθεί ο όρος του επίδικου Γραμματίου, με βάση τον οποίο τα μέρη συμφώνησαν ότι το ΕΔ Λευκωσίας έχει αποκλειστική δικαιοδοσία και αντί τούτου να προτιμηθεί ο όρος 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης, που προνοεί ως εξής: «Ιn the event of any dispute arising from/or in connection with the terms of this Agreement such disputes shall be resolved in accordance with the provisions of the Cyprus International Commercial Arbitration Law 101(I)?2987 before a sole arbitrator from a country with no connection with any of the Parties. The seat of the Arbitration shall be Cyprus and the language of the Arbitration shall be English». Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι πρέπει να προτιμηθεί ο όρος 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης ο οποίος ομιλεί περί επίλυσης διαφορών δια διαιτησίας «arising from or in connection with the terms of this Agreement» έναντι του συγκεκριμένου όρου του επίδικου Γραμματίου Συνήθους Τύπου που προνοεί περί της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του ΕΔ Λευκωσίας για τυχόν διαφορές που αναφύονται από το επίδικο Γραμμάτιο ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «The Debtors and the Creditors agree that the Nicosia District Court shall have exclusive jurisdiction over any claim or matter arising from or relating in any way to this Bond in Customary Form». Ο λόγος πάνω στον οποίο οι Αιτητές βασίζουν την αίτησή τους είναι ουσιαστικά αυτό που αναφέρεται στην παρ. 22 της ΕΔΑΑ ότι δηλαδή σε περίπτωση που αφεθεί να προχωρήσει η διαδικασία της αγωγής, η οποία στηρίζεται στο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου ημερομηνίας 25/11/2016 για €340.000 πλέον τόκους προς 0.1% που εξέδωσαν οι εναγόμενοι 1 προς όφελος των εναγόντων υπό την εγγύηση των εναγόμενων 2 (σχετικό είναι το Τεκμ. 9 στην ΕΔΛΙ), δυνάμει του όρου 3(
  2. p)της Συμφωνίας Εκχώρησης και επίσης το ζήτημα της εγκυρότητας της ίδιας της Συμφωνίας Εκχώρησης παραπεμφθεί σε διαιτησία δυνάμει του όρου 7 αυτής, τότε υπάρχει ορατός κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις αν στην διαιτησία κριθεί πώς η Συμφωνία Εκχώρησης είναι αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων (misrepresentation) εξαναγκασμού (coercion), άσκησης ανεπίτρεπτης πίεσης (undue influence) και απάτης (fraud), κάτι που επισημαίνεται ότι ισχυρίστηκαν οι Αιτητές για πρώτη φορά στην επιστολή των αρχικών δικηγόρων τους ημερομηνίας 18/7/2018 ( επισυνάπτεται ως Τεκμ. 8 στην ΕΔΛΙ). Οι Αιτητές δεν δίνουν στοιχεία ως προς το πώς και γιατί οι Καθ' ων η αίτηση είναι ένοχοι (
  3. i)ψυχικής πίεσης (
  4. ii)απάτης και (
  5. ii)ψευδών παραστάσεων. Το μόνο που επικαλούνται είναι αυτό που ισχυρίζονται στις παρ. 8 -11 της ΕΔΑΑ ότι δηλαδή η Miltiades με τους Καθ' ων η αίτηση άσκησαν οικονομικό εξαναγκασμό και οδήγησαν τους Αιτητές στην υπογραφή της Συμφωνίας Εκχώρησης κάτω από ανεπίτρεπτη πίεση. Οι Αιτητές προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι με βάση τη Συμφωνία Εκχώρησης δεν έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά στους Καθ' ων η αίτηση, ζήτημα που είναι πρωτίστως νομικό αλλά και πραγματικό, ενώ πουθενά αλλού στην ΕΔΑΑ παρατίθενται ισχυρισμοί που αποδεικνύουν ψευδείς παραστάσεις, ανεπίτρεπτη πίεση και απάτη εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση. Το μόνο που ισχυρίζονται είναι οικονομικό εξαναγκασμό εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση και της Miltiades, ο οποίος, είναι κάτι διαφορετικό από τον "εξαναγκασμό" που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), όπως θα εξηγηθεί αμέσως στη συνέχεια. Όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο και θα πρέπει οι ισχυρισμοί των Αιτητών να ιδωθούν μέσα από τις αρχές του κοινοδικαίου αναφορικά με το λεγόμενο αγώγιμο δικαίωμα «Economic Duress», στα Ελληνικά «Οικονομικός Εξαναγκασμός». Προς τούτο σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις στις οποίες παραπέμπω: Στην υπόθεση Παναγία Mυρτιδιώτισσα (το πλοίο) ν. Eμμανουήλ Σιδηρόπουλου κ.ά.

(1998)1 ΑΑΔ 1000 αναφέρονται τα εξής: «...Ο όρος "εξαναγκασμός" που αναφέρεται στο άρθρο 15 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, αναιρεί την "ελεύθερη συναίνεση", αλλά όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος μας, δεν καλύπτει απειλές στις επιχειρήσεις ή το εμπόριο. Οι μετέπειτα εξελίξεις που σημειώθηκαν στον αγγλικό νόμο στον τομέα αυτό αναφέρονται στην Universe Tankships v. ITF (ανωτέρω) και μας φέρνουν στο δόγμα του οικονομικού εξαναγκασμού που είναι αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) που οδηγεί και αυτό σε ακύρωση της σύμβασης αν ανατρέπει την ελεύθερη βούληση του εξαναγκασθέντος. Το δόγμα αυτό σαν δόγμα του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζεται κατά συνέπεια και στην Κύπρο και καλύπτει τις εμπορικές συναλλαγές και εμπορικές συμβάσεις. Με βάση την αγγλική νομολογία που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 516, οικονομικός εξαναγκασμός υπάρχει εκεί που δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση και είναι επομένως σημαντικό να διαπιστωθεί κατά πόσο το άτομο που υπέστη την πίεση δεν διαμαρτυρήθηκε ή κατά πόσο είχε υπαλλακτική οδό και δεν την έλαβε, π.χ. δικαστικά μέτρα για άρση του εξαναγκασμού ή για ακύρωση της σύμβασης ή που επιβεβαίωσε τη σύμβαση. Ο οικονομικός εξαναγκασμός εφαρμόζεται εκεί που η φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προϊόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί νόμιμη.». Στην δε υπόθεση Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας,
(1989)1 Α.Α.Δ. 516 (στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα), λέχθηκαν τα εξής από τον Πογιατζή, Δ.: «O καταναγκασμός που επικαλείται ο εφεσείων στην παρούσα περίπτωση είναι οικονομικός καταναγκασμός. Η μορφή αυτή του καταναγκασμού έχει αναγνωριστεί από Άγγλους Δικαστές σε αριθμό σχετικά πρόσφατων υποθέσεων ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα που επιφέρει κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Παράδειγμα παρέχουν οι υποθέσεις The Siboen and The Sibotre [1976] 1 Lloyds Rep. 293 and North Ocean Shipping Co Ltd v. Hyundai Construction Co Ltd, The Atlantic Baron [1978] 3 All E.R. 1170. Μερικά αποσπάσματα από την απόφαση του Λόρδου Scarman στην υπόθεση Pao On v. Lan Yiu [1979] 3 All E.R. 65 δείχνουν καθαρά ότι αναγνωρίζεται το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού. Στην ίδια υπόθεση ο Άγγλος Δικαστής σκιαγραφεί το δόγμα αυτό ως εξής στις σελ. 78 και 79: «Duress, whatever form it takes, is a coercion of the will so as to vitiate consent. Their Lordships agree with the observation of Kerr J in The Siboen and The Sibotre that in a contractual situation commercial pressure is not enough. There must be present some factor 'which could in law be regarded as a coercion of his will so as to vitiate his consent'. This conception is in line with what was said in this Board's decision in Barton v. Armstrong By Lord Wilberforce and Lord Simon of Glaisdale, observation with which the majority judgment appears to be in agreement. In determining whether there was a coercion of will such that there was no true consent, it is material to enquire whether the person alleged to have been coerced did not protest; whether, at the time he was allegedly coerced into making the contract, he did or did not have an alternative course open to him such as an adequate legal remedy; whether he was independently advised; and whether after entering the contract he took steps to avoid it. All these matters are, as was recognised in Maskell v. Horner, relevant in determining whether he acted voluntarily or not». Στην υπόθεση North Ocean Shipping Co. Ltd. v. Hyundai Construction Co. Ltd [1979] 3 W.L.R. 419, [1979] Q.B. 705 στην οποία παρέπεμψε ο Πογιατζής, Δ στο πιο πάνω απόσπασμα, αναφέρεται και ο παράγοντας καθυστέρηση εκ μέρους του αθώου μέρους να καταγγείλει τη συμφωνία που λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο η συμφωνία θα κριθεί ακυρώσιμη. Λέχθηκαν τα εξής από τον Δικαστή MOCATTA J. Ο οποίος έκρινε πώς η καθυστέρηση των οκτώ
(8)μηνών ήταν πολύ σχετική, αν και όχι ο καθοριστικός παράγοντας: «...I have already stated that no protest of any kind was made by the owners after their telex of June 28, 1973, before their claim in this arbitration on July 30, 1975, shortly after in July of that year the Atlantic Baroness, a sister ship of the Atlantic Baron, had been tendered, though, as I understand it, she was not accepted and arbitration proceedings in regard to her are in consequence taking place. There was therefore a delay between November 27, 1974, when the Atlantic Baron was delivered and July 30, 1975, before the owners put forward their claim. The owners were, therefore, free from the duress on November 27, 1974, and took no action by way of protest or otherwise between their important telex of June 28, 1973, and their formal claim for the return of the excess 10 per cent. paid of July 30, 1975, when they nominated their arbitrator. One cannot dismiss this delay as of no significance, though I would not consider it conclusive by itself. . However, after careful consideration, I have come to the conclusion that the important points here are that since there was no danger at this time in registering a protest, the final payments were made without any qualification and were followed by a delay until July 31, 1975, before the owners put forward their claim, the correct inference to draw, taking an objective view of the facts, is that the action and inaction of the owners can only be regarded as an affirmation of the variation in June 1973 of the terms of the original contract by the agreement to pay the additional 10 per cent. .... As was said in Deacon v. Transport Regulation Board [1958] V.R. 458 ,460 in considering whether a payment was made voluntarily or not: "No secret mental reservation of the doer is material. The question is - what would his conduct indicate to a reasonable man as his mental state." I think this test is equally applicable to the decision this court has to make whether a voidable contract has been affirmed or not, and I have applied this test in reaching the conclusion I have just expressed. I think I should add very shortly that having considered the many authorities cited, even if I had come to a different conclusion on the issue about consideration, I would have come to the same decision adverse to the owners on the question whether the payments were made voluntarily in he sense of being made to close the transaction». Εξετάζοντας με προσοχή όσα αναπτύσσονται στην ίδια την ΕΔΑΑ διαπιστώνω ότι δεν αποκαλύπτουν είτε ψυχική πίεση κατά το Άρθρο 16 του ιδίου πιο πάνω Νόμου ούτε και ψευδείς παραστάσεις κατά το Άρθρο 18, ούτε τέλος αποκαλύπτουν απάτη κατά το Άρθρο 17 του ιδίου Νόμου. Σύμφωνα δε με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία παραθέτω στη συνέχεια οι Καθ' ων η αίτηση συμμορφώθηκαν με όσα συμφώνησαν με τη Συμφωνία Εκχώρησης ενώ από την άλλη οι Αιτητές προωθούν ισχυρισμούς περί οικονομικού εξαναγκασμού που ασκήθηκε όπως υποστηρίζουν σε βάρος τους από τους ενάγοντες. Ως τέτοια γεγονότα που προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου είναι τα ακόλουθα: (Ι) Οι Αιτητές πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Εκχώρησης και των τριών Γραμματίων και Εγγυήσεων που προνοούνται στους όρους 3(ο)-(q) και 6(b) της Συμφωνίας Εκχώρησης, ουδέποτε υπέβαλαν ή προέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο στους Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 30/8/2018 (Τεκμ. 14 στην ΕΔΛΙ), περί αδικαιολόγητης άρνησης εκ μέρους τους και της Miltiades να πληρώσουν το ποσό των €1.5 εκατομμυρίων το οποίο ισχυρίζονται ότι το δικαιούνταν οι Αιτητές και/ή οικειοποίησης του εν λόγω ποσού στη βάση μιας δήθεν πρόφασης εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση και της Miltiades ότι αυτός ο εξοπλισμός άνηκε στην κατηγορία Biodrying Fans και ότι οι Αιτητές όφειλαν εν πάση περιπτώσει να τον προμηθεύσουν για τους σκοπούς του Έργου. (ii) Οι Αιτητές αποδέχθηκαν τη μεσολάβηση των δύο εμπιστευματοδόχων κάτω από τη συμφωνία εμπιστεύματος που τιτλοφορείται «Escrow Agreement», που είναι το Τεκμ.6 στην ΕΔΛΙ, σύμφωνα με τις πρόνοιες της οποίας οι Εμπιστευματοδόχοι θα κρατούσαν τα πρωτότυπα της Συμφωνίας Εκχώρησης και των τριών Γραμματίων με τις Εγγυήσεις και θα αποδέσμευαν αυτά προς τους Καθ' ων η αίτηση και την Miltiades, όποτε οι εμπιστευματοδόχοι θα έκριναν ότι τα ποσά για τα οποία είχαν εκδοθεί τα Γραμμάτια είχαν καταστεί οφειλόμενα και πληρωτέα από τους Αιτητές προς τους Καθ' ων η αίτηση και την Miltiades. (iii) Η συμφωνία εμπιστεύματος «Escrow Agreement», όπως και τα Γραμμάτια, περιέχουν όρο αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων (σχετικός είναι ο όρος 10). (iv) Ήταν ως οι Αιτητές να είχαν συμφωνήσει σε ένα μηχανισμό πληρωμής των οφειλών τους, δηλαδή οι Εμπιστευματοδόχοι (μάλιστα ο ένας από τους εμπιστευματοδόχους ήταν οι ίδιοι οι δικηγόροι των ιδίων των εναγόντων) ν' αποδεσμεύσουν τα Γραμμάτια στους ενάγοντες όποτε αυτοί θα έκριναν πως οι οφειλές τους κάτω από τη Συμφωνία Εκχώρησης θα καθίσταντο πληρωτέες (σχετικός είναι ο όρος 4(c) της συμφωνίας εμπιστεύματος). (v) Οι Αιτητές κατέβαλαν στους ενάγοντες χωρίς διαμαρτυρία και ανεπιφύλακτα τις πρώτες δύο
(2)δόσεις που προβλέπονται στον Όρο 3(
  1. n)και 3(ο) της Συμφωνίας Εκχώρησης, ανερχόμενες στο ποσό των €370.000, που ήταν πληρωτέες αντίστοιχα με την υπογραφή (€100.000) στις 24/11/2016 και την 31/1/2017 (€270.000), παρά το ότι αυτοί θεωρούσαν τη Συμφωνία Εκχώρησης πριν την υπογραφή της και πριν κάνουν τις εν λόγω πληρωμές ότι ήταν άκυρη και/η ακυρώσιμη κατ' επιλογή τους. (
  2. vi)Οι Καθ' ων η αίτηση δεν χρειάστηκε να ζητήσουν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας εμπιστεύματος (Escrow Agreement), από τους εμπιστευματοδόχους την αποδέσμευση του Γραμματίου που δόθηκε από τους Αιτητές σε σχέση με την δόση των €270.000 που ήταν πληρωτέα την 31/1/2017, ως ο Όρος 3(ο) της Συμφωνίας Εκχώρησης, για τον λόγο ότι από μόνοι τους και αδιαμαρτύρητα κατέβαλαν τις πρώτες δύο δόσεις. (vii) Σύμφωνα με τον Όρο 6(
  3. g)της Συμφωνίας Εκχώρησης, οι Αιτητές και η Medcon, ως εκδοχείς των κερδών από την διαχείριση της Μονάδας που ορίζονται στο άρθρο 2 της Συμφωνίας Εκχώρησης ως τα λεγόμενα «Economic Rights», και οι Καθ' ων η αίτηση, ως ένας από τους δύο εκχωρητές, αποδέσμευσαν οι μεν τους δε από όλες τις μεταξύ τους απαιτήσεις και/ή ευθύνες που αναφύονταν από και/ή σε σχέση με το Έργο και/ή από οποιεσδήποτε προηγούμενες συμφωνίες και/ή προηγούμενα συμβόλαια και/ή προηγούμενες συνεννοήσεις που είχαν γίνει μεταξύ τους. (viii) Σύμφωνα με τον Όρο 10, οι Αιτητές συμφώνησαν και αποδέχθηκαν ότι η Συμφωνία Εκχώρησης περιλάμβανε όλα τα συμφωνηθέντα σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αναφερόταν σ΄ αυτή και ακύρωνε και/ή υπερτερούσε όλες τις προηγούμενες γραπτές και/ή προφορικές επικοινωνίες μεταξύ των μερών. (
  4. ix)Ειδικά αναφορικά με τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση και/ή εξαναγκασμός σ' αυτούς, η κα Benedek υπέγραψε εκ μέρους τους τη Συμφωνία Εκχώρησης και τα τρία Γραμμάτια μετά από νομική συμβουλή από τους Ολλανδούς δικηγόρους τους BRDGS B.V., οι οποίοι τους συμβούλευαν συνεχώς και μέχρι και την υπογραφή στις 24/11/2016 της Συμφωνίας Εκχώρησης που έγινε κατά τη συνάντηση στα γραφεία των δικηγόρων Iωαννίδης & Δημητρίου, δικηγόρων της Medcon, και αργότερα των τριών Γραμματίων στις 25/11/2016. (
  5. x)Αυτή η συνάντηση ξεκίνησε το απόγευμα της 23/11/2016 και συνεχίστηκε μέχρι τις πρωινές ώρες της επομένης στις 24/11/2016, λόγω του ότι η κα Benedek ταξίδεψε στην Κύπρο ειδικά για να συζητηθούν και να κλείσουν εκ του σύνεγγυς όλα τα ζητήματα μεταξύ των Συνεταίρων. Σχετική αναφορά στην ΕΔΛΙ. (
  6. xi)Ένα δε από τα ζητήματα που συζητήθηκε κατά τη συνάντηση αυτή ήταν το κατά πόσο η πληρωμή των δύο δόσεων των €340.000= που αναφέρονται στους όρους 3(p)-3(
  7. q)της Συμφωνίας Εκχώρησης και για τα οποία εκδόθηκαν δύο από τα τρία Γραμμάτια και Εγγυήσεις, θα έπρεπε να συναρτηθεί με το κατά πόσο το Έργο θα ήταν κερδοφόρο και/ή θα παρήγαγε κάποιο ελάχιστο εισόδημα, αλλά η θέση τόσο των Καθ' ων η αίτηση μέσω του XXXXX Ιορδάνους όσο και της Miltiades που εκφράστηκε μέσω του κ. Μιλτιάδη Νεοφύτου, ιδιοκτήτη της Miltiades η οποία εκπροσωπείτο και από το δικηγόρο κ. XXXXX Κυριακίδη, ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αποδεκτό, εφόσον δεν θα είχαν πλέον συμμετοχή στην διεύθυνση του Συνεταιρισμού και θα αποχωρούσαν έναντι συμφωνημένης τιμής. (xii) Προκύπτει επομένως από το μαρτυρικό υλικό ότι πουθενά στη Συμφωνία Εκχώρησης η πληρωμή των ποσών που οι Αιτητές ανέλαβαν να καταβάλουν στους ενάγοντες διασυνδέεται με την κερδοφορία του Έργου. Απεναντίας, αναφέρεται στους Όρους 3, 4(
  8. e)και 4(
  9. f)της Συμφωνίας Εκχώρησης ότι οι εκδοχείς, δηλαδή οι Καθ' ων η αίτηση και η Miltiades, θα δικαιούνταν να λαμβάνουν, πέραν βεβαίως των συμφωνημένων πληρωμών του όρου 3, μόνο το ποσό των €100 κάθε χρόνο για όλη την διάρκεια του Έργου, χωρίς αυτό να τελεί υπό την προϋπόθεση της όποιας κερδοφορίας. (xiii) Ούτε κάτι τέτοιο συμπεριλήφθηκε στην συμφωνία εμπιστεύματος «Escrow Agreement». (ixx) Αντί αυτού, όπως αναφέρεται πιο πάνω, οι εμπιστευματοδόχοι είχαν τη συγκατάθεση των Αιτητών να αποδεσμεύσουν οποιοδήποτε από τα Γραμμάτια στους Καθ' ων η αίτηση, αν το αντίστοιχο ποσό είχε καταστεί πληρωτέο και οφειλόμενο, ανεξαρτήτως κερδοφορίας. (
  10. xx)Συμφωνώ δε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ότι, ως λογική απόρροια, αν κάτι τέτοιο είχε συμφωνηθεί, το λογικό θα ήταν να είχε συμφωνηθεί και το ύψος της κερδοφορίας μόνο πέραν από την οποία οι εναγόμενοι 1 θα ήταν υπόχρεοι να καταβάλουν τις συμφωνημένες δόσεις που εξασφαλίστηκαν με τα τρία Γραμμάτια Συνήθους Τύπου. (xxi) Δεν υπάρχει τέτοιο προσδιοριστικό στοιχείο, διότι ακριβώς η Συμφωνία Εκχώρησης δεν τελεί κάτω από τέτοιου είδους προϋπόθεση. (xxii) Όταν οι Αιτητές συμφώνησαν να καταβάλουν και στη συνέχεια κατέβαλαν τις πρώτες δύο δόσεις, συνολικά €370.000= το Έργο ακόμη δεν είχε τελειώσει και η εκμετάλλευση/διαχείριση του έναντι αμοιβής που θα κατέβαλλε το κράτος για δέκα
(10)έτη δεν είχε καν ξεκινήσει ώστε να φανεί αν πράγματι θα ήταν κερδοφόρο. Ούτε η Συμφωνία Εκχώρησης αναφέρει ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα ήταν υπόχρεοι να επιστρέψουν το ποσό των €370.000 που θα είχαν ήδη εισπράξει μέχρι που η Μονάδα να λειτουργήσει, αν η κερδοφορία δεν ήταν κάποιου επιπέδου. (xxiii) Οι Αιτητές, ενώ πριν από τη Συμφωνία Εκχώρησης είχαν μόνο 16% (με τους Medcon, τους Καθ' ων η αίτηση και την Μiltiades να είχαν από 28%), δεν έχουν προσφέρει στους ενάγοντες και την Μiltiades να τους επιστρέψουν το 24% των λεγόμενων «Economic Rights» που έλαβαν συνολικά από αυτούς μετά τη Συμφωνία Εκχώρησης ώστε η συμμετοχή τους να ανέλθει στο 40%. Δηλαδή, ενώ από τη μια θεωρούν ότι η Συμφωνία Εκχώρησης είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογή τους και ζητούν από τους Καθ' ων η αίτηση και την επιστροφή του ποσού των €370.000 που έχουν ήδη καταβάλει όπως ισχυρίζονται λόγω (
  1. i)άσκησης ανεπίτρεπτης πίεσης (undue influence) (
  2. ii)εξαναγκασμού (iii) απάτης και (
  3. iv)ψευδών παραστάσεων, από την άλλη δεν έχουν προσφέρει μαζί με την Medcon στους Καθ' ων η αίτηση να επανέλθουν πίσω στην Κοινοπραξία με όλα τα δικαιώματα από τα οποία οι Καθ' ων η αίτηση παραιτήθηκαν με τους όρους 4(
  4. c)- 4(
  5. h)και 5(b)-5(
  6. d)της Συμφωνίας Εκχώρησης. Το δίκαιο των Συμβάσεων καθορίζει το πλαίσιο των δικαιωμάτων των αντισυμβαλλομένων μερών. Σίγουρα δεν είναι δυνατό κάποιος να επιδοκιμάζει μια σύμβαση και να τη θεωρεί ισχυρή και να ζητά την υλοποίηση της και από την άλλη να διαπραγματεύεται νέους όρους, τη παράταση ή αναβίωση της ή να την θεωρεί ανίσχυρη, αναλόγως της περίστασης. Πολύ δε περισσότερο δεν είναι νοητό να απαιτεί επιστροφή των ποσών που κατέβαλε και από την άλλη να κινείται, όπως κινείται, επικαλούμενος δεσμευτικές, όποιες, συμφωνίες επικαλείται. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edn. Vol.15, σελ.171 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Approbation and reprobation. On the principle that a person may not approbate and reprobate, a species of estoppel has arisen which seems to be intermediate between estoppel by record and estoppel in pais. The principle that a person may not approbate and reprobate expresses two propositions, first, that the person in question, having a choice between two courses of conduct, is to be treated as having made an election from which he cannot resile, and, second, that he will not be regarded in general at any rate, as having so elected unless he has taken a benefit under or arising out of the course of conduct which he has first pursued and with which his subsequent conduct is inconsistent. Thus a plaintiff, having two inconsistent claims, who elects to abandon one and pursue the other, may not, in general, afterwards choose to return to the former claim and sue on it; but this rule of election does not apply where the two claims are not inconsistent and the circumstances do not show an intention to abandon one of them. The common law principle which puts a man to his election between alternative inconsistent courses of conduct has no connexion with the equitable doctrine of election and relates mainly, though not exclusively, to alternative remedies in a court of justice». Στην υπόθεση Express Newspapers Plc v. News (UK) Ltd [1990] 1 W.L.R. 1320 στην σελ. 1329 αναφέρθηκαν τα εξής από τα οποία προκύπτει ότι οι Αιτητές, δεν δικαιούνται από την μια να ισχυρίζονται ότι η Συμφωνία Εκχώρησης δεν είναι δεσμευτική και την ίδια στιγμή από την άλλη να μη ζητούν την επαναφορά των πραγμάτων στην προγενέστερη τους κατάσταση, μεταβιβάζοντας μαζί με την Medcon πίσω στους Καθ' ων η αίτηση το μερίδιο τους εκ 28% στα λεγόμενα Economic Rights: «There is a principle of law of general application that it is not possible to approbate and reprobate. That means you are not allowed to blow hot and cold in the attitude that you adopt. A man cannot adopt two inconsistent attitudes towards another: he must elect between them and, having elected to adopt one stance, cannot thereafter be permitted to go back and adopt and inconsistent stance». Σημειώνεται ότι η Medcon, που ήταν το τέταρτο μέρος της Συμφωνίας Εκχώρησης και έλαβε και αυτή μέρος του 28% μεριδίου που είχαν αντίστοιχα οι Καθ' ων η αίτηση και η Μiltiades έτσι ώστε η συμμετοχή της να ανέλθει στο 60%, δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα της ζητώντας την επαναφορά των πραγμάτων στην προγενέστερη τους κατάσταση. Ο παράγοντας της καθυστέρησης εκ μέρους των Αιτητών να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της Συμφωνίας Εκχώρησης ήταν 1 χρόνος και 8 μήνες, δηλαδή από τις 24/11/2016 όταν υπογράφτηκε η Συμφωνία Εκχώρησης μέχρι τις 18/07/2018, όταν οι τότε δικηγόροι των εναγόμενων 1 απέστειλαν την επιστολή (Τεκμ. 8 στην ΕΔΛΙ), και ισχυρίστηκαν για πρώτη φορά ότι η Συμφωνία Εκχώρησης δεν ήταν έγκυρη, είναι επίσης καθοριστικός όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια. Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω ότι αυτό που ουσιαστικά ισχυρίζονται οι Αιτητές είναι ότι τόσο η Συμφωνία Εκχώρησης όσο και τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου τα οποία εξέδωσαν προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση είναι άκυρα ή ακυρώσιμα κατ' επιλογή τους και ως εκ τούτου όχι μόνο δεν ήταν υπόχρεοι να καταβάλουν το εναπομείναν ποσό των €680.000 με βάση τους όρους της Συμφωνίας Εκχώρησης και/ή των δύο τελευταίων
(2)Γραμματίων για τα αντίστοιχα ποσά των €340.000= επιπρόσθετα δικαιούνται και στην επιστροφή του ποσού των €370.000= που κατέβαλαν και αντιπροσώπευε τις πρώτες δύο δόσεις με βάση τους Όρους 3(
  1. n)και 3(
  2. o)της Συμφωνίας Εκχώρησης. Δεν μπορεί παρά να συμφωνήσω με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι αυτοί οι ισχυρισμοί των Αιτητών δεν δύνανται να προωθούνται χωρίς να προκύπτει ζήτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προγενέστερη τους κατάσταση πριν την Συμφωνία Εκχώρησης με την επιστροφή των ποσών που μέχρι σήμερα έχουν καταβληθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 στους Καθ' ων η αίτηση και την επανεισδοχή πίσω στον συνεταιρισμό και της Miltiades. Και όλα αυτά τη στιγμή που διάδικος στην παρούσα διαδικασία δεν είναι το τέταρτο μέρος στην Συμφωνία Εκχώρησης, δηλαδή η Medcon, η οποία έλαβε και αυτή, πέραν από τους Αιτητές, τα μερίδια στα οικονομικά δικαιώματα των Εναγόμενων 1 και 2. Σχετικός είναι ο Όρος 3 της Συμφωνίας Εκχώρησης, σύμφωνα με τον οποίο, σε αντάλλαγμα των ποσών που καταγράφονται στις παραγράφους 3(
  3. a)- 3(
  4. q)που ανέλαβαν να καταβάλουν οι Αιτητές και η Medcon αντίστοιχα στους Καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι εκχώρησαν τα δικαιώματα τους στους Αιτητές και στην Medcon, μείον το ποσό των €100 ετησίως που είναι πληρωτέο στους Καθ' ων η αίτηση για όσο διάστημα θα διαρκούσε το Έργο. Όταν οι Αιτητές κατέβαλαν στις 8/2/2017 στους Καθ' ων η αίτηση και την 2η δόση των €270.000 με βάση τον όρο 3(ο) της Συμφωνίας Εκχώρησης, είχε ζητηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση προς συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους κάτω από την Συμφωνία Εκχώρησης να προσυπογράψουν από τις 15/12/2016 το κοινό αίτημα των συνεταίρων προς την Κυπριακή Δημοκρατία, με το οποίο οι τέσσερις
(4)συνέταιροι γνωστοποιούσαν τις πιο κάτω αλλαγές εντός της Κοινοπραξίας, προς συμμόρφωση με τον Όρο 5 της Συμφωνίας Εκχώρησης: (
  1. i)Αποχώρηση της Miltiades από την Κοινοπραξία και το Έργο. Η Miltiades δεν θα παρέμενε με οποιοδήποτε ποσοστό έστω και κατ' όνομα στην Κοινοπραξία. (
  2. ii)Μείωση και όχι εξαφάνιση του όποιου ποσοστού συμμετοχής των Καθ' ων η αίτηση στην Κοινοπραξία, όπως συμφωνήθηκε με την Συμφωνία Εκχώρησης, από 28% σε 10%. Επαναλαμβάνω ότι πριν την Συμφωνία Εκχώρησης τα ποσοστά συμμετοχής του καθενός από τους συνεταίρους ήταν ό 28% οι Ενάγοντες, η Miltiades Neophytou και η Medcon, σύνολο 84%, και 16% οι Εναγόμενοι 1. Αν και οι Ενάγοντες, με τη Συμφωνία Εκχώρησης, έπαυσαν να δικαιούνται σε οποιαδήποτε κέρδη από τον συνεταιρισμό, παρέμειναν ονομαστικά κατά 10% συνέταιροι για τον λόγο ότι, σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της Κοινοπραξίας με το Κράτος, ήταν αναγκασμένοι και συμφώνησαν, προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανό το Έργο, να παραμείνουν με ένα σημαντικό ποσοστό συμμετοχής που συμφωνήθηκε με τους υπόλοιπους συνεταίρους. Σύμφωνα δε με τα πιο πάνω, απέναντι στο Κράτος οι Καθ' ων η αίτηση θα συνέχιζαν με την νέα 3-μερή κοινοπρακτική σύνθεση να κατέχουν την «απαιτούμενη τεχνική και οικονομική ικανότητα για την ανάθεση και εκτέλεση του Έργου ως καθορίζονταν από τα έγγραφα προσφοράς του Έργου» και επιβεβαιώθηκε επίσης προς το Κράτος ότι: «παρά την αποχώρηση της Miltiades Neophytou τα εναπομείναντα μέλη παραμένουν δεσμευμένα στην Κοινοπραξία και στο Έργο και έχουν τόσο την τεχνική όσο και την οικονομική ικανότητα για να συνεχίσουν να είναι πλήρως υπεύθυνα προς τον Εργοδότη του Έργου και στο Συμβόλαιο, με εξαίρεση την αποχώρηση της Miltiades». (iii) Αύξηση του ποσοστού συμμετοχής της Medcon και των Αιτητών στην Κοινοπραξία και/ή στο Έργο στο 55% και 35% αντίστοιχα, παρόλο που στην πραγματικότητα η μεταξύ τους συμμετοχή είναι 60% και 40%. (
  3. iv)Αλλαγή του ηγήτορα της Κοινοπραξίας. (
  4. v)Αλλαγή του εκπροσώπου της Κοινοπραξίας, από τον XXXXX Ιωάννου στον XXXXX Πιερίδη, ο οποίος είναι διοικητικός σύμβουλος της Medcon. (
  5. vi)Τροποποίηση του Final Consortium Agreement ημερομηνίας 17/12/2014 (Τεκμ.3 στην ΕΔΛΙ) και της εγγραφής της Κοινοπραξίας ώστε να αντικατοπτρίζει τις πιο πάνω αλλαγές. (vii) Αλλαγή της διεύθυνσης της Κοινοπραξίας για όλη την αλληλογραφία σε άλλη διεύθυνση στη Λευκωσία. Προκύπτει ότι, με βάση τα πιο πάνω, κανένα από τα κριτήρια που υιοθετήθηκαν στην Γεώργιος Κούτας ν. Δήμου Λευκωσίας (βλ. πιο πάνω σελ.13) για τα οποία οι Αιτητές θα έπρεπε να παρουσιάσουν τουλάχιστο εκ πρώτης όψεως υπόθεση ώστε να πείσουν ότι η Συμφωνία Εκχώρησης είναι ακυρώσιμη ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης κατά τα άρθρα 15 και 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ 149[1] πληρούνταν. Πιο συγκεκριμένα (
  6. i)Οι Αιτητές πριν να υπογράψουν τη Συμφωνία Εκχώρησης είχαν πλήρη γνώση των γεγονότων που δήθεν τους έδιδαν δικαίωμα να μην υπογράψουν τη Συμφωνία Εκχώρησης και/η να την αμφισβητήσουν ευθύς μετά. (
  7. ii)Οι Αιτητές δεν έλαβαν δικαστικά μέτρα εναντίον των Καθ' ων η αίτηση καθ' όσον χρόνο δήθεν οι ενάγοντες ασκούσαν αθέμιτη πίεση πάνω τους ή ευθύς μετά. (iii) Οι Αιτητές, μετά που υπέγραψαν τη Συμφωνία Εκχώρησης στις 24/11/2016 και μέχρι που παρέδωσαν τα Γραμμάτια την επομένη στις 25/11/2016 για φύλαξη από τους εμπιστευματοδόχους, αντί να την καταγγείλουν με την πρώτη ευκαιρία, προχώρησαν στην πληρωμή και της 2ης δόσης εκ €270.000 στις 31/1/2017, δηλαδή δύο
(2)μήνες μετά την υπογραφή της αφού κατέβαλαν και το ποσό της 1ης δόσης των €100.000. Οι Αιτητές στη συνέχεια, μαζί με τους Medcon προχώρησαν και γνωστοποίησαν στον Έφορο Εταιρειών τις αλλαγές που είχαν επέλθει εντός της Κοινοπραξίας. Δηλαδή, οι Αιτητές με την συμπεριφορά τους επέλεξαν να επιβεβαιώσουν (affirm) τη Συμφωνία Εκχώρησης και τα Γραμμάτια. (
  1. iv)Ούτε τότε ούτε και μέχρι την επιστολή των τότε Κυπρίων δικηγόρων τους ημερομηνίας 18/07/2018 (Τεκμ. 8 στην ΕΔΛΙ), που απέστειλαν στους Καθ' ων η αίτηση σε απάντηση της επιστολής/απαίτησης των τελευταίων ημερομηνίας 17/07/2018 (Τεκμ. 7 στην ΕΔΛΙ), με την οποία οι Καθ' ων η αίτηση ζήτησαν δυνάμει του όρου 3(
  2. p)την καταβολή της 3ης συμφωνημένης δόσης εκ €340.000, ενόψει του ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε εκδώσει το 2ο Πιστοποιητικό Ενδιάμεσης Πληρωμής και έκανε πληρωμή σε σχέση με αυτό προς την Medcon και τους Αιτητές, αμφισβήτησαν το έγκυρο της Συμφωνίας Εκχώρησης και των Γραμματίων Συνήθους Τύπου. (
  3. v)Δηλαδή, επέδειξαν τέτοια καθυστέρηση στο να αμφισβητήσουν τη Συμφωνία Εκχώρησης που, μαζί με το γεγονός ότι κατέβαλαν και δύο δόσεις έναντι του χρέους τους, συνιστά αποδοχή του έγκυρου της Συμφωνίας Εκχώρησης (
  4. vi)Οι Αιτητές πριν να υπογράψουν τη Συμφωνία Εκχώρησης είχαν σε όλα τα στάδια νομική καθοδήγηση. (vii) Οι Καθ' ων η αίτηση από της πλευράς τους, από της υπογραφής της Συμφωνίας Εκχώρησης, συμμορφούμενοι προς τις υποχρεώσεις τους, ενήργησαν σε βάρος τους αποχωρώντας από την διοίκηση της Κοινοπραξίας και γενικά από το Έργο και στο μόνο που απέβλεπαν έκτοτε ήταν η εξόφληση των οφειλών των Αιτητών, μιας και η Medcon έχει εξοφλήσει τις δικές της αντίστοιχες υποχρεώσεις. Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι επί της ουσίας δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά για να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η Δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λευκωσίας: Έστω όμως και αν η κατάληξη μου ήταν διαφορετική και έκρινα ότι πράγματι υπάρχει τέτοια διαφορά, η αίτηση και πάλι δεν θα διασωζόταν για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια. Με απόφαση της σε πανομοιότυπη αίτηση στη βάση των ίδιων γεγονότων, στην Αγ. Αρ. 2988/2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας η αδελφή Δικαστής κα Μ. Παπαδοπούλου, ΑΕΔ (όπως ήταν τότε) με ημερομηνία 18.12.2019, πού έχει ως αντικείμενο επίσης Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου ημερομηνίας 25/11/2016, που οι Αιτητές εξέδωσαν προς κάλυψη του ποσού των €340.000 που αναφέρεται στον όρο 3(
  5. q)της Συμφωνίας Εκχώρησης (Τεκμ. 16 στην ΕΔΛΙ), απέρριψε πανομοιότυπη αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 22/11/2018 για παραμερισμό της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας καταλήγοντας στα ακόλουθα τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας: «Συνεπώς εκείνο που πρέπει να εξεταστεί πρώτο είναι το κατά πόσο η υπό εκδίκαση αγωγή αφορά σε «ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας». Στην Έκθεση Απαιτήσεως δικογραφείται ότι αυτή εγείρεται ένεκα του ότι «οι Εναγόμενες αρ. 1 και 2 αρνούνται να συμμορφωθούν με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους δυνάμει του επίδικου Γραμματίου» το οποίο αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου ή εν πάση περιπτώσει έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και το οποίο δημιουργεί ανεξάρτητες και ξεχωριστές υποχρεώσεις από αυτές της Συμφωνίας Εκχώρησης. Ούτε και η ίδια η πλευρά των Εναγομένων αρ. 1 - Αιτητών δεν αμφισβητεί ότι στο σώμα του επίδικου Γραμματίου δεν υπάρχει ρήτρα για παραπομπή σε διαιτησία. Ουσιαστικά εκείνο που προωθείται στην σελίδα 31 της αγόρευσης τους είναι η πιο κάτω εισήγηση την οποία και θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια: «.προκύπτει ότι οι διαφορές που προκύπτουν από την Συμφωνία Εκχώρησης και τα γραμμάτια που δόθηκαν ως συνεπακόλουθο αυτής καλύπτονται από την ρήτρα διαιτησίας και το λεκτικό της αφού το λεκτικό «any terms» σε συνδυασμό με το "in connection with the terms» αποτελούν το πλέον πλατύ λεκτικό και τον όρο που καλύπτει τις περισσότερες διαφορές. Μάλιστα όπως φαίνεται το λεκτικό "in connection with the terms» το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην ρήτρα διαιτησίας δύναται να καλύψει και διαφορές που προκύπτουν από άλλο συμβόλαιο που σχετίζεται με το συμβόλαιο στο οποίο εμπεριέχεται η ρήτρα διαιτησίας, όπως δηλ. συμβαίνει στην εν προκειμένη περίπτωση». Εν πρώτοις θα πρέπει να τονιστεί ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν είναι καν τα ίδια στην Συμφωνία Εκχώρησης και στο Γραμμάτιο, οι δε Εναγόμενοι αρ. 2 δεν είναι συμβαλλόμενοι στην Συμφωνία Εκχώρησης. Θα ήταν, συνεπώς, παράδοξο να κριθεί ότι αυτοί δεσμεύονται από μία ρήτρα διαιτησίας με την οποία οι ίδιοι όχι μόνο δεν συμφώνησαν, αλλά αντιθέτως συμφώνησαν ρητά για αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ακόμα, όμως, και αν δεν προβλημάτιζε η ύπαρξη των Εναγομένων αρ. 2 δεν μπορεί να αγνοηθεί η συγκεκριμένα παρατεθείσα βούληση των συμβαλλομένων μερών. Με συνειδητή επιλογή αυτών εισήχθη στο επίδικο Γραμμάτιο πρόνοια για αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αυτό παρά το ότι γνώριζαν ότι στην Συμφωνία Εκχώρησης υπήρχε πρόνοια για παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία. Παραπέμπω στην απόφαση Credit Suisse First Boston (Europe) Ltd v MLC (Bermuda) Ltd
(1999)1 Lloyd's Rep.777 στην οποία παρέπεμψε και ο κ. Αραούζος, όπου το ζήτημα τίθεται σαφέστατα: «.where different agreements are entered into for different aspects of an overall relationship, and those different agreements contain different terms as to jurisdiction, it would seem to be applying too broad and indiscriminate a brush simply to ignore the parties' careful selection of palette». Κατ' επέκταση με δεδομένο ότι το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου συνιστά αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν διέπεται από την ρήτρα διαιτησίας που υπάρχει στην Συμφωνία Εκχώρησης αλλά από την πρόνοια επί του σώματος του ιδίου του Γραμματίου περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας». Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση δικαίως κρίνω ενόψει της ταυτοσημίας των εγειρόμενων ζητημάτων μεταξύ της παρούσας αίτησης και εκείνης στην Αγωγή Αρ. 2988/2018 προτάσσει τη θέση ότι προκύπτει τώρα και ζήτημα res judicata εφόσον οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Θα προχωρήσω όμως και στην εξέταση των ακόλουθων ζητημάτων τα οποία σφραγίζουν την τύχη της αίτησης: Το άρθρο 9 του Ν. 101/1987 Η εμβέλεια και ο σκοπός του άρθρου 9 του Ν. 101/1987 εξετάστηκε στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ FINVISION HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Aίτηση Αρ. 57/2018, 10/7/2018 με βάση το σκεπτικό της οποίας το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα με το οποίο παρεμποδίζεται η προώθηση της αγωγής, κάτι που ουσιαστικά καλύπτει το αιτητικό Α. Λέχθηκαν δε τα εξής προς επίρρωση του ισχυρισμού (λόγου ένστασης 2), ότι ούτε το άρθρο 9 του Ν.101/1987 ούτε και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), παρέχει έρεισμα για επιδίωξη των αιτούμενων διαταγμάτων: «.Ο Νόμος θεσπίστηκε με βάση το πρότυπο Νόμου που ετοιμάστηκε στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών (Uncitral Model Law on International Commercial Arbitration 1985) (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG
(1999)1 ΑΑΔ 585).H πρότυπη διάταξη του Άρθρου 9 αναφέρεται σε «interim measure of protection». Με βάση το πρότυπο Uncitral ετοιμάστηκε και ο Arbitration Act 1996 της Αγγλίας όπου, στο άρθρο 44 που αντιστοιχεί στο δικό μας άρθρο 9, προσδιορίστηκαν, κατά τρόπο εξαντλητικό, τα διατάγματα που είναι δυνατό να δοθούν υπό την έννοια των «συντηρητικών μέτρων». Πρόκειται σαφώς για μέτρα που σκοπό έχουν να προστατεύσουν περιουσία ή να διατηρήσουν μαρτυρία για τους σκοπούς ή σε σχέση με την διαιτησία. Όσο κι αν ο δικός μας νόμος δεν έχει επεκταθεί σε περιπτωσιολογική ρύθμιση, εξ ορισμού είναι, κατ' αρχάς, που η εξουσία απαγόρευσης αγωγής ή διαιτησίας σε ξένη χώρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «συντηρητικό» ή προστατευτικό μέτρο. Ο όρος αυτός έχει την έννοια είτε της προστασίας του status quo ante με συντηρητικά διατάγματα, είτε της εξασφάλισης και διατήρησης μαρτυρίας. Εκτός εάν θα διευρυνόταν νομοθετικά η έννοια του. .. Πέραν τούτου, σημαντική είναι η υπόδειξη που έγινε στην ίδια υπόθεση ότι ένα αντι-αγωγικό διάταγμα δεν δίδεται για τους σκοπούς και σε σχέση με τη διαδικασία διαιτησίας, αλλά προς το σκοπό εφαρμογής της αρνητικής υπόσχεσης που περιλαμβάνεται σε μια συμφωνία διαιτησίας να μην ληφθούν μέτρα στην αλλοδαπή. Πρόκειται για εκδήλωση προϋπάρχουσας αρχής της επιείκειας προς καταστολή καταχρηστικής και ανέντιμης συμπεριφοράς που κωδικοποιήθηκε στο s. 37 στο αντίστοιχο δικό μας άρθρο 32. Στο ίδιο ζήτημα επανήλθε το High Court στην υπόθεση Southport Success S.A. v. Tsingshan Holding Group Co. Ltd [2015] HC 1974 (Comm), όπου διευκρινίστηκε περαιτέρω ο λόγος της Ust-Kamenogorsk έγκειται στη διαπίστωση ότι «the power to grant an anti-suit injunction to enforce a negative promise comes from s 37 as opposed to s. 44». Επειδή ακριβώς είναι το αντίθετο που συμβαίνει στην περίπτωση εδώ, δηλαδή τα μέρη συμφώνησαν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΕΔ Λευκωσίας σε ότι αφορά το επίδικο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου, δεν μπορεί να λεχθεί ότι δικαιολογείται διαζευκτικά η επίκληση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου λόγω δήθεν μιας ανέντιμης συμπεριφοράς εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση να μην τηρήσουν μια υπόσχεση να μη προσφύγουν στο Δικαστήριο. Το άρθρο 8 του Ν. 101/1987 Οι Αιτητές στηρίζουν την Αίτηση τους και στο άρθρο 8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν.101/1987), που είναι βασισμένος στο Uncitral Model Law on International Commercial Arbitration, και το οποίο έχει ως ακολούθως: 8.-
(1)Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα oριζόμεvα στo εδάφιo
(1)δεv απoτελεί κώλυμα για τηv έvαρξη ή τη συvέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή τηv έκδoση τελικής διαιτητικής απόφασης, εv όσω τo επίδικo θέμα εκκρεμεί εvώπιov τoυ Δικαστηρίoυ. Ένα από τα ζητούμενα κάθε φορά που εγείρεται ζήτημα παραπομπής σε διαιτησία με βάση το άρθρο 8 του Ν. 101/1987 είναι κατά πόσο «το ζήτημα αποτελεί αντικείμενο της συμφωvίας περί διαιτησίας». Το άλλο ζητούμενο, είναι κατά πόσο η συμφωνία παραπομπής/ρήτρα διαιτησίας είναι «δεκτική εκτέλεσης» ζήτημα που θα συζητηθεί πιο κάτω. Η δεύτερη προϋπόθεση θα με απασχολήσει στη συνέχεια, αρκεί εδώ να αναφερθεί ότι σύμφωνα με το νόμο μας, ζητήματα δόλου και συναφών παραπόνων/αγωγίμων δικαιωμάτων δεν δύνανται να επιλύονται με διαιτησία. Το άρθρο 8
(1), στη βάση του οποίου ζητείται η αναστολή και παραπομπή σε διαιτησία, είναι πανομοιότυπο με τα Section 9
(1)και 9
(4)του Αγγλικού Arbitration Act 1996, που έχει ως ακολούθως: «9. Stay of legal proceedings.
(1)A party to an arbitration agreement against whom legal proceedings are brought (whether by way of claim or counterclaim) in respect of a matter which under the agreement is to be referred to arbitration may (upon notice to the other parties to the proceedings) apply to the court in which the proceedings have been brought to stay the proceedings so far as they concern that matter.
(2)An application may be made notwithstanding that the matter is to be referred to arbitration only after the exhaustion of other dispute resolution procedures.
(3)An application may not be made by a person before taking the appropriate procedural step (if any) to acknowledge the legal proceedings against him or after he has taken any step in those proceedings to answer the substantive claim.
(4)On an application under this section the court shall grant a stay unless satisfied that the arbitration agreement is null and void, inoperative, or incapable of being performed.
(5)If the court refuses to stay the legal proceedings, any provision that an award is a condition precedent to the bringing of legal proceedings in respect of any matter is of no effect in relation to those proceedings». Επανέρχεται όμως το ερώτημα ως προς το ποιό είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής (στα Αγγλικά "matter") σύμφωνα με το Κλητήριο Ένταλμα; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη και δεν είναι άλλο από τη διαφορά στη βάση του επίδικου Γραμματίου Συνήθους Τύπου για €340.000 και η Εγγύηση που περιέχονται στο Τεκμ. 9 στην ΕΔΛΙ και όχι οτιδήποτε άλλο, που θα ενέπιπτε στον όρο 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης ώστε να μπορεί να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Στην υπόθεση Mammous Yiannis Georgios και άλλοι ν. Mike Willstrop και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 90 το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «Για να τυγχάνει εφαρμογής η ρήτρα διαιτησίας θα πρέπει η διαφορά να εμπίπτει σε, και να καλύπτεται από, αυτή». Στο σύγγραμμα Redfern and Hunter on International Arbitration 5th Ed. διαβάζουμε τα ακόλουθα στην παράγραφο 5.85: «An arbitral tribunal may only validly resolve those disputes that the parties have agreed that it should resolve. This rule is an inevitable and proper consequence of the voluntary nature of arbitration. In consensual arbitration, the authority or competence of the arbitral tribunal comes from the agreement of the parties; indeed, there is no other source from which it can come». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένα διαιτητικό δικαστήριο μπορεί έγκυρα να λύει μόνο εκείνες τις διαφορές που τα μέρη έχουν συμφωνήσει να θέσουν ενώπιόν του. Ο κανόνας αυτός είναι μία αναπόφευκτη και ορθή συνέπεια της θεληματικής φύσης της διαιτησίας. Στη συναινετική διαιτησία, η εξουσία του διαιτητικού δικαστηρίου προκύπτει από τη συμφωνία μεταξύ των μερών· πράγματι, δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πηγή από την οποία να μπορεί να προέρχεται». Απόλυτα σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι η πολύ πρόσφατη αγγλική υπόθεση China Export & Credit Insurance Corporation v. Emerald Energy Resources Limited [2018] EWHC 1503 (Comm), 22 June 2018 στην οποία εύστοχα με παρέπεμψε ο κ. Αραούζος και στην οποία εξετάστηκε κατά πόσο το Δικαστήριο θα έκανε δεκτό το αίτημα των εναγόμενων (Emerald) υπέρ της αναστολής μιας διαδικασίας που καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες (Sinosure) στη βάση μιας Υποσχετικής Σημείωσης (Promissory Note) για S$66,500,000 που είχε εκχωρηθεί προς όφελος των εναγόντων (Sinosure) από τρίτους και η οποία στην ουσία αποτελούσε εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις της Emerald. Αυτή η Υποσχετική Σημείωση ήταν μια ανάληψη υποχρέωσης χρέους, όπως ακριβώς στην παρούσα περίπτωση το επίδικο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου, και είχε εκδοθεί στα πλαίσια γραπτών συμφωνιών, που εκείνες αποτελούσαν το υπέδαφος των σχέσεων των πλευρών, όπως δηλαδή τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου και η Συμφωνία Εκχώρησης. Η Υποσχετική Σημείωση είχε τον εξής όρο μη-αποκλειστικής δικαιοδοσίας υπέρ των αγγλικών δικαστηρίων (NEJC - Non-Exclusive Jurisdiction Clause), σε αντίθεση με τον όρο στα Γραμμάτια στην παρούσα υπόθεση που δίνει αποκλειστική δικαιοδοσία στο ΕΔ Λευκωσίας. «This Promissory Note shall in all respects be governed by and construed in accordance with the laws of England. The issuer hereby submits to the non-exclusive jurisdiction of the English courts in respect of any legal action or proceedings arising out of or in connection with this Promissory Note». Η Emerald ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας με βάση το Section 9
(1)του Αγγλικού Arbitration Act 1996 στην βάση του ότι η αξίωση με βάση την Υποσχετική Σημείωση θα έπρεπε, με βάση ένα όρο διαιτησίας σε τρείς ξεχωριστές συμφωνίες (
  1. i)την λεγόμενη Farm-In Agreement ("the FIA"); (
  2. ii)την λεγόμενη Joint Interests Operating Agreement ("the JIOA") και (iii) την λεγόμενη the Technical Services Agreement ("the TSA"), να παραπεμφθεί σε διαιτησία στο Λονδίνο. Αναφέρονται τα ακόλουθα: «15 The FIA (cl. 18), JIOA (cl. 18.2) and TSA (cl. 10) contain identical dispute resolution clauses ("the Arbitration Clause") as follows: "The Parties agree that their first course of action in the event of a dispute shall be to attempt to resolve the dispute without the intervention of outside parties. Should they be unable to do so, any dispute, controversy, or claim arising out of or in relation to or in connection with this Agreement, including without limitation any dispute as to the construction, validity, interpretation, enforceability, or breach of this Agreement, shall be exclusively and finally settled by arbitration under the Rules of the London Court of International Arbitration (or its successor), which Rules are deemed to be incorporated by reference into this clause. The arbitration shall take place in London, England. The tribunal shall consist of five
(5)members, of whom each Party shall appoint one
(1)member, and the four
(4)so appointed shall choose the fifth arbitrator. The fifth arbitrator must be a qualified petroleum engineer, geologist, or physicist. The language of the arbitration shall be English. The decision of the Arbitrators shall be final and binding upon the Parties». Ήταν η θέση της Emerald ότι η απαίτηση της Sinosure με βάση την Υποσχετική Σημείωση θα έπρεπε να υπαχθεί σε διαιτησία για τον λόγο ότι ήταν κατ' ισχυρισμό αντικείμενο/matter του διαιτητικού όρου εφόσον η επίκληση της Υποσχετικής Σημείωσης από τους ενάγοντες ήταν επακόλουθο μιας ισχυριζόμενης παράβασης εκ μέρους τους των λεγόμενων 'Farm-In Agreements' που ήταν τέσσερις συμφωνίες. Το επιχείρημα αυτό είναι πανομοιότυπο με εκείνο των Αιτητών στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με τη συνάφεια της Συμφωνίας Εκχώρησης και του επίδικου Γραμματίου Συνήθους Τύπου. Το αγγλικό δικαστήριο, αφού ανέλυσε όλη την προηγούμενη νομολογία και υιοθέτησε το σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Dicey, Morris and Collins on the Conflict of Laws (14 ed, 2006), απέρριψε την θέση των εναγόμενων στο μέρος της απόφασης του με την επικεφαλίδα «Is Sinosure's claim on the Note covered by the Arbitration Clause and therefore liable to be stayed under section 9 of the 1996 Act». Λέχθηκαν δε τα ακόλουθα: Προκύπτουν τα ακόλουθα από μελέτη της απόφασης αυτής: (
  1. i)ακόμη και στις περιπτώσεις που με δύο ή περισσότερες συμφωνίες μεταξύ των μερών παραχωρείται δικαιοδοσία σε περισσότερα από ένα δικαστήρια (εθνικά ή διαιτητικά) με αποτέλεσμα να διασπώνται (fragmented) oι διαφορές, αυτό που έχει σημασία είναι ότι στις περιπτώσεις που τέτοιες συμφωνίες έχουν ετοιμαστεί προσεκτικά από επαγγελματίες, τότε θα πρέπει να ισχύσουν τα συμφωνηθέντα, (
  2. ii)είναι αδιάφορο το ότι οι διαδικασίες θα σπάσουν και θα εκκρεμούν ενώπιον δύο ή περισσοτέρων δικαστηρίων, και (iii) υπερισχύει η πρόθεση των μερών με βάση συνήθεις κανόνες ερμηνείας. Επομένως, εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνω ότι τo αντικείμενο/matter του επίδικου Γραμματίου είναι διαφορετικό από εκείνο της Συμφωνίας Εκχώρησης και ο όρος στο επίδικο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου που δίδει στο ΕΔ Λευκωσίας αποκλειστική δικαιοδοσία είναι ξεκάθαρος. Θα συμφωνήσω δε με την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ότι ο λόγος όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι απλός: (
  3. i)Με τη Συμφωνία Εκχώρησης οι πλευρές, με τη βοήθεια των δικηγόρων τους, έλυσαν μέσα από διαπραγματεύσεις τις διαφορές τους και κατέληξαν στα ποσά που οι Medcon και οι Αιτητές θα κατέβαλλαν στους Καθ' ων η αίτηση και στην Miltiades έναντι της παραχώρησης/εκχώρησης από τους τελευταίους των όποιων εισοδημάτων από την επιχείρηση της Κοινοπραξίας και αποχώρησης από την διεύθυνση της. (
  4. ii)Οι μεν Medcon παραχώρησαν στους Καθ' ων η αίτηση για το ποσό που είχαν να λαμβάνουν τραπεζιτική εγγυητική επιστολή για €190.000 (σχετικό το Τεκμ. 5 στην ΕΔΛΙ), οι δε Αιτητές εξέδωσαν τρία Γραμμάτια Συνήθους Τύπου προς εξασφάλιση των τριών δόσεων εκ €270.000, €340.000 και €340.000, και (iii) Δεν υφίστατο άλλο ζήτημα προς επίλυση. Στην υπόθεση Sebastian Holdings Inc v. Deutsche Bank AG
(2010)EWCA Civ 998 στην οποία βασίστηκε το δικαστήριο στην China Export & Credit Insurance Corporation v. Emerald, το δικαστήριο σκιαγράφησε τους κανόνες που πρέπει να ακολουθούνται στις περιπτώσεις όπου δύο ή περισσότερες ρήτρες δικαιοδοσίας τυγχάνουν επίκλησης σε μία συμβατική διαφορά και ειδικότερα, όταν περισσότερες αλληλένδετες συμβατικές σχέσεις περιλαμβάνουν αντιφατικές ρήτρες δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο θα πρέπει πρωτίστως να κάνει ερμηνεία των δύο αντιφατικών διατάξεων. Ταυτόχρονα, κατά την διαμόρφωση της κρίσης του, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις προθέσεις των μερών όπως αυτές αποκαλύπτονται από τις μεταξύ τους συμφωνίες, καθώς και τη φύση της επίδικης διαφοράς ώστε να μπορεί στη συνέχεια να την εντάξει στη συμφωνία με την οποία το αντικείμενο σχετίζεται περισσότερο. Στην Sebastian (πιο πάνω) το Δικαστήριο υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι απαραίτητος παράγοντας είναι να διερευνηθεί σε ποια από τις διάφορες αλληλοσυνδεόμενες συμβατικές συμφωνίες υπάγεται πράγματι η διαφορά και αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο με την αναζήτηση του κέντρου βάρους της κάθε διαφοράς. Είναι προφανές ότι στην παρούσα υπόθεση η διαφορά υπάγεται στο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου και είναι με αυτό που καλείται το Δικαστήριο ν' ασχοληθεί. Με αναφορά στην υπόθεση Credit Suisse First Boston (Europe) Ltd v. MLC (Bermuda) Ltd
(1999)1 Lloyd's Rep. 777, το Δικαστήριο στην Sebastian (πιο πάνω), τόνισε ότι δεν μπορείς εύκολα να αγνοείς το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα μέρη σε μια σειρά από διαφορετικές συμφωνίες που αποτελούν ένα πλέγμα συνολικής διευθέτησης επέλεξαν προσεκτικά διαφορετικές δικαιοδοσίες επίλυσης των διαφορών που μπορούν να προκύψουν απ' αυτές: «where different agreements are entered into for different aspects of an overall relationship, and those different agreements contain different terms as to jurisdiction, it would seem to be applying too broad and indiscriminate a brush simply to ignore the parties' careful selection of palette». Πέραν των πιο πάνω στην Σιγκαπουριανή υπόθεση στην οποία με παρέπεμψε επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση Transocean Offshore International Ventures Ltd v. Burgundy Global Exploration Corp [2010] SGHC 31 υπήρχαν δύο αλληλένδετες συμβατικές συμφωνίες με συγκρουόμενες, όμως, ρήτρες δικαιοδοσίας που το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης κλήθηκε να ερμηνεύσει. Συγκεκριμένα, τα μέρη σύναψαν δύο συμφωνίες, η πρώτη από τις οποίες είχε σκοπό την παροχή από την Transocean στην Burgundy υπηρεσιών γεώτρησης (Drilling Contract) περιείχε τον εξής όρο διαιτησίας: «25.1 Arbitration, The following Dispute Resolution provision shall apply to this Contract. (a) Any dispute, controversy or claim arising out of or in relation to or in connection with this Contract, including without limitation any dispute as to the construction, validity, interpretation, enforceability, performance, expiry, termination or breach of this Contract whether based on contract, tort or equity, shall be exclusively and finally settled by arbitration in accordance with this Article XXV. Any Party may submit such a dispute, controversy or claim to arbitration by notice to the other Party. (b) The arbitration shall be heard and determined by three
(3)arbitrators. Each side shall appoint an arbitrator of its choice within fifteen
(15)days of the submission of a notice of arbitration. The Party-appointed arbitrators shall in turn appoint a presiding arbitrator of the tribunal within thirty
(30)days following the appointment of both Party-appointed arbitrators. If the Party-appointed arbitrators cannot reach agreement on a presiding arbitrator of the tribunal and/or one Party refuses to appoint its Party-appointed arbitrator within said thirty
(30)day period, the appointing authority for the implementation of such procedure shall be the London Court of International Arbitration ("LCIA"), who shall appoint an independent arbitrator who does not have any financial interest in the dispute, controversy or claim. All decisions and awards by the arbitration tribunal shall be made by majority vote. (
  1. c)Unless otherwise expressly agreed in writing by the Parties to the arbitration proceedings: i. The arbitration proceedings shall be held in Singapore; ii. The arbitration proceedings shall be conducted in the English language and the arbitrator(
  2. s)shall be fluent in the English language; iii. The arbitrator(
  3. s)shall be and remain at all times wholly independent and impartial; iv. The arbitration proceedings shall be conducted under the LCIA Rules, as amended from time to time ("LCIA Rules"), which Rules are deemed to be incorporated by reference into this Section 25.1; v. Any procedural issues not determined under the LCIA Rules shall be determined by the applicable laws of Singapore, other than those laws, which would refer the matter to another jurisdiction;». Παράλληλα προς την συμφωνία γεώτρησης, τα μέρη, την επόμενη μέρα, υπέγραψαν και μια συμφωνία "Escrow Agreement" η οποία αποτελούσε προέκταση της προηγούμενης βασικής συμφωνίας, με βάση την οποία Τransocean ανέλαβε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να καταβάλει σε τραπεζικό καταπιστευματοδόχο το αρχικό ποσό των US$16.5m σε συγκεκριμένη ημερομηνία και επίσης περαιτέρω ποσά κάθε μήνα προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Τransocean προς την Burgundy. To Escrow Agreement περιείχε τον εξής όρο μη-αποκλειστικής δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων της Σιγκαπούρης : «Clause 6.2(
  4. a)Each of the Parties irrevocably submits to and accepts generally and unconditionally the nonexclusive jurisdiction of the courts and appellate courts of Singapore with respect to any legal action or proceedings which may be brought at any time relating in any way to this Agreement. Clause 6.2(
  5. b)Each of the Parties irrevocably waives any objection it may now or in the future have to the venue of any action or proceedings, and any claim it may now or in the future have that the action or proceeding has been brought in an inconvenient forum». Επειδή η Transocean παρέβηκε τις υποχρεώσεις της κάτω από το Escrow Agreement, η Βurgundy καταχώρησε αγωγή στα δικαστήρια της Σιγκαπούρης και αξίωσε αποζημιώσεις με βάση το Escrow Agreement. Oι εναγόμενοι ζήτησαν αναστολή της διαδικασίας στη βάση του όρου διαιτησίας του Drilling Contract. To Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης απέρριψε την αίτηση κάνοντας τα εξής ευρήματα με αναφορά σε Αγγλικές και Σιγκαπουριανές αποφάσεις οι οποίες υιοθετούνται καθώς παρόμοια ισχύουν και στην περίπτωση μας. Αποδέχθηκε τη θέση των εναγόντων ότι το Escrow Agreement, όπως το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου στην παρούσα περίπτωση, ήταν αυθύπαρκτο και ανεξάρτητο από τη βασική συμφωνία και σκόπιμα τα συμβαλλόμενα μέρη έθεσαν πιθανές διαφορές με βάση τους όρους του στη δικαιοδοσία των Σιγκαπουριανών δικαστηρίων έτσι ώστε να παρέχεται μια πιο εύκολη και γρηγορότερη θεραπεία στους ενάγοντες σε περίπτωση που οι εναγόμενοι δεν θα συμμορφώνονταν και δεν θα κατέβαλλαν τα χρήματα στον εμπιστευματοδόχο λογαριασμό, από τον οποίο θα πληρώνονταν οι ενάγοντες. Ακριβώς αυτό συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση με τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου, για τα οποία η νομολογία μας επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα τους στο Κυπριακό νομικό σύστημα και ότι χρήζουν αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Αυτό, όμως δεν εμποδίζει τους Αιτητές να προωθήσουν τους ίδιους ισχυρισμούς περί ακυρότητας των Γραμματίων. Κατ' ακρίβεια, οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Δεν μπορεί δε να παραγνωριστεί ότι οι Αιτητές μετά από 1 χρόνο και 8 μήνες που υπέγραψαν τη Συμφωνία Εκχώρησης στις 24/11/2016 και τα Γραμμάτια την επομένη στις 25/11/2016, για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους, επικαλούνται την υπεράσπιση του εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης αποφεύγοντας ουσιαστικά να συμμορφωθούν με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους. Το Σιγκαπουριανό δικαστήριο ανέφερε ακόμα ότι, όσο και αν η βασική συμφωνία Drilling Contract και το Escrow Agreement συνδέονταν μεταξύ τους, δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί κατά τρόπο εξυπακουόμενο πως στη δεύτερη συμφωνία (Escrow Agreement) μπορούσε να ενσωματωθεί ο όρος διαιτησίας της πρώτης συμφωνίας (Drilling Contract). Αυτό ακριβώς είναι που συνέβη και στην παρούσα υπόθεση, διότι οι διάδικοι σκόπιμα, θα έλεγα, συμφωνώντας με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση, συμφώνησαν και έδωσαν αποκλειστική δικαιοδοσία στο ΕΔ Λευκωσίας για τους σκοπούς του επίδικου Γραμματίου και το εξαίρεσαν για τον σκοπό αυτό από τον διαιτητικό όρο της Συμφωνίας Εκχώρησης. Το λεκτικό του όρου διαιτησίας στη βασική συμφωνία Drilling Contract ήταν τέτοιο που θα έπρεπε να ερμηνευθεί ως να εφαρμοζόταν σε διαφορές με βάση εκείνη και όχι τη συμφωνία Escrow Agreement. Το ίδιο ισχύει και για τον όρο 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης, μέσα από την οποία ρυθμίστηκε με τον όρο 3 το χρηματικό αντάλλαγμα που θα έπρεπε η Medcon και οι Αιτητές να καταβάλουν προκειμένου να αποκτήσουν τα μερίδια των Καθ' ων η αίτηση και της Miltiades στα κέρδη (Economic Rights). Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ως προς το ύψος του ανταλλάγματος. Το Σιγκαπουριανό δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του αναφέρει σχετικά για τον όρο 25 της βασικής συμφωνίας Drilling Contract, που είναι παρόμοιος με τον Όρο 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης τα ακόλουθα: «..22 Second, despite its apparent width, Art 25, as properly construed, did not extend to the claim in question. From the wording of the arbitration clause, it was clear that Art 25 was principally concerned with claims and disputes arising out of or in relation to the Drilling Contract, even though it also extended to those "in connection with" the Drilling Contract. After the general words "[any dispute, controversy or claim arising out of or in relation to or in connection with this Contract", the examples of the types of dispute included were all those arising out of the Drilling Contract. Article 25.1 made repeated references to the phrase "this Contract". Further, Art 25.1(
  6. a)was preceded by an introductory sentence, which explicitly limited the parameters of the dispute resolution clause to cover claims arising out of the Drilling Contract only, as opposed to the Escrow Agreement: "The following Dispute Resolution provision shall apply to this Contract". This ought not to be dismissed as mere verbiage. Despite Art 25's apparent width, a dispute squarely under the Escrow Agreement and having at best a tenuous connection with the Drilling Contract ought not to be governed by Art 25 when cl 6.2 of the Escrow Agreement was clearly by far the more proximate dispute resolution clause. 23 I was reinforced in my view by Coop International Pte Ltd v Ebel SA [1998] 1 SLR(R) 615 ("Coop International"), a case concerning a subsequent agreement which did not contain an arbitration clause even though the original agreement that was subsequently terminated did. Parallels could be drawn between the arbitration clause in Coop International which covered "any dispute arising out of or in connection with the present agreement ." [emphasis added], and Art 25.1 of the Drilling Contract, in that both were drafted broadly. In construing the arbitration clause, Chan Seng Onn JC held that the arbitration clause in the original agreement did not extend to a dispute which arose out of the subsequent agreement. He rejected the respondents' argument which was based on the width of the arbitration clause and applied instead a test of "sufficient connection or relation" to the agreement containing the arbitration clause. The following remarks of Chan JC bear repetition: 24 Counsel for the respondents submitted that the dispute in question fell within the scope of the arbitration clause 12.2 as it was worded in very wide terms covering 'any disputes arising out of or in connection with' the distributorship agreement. 25 Certainly the words of the clause are of wide import but its scope is not unlimited. The issues in dispute must still have arisen out of or be reasonably connected with the distributorship agreement. If the dispute concerns a breach of the agreement itself or the proper interpretation of the terms of the distributorship agreement, then the arbitration clause would cover it. 26 However, if the parties subsequently enter a new agreement or a series of new agreements which do not have any arbitration clauses, and the dispute concerns these new agreements and not the original distributorship agreement, it becomes much less clear (
  7. a)whether the dispute in fact has any connection at all with the original agreement; and (
  8. b)whether the arbitration clause contained in the original agreement is applicable at all to the later agreements. 27 Hence, if a dispute concerns a transaction entirely unrelated to the distributorship agreement, I do not think that the arbitration clause 12.2 as drafted is capable of governing that dispute. Where the present dispute does not arise from the terms of the distributorship agreement or from the execution of that agreement itself, I find it difficult to see how the arbitration clause 12.2 can be applicable. [emphasis added] 24 Chan JC found support for his observations in Kianta Osakeyhtio v Britain & Overseas Trading Co Ltd [1954] 1 Lloyd's Rep 247 where Morris LJ at 252: The compensation agreement itself in one sense arose out of the 1937 contract, but the compensation agreement, as it seems to me, was a new agreement and self-contained agreement. It was an agreement which had an independent existence. The dispute which arose out of that compensation agreement concerning its meaning was not in my view a dispute arising either out of the interpretation or the fulfilment of the contract of 1937. [emphasis added]». Το Σιγκαπουριανό δικαστήριο δεν δέχθηκε τη θέση ότι η συμφωνία Escrow Agreement ήταν απλώς μια προέκταση της πρώτης βασικής συμφωνίας Drilling Contract και ότι τα δύο έπρεπε να διαβαστούν ως μια συμφωνία. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο δικαιοδοτικός όρος στη δεύτερη συμφωνία που έδιδε δικαιοδοσία στα Σιγκαπουριανά δικαστήρια, θα έπρεπε να αγνοηθεί και δεν ήταν επιτρεπτό. Παρόμοια και στην παρούσα υπόθεση όπου το Δικαστήριο, αν αγνοήσει τον συγκεκριμένο όρο στο επίδικο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου, είναι ως να τον διαγράφει και να αποποιείται της ευθύνης που έχει να εκδικάσει την διαφορά. Το Δικαστήριο της Σιγκαπούρης αποφάσισε ότι ορθά η αγωγή καταχωρήθηκε ενώπιον του αντί ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου, εφόσον η διαφορά μεταξύ των μερών ήταν αμιγώς συνδεδεμένη με τον πυρήνα και το αντικείμενο της δεύτερης συμφωνίας Escrow Agreement και όχι με την πρώτη βασική συμφωνία Drilling Contract. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η δημιουργία μιας ειδικότερης συμφωνίας (Escrow Agreement) που καθόριζε λεπτομερώς ορισμένα από τα ζητήματα της βασικής συμφωνίας, αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα που φανέρωνε την πρόθεση των μερών να επιλύσουν οποιεσδήποτε διαφορές σχετικά με την ειδικότερη συμφωνία στα Δικαστήρια της Σιγκαπούρης και όχι στα Διαιτητικά Δικαστήρια. «Clause 6.2 of the Escrow Agreement prevailed over Art 25.1 of the Drilling Contract 25 Third, the defendant's approach to the Escrow Agreement and the Drilling Contract was to look upon the former as an extension of the latter and/or to construe the two together as though they were one document. The implicit assumption of the defendant's case was that Art 25 was of general application. Even if the Escrow Agreement was regarded as an extension of the Drilling Contract or as one with the latter, the defendant's position was still untenable. Clause 6.2 of the Escrow Agreement did not purport to deal with any disputes arising out of the Drilling Contract. Instead, it focussed only on claims arising out of the Escrow Agreement. This was clear from the wording of cl 6.2(a), which explicitly provided for the non-exclusive jurisdiction of the Singapore courts: . with respect to any legal action or proceedings which may be brought at any time relating in any way to this Agreement (ie, the Escrow Agreement). [emphasis added] It is also a trite canon of construction that the general should give way to the specific. Given the specificity of cl 6.2 of the Escrow Agreement, it overrode Art 25 as the claim arose out of the Escrow Agreement». Ερχόμενος τώρα στις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών είναι γεγονός ότι το επίδικο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου, προνοεί και ετήσιο τόκο 0.1% επί του ποσού των €340.000 από τις 25/11/2016 σε αντιδιαστολή με τον όρο 3 της Συμφωνίας Εκχώρησης που δεν προνοεί καθόλου τόκο. Εύλογα προκύπτει ότι ο λόγος που τέθηκε τόκος οφείλεται αφενός στο ότι θα έπρεπε τα Γραμμάτια να προνοούν για τόκο ώστε να πληρούνται όλα τα νομικά χαρακτηριστικά ενός Γραμματίου με βάση το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου και αφετέρου, επειδή ήταν για όλους δεδομένο και η πρόθεση ότι θα τηρούνταν τα συμφωνηθέντα αναφορικά με την εξόφληση των οφειλόμενων χωρίς καθυστέρηση, τα μέρη επέλεξαν μόνο ένα ονομαστικό επιτόκιο της τάξης 0.1% ώστε να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της συμφωνίας. Με αυτή την αντίκριση συνάδει και η αλληλογραφία (battle of the forms) που ανταλλάχθηκε στην περίοδο 24/11/2016-25/11/2016 μεταξύ των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση και των Ολλανδών δικηγόρων των Αιτητών BRDGS B.V αναφορικά με το λεκτικό των Γραμματίων, η οποία είναι μέρος του Τεκμ. 15 στην ΕΔΛΙ. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση με παρέπεμψε στην αγόρευση του στο Τεκμ. 15 που είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 3/9/2018 των δικηγόρων των Αιτητών προς τους νυν δικηγόρους τους στην Κύπρο με το οποίο ήθελαν να τους ενημερώσουν για το πραγματικό ιστορικό πριν της υπογραφής της Συμφωνίας Εκχώρησης αλλά και των Γραμματίων και των αντίστοιχων Εγγυήσεων από τους Αιτητές και τους Εναγόμενους 2. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 25/11/2016 που έστειλαν στις 5.07μμ οι δικηγόροι των Αιτητών και των Εναγόμενων 2 προς τους δικηγόρους όλων των υπολοίπων πλευρών αναφέρουν τα εξής: Dear All, I confirm agreement on the contents of the Bonds In Customary Form. Met vriendelijke groet, Kind regards, BRDGS B.V. XXXXX Eitje Ήταν δε σε απάντηση ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 25/11/2016, επίσης μέρος του Τεκμ.15, που έστειλαν οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση στις 15.50μμ προς όλους τους εμπλεκόμενους, περιλαμβανομένων και των Ολλανδών δικηγόρων των Αιτητών με το οποίο τους κάλεσαν να ξεκαθαρίσουν κατά πόσο οι όροι των Γραμματίων ήταν αποδεκτοί: «.The issue though is whether we have an agreement on the contents of the Bonds/Guarantees. Do we? . Η απόφαση στην Transocean Offshore International Ventures Ltd v Burgundy Global Exploration Corp υιοθετήθηκε από τον δικαστή Mr Justice Blair στην Αγγλική υπόθεση PT Thiess Contractors Indonesia v PT Kaltim Prima Coal, Standard Chartered Bank, Singapore Branch [2011] EWHC 1842 (Comm) η οποία έτυχε επιδοκιμασίας στην China Export & Credit Insurance Corporation v. Emerald είναι σχετική: «40 KPC's central point is that, given the wide terms of the arbitration agreement in the OAMS extending to "any difference or dispute between the parties arising under or in connection with this Agreement", the claim under the CDA (however formulated) falls within the agreement, and therefore falls under the mandatory statutory stay as being "in respect of a matter which under the agreement is to be referred to arbitration". Its alternative submissions essentially have to do with practical aspects of the relationship between the arbitration and the English action if both proceed at the same time. The latter will raise issues, it says, that fall to be determined by the arbitrators, and the preferable course (KPC would argue the required course) is to allow the arbitration to take its course, with the consequence that the substance of the dispute in the English action will be determined, thereby avoiding parallel proceedings. 41 As against that, I would point out that there is nothing unusual about submitting a contractual dispute to arbitration whilst referring matters relating to security to the jurisdiction of one or more courts. This is frequently a feature of international transactions, and the choice of jurisdiction in the security agreement may have to do with factors independent of the principal agreement. An example is to be found in Transocean Offshore International Ventures Ltd v Burgundy Global Exploration Corp [2010] 2 SLR 821, Andrew Ang J. In that case, the plaintiff sought to stay proceedings on an escrow agreement, on the basis that the parties had agreed to refer disputes under the principal agreement between them (an offshore drilling contract) to arbitration. Refusing a stay, the High Court of Singapore held at [21] that the parties had carved out disputes under the escrow agreement. At [26], applying recent English authorities, the judge said that, "In addition, I was of the view that where different but related agreements contained overlapping and inconsistent dispute resolution clauses, the nature of the claim and the particular agreement out of which the claim arose ought to be considered. Where a claim arose out of or was more closely connected with one agreement than the other, the claim ought to be subject to the dispute resolution regime contained in the former agreement, even if the latter was, on a literal reading, wide enough to cover the claim". I agree with this approach». Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση. Ενώ η Συμφωνία Εκχώρησης περιέχει το όρο 7 που προνοεί «Ιn the event of any dispute arising from/or in connection with the terms of this Agreement such disputes shall be resolved in accordance with the provisions of the Cyprus International Commercial Arbitration Law 101(I)/2987..», τα συμβαλλόμενα μέρη αναφορικά με τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου που εξασφάλιζαν τις οφειλές των Αιτητών συμφώνησαν διαφορετικά και παραχώρησαν στο ΕΔ Λευκωσίας αποκλειστική δικαιοδοσία, γεγονός από το οποίο οι Αιτητές δεν δικαιούνται να παρεκκλίνουν. Στην υπόθεση Uttam Galva Steels Limited v. Gunvor Singapore Pte Limite [2018] EWHC 1098 (Comm) το αγγλικό δικαστήριο αποφάσισε πώς απαίτηση στην βάση συναλλαγματικών (bills of exchange) ενέπιπτε εντός του διαιτητικού όρου των συμφωνιών δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν διότι μπορούσε κάποιος να υποθέσει πώς όταν οι δύο πλευρές συμφώνησαν επί ενός διαιτητικού όρου δεν θα ανέμεναν μια διάσπαση σε ότι αφορά τον τρόπο επίλυσης των τυχόν διαφορών και συνεπώς εξυπακουόμενα και απαιτήσεις στη βάση των συναλλαγματικών θα έπρεπε να παραπεμφθούν σε διαιτησία «47 As Mr Lewis put the point, it ought, in general at least, to be assumed that, when agreeing an arbitration clause, reasonable (or rational) businessmen would not contemplate fragmentation as regards dispute resolution. Accordingly, Mr Lewis submitted, Uttam and Gunvor, as the parties to the Confirmations (and Master Sales Contracts) should be taken as having agreed, through their agreement of arbitration in clause 12.2, to have any disputes between them concerning the Confirmations (and Master Sales Contracts), and so including any claims under the Bills of Exchange, be resolved in one forum, namely arbitration». Διακρίνεται όμως μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και εκείνων της Uttam Galva Steels η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι οι πλευρές στην Συμφωνία Εκχώρησης και στα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου ασχολήθηκαν με το ζήτημα και δεν είναι επιτρεπτό να εικάζουμε τι επιδίωκαν. Στην παρούσα συμφώνησαν ρητά πώς για αξιώσεις στη βάση των Γραμματίων αποκλειστική δικαιοδοσία θα είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και άρα δεν χρειάζεται να υποθέσουμε τι θα πρέπει να είχαν υπόψη τους οι διάδικοι ως προς το εύρος του διαιτητικού όρου 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης, όπως έκανε το δικαστήριο στην Uttam Galva Steels. Συνεχίζοντας για το ίδιο ζήτημα και αντλώντας παράδειγμα από εύστοχη απόφαση την οποία παρέθεσε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, θέτοντας το ζήτημα στην ορθή του διάσταση ο δικαστής Carr στην υπόθεση C v D1 [2015] EWHC 2126 (Comm), στην οποία έγινε αναφορά στην Uttam Galva Steels αναφέρει συγκεκριμένα: «..in general, parties to an arbitration agreement do not intend that disputes under that agreement should be determined by different tribunals ('the Fiona Trust presumption'). This presumption may apply where there are multiple related agreements between the parties. If there are inconsistent arbitration agreements, it may be necessary to identify where the centre of gravity lies and which agreement lies at the commercial centre of the transaction (or is closer to the claim), or under which series of agreements the dispute essentially arises. It is the arbitration agreement in that agreement that will cover all issues. Fragmentation may of course occur if, on its true construction, the clear wording and inherent scheme leads to that conclusion ." Αυτό είναι που συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, συμφωνώντας με την επιχειρηματολογία των Καθ' ων η αίτηση ότι οι συμβαλλόμενοι στη Συμφωνία Εκχώρησης έστρεψαν σκόπιμα την προσοχή τους στο ερώτημα κατά πόσο ένας διαιτητής που θα διοριζόταν δυνάμει του όρου 7 της Συμφωνίας Εκχώρησης θα είχε δικαιοδοσία και επί των συμφωνιών που περιέχονται στα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου ούτως ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος διάσπασης (fragmentation) των μηχανισμών επίλυσης και η απάντηση που έδωσαν ήταν ρητώς αρνητική και ξεκάθαρη, ανατρέποντας έτσι το μαχητό τεκμήριο (assumption) που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Fiona Trust Corp and anr v Privalov and ors [2007] 4 All ER 951, το λεγόμενο "Fiona Trust presumption" όπου ο δικαστής Carr το έθεσε ως εξής: «.The law . 97 The starting point is the well-known case of Fiona Trust Corp and anr v Privalov and ors [2007] 4 All ER 951 ("Fiona Trust"). There, in the context of a single contract with multiple issues, Lord Hoffmann stated: "[5] Both of these defences raise the same fundamental question about the attitude of the courts to arbitration. Arbitration is consensual. It depends upon the intention of the parties as expressed in their agreement. Only the agreement can tell you what kind of disputes they intended to submit to arbitration. But the meaning which parties intended to express by the words which they used will be affected by the commercial background and the reader's understanding of the purpose for which the agreement was made. Businessmen in particular are assumed to have entered into agreements to achieve some rational commercial purpose and an understanding of this purpose will influence the way in which one interprets their language. [6] In approaching the question of construction, it is therefore necessary to inquire into the purpose of the arbitration clause. As to this, I think there can be no doubt. The parties have entered into a relationship, an agreement or what is alleged to be an agreement or what appears on its face to be an agreement, which may give rise to disputes. They want those disputes decided by a tribunal which they have chosen, commonly on the grounds of such matters as its neutrality, expertise and privacy, the availability of legal services at the seat of the arbitration and the unobtrusive efficiency of its supervisory law. Particularly in the case of international contracts, they want a quick and efficient adjudication and do not want to take the risks of delay and, in too many cases, partiality, in proceedings before a national jurisdiction. [7] If one accepts that this is the purpose of an arbitration clause, its construction must be influenced by whether the parties as rational businessmen, were likely to have intended that only some of the questions arising out of their relationship were to be submitted to arbitration and others were to be decided by national courts. Could they have intended that the question of whether the contract was repudiated should be decided by arbitration but the question of whether it was induced by misrepresentation should be decided by a court? If as appears to be generally accepted there is no rational basis upon which businessmen would be likely to wish to have questions of the validity or enforceability of the contract decided by one tribunal and questions about its performance decided by another one would need to find very clear language before deciding that they must have had such an intention. . [13] In my opinion the construction of an arbitration clause should start from the assumption that the parties, as rational businessmen, are likely to have intended any dispute arising out of the relationship into which they have entered or purported to enter by the same tribunal. The clause should be construed in accordance with this presumption unless the language makes it clear that certain questions were intended to be excluded from the arbitrator's jurisdiction. As Longmore LJ remarked at [17]: "if any businessman did want to exclude disputes about the validity of a contract, it would be comparatively easy to say so.". [26] . The proposition that any jurisdiction or arbitration clause in an international commercial contract should be liberally construed promotes legal certainty. It serves to underline the golden rule that if the parties wish to have issues as to the validity of their contract decided by one tribunal and issues as to its meaning or performance decided by another, they must say so expressly. Otherwise they will be taken to have agreed on a single tribunal for the resolution of all such disputes. . [28] As Bingham LJ said in Ashville Investments Ltd v Elmer Contractors Ltd [1988] 2 All ER 577 at 599, [1989] QB 488 at 517, one should be slow to attribute to reasonable parties an intention that there should in any foreseeable eventuality be two sets of proceedings. If the parties have confidence in their chosen jurisdiction for one purpose why should they not have confidence in it for the other? Why having chosen their jurisdiction for one purpose should they leave the question which court is to have jurisdiction for the other purpose unspoken, with all the risks that this may give rise to? For them, everything is to be gained by avoiding litigation in two different jurisdictions. The same approach applies to the arbitration clause». Επειδή ακριβώς οι διάδικοι δεν ήθελαν να αφήσουν το ζήτημα της δικαιοδοσίας επί των Γραμματίων ανοικτό (unspoken), πριν καταλήξουν προηγήθηκε ειδική επικοινωνία και συμφωνία επί τούτου (σχετικό είναι προς τούτο το Τεκμ. 15 στην ΕΔΛΙ). Συμφωνώ δε περαιτέρω με τον λόγο ένστασης ότι αν το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, τότε θα ενεργήσει κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει την ελευθερία πρόσβασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την αποκλειστική δικαιοδοσία του οποίου οι Αιτητές αποδέχθηκαν σε ότι αφορά τυχόν απαιτήσεις των Καθ' ων η αίτηση με βάση τα εν λόγω Γραμμάτια Συνήθους Τύπου και επίσης θα ενεργήσει κατά παράβαση της δημόσιας πολιτικής και/ή κατά παράβαση του Άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και το Δικαστήριο θα απεκδυθεί δικαιοδοσία που είναι αναγκασμένο ν' αναλάβει. Παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας Άρθρο 25 1. Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Η συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας καταρτίζεται: Prorogation of jurisdiction Article 25 1. If the parties, regardless of their domicile, have agreed that a court or the courts of a Member State are to have jurisdiction to settle any disputes which have arisen or which may arise in connection with a particular legal relationship, that court or those courts shall have jurisdiction, unless the agreement is null and void as to its substantive validity under the law of that Member State. Such jurisdiction shall be exclusive unless the parties have agreed otherwise. The agreement conferring jurisdiction shall be either: Το άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/2012 ήταν το αντίστοιχο άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2012 σε σχέση με το οποίο ο δικαστής Lord Justice Longmore είπε τα εξής στην υπόθεση Deutsche Bank v. Petromena [2015] 1 WLR 4225 που ισχύουν απόλυτα στην περίπτωση μας διότι ακριβώς αναφέρει ότι όταν μια συμβατική σχέση ακολουθεί μια άλλη προηγούμενη και στην δεύτερη υπάρχει δικαιοδοτικός όρος προς όφελος συγκεκριμένης εθνικής δικαιοδοσίας, όπως δηλαδή τα Γραμμάτια Συνήθους Τύπου που υπεγράφησαν στις 25/11/2016 μετά την υπογραφή στις 24/11/2016 της Συμφωνίας Εκχώρησης τότε με βάση το άρθρο 23 του Κανονισμού 44/2001 (τώρα το άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/2012) το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναγνωρίσει τέτοιο όρο και να επιληφθεί της διαφοράς, αν αυτή εμπίπτει και αφορά τη δεύτερη συμφωνία. «85. English law cannot, however, be decisive of the matter in the European context. It is important to note that Article 23 is itself confined to agreements to settle disputes "which have arisen or which may arise in connection with a particular legal relationship." The emphasis on the "particular legal relationship" shows that a dispute arising from a second relationship is not likely to be included in an agreement for resolving disputes in an earlier, and different, relationship. The European Court of Justice made exactly this point in Powell Duffryn Plc v M Petereit (case C-214/89) [1992] ECR 1-1745. Powell Duffryn was an English company which subscribed for shares in a German company which increased its capital but subsequently went into liquidation; the liquidator (Mr Petereit) sued Powell Duffryn in Germany for sums due in respect of the increase in capital and for dividends paid by mistake, relying on a clause inserted into the company statutes on a show of hands in a general meeting by which it was said that any shareholder submitted to the jurisdiction of the courts ordinarily competent to entertain suits against the company. Powell Duffryn asserted that it should be sued in the courts of its domicile. The Court of Justice was asked to rule on a number of questions including: "Does the jurisdiction clause satisfy the requirement that the dispute must arise in connection with a particular legal relationship within the meaning of Article 17 of the Brussels Convention?" [which later became Article 23 and is now Article 25]. 86. The court held at para 34 that the requirements of Article 17 would be satisfied if the clause "may be interpreted as referring to the disputes between the company and its shareholders", leaving it to the domestic court to determine whether the clause was to be so construed or not. In reaching that conclusion it said at para 31 that the requirement that the dispute arise in connection with a particular legal relationship: "is intended to limit the scope of an agreement conferring jurisdiction solely to disputes which arise from the legal relationship in connection with which the agreement was entered into. Its purpose is to avoid a party being taken by surprise by the assignment of jurisdiction to a given forum as regards all disputes which may arise out of its relationship with the other party to the contract and stem from a relationship other than that in connection with which the agreement conferring jurisdiction was made». Κάτι ανάλογο έκρινε και ο δικαστής Beatson LJ στην υπόθεση Trust Risk Group SpA v. AmTrust Europe Ltd [2016] 1 All ER (Comm) 325: «[48] . In short, what is required is a careful and commercially minded construction of the agreements providing for the resolution of disputes. This may include enquiring under which of a number of inter-related contractual agreements a dispute actually arises, and seeking to do so by locating its centre of gravity and thus which jurisdiction clause is "closer to the claim". In determining the intention of the parties and construing the agreement, some weight may also be given to the fact that the terms are standard forms plainly drafted by one of the parties. . [59] . If the conclusion is that the parties made two contracts at different times which contain jurisdiction agreements for different countries, there is no presumption that the provisions in the more recent contract are intended to capture disputes . in the earlier contract even if the effect is a risk of fragmentation of the overall process for the resolution of disputes». Επομένως, από τη στιγμή που η παρούσα αγωγή εγείρεται στη βάση του επίδικου Γραμματίου Συνήθους Τύπου, στο οποίο οι Αιτητές αποδέχθηκαν την αποκλειστική δικαιοδοσία του Ε.Δ. Λευκωσίας, το ζήτημα τελειώνει εκεί. Όπως δεν θα μπορούσε το δικαστήριο να επιληφθεί διαφοράς που αφορά για παράδειγμα την ερμηνεία κάποιου όρου της Συμφωνίας Εκχώρησης, έτσι δεν θα επιτρεπόταν στο παρόν Δικαστήριο να απεκδυθεί της αποκλειστικής δικαιοδοσίας και να παραπέμψει την παρούσα διαφορά στη βάση του επίδικου Γραμματίου Συνήθους Τύπου σε ένα διαιτητικό δικαστήριο για να επιληφθεί εκείνο της διαφοράς. Στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκε στις 12/09/2018 το διάταγμα άδειας σφράγισης και καταχώρισης της αγωγής στην Γενική Αίτηση Αρ. 337/2018, για τα οποία το Ε.Δ. Λευκωσίας ικανοποιήθηκε περί του καλού αγώγιμου δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση και ότι είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής τόσο σε σχέση με τους Αιτητές όσο και σε σχέση με τους Εναγόμενους 2. Επίσης, στις 17/10/2018 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στους Αιτητές στην Ολλανδία. Εδώ δε υπενθυμίζω τις αρχικές μου παρατηρήσεις ότι δηλαδή όπως και στην παρούσα υπόθεση έτσι και στην PT Kiani Kertas ν. Interorient Navigation Company Limited κ.ά.
(1999)1 ΑΑΔ 967 PT που ήταν υπόθεση Ναυτοδικείου, οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούσαν την δικαιοδοσία του Κυπριακού δικαστηρίου ούτε και ζήτησαν τον παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο δόθηκε η άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Είπε τα εξής το Ναυτοδικείο στην PT Kiani Kertas για να καταλήξει στο τέλος ότι αν εξέδιδε τέτοιο διάταγμα αναστολής θα παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος: «.πριν υπεισέλθω στην εφαρμογή των πιο πάνω στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τα όσα οι Εναγόμενοι 14 και 5 λέγουν αναφορικά με τη μη τεκμηρίωση καλού αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων. Κατ' αρχή παρατηρώ ότι η αίτηση δεν ζητά παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης, στα πλαίσια του οποίου θα ήταν ιδιαίτερα σχετικό το αν οι Ενάγοντες έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα για σκοπούς δικαιοδοσίας, αλλά αναστολή της διαδικασίας λόγω της ρήτρας διαιτησίας και της ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας. Το ότι οι Ενάγοντες έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα ήδη αποφασίσθηκε από το δικαστήριο στα πλαίσια της αναλήψεως δικαιοδοσίας ώστε να δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, και εκείνη η διαταγή δεν επιδιώκεται να παραμερισθεί, ώστε ούτε μπορεί το εύρημα του δικαστηρίου να αμφισβητηθεί. Το ίδιο ισχύει για το άλλο εύρημα του δικαστηρίου, στα ίδια πλαίσια, ότι η αγωγή είναι κατάλληλη να εκδικασθεί στην Κύπρο, με την επιφύλαξη βέβαια ότι σε σχέση με αυτό είναι τώρα σχετικό να εξετασθούν οι συνέπειες της ρήτρας διαιτησίας και της ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας, όπως το ίδιο το δικαστήριο παρατήρησε στην απόφαση του. Επανερχόμενος στο θέμα του καλού αγώγιμου δικαιώματος όμως, και αν αυτό ήταν σχετικό να εξετασθεί και πάλι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι οι Ενάγοντες δείχνουν ότι έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα για σκοπούς δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της αγωγής στην Κύπρο. Η αξίωση τους είναι για ζημιές στα εμπορεύματα τους δυνάμει του άρθρου 1
(1)(g)(h) του Administration of Justice Act 1956 και στηρίζεται τόσο στις εν λόγω φορτωτικές και τις σχέσεις των μερών που προκύπτουν από αυτές όπως και στην έκθεση εκτίμησης των ζημιών στα εμπορεύματα. Ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες δεν δείχνουν καλό αγώγιμο δικαίωμα είναι εντελώς αβάσιμος και αστήρικτος, όπως είναι και ο ισχυρισμός των Εναγόμενων 1 4 και 5 ότι οι φορτωτικές εξεδόθησαν υπό των Εναγόμενων 1 και 2 και όχι υπό των ιδίων, θέση την οποία σοφώς δεν προώθησαν πέραν της ενόρκου δηλώσεως των». Επίσης, στην DIRECTO CAPITAL INVESTMENTS LTD κ.α. ν. GLOBAL FINANCE κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 251/2011, 18/7/2016 αναφέρθηκαν τα εξής, από τα οποία προκύπτει ότι, εφόσον οι Εναγόμενοι 1 δεν επιδιώκουν την ανατροπή του διατάγματος άδειας σφράγισης και καταχώρισης της αγωγής και/η της επίδοσης, δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση αιτήματος παραμερισμού της αγωγής: «.H πρωτόδικη διαδικασία ξεκίνησε με Γενική Αίτηση και εξασφάλιση σχετικής αδείας για σφράγιση κλητηρίου εντάλματος. Στη συνέχεια ακολούθησε η καταχώρηση του κλητηρίου αυτού εντάλματος που αφορούσε όλους τους πιο πάνω εναγόμενους/εφεσίβλητους. .Στη συνέχεια κρίνουμε ορθότερο να εξετάσουμε τους λόγους έφεσης 5 και 6 οι οποίοι αφορούν όπως έχουμε πει το θέμα της δικαιοδοσίας το οποίο είναι και το κύριο ζητούμενο της έφεσης. ΄Εχουμε μελετήσει τις θέσεις και διευκρινίσεις που δόθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο των εφεσειόντων στις πολυσέλιδες αγορεύσεις της επί του θέματος αυτού καθώς και τις απαντήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε ορθό εξ αρχής να τονίσουμε ότι οι όποιες αναφορές γίνονται για forum convenience δεν θα έπρεπε να απασχολήσουν τους ευπαιδεύτους συνηγόρους αφού ούτε η βάση της αίτησης αλλά και ούτε και του σχετικού διατάγματος δεν είχε αντικείμενο τέτοια πτυχή.. Θα πούμε εν πρώτοις ότι συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το ορθότερο δικονομικό διάβημα για τους εφεσίβλητους θα ήταν να προβάλουν το αρχικό διάταγμα που επέτρεπε την σφράγιση. Δεν ήταν όμως απαγορευτικό ως προς την εν τέλει επιλογή τους να πλήξουν το διάταγμα για άδεια για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό. Αν ο λόγος της αίτησης παραμερισμού της άδειας για επίδοση είναι η έλλειψη δικαιοδοσίας το ουσιαστικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο (βλ. S.P.P. Projects Ltd ν. Integral Equipment Sarl.
(1993)1 A.A.Δ. 762 και Αgricultural Products Co-operative Marketing Union Ltd v. D.S.R. Lines of Rostoc
(1979)1 C.L.R. 194)». Στην παρούσα υπόθεση οι Αιτητές δεν ισχυρίζονται ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέβηκαν τη Συμφωνία Εκχώρησης. Απεναντίας, επειδή ακριβώς οι Καθ' ων η αίτηση έπραξαν όσα έπρεπε να πράξουν σύμφωνα με τον όρο 4 της Συμφωνίας Εκχώρησης, οι Αιτητές προχώρησαν και στην πληρωμή της 2ης δόσης των €270.000 σύμφωνα με το όρο 3(
  1. o)αυτής. Δεν υπάρχει ζήτημα ή ισχυρισμός ανάλογος με εκείνο που προέβαλλαν οι εφεσίβλητοι στην Hampton Advisory Group S.A. v. Boast A.D. κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 13/2009, ημερ. 27.3.2012, για το οποίο σαφώς ίσχυε η ρήτρα δικαιοδοσίας υπέρ του Βουλγάρικου δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση, η συμφωνία στο επίδικο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου είναι για παραπομπή στο ΕΔ Λευκωσίας και μάλιστα δυνάμει όρου αποκλειστικής δικαιοδοσίας, διότι ακριβώς με την παραίτηση από τα δικαιώματα τους στην Κοινοπραξία δεν απέμενε οτιδήποτε άλλο να πράξουν οι Καθ' ων η αίτηση, σε αντίθεση με τους εφεσίβλητους στην Hampton Advisory που ισχυρίζονταν ότι καθόλου δεν τους παρασχέθηκαν οποιεσδήποτε συμβουλευτικές υπηρεσίες από τους εφεσείοντες. Τα γεγονότα των δύο περιπτώσεων είναι πολύ διαφορετικά. Τέλος, ως προς το αιτητικό (Γ) της Αίτησης με το οποίο οι Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου παραπομπής ολόκληρης της αγωγής σε διαιτησία και/ή σε διαιτητή που θα διοριστεί από το Ε.Δ. Λευκωσίας στην Γενική Αίτηση Αρ. 332/2018 ή σε οποιοδήποτε άλλο διαιτητή ούτως ώστε να επιλύσει όλες τις διαφορές που ανακύπτουν και/η σχετίζονται (arising or in connection with) με τη Συμφωνία Εκχώρησης θα πρέπει να ειπωθούν τα ακόλουθα: (
  2. i)Πράγματι κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας Αίτησης εκκρεμούσε και εξακολουθεί να εκκρεμεί η Γενική Αίτηση Αρ. 332/2018. Αυτή είναι το Τεκμ. 12 στην ΕΔΛΙ (ή Τεκμ.15 στην ΕΔΑΑ) και μ΄ αυτήν οι Αιτητές αιτούνται διάταγμα που να διατάσσει τον διορισμό του κ. XXXXX Παύλου, δικηγόρου εκ Λεμεσού, ως μοναδικού διαιτητή, για να επιλύσει σύμφωνα με την Συμφωνία Εκχώρησης όλες διαφορές που ανακύπτουν και/ή σχετίζονται (arising or in connection with) με την εν λόγω συμφωνία, περιλαμβανομένων προφανώς και των διαφορών με βάση το επίδικο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου. (
  3. ii)Είτε επιζητείται με Γενική Αίτηση Αρ. 332/2018 ο διορισμός συγκεκριμένου διαιτητή για τον πιο πάνω σκοπό είτε με την παρούσα Αίτηση ζητείται η παραπομπή ολόκληρης της αγωγής σε διαιτησία και/η σε διαιτητή που θα διοριστεί στην Γενική Αίτηση Αρ. 332/2018 ή σε οποιοδήποτε άλλο διαιτητή ούτως ώστε να επιλύσει όλες τις διαφορές που ανακύπτουν και/η σχετίζονται (arising or in connection with) με τη Συμφωνία Εκχώρησης, τα δύο αυτά αιτήματα ουσιαστικά είναι τα ίδια διότι αποσκοπούν/απολήγουν αναγκαστικά στο ν' ανασταλεί η εκδίκαση της Αγωγής και η αξίωση των Καθ' ων η αίτηση να παραπεμφθεί σε διαιτησία για να συνεκδικαστεί μαζί με τις αξιώσεις των Αιτητών για, μεταξύ άλλων, την επιστροφή του ποσού των €370.000 που ήδη κατέβαλαν στους Καθ' ων η αίτηση. (iii) Το ζήτημα που θα πρέπει ν΄ απασχολήσει πρωτίστως το Δικαστήριο είναι τι θα συμβεί στην περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας με σκοπό το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την Γενική Αίτηση Αρ. 332/2018 που καταχωρήθηκε στις 4/9/2018 ν' αποφασίσει για το διορισμό διαιτητή, αλλά εκείνο το Δικαστήριο που θα επιληφθεί της Γενικής Αίτησης Αρ. 332/2018 τελικά αποφασίσει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις διορισμού διαιτητή και την απορρίψει ή δεν παραπέμψει το αντικείμενο της Αγωγής, που είναι το επίδικο Γραμμάτιο, αλλά μόνο την αξίωση των Αιτητών για επιστροφή του ποσού των €370.000. (
  4. iv)Θα υφίστανται δύο συγκρουόμενα διατάγματα, που είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο που αποδεικνύει από μόνο του την κατάχρηση της διαδικασίας. Εφόσον οι ίδιοι οι Αιτητές δεν έχουν επιλέξει να αποσύρουν την μία εκ των δύο διαδικασιών, το Δικαστήριο από αυτό και μόνο κρίνω ότι θα πρέπει ν' απορρίψει την παρούσα Αίτηση ως καταχρηστική. Όπως λέχθηκε στην Αναφορικά με την Αίτηση του Γεώργιου Χ'' Αλεξάνδρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366, «Το Δικαστήριο είναι ευαίσθητο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση ή αντιφατικότητα μεταξύ αποφάσεων ισότιμων δικαστηρίων. Αποτελεί είδος υπέρβασης εξουσίας, που εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης». (v) Συναφές είναι και το ζήτημα ότι, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της Γενικής Αίτησης Αρ. 332/2018, η Αγωγή δεν μπορεί ν΄ ανασταλεί στο σύνολο της, περιλαμβανομένης και της αξίωσης σε ότι αφορά τους Εναγόμενους 2 που ενάγονται ως εγγυητές των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 1 επί του επίδικου Γραμματίου, οι οποίοι επίσης συμφώνησαν ότι η εγγύηση τους υπαγόταν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επειδή οι Εναγόμενοι 2 δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Συμφωνία Εκχώρησης και άρα δεν μπορούν να προστεθούν ως διάδικοι στην διαιτησία, είναι τότε που υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, αν αυτό είναι κριτήριο, να έχουμε δύο διαφορετικές αποφάσεις από δύο διαφορετικά Δικαστήρια, δηλαδή, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και το Διαιτητικό Δικαστήριο τα οποία, αν ανασταλεί η Αγωγή σε ότι αφορά τους Εναγόμενους 1, θα κληθούν ν΄ αποφασίσουν αντίστοιχα επί των υποχρεώσεων των Εναγόμενων 2 ως εγγυητών και των Αιτητών με βάση το επίδικο Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας όσα προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω καταλήγω ότι ορθά οι Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν την παρούσα υπόθεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εφόσον οι λόγοι ένστασης τους οποίους προέβαλαν (καταγράφονται πιο πάνω στις σελ. 4-6) ευσταθούν και καταρρίπτουν όλα όσα αντίθετα υποστήριξαν και πρόβαλαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών. Η

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.