← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3051/2013, 2/6/2021

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3051/2013, 2/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A555 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3051/2013 Μεταξύ: EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD Εναγόντων και XXXXX ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ των Εναγόμενων 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γκίνη και της Εναγόμενης 2 προσωπικά XXXXX ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ- ΓΚΙΝΗ Εναγόμενων και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 3.07.15 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόντων και

  1. XXXXX ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ των Εναγόμενων 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γκίνη και της Εναγόμενης 2 προσωπικά
  2. XXXXX ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ- ΓΚΙΝΗ Εναγόμενων Ημερομηνία: 2 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Η κα Θ. Μυλωνά για Μ. Ηλιάδης και Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Μ. Ξιαρή για Α. Α. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος) Με την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα/ Αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), επιδιώκει την έκδοση προσωρινού συντηρητικού διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη 2/ Καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια η Καθ' ης η αίτηση), κα XXXXX Χατζηϊωάννου - Γκίνη, προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων της από του να πωλήσει, δωρίσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, επιβαρύνει και/ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσει ακίνητο της το οποίο περιγράφεται ως χωράφι ευρισκόμενο στη Λευκωσία (πλήρης περιγραφή του δίδεται στην αίτηση), το οποίο είναι εγγεγραμμένο ολόκληρο στο όνομα της, μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48 Θ. Θ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην Αγγλική Νομολογία και Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Δίκαιο της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Θεοδώρου (Ε.Δ.Θ). Ο κ. Θεοδώρου ο οποίος είναι υπάλληλος της Αιτήτριας και εξουσιοδοτημένος από αυτή για να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση δηλώνει ότι εργάζεται στη Διεύθυνση Παρακολούθησης Προβληματικών Λογαριασμών της Αιτήτριας και είναι ένας από τους υπεύθυνους για παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών των πελατών της. Δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από έγγραφα που έχει στην κατοχή του, από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης καθώς και από πληροφορίες που έλαβε από την συνάδελφο του κα XXXXX Βασιλείου, Λειτουργό της Διεύθυνσης Διαχείρισης Οριστικών Καθυστερήσεων της Αιτήτριας (Wholesale Banking). Δηλώνει ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της οπισθογράφησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και ότι συμφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο του. Η Καθ' ης η αίτηση ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γκίνη, ο οποίος απεβίωσε το έτος 2006 καθώς και υπό την προσωπική της ιδιότητα. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης δηλώνει ότι η Αιτήτρια μετά από αίτηση της εταιρείας THRASIVOULOS TRYFON CO. LTD (στο εξής αναφερόμενη ως «η εταιρεία»), κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2001, η οποία έγινε αποδεκτή, συνήψε με την εταιρεία Έγγραφη Σύμβαση Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό με ημερομηνία 21.12.2001 (στο εξής αναφερόμενη ως «η Σύμβαση Πίστωσης»). Για τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε στο όνομα της εταιρείας λογαριασμός με όριο €51.258,04σ.(τα σχετικά έγγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμ.2). Ο ενόρκως δηλών κάνει λεπτομερή αναφορά στους όρους της εν λόγω συμφωνίας. Η εταιρεία βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης από τον Ιούνιο του 2008 δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια προέβη σε επαλήθευση του χρέους της στον Έφορο Εταιρειών στις 20.06.
  3. Ο αποβιώσας και η Καθ' ης η αίτηση 2, υπό την προσωπική της ιδιότητα, κατά ή περί την 15.07.2005, αυτόβουλα και ελεύθερα δυνάμει Σύμβασης Εγγύησης εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την εκ μέρους της εταιρείας εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της προς την Αιτήτρια είτε αυτές είναι παρούσες είτε μελλοντικές, υπό τους όρους που αναγράφονται λεπτομερώς στην εν λόγω σύμβαση. Σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης, η ευθύνη καθενός φτάνει μέχρι το ποσό των €341.720,88σ (Λ.Κ.200.000), πλέον τόκους, προμήθειες και άλλες τραπεζικές χρεώσεις και τα δικηγορικά, δικαστικά και άλλα έξοδα. Αντίγραφο της Σύμβασης Εγγύησης επισυνάφθηκε ως Τεκμ.
  4. Η Αιτήτρια λόγω μη τήρησης εκ μέρους της εταιρείας των όρων που περιέχονται στη Σύμβαση Πίστωσης και επειδή ο λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 24.01.2013 κάλεσε τις εναγόμενες, υπό την ιδιότητα τους ως διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντα και με επιστολή τους προς την εναγόμενη 2, υπό την προσωπική της ιδιότητα, να τακτοποιήσουν την υπέρβαση του λογαριασμού της. Περαιτέρω, τις πληροφόρησαν ότι οι καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις θα επιβαρύνονταν με αυξημένο επιτόκιο προς 15,5%. Αντίγραφα των εν λόγω επιστολών, επισυνάφθηκαν ως δέσμη ως Τεκμ.
  5. Οι εναγόμενες δεν ανταποκρίθηκαν στις πιο πάνω αναφερόμενες επιστολές της Αιτήτριας και έτσι με επιστολές των δικηγόρων της προς αυτές τερμάτισαν την ως άνω Σύμβαση Πίστωσης και τις κάλεσαν να εξοφλήσουν ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό, ενώ περαιτέρω, τις ενημέρωσαν ότι ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με αυξημένο επιτόκιο προς 15,5% το χρόνο. Οι εν λόγω επιστολές επισυνάπτονται ως δέσμη ως Τεκμ.
  6. Λόγω της μη ανταπόκρισης τους εγέρθηκε η αγωγή (Τεκμ. 6), όπου προβάλλονται οι αξιώσεις της Αιτήτριας. Το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο των εναγόμενων προς την Αιτήτρια ανέρχεται στο ποσό των €256.245,38σ, πλέον τόκους προς 10,25% από 30.06.2019 μέχρις εξοφλήσεως, όπως προκύπτει και από την Κατάσταση Τρεχούμενου Λογαριασμού (Τεκμ. 7). Ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή των δικηγόρων της Αιτήτριας αυτή έχει πολύ καλή και βάσιμη υπόθεση και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 2 και ότι η απαίτηση της είναι γνήσια και αληθής. Η Αιτήτρια, μετά από αίτηση της στο Κτηματολόγιο τον Μάιο του 2019, προέβη σε έρευνα προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον υπάρχει ελεύθερη ακίνητη περιουσία στο όνομα της εναγόμενης
  7. Η κτηματολογική έρευνα ημερομηνίας 15.05.2019 κατέδειξε ότι, επί του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, για το οποίο ζητείται η έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, ενεγράφη ΜΕΜΟ στις 13.04.2005 από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για το ποσό των €3.962,81σ. ενώ υπάρχει και εγγύηση για πληρωμή του φόρου από το Τμήμα Φορολογίας για το ποσό των €9.106,85σ. Αντίγραφο της κτηματολογικής έρευνας επισυνάπτεται ως Τεκμ.
  8. Από το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας προκύπτει ότι η εκτιμημένη αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται σε €4.501,600,00σ. Η κτηματολογική έρευνα κατέδειξε ότι η εναγόμενη 2 κατέχει ακόμα τέσσερα ακίνητα, τους αριθμούς εγγραφής των οποίων παραθέτει, και τα οποία είναι βεβαρημένα με Υποθήκη που ενέγραψε προς όφελος της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ για το ποσό των €307.548,26σ. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι μετά την εξασφάλιση του Τεκμ. 8, η Αιτήτρια ανέθεσε στην εταιρεία PHILOKYPROU PROPERTY CONSULTANTS LLC την ετοιμασία γραπτής εκτίμησης του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου (Τεκμ.9). Σύμφωνα με αυτή η αγοραία αξία του ακινήτου υπολογίζεται σε €3.450,000,00σ και το τίμημα της καταναγκαστικής πώλησης σε €2.588,000,00σ. Στη συνέχεια η Αιτήτρια έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να προβούν άμεσα στην καταχώριση αίτησης για έκδοση προσωρινού παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος (interim order), με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη 2 από του να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή επιβαρύνει και/ή αποξενώσει το ως άνω ακίνητο που αφορά την παρούσα αίτηση. Ο ενόρκως δηλών εξηγεί ακόμα ότι η οικονομική κρίση που μαστίζει τα τελευταία χρόνια την Κύπρο είναι ευρέως γνωστό ότι είχε ως αποτέλεσμα να πλήξει σημαντικά κυρίως τον τομέα των ακινήτων. Αυτό, άλλωστε, φαίνεται και από το συνολικό ποσό της αξίας του επίδικου ακινήτου η αγοραία αξία του οποίου μειώθηκε δραματικά και ανέρχεται σήμερα σε €3.450.000,00σ. ενώ το συνολικό ποσό αξίας του με καταναγκαστική πώληση μειώνεται σε €2.588,000,00σ. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει η Αιτήτρια η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία για την προστασία των δικαιωμάτων της καθότι ως διαφαίνεται και από την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 2, η Αιτήτρια δεν έχει και/ή δεν θα έχει ικανοποιητικής μορφής εμπράγματη εξασφάλιση για τα οφειλόμενα σ' αυτή ποσά και ενδέχεται, η εναγόμενη 2 να προβεί σε πώληση και/ή μεταβίβαση της προς δέσμευση περιουσίας, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης. Περαιτέρω, σύμφωνα με νομική συμβουλή που επίσης λαμβάνει και όπως εύλογα πιστεύει, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι επειγόντως αναγκαία καθότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ αντίθετα η εναγόμενη 2 δεν θα υποστεί καμία ζημιά από την έκδοση του διατάγματος με το οποίο απλά διατηρείται η παρούσα κατάσταση πραγμάτων (status quo). Όπως τυγχάνει νομικής συμβουλής, η Αιτήτρια έχει καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον των εναγόμενων, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με το ισοζύγιο της ευχέρειας να κλίνει σαφέστατα, όπως δηλώνει, υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων, διασφαλίζοντας έτσι την απονομή πλήρους Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς και την εξασφάλιση της εκτέλεσης τυχόν εκδοθείσας απόφασης, γι' αυτό και αιτούνται την έκδοση του διατάγματος εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «
  9. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται στο νόμο και/ή τη νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  10. Η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ως έχει τροποποιηθεί, για την έκδοση προσωρινών και/ή απαγορευτικών και/ή προστακτικών διαταγμάτων.
  11. Χωρίς επηρεασμό των προαναφερόμενων, η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ή/και απέτυχε να αποδείξει και/ή να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό και/ή έκταση: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ᾽ ακροατηρίω διαδικασία και/ή καλή βάση αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, (β) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία, (γ) ότι εκτός και εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, (δ) ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί ή/και να αποτιμηθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο, (ε) ότι με ενδεχόμενη πώληση ή μεταβίβαση της επίδικης ακίνητης περιουσίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί η Αιτήτρια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ της, (στ') ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να ικανοποιηθεί μια ενδεχόμενη απόφαση εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, (ζ) την ύπαρξη οποιασδήποτε μαρτυρίας ή/και επαρκούς μαρτυρίας που να καταδεικνύει κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και/ή ότι η Καθ' ης η αίτηση προτίθενται να προβεί στην αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων ή/και του επίδικου ακινήτου,
  12. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης.
  13. Η Αιτήτρια δεν προσκόμισε μαρτυρία ή/και επαρκή μαρτυρία ή/και στον απαιτούμενο βαθμό και/ή έκταση ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει ενδεχόμενη απόφαση εναντίον της.
  14. Η αξία του υπό εξέταση ακινήτου ξεπερνά κατά πολύ την αξία της απαίτησης.
  15. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση.
  16. Δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος ή/και οποιοσδήποτε λόγος για την χορήγηση από το Δικαστήριο του αιτούμενου διατάγματος και/ή θεραπείας ή οποιασδήποτε εξ αυτών.
  17. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  18. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, και παρέλειψε να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.
  19. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση περιέχει αναληθείς και/ή ανακριβείς ισχυρισμούς.
  20. Η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή ανεδαφική.
  21. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη καθώς και ουσιωδώς παράτυπη και/ή ανεπαρκής και/ή αντικανονική και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση». Η ένσταση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.
  22. Θ.2, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9 και 13, Δ.39, Δ.55, Δ.63, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί, και ειδικά στα άρθρα 2, 31, 32, 43, 45 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), όπως έχει τροποποιηθεί, και ειδικά τα άρθρα 2 - 7 και 9, στα Άρθρα 6, 13 και Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επί των Άρθρων 23, 26 και 30 του Συντάγματος, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, και επί των πρακτικών και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Δικαίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η ίδια η Καθ' ης η αίτηση κα Χατζηϊωάννου-Γκίνη (Ε.Δ.Χ.). Πέραν της ιδιότητας της, της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης, προερχόμενη και από έγγραφα που σχετίζονται με αυτή και τα δικόγραφα της παρούσας αγωγής, της πληροφόρησης που έχει από τη μητέρα της -εναγόμενη 1 και της νομικής συμβουλής που έλαβε, υιοθετεί τους λόγους ένστασης και απορρίπτει το περιεχόμενο της Ε.Δ.Θ. εκτός όπου κάνει παραδοχή κατά τρόπο ρητό στην ένορκη δήλωση της. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης αναφέρει ότι η Αιτήτρια στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου φαίνεται να αξιώνει ποσόν εκ €124.031,29σ. πλέον τόκους προς 15,50% επί του ποσού αυτού από 16.11.2012 μέχρι την εξόφληση, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, το οποίο κατ' ισχυρισμό οφείλεται δυνάμει εγγύησης και/ή άλλως πως. Στις 07.06.2013 καταχωρίστηκε το Σημείωμα Εμφάνισης των εναγόμενων. Την 01.07.2013 καταχωρίστηκε αίτηση για απόφαση από την ενάγουσα λόγω παράλειψης καταχώρισης Υπερασπίσεως. Στις 29.10.2013 καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση των εναγόμενων και στις 27.11.2013 καταχωρίστηκε η Απάντηση της ενάγουσας. Η Αγωγή ορίστηκε για Οδηγίες με βάση την Διαταγή 30 στις 20.01.2014 και ακολούθως ορίστηκε για ακρόαση πρώτη φορά στις 12.05.
  23. Στις 02.06.2015 καταχωρίστηκε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής από την ενάγουσα και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 03.07.
  24. Ακολούθησε η καταχώριση τροποποιημένων δικογράφων η οποία ολοκληρώθηκε με την καταχώριση τροποποιημένης Απάντησης στις 08.09.
  25. Στις 29.01.2016 καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της ενάγουσας και στις 12.05.2016 καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων των εναγόμενων. Στις 12.05.2016, 21.02.2017, 02.10.2017, 23.03.2018, 14.11.2018 και 28.06.2019 η Αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση, ωστόσο για διάφορους λόγους δεν κατέστη εφικτό να ξεκινήσει η ακρόαση. Στις 12.07.2019 η Αιτήτρια καταχώρισε την υπό αναφορά Αίτηση, δηλαδή έξι χρόνια περίπου μετά την καταχώριση της Αγωγής. Σημειώνεται ότι η Αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 30.01.2020 όταν στο μεταξύ καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση μονομερώς την 12.07.2019 η οποία και διατάχθηκε όπως επιδοθεί. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Υπεράσπιση των εναγόμενων Σημαντικός δε ισχυρισμός είναι ότι η ενάγουσα ουδέποτε τήρησε τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της αναφορικά με την ενημέρωση προστιθέμενων εγγυητών ως εκ τούτου η Σύμβαση Εγγύησης ημερομηνίας 15.07.2005 την οποία υπέγραψε η ενόρκως δηλούσα είναι άκυρη. Περαιτέρω, και χωρίς επηρεασμό των ανωτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εάν η Σύμβαση Εγγύησης όντως δεσμεύει την εναγόμενη, η εγγύηση περιορίζεται στο ποσό του ορίου, ήτοι €51.258,94σ. Η ενόρκως δηλούσα αναλύοντας τους λόγους ένστασης αναφέρει ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει και όπως πιστεύει η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των αρ. 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) (ως έχει τροποποιηθεί) και του αρ.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(ως έχει τροποποιηθεί), για την έκδοση προσωρινών και/ή απαγορευτικών και/ή προστακτικών και/ή συντηρητικών διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ή/και να αποδείξει στην απαιτούμενη έκταση, αναφορικά με το αρ. 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) (ως έχει τροποποιηθεί) ότι: (α) υπάρχει καλή βάση αγωγής, (β) ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί η ενάγουσα στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ της. Περαιτέρω, η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ή/και να αποδείξει στην απαιτούμενη έκταση, αναφορικά με το αρ.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)(ως έχει τροποποιηθεί), (γ) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ᾽ ακροατηρίω διαδικασία και/ή καλή βάση αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, (δ) ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία, (ε) ότι εκτός και εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, (στ) ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενες έχουν καλή υπεράσπιση στην Αγωγή όπως λεπτομερώς παραθέτει στην ένορκη δήλωση της και ως εκ τούτου, πραγματικά πιστεύει ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Επίσης, στην Ε.Δ.Θ., δε φαίνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή/και προσφέρεται οποιαδήποτε μαρτυρία ή/και επαρκής μαρτυρία ή οποία να καταδεικνύει πως υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης ή να καταδεικνύεται η οποιαδήποτε πρόθεση της για αποξένωση ακίνητης περιουσίας και έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι δεν παρατίθεται μαρτυρία και δεν εξειδικεύεται ο ισχυρισμός ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η Αιτήτρια αρκείται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος χωρίς όμως να επεξηγεί γιατί εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Σημειώνεται ότι, στην Ε.Δ. Θ. υπάρχει παραδοχή ότι η ίδια διατηρεί ακίνητη περιουσία με αξία η οποία ξεπερνά κατά πολύ την αξίωση της Αιτήτριας. Ενόψει αυτής της παραδοχής, οι ισχυρισμοί περί ανεπανόρθωτης ζημιάς και αδυναμίας απονομής πλήρους Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο καθίστανται αντιφατικοί και ανυπόστατοι. Περαιτέρω, σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει και όπως πιστεύει, το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, παρέλειψε να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ότι η Ε.Δ.Θ., η οποία συνοδεύει την Αίτηση, περιέχει αναληθείς και/ή ανακριβείς ισχυρισμούς. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι δε φαίνεται να υπάρχει μαρτυρία και/ή επαρκής μαρτυρία ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί η Αιτήτρια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ της. Η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ της και τούτο για την συνολική αξία της περιουσίας της εναγόμενης, όπως αυτή φαίνεται στο Τεκμ. 8 της Ε.Δ.Θ., η οποία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των €5.500.557= ποσόν το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ ακόμα και το κατ' ισχυρισμό σημερινό υπόλοιπο των €256.245,38σ. Σημειώνεται ότι ακόμα και εάν συνυπολογιστεί η Υποθήκη της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ επί των τεσσάρων άλλων ακινήτων της εξακολουθεί η συνολική αξία της περιουσίας της να υπερβαίνει κατά πολύ την κατ' ισχυρισμό οφειλή προς την ενάγουσα. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός στην Ε.Δ.Θ. ότι ενδεχόμενα να καταστεί αδύνατη η εκτέλεση μιας ενδεχόμενης απόφασης υπέρ της ενάγουσας. Σε σχέση ειδικότερα με την αξία του ακινήτου του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση, στην Ε.Δ.Θ. (παρ. 20), γίνεται αναφορά σε δραματική μείωση της αξίας του σε €3.450.000 ενώ ως αναφέρεται το συνολικό ποσό της αξίας του ακινήτου με καταναγκαστική πώληση μειώνεται σε €2.588.
  26. Ωστόσο, στην παράγραφο 6

(1)του Τεκμ. 9 που επισυνάπτεται στην Ε.Δ.Θ., αναφέρεται ότι «το βελτιωμένο οικονομικό κλίμα σε συνδυασμό με τα μέτρα της κυβέρνησης, όπως το πολεοδομικά κίνητρα και το σχέδιο πολιτογράφησης, συνέτειναν στην αύξηση των πωλήσεων ακινήτων, ενώ θετικά συντείνει και η ανάκαμψη του δανεισμού από τα τραπεζικά ιδρύματα για στεγαστικούς σκοπούς». Επισημαίνει ότι το περιεχόμενο του Τεκμ. 9 της Ε.Δ.Θ. δεν συνάδει με το περιεχόμενο της Ε.Δ.Θ. και συγκεκριμένα με την παρ. 20 αυτής. Μάλιστα το περιεχόμενο της παρ. 20 έρχεται σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμ. 9 της Ε.Δ.Θ. Συνεπώς, από την μαρτυρία που παρουσιάζει η ενάγουσα φαίνεται ότι τον τελευταίο καιρό υπάρχει αύξηση των τιμών πώλησης των ακινήτων, κάτι το οποίο όχι μόνο δεν μειώνει τη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας της, αλλά αντίθετα, συντείνει στην σταδιακή αύξηση του σύνολο της αξίας των ακινήτων τα οποία κατέχει. Ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην Ε.Δ.Θ. ή παρουσιάζεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση και την ικανότητα της να εξοφλήσει ενδεχόμενο εξ αποφάσεως χρέος. Εκτός από την εκτίμηση της ακίνητης της περιουσίας η ενάγουσα απέτυχε να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για το σύνολο της οικονομικής της κατάστασης και περιστάσεων. Είναι δε σημαντικό να επισημανθεί το γεγονός ότι δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με οποιαδήποτε από μέρους της πρόθεση πώλησης και/ή αποξένωσης οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας της ή ιδιαίτερα του επίδικου Ακινήτου με οποιοδήποτε τρόπο. Αντίθετα δηλώνει ότι δεν έχει πρόθεση να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη πρόθεσης αποξένωσης. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν πιο πάνω, η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι: (α) στην περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον της δεν κατέχει ικανοποιητικής μορφής εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό ή (β) οποιονδήποτε πραγματικό κίνδυνο ότι ενδεχόμενη δικαστική απόφαση δε θα ικανοποιηθεί εάν το Ακίνητο μεταβιβαστεί και/ή αποξενωθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Σε σχέση δε με τους ισχυρισμούς ειδικότερα στην παρ. 22 της Ε.Δ.Θ. για ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί η Αιτήτρια πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς την προσκόμιση επαρκούς μαρτυρίας ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία θα καταστήσει αδύνατη ή δύσκολη την πλήρη απονομή Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι πρόκειται να προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη μέσω ενδεχόμενης αποξένωσης του Ακινήτου. Αντίθετα, η Καθ' ης η αίτηση έχει καταδείξει ότι (α) δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόθεση πώλησης/αποξένωσης του Ακινήτου και (β) ακόμα και σε ενδεχόμενη αποξένωση του Ακινήτου, η Καθ' ης η Αίτηση κατέχει αρκετή άλλη ακίνητη περιουσία και έχει επαρκείς πόρους για να ικανοποιήσει ενδεχόμενη απόφαση εναντίον της πλέον τα έξοδα. Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παρ. 20 της Ε.Δ.Θ., η αξία του επίδικου Ακινήτου ανέρχεται με υπολογισμούς της ίδιας της Αιτήτριας και βάσει της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από αυτήν, στο συνολικό ποσό των €2.588.000= στην όψη του οποίου καθίσταται σαφές ότι σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην Αιτήτρια, πόσο μάλλον ανεπανόρθωτη ζημιά ή βλάβη εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και τούτο λόγω τη καθυστέρησης εκ μέρους της Αιτήτριας στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης και τούτο καθώς η Αγωγή καταχωρίστηκε την 16.05.2013 και η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε πέραν των 6 χρόνων μετά, ήτοι στις 12.07.2019 ενώ η Αγωγή τα τελευταία τέσσερα σχεδόν έτη είναι οριζόταν για ακρόαση. Σύμφωνα δε με νομική συμβουλή που έλαβε, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με το αρ. 5
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) (ως έχει τροποποιηθεί), το Δικαστήριο δεν περιορίζεται χρονικά για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Αιτήτρια όμως έχει καταχωρίσει την Αίτηση με αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση, ενόψει και της επικείμενης έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας στην Αγωγή και δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία στην Ε.Δ.Θ. για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Η Αιτήτρια επίσης δεν αποκαλύπτει στη Ε.Δ.Θ. γιατί αποφάσισε να προχωρήσει σε έρευνα στο Κτηματολόγιο μόλις τον Μάιο του 2019, από τη στιγμή που η Αγωγή είχε καταχωριστεί από το 2013. Η δε καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης αποβαίνει σε βάρος της Καθ' ης η αίτηση η οποία ανέμενε την έναρξη της ακρόασης στην Αγωγή, η οποία ακρόαση δε θα πραγματοποιηθεί μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης. Λόγω των ανωτέρω καθυστερήσεων της ενάγουσας, η Καθ' ης η αίτηση θα υποστεί ζημιά στην περίπτωση ενδεχόμενης απόφασης εναντίον της, υπολογιζόμενη στο ποσό των εκάστοτε τόκων, το οποίο δε θα είχε υποστεί σε περίπτωση που προχωρούσε η υπόθεση για ακρόαση. Περαιτέρω, η ανωτέρω ζημιά της Καθ' ης η αίτηση, λόγω της καθυστέρησης της διαδικασία από την Αιτήτρια αντικρούει τον ισχυρισμό της παρ. 22 της Ε.Δ.Θ. ότι η Καθ' ης η αίτηση δε θα υποστεί καμία ζημιά από την έκδοση του διατάγματος και ότι απλά διατηρείται η παρούσα κατάσταση πραγμάτων (status quo). Η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει επίσης τον ισχυρισμό ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντιθέτως, η αδικαιολόγητη δέσμευση της περιουσίας της, η οποία όπως προαναφέρθηκε έχει αξία πολλαπλάσια του ποσού της απαίτησης, θα παραβιάσει το δικαίωμα της στην εύλογη απόλαυση της ιδιοκτησίας της, το οποίο προστατεύεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η συμπεριφορά δε της Καθ' ης η Αίτηση από την καταχώριση της Αγωγής πριν τόσα χρόνια καταδεικνύει τις προθέσεις της, ως προς τη μη αποξένωση του επίδικου Ακινήτου ή οποιασδήποτε άλλης ακίνητης της περιουσίας. Το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με την καθυστέρηση που προκαλεί η Αίτηση καθώς και το ότι η αξία της επίδικης περιουσίας ξεπερνά κατά πολύ το ποσό της απαίτησης, γέρνουν όπως είναι φυσικό το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ της απόρριψης της αίτησης. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης όπως η κάθε πλευρά φυσικά τα αντιλαμβάνεται και παρουσιάζει όπως και στη νομική πτυχή που τη διέπει. Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση και τους λόγους ένστασης όπως και τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και ένσταση όπως ασφαλώς και τις αγορεύσεις των δύο πλευρών τις οποίες και λαμβάνω υπ' όψιν, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές και απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΤΗΣ ΠΤΥΧΗ: Η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων (βλ. μεταξύ άλλων: Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis, Odysseos v. Pieris Estates, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282) στις οποίες και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος. Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά είναι οι ακόλουθες: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, ενώ δεδομένη είναι πάντα η δυνατότητα αντεξέτασης ως προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Στο στάδιο έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων σε σχέση με τα νομικά και/ή πραγματικά ζητήματα που προκύπτουν και η ενδιάμεση διαδικασία δεν μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας (βλ. Τhe Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου [ανωτέρω], Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, αυτό που εξετάζεται είναι αν στη βάση των έγγραφων προτάσεων αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου και ότι δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό». Σχετικά με την δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι της ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos (ανωτέρω), και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Η απλή προβολή ισχυρισμών δεν θεωρείται αρκετή. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ.Trafalgar Developments Ltd Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G. κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 331/17, ημερ. 21.02.19). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην κυρίως υπόθεση (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd). Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λίμιτεδ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Π. Ε. Αρ. Ε7/2018 ημερ. 21.03.2019: «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκριση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία». Σημειώνεται επίσης ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει την Αιτήτρια (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd,
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων τα Δικαστήρια προτού εκδώσουν ή οριστικοποιήσουν προσωρινά διατάγματα, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και κάποιες ευρύτερες αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας και των αρχών της επιείκειας. Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη και τον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience). Το Δικαστήριο, δηλαδή, θα πρέπει να αποφασίσει, συνεκτιμώντας και ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει το διάταγμα, καθώς και θα ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, μεταξύ άλλων, την οικονομική δυνατότητα του εναγόμενου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις χρέους, εάν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα ικανοποίησης τυχόν απόφασης, τότε απορρίπτεται το αίτημα για παρεμπίπτον διάταγμα (Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1759 και C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία "ΛΕΩΝΙΚ" Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785). Πέραν του άρθρου 32, η αίτηση στηρίζεται και στο άρθρο 5 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3).» To Δικαστήριο στην Lakatamitis v. Theodorou,
(1983)1 CLR 520 ανέφερε ότι: «Law 14/60 is a Law containing, inter alia, general provisions about the jurisdiction and powers of the Courts of the Republic and one of such powers is that granted by means of its section
  1. On the other hand section 5 of Cap. 6 is a provision of a specific nature. We see no reason, as at present advised, why an order of the nature envisaged by section 5 of Cap. 6 cannot be made, also, under section 32 of Law 14/60 and, especially, simultaneously under both section 32 of Law 14/60 and section 5 of Cap.
  2. Applying the above dictum, by analogy, to section 5 of Cap. 6 and section 32 of Law 14/60 we find confirmation for our already stated view that it is possible to make under section 32 of Law14/60 an order such as that envisaged by section 5 of Cap.
  3. But, in making such an order under section 32, the specific criteria laid down in section 5 should be, also, taken into account in so far as they do not coincide with the criteria set out in the said section 32». Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν εντόπισε κάποιο λόγο γιατί αιτούμενο διάταγμα υπό το άρθρο 5 δεν μπορεί επίσης να εκδοθεί στη βάση του άρθρου 32, είτε και κάτω από τα δύο άρθρα μαζί. Ωστόσο, αναφέρθηκε από το Δικαστήριο ότι, ιδίως όπου αιτούμενο διάταγμα καλύπτεται από το άρθρο 5 και εξετάζεται δυνάμει του άρθρου 32, οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 5 θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον βαθμό που δεν συμπίπτουν με τις προϋποθέσεις του άρθρου
  4. Το Δικαστήριο στην Lakatamitis (ανωτέρω) ακύρωσε το διάταγμα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου επειδή το ειδικό κριτήριο του άρθρου 5, δηλαδή ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του, δεν λήφθηκε υπόψη. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1), το Δικαστήριο δύναται να δεσμεύσει τέτοια περιουσία όπου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής. Ωστόσο, είναι σημαντική η αναφορά στον Νόμο για διαταγή που να διατάσσει τον εναγόμενο να μην απαλλοτριώσει «τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του. όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής». Στην C. Phasarias (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι «Το Άρθρο 5
(1)αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης». Άρα τέτοια δέσμευση πρέπει να περιοριστεί σε τέτοια περιουσία η οποία θα απομακρύνει τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της απόφασης. Από το λεκτικό του άρθρου 5
(2)φαίνεται συνεπώς να προκύπτουν δύο προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση είναι ότι ο ενάγοντας πρέπει να έχει καλή βάση αγωγής. Στην Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. ν. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162 φαίνεται το Ανώτατο να συμφωνεί με την προσέγγιση ότι συμπίπτουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο αναφέρει ότι: «Σύμφωνα με το πρωτόδικο δικαστήριο το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τα δύο πρώτα κριτήρια του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 και ότι το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 προσομοιάζει με την προϋπόθεση του άρθρου 5 πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η περιουσία πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει μεταγενέστερη απόφαση υπέρ του. Με αυτό το σκεπτικό το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως και τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 ικανοποιούνταν». Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)είναι η πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων να ικανοποιήσει την δικαστική απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Στην C. Phasarias (ανωτέρω), το Δικαστήριο ρητά ανέφερε ότι η συγκεκριμένη προϋπόθεση αντιστοιχεί με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αναφέροντας τα ακόλουθα: «Ορθά, νομίζουμε, είδε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο». Ομοίως και στην Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.,
(2006)1 ΑΑΔ 280 επιβεβαιώθηκε η ανωτέρω προσέγγιση. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα όπου αναφέρονται επίσης τα ακόλουθα σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5: «Και επί του σημείου αυτού η νομολογία μας είναι καθαρή. Η απαίτηση του άρθρου 5 για ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 5 ΚΑΙ 32 Η πρώτη προϋπόθεση αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ύπαρξης ορατής πιθανότητας να δικαιούται η Αιτήτρια σε θεραπεία (Άρθρο 32) / Καλή βάση αγωγής (Άρθρο 5). Εξετάζοντας τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου διαπιστώνω ότι η ουσία της αξίωσης της Αιτήτριας εναντίον της Καθ' ης η αίτηση ή/και των εναγόμενων, παρατίθεται στις παραγράφους 3 μέχρι 14 της Ε.Δ.Θ. με την οποία υποστηρίζεται η Αίτηση. Στις παραγράφους 10 έως 15 της Ε.Δ.Χ. η οποία υποστηρίζει την ένσταση της Καθ΄ ης η αίτηση, παρατίθενται οι θέσεις των εναγόμενων και/ή μέρος της υπεράσπισης τους. Συνοπτικά και μεταξύ άλλων ισχυρισμών, η υπεράσπιση των εναγόμενων περιστρέφεται γύρω από δύο κύριους άξονες. Ο πρώτος και κυριότερος είναι οι ισχυριζόμενες παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις των εναγόντων και η μη συμπερίληψη ορισμένων από τις χρεώσεις στη Σύμβαση Πίστωσης ημερομηνίας 21.12.
  1. Ο δεύτερος κύριος άξονας της υπεράσπισης είναι η μη ενημέρωση της εναγόμενης 2/ Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με αλλαγές στα επιτόκια με τα οποία χρεωνόταν η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, οποιεσδήποτε υπερβάσεις στα όρια ανάληψης της εταιρείας και/ή παράλειψη δέουσας ενημέρωσης της Καθ' ης η αίτηση ως προτιθέμενη εγγυήτρια. Στην Ε.Δ.Θ. αναφέρονται τουλάχιστον τρία διαφορετικά επιτόκια. Στην παράγραφο 6 γίνεται αναφορά σε 6.5%, στις παραγράφους 10, 11 και 12 γίνεται αναφορά σε 15.5% και στην παράγραφο 14 γίνεται αναφορά σε 10.5%. Ωστόσο, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά και/ή επεξήγηση σε σχέση με τις εν λόγω αλλαγές του επιτοκίου. Το συγκεκριμένο παράδειγμα κατά την άποψη της Καθ' ης η αίτηση καταδεικνύει τόσο τις παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις, όσο και η παράλειψη ενημέρωσης των εναγόμενων. Η όποια αναφορά και/ή επεξήγηση του επιτοκίου εν μέρει παρουσιάζεται στο Τεκμ. 4 της Ε.Δ.Θ. και συγκεκριμένα στην επιστολή ημερομηνίας 24 Ιανουαρίου 2013 προς τις εναγόμενες. Στην τελευταία παράγραφο της υπό αναφορά επιστολής αναλύεται το συνολικό επιτόκιο του 15.5% ως 6.5% βασικό επιτόκιο, 2% περιθώριο και 7%. Σημειώνεται ότι στο Τεκμ. 1 της Ε.Δ.Θ. γίνεται αναφορά σε βασικό επιτόκιο 5.5% και περιθώριο 1%. Στο Τεκμ. 2 της Ε.Δ.Θ. γίνεται αναφορά σε συνολικό επιτόκιο 6.5%. Τα ποσά τα οποία χρεωνόταν ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το ανωτέρω παράδειγμα, είναι ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν είχαν καμιά σχέση με την Σύμβαση Πίστωσης ημερομηνίας 21.12.2001 ή με την επιστολή προσφερόμενων διευκολύνσεων ημερομηνίας 19.12.
  2. Το κατ' ισχυρισμό συμφωνηθέν βασικό επιτόκιο ήταν 5.5% και προκύπτει ότι οι ενάγοντες χρέωναν του εναγόμενους 6.5%, το κατ' ισχυρισμό συμφωνηθέν περιθώριο ήταν 1% (δηλαδή συνολικό επιτόκιο 6.5%) και οι ενάγοντες χρέωναν τους εναγόμενους 2%. Επίσης, η επιπρόσθετη χρέωση 7% ουδέποτε επεξηγείται και/ή δικαιολογείται στη βάση της σύμβασης και αποτελεί σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση παράνομη χρέωση. Παρόλα αυτά δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση ότι στη βάση των πιο πάνω γεγονότων θα είναι αδύνατο να πετύχει οποιαδήποτε αιτία αγωγής και/ή ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι ως εκ τούτου δεν πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ούτε και η εισήγηση ότι στη βάση ακριβώς των πιο πάνω δεν προκύπτει ορατή πιθανότητα ή/και ενδεχόμενο επιτυχίας της ενάγουσας στην Αγωγή της εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Τουναντίον κρίνω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται και λαμβάνονται υπ' όψιν σε αυτού του είδους τις αιτήσεις καθώς, και αν ακόμα ήθελε πετύχει η υπεράσπιση περί επιδίκασης τόκων επί τόκων ή άλλων χρεώσεων που δεν προνοούνται στη Σύμβαση Πίστωσης, έστω και αν κριθούν ως παράνομες χρεώσεις δεν καθιστούν ολόκληρη τη συμφωνία άκυρη. Υπενθυμίζω ότι δεν υπάρχει Ανταπαίτηση. Η εγκυρότητα δε της Σύμβασης Πίστωσης είναι ζήτημα που δεν μπορεί να απασχολήσει στα πλαίσια της παρούσας. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε και η εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση ότι δηλαδή σύμφωνα με την αντιστοιχία των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 με την προϋπόθεση ύπαρξης καλής βάσης αγωγής του άρθρου 5
(2)ότι ούτε και η προϋπόθεση της καλής βάσης αγωγής του άρθρου 5
(2)πληρείται εν προκειμένω. Θα εξετάσω τώρα την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο με την ενδεχόμενη πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο πρόσωπο, οπότε και είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του σύμφωνα με το Άρθρο 5. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5, οι θέσεις της Αιτήτριας παρουσιάζονται στις παραγράφους 15 έως 23 της Ε.Δ.Θ. Στις εν λόγω παραγράφους παρατίθενται οι ενέργειες των εναγόντων καθώς και περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα. Είναι δε γεγονός ότι στην Ε.Δ.Θ. δεν εντοπίζω οποιονδήποτε ισχυρισμό ή/και να προσφέρεται οποιαδήποτε μαρτυρία ή/και επαρκής μαρτυρία ή οποία να καταδεικνύει πως υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης ή να καταδεικνύεται η οποιαδήποτε πρόθεση της για αποξένωση ακίνητης περιουσίας της. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ενώ έχουν συμπληρωθεί σχεδόν 8 χρόνια από την καταχώρηση της Αγωγής και η εναγόμενη 2/ Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε είχε, σε κάθε δε περίπτωση δεν προσφέρθηκε καμία απολύτως μαρτυρία η οποία καταδεικνύει οποιαδήποτε πρόθεση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου ή οποιασδήποτε άλλης ακίνητης περιουσίας της, όπως προκύπτει από την παράγραφο 40 της Ε.Δ.Χ. Τουναντίον, η Ε.Δ.Θ. περιορίζεται στην προβολή γενικών και αόριστων ισχυρισμών περί αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος χωρίς όμως να επεξηγείται γιατί εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί η Αιτήτρια ανεπανόρθωτη ζημιά. Πέραν όμως των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Ε.Δ.Θ. υπάρχει παραδοχή ότι η Καθ' ης η αίτηση διατηρεί ακίνητη περιουσία με αξία η οποία ξεπερνά κατά πολύ την αξίωση των εναγόντων. Ενόψει αυτής της παραδοχής, οι ισχυρισμοί περί ανεπανόρθωτης ζημιάς και αδυναμίας απονομής πλήρους Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο καθίστανται ανυπόστατοι και είναι αντιφατικοί ως προς το τι επιδιώκεται. Περαιτέρω, δεν υπάρχει μαρτυρία και ούτε προκύπτει από τα γεγονότα ότι με ενδεχόμενη πώληση ή μεταβίβαση ή με οποιοδήποτε τρόπο απαλλοτρίωση του Ακινήτου θα εμποδιστεί η Αιτήτρια από την ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης. Δεν επεξηγείται από την Αιτήτρια γιατί υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης. Σημειώνεται πως ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία προσκομίστηκε ούτε και επεξηγήθηκε στην Ε.Δ.Θ. γιατί η πώληση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας δημιουργεί πιθανότητα να εμποδιστεί η Αιτήτρια στην ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης. Προς επίρρωση της πιο πάνω αντίληψης μου περί των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση λαμβάνω υπ' όψιν την περιουσία της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με το Τεκμ. 8 της Ε.Δ.Θ., το οποίο αποτελεί Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση, αυτή είναι ιδιοκτήτρια πέντε ακινήτων συνολικής αξίας €5.500.557= χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτών των στοιχείων όπως παρατίθενται στο Τεκμ. 8 της Ε.Δ.Θ. η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση ανέρχεται περί το συνολικό ποσό των €5.500.557= το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ, ήτοι καλύπτει περίπου 20 φορές, ακόμα και το κατ' ισχυρισμό σημερινό υπόλοιπο των €256.245,38σ. Στην Ε.Δ.Χ. αντικρούονται οι ισχυρισμοί της Ε.Δ.Θ. και σημειώνεται ότι ακόμα και εάν συνυπολογιστεί η Υποθήκη της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, η οποία επιβαρύνει τα τέσσερα ακίνητα, εξακολουθεί η συνολική αξία της περιουσίας να υπερβαίνει κατά πολύ την κατ' ισχυρισμό οφειλή προς την ενάγουσα. Επίσης αναφέρθηκε το γεγονός ότι ακόμα και με την αφαίρεση του επίδικου ακινήτου από την εξίσωση, ακόμα και με συνυπολογισμό της ως άνω υποθήκης και οποιωνδήποτε άλλων υποχρεώσεων της Καθ' ης η αίτηση ως αναγράφονται στο Τεκμ. 8 της Ε.Δ.Θ., η συνολική περιουσία της Καθ' ης η αίτηση υπερβαίνει το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός στην Ε.Δ.Θ. ότι ενδεχόμενα να καταστεί αδύνατη η εκτέλεση μιας ενδεχόμενης απόφασης υπέρ της ενάγουσας. Αντιθέτως, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζεται από την ίδια την Αιτήτρια η αξία της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση υπερβαίνει κατά €5.200.000= το κατ' ισχυρισμό σημερινό υπόλοιπο. Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, επαναλαμβάνεται το κριτήριο του άρθρου 5
(1)ότι η Καθ' ης η αίτηση δύναται να διαταχτεί όπως μη απαλλοτριώσει «τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της. όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής». Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την έρευνα στο Κτηματολόγιο την οποία πραγματοποίησε η ίδια η Αιτήτρια, υπάρχει άλλη ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η αίτηση και/ή συνδυασμός τεμαχίων αυτής, τα οποία θα υπερκάλυπταν τυχόν απόφαση και έξοδα της Αγωγής, ακόμα και με τον συνυπολογισμό της ανωτέρω υποθήκης της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, θα αποτελούσε επαρκή ικανοποίηση. Εάν ληφθεί υπόψη η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποτελέσει επιβάρυνση επί μεγαλύτερης αξίας/μέρους της εν λόγω περιουσίας, ήτοι επί αξίας €4.501.600 από σύνολο €5.500.557=, το οποίο οδηγεί σε μη εκπλήρωση της προϋπόθεσης για έκδοση διαταγής μη απαλλοτρίωσης μόνο τόσου μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας όσου θα ήταν επαρκές να ικανοποιήσει της απαίτηση της Αιτήτριας μαζί με τα έξοδα. Σε σχέση τώρα με την αξία του επίδικου Ακινήτου στην παρ. 20 της Ε.Δ.Θ., γίνεται αναφορά σε δραματική μείωση της αξίας του Ακινήτου σε €3.450.000 ενώ ως αναφέρεται το συνολικό ποσό αξίας του ακινήτου με καταναγκαστική πώληση μειώνεται σε €2.588.000. Ωστόσο, στην παρ. 6
(1)του Τεκμ. 9 που επισυνάπτεται στην Ε.Δ.Θ., αναφέρεται ότι «το βελτιωμένο οικονομικό κλίμα σε συνδυασμό με τα μέτρα της κυβέρνησης, όπως το πολεοδομικά κίνητρα και το σχέδιο πολιτογράφησης, συνέτειναν στην αύξηση των πωλήσεων ακινήτων, ενώ θετικά συντείνει και η ανάκαμψη του δανεισμού από τα τραπεζικά ιδρύματα για στεγαστικούς σκοπούς». Υπάρχει επομένως μια εγγενής αντίφαση μεταξύ των ισχυρισμών που περιέχονται στο Τεκμ. 9 της Ε.Δ.Θ. με αυτούς της παρ. 9. Συνεπώς, από την μαρτυρία που παρουσίασε η ίδια η Αιτήτρια φαίνεται ότι τον τελευταίο καιρό υπάρχει αύξηση των τιμών πωλήσεως ακινήτων, κάτι το οποίο όχι μόνο δεν μειώνει τη συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση, αλλά αντίθετα, συντείνει στην σταδιακή αύξηση της, αναφορικά με το σύνολο των ακινήτων τα οποία κατέχει η Καθ' ης η αίτηση. Τέλος, σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση στην παρ. 21 της Ε.Δ.Θ. γίνεται απλώς μια αναφορά στην οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση, καταλήγοντας ότι η Αιτήτρια δεν έχει και/ή δεν θα έχει ικανοποιητικής μορφής εμπράγματη εξασφάλιση. Ωστόσο, σε κανένα σημείο της Ε.Δ.Θ. δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε μαρτυρία ή να προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση και την ικανότητα της να εξοφλήσει τυχόν εξ αποφάσεως χρέος. Εκτός από την εκτίμηση του επίδικου Ακινήτου, η Αιτήτρια απέτυχε να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για το σύνολο της οικονομικής κατάστασης και τις περιστάσεις της Καθ' ης η αίτηση. Ακόμα και σε περίπτωση αποξένωσης και/ή απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου, δεν υπάρχει η πιθανότητα μη ικανοποίησης της οποιασδήποτε απόφασης στην Αγωγή και των εξόδων αυτής τουλάχιστον από την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η αίτηση. Η δυνατότητα αυτή παραμένει ακόμα και με την αφαίρεση των ποσών που αφορούν επιβαρύνσεις, εγγυήσεις και/ή άλλες υποθήκες. Όμως, και είναι σημαντικό, πέραν των ανωτέρω και σε συνάρτηση με αυτά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν έχει καταδειχτεί η οποιαδήποτε πρόθεση πώλησης και/ή αποξένωσης οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας της Καθ΄ ης η αίτηση ή ιδιαίτερα του επίδικου Ακινήτου με οποιοδήποτε τρόπο. Αντιθέτως, όπως αναφέρεται στην παρ. 29 της Ε.Δ.Χ., δεν υπάρχει πρόθεση αποξένωσης του επίδικου Ακινήτου και ούτε έχει καταδειχτεί η οποιαδήποτε ένδειξη τέτοιας πρόθεσης. Η Καθ' ης η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί αυτού του ισχυρισμού της και συνεπώς, προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν τον αμφισβητεί και έτσι παραμένει αναντίλεκτος. Αυτό που αβίαστα προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, τόσο προς υποστήριξη της Αίτησης όσο και προς υποστήριξη της ένστασης, είναι ότι ακόμα και σε έκδοση τυχόν απόφασης εναντίον των εναγόμενων, η Καθ' ης η αίτηση κατέχει ακίνητη περιουσία που θα υπερκαλύπτει την οποιαδήποτε απόφαση και τα έξοδα αυτής. Συμπερασματικά, στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 δεν ικανοποιούνται καθώς: (α) δεν καταδείχθηκε καμία πρόθεση μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με πρόθεση ή πιθανότητα αποξένωσης του, (β) δεν καταδείχθηκε οποιαδήποτε πιθανότητα να εμποδιστεί η Αιτήτρια στην ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης. Δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία για να τεκμηριωθεί στον απαιτούμενο βαθμό τέτοιος ισχυρισμός, (γ) η αξία και μόνο της ακίνητης περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση είναι υπέρ-αρκετή σε πολλαπλάσιο βαθμό να καλύψει τόσο το ποσό της αξίωσης καθώς και τα έξοδα που πιθανό να προκύψουν, (δ) δεν αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση του επίδικου - συγκεκριμένου - ακινήτου (σε αντίθεση με τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας της Καθ' ης η αίτηση γενικά) μπορεί να εμποδίσει την ικανοποίηση της απόφασης, (ε) η αξία του επίδικου ακινήτου ξεπερνά κατά πολύ το ποσό της αξίωσης, (στ) δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση και δεν αντεξετάστηκε η Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με αυτή καθιστώντας τη δική της μαρτυρία αναντίλεκτη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κρίνω ότι κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης και τούτο καθώς παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Σύμφωνα με το ιστορικό που παρατίθεται πιο πάνω η Αγωγή καταχωρίστηκε την 16.05.2013 και η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε πέραν των 6 χρόνων μετά, ήτοι στις 12.07.2019 ενώ από 12.05.2016 ξεκίνησε να ορίζεται για ακρόαση. Παρότι σύμφωνα και το άρθρο 5
(1)και τη σχετική νομολογία το Δικαστήριο δεν περιορίζεται χρονικά για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η Αιτήτρια έχει καταχωρίσει την Αίτηση με αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση. Δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία στην Ε.Δ.Θ. για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Σημειώνεται δε ότι έχουν παρέλθει περί τα δύο χρόνια από την καταχώριση της Αίτησης μέχρι την ακρόαση της και εάν δεν καταχωρείτο η παρούσα Αίτηση ενδεχομένως μέχρι σήμερα να είχε ξεκινήσει η ακρόαση της Αγωγής. Η ανωτέρω καθυστέρηση, αν και όχι καταλυτική ως προς την έκβαση της παρούσας Αίτησης, μπορεί ως κρίνω, να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως παράγοντας τον οποίο θα συνυπολογίσει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ως μέρος των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης και στο πλαίσιο αξιολόγησης του ισοζυγίου της ευχέρειας και του κατά πόσον είναι δίκαιο και/ή εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Η Αιτήτρια επίσης δεν αποκαλύπτει στην Ε.Δ.Θ. και συγκεκριμένα στην παρ. 15 αυτής γιατί αποφάσισε να προχωρήσει σε έρευνα στο Κτηματολόγιο μόλις τον Μάιο του 2019 από τη στιγμή που η Αγωγή είχε καταχωριστεί από το 2013, εάν υπήρχαν οι οποιεσδήποτε ανησυχίες περί μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης. Από την άλλη, η καθυστέρηση που προκαλεί η παρούσα αίτηση στην εκδίκαση της αγωγής, προκαλεί αδικία στην εναγόμενη 2, η οποία ανέμενε την έναρξη της ακρόασης στην αγωγή. Λόγω ακριβώς της καθυστέρηση η Καθ' ης η αίτηση υπόκειται σε ζημιά στην περίπτωση ενδεχόμενης απόφασης εναντίον της, υπολογιζόμενη στο ποσό των εκάστοτε τόκων, τους οποίους δε θα είχε υποστεί σε περίπτωση που προχωρούσε η υπόθεση για ακρόαση. Επομένως αυτή η ορατή ζημιά αντικρούει τον ισχυρισμό της παρ. 22 της Ε.Δ.Θ. ότι η Καθ' ης η αίτηση δε θα υποστεί καμία ζημιά από την έκδοση του διατάγματος και ότι απλά διατηρείται η παρούσα κατάσταση πραγμάτων (status quo). Πέραν της ανωτέρω ζημιάς, θα συμφωνήσω με την θέση των συνηγόρων της Καθ' ης η αίτηση ότι θα υποστεί ζημιά σε περίπτωση έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αναφορικά με τον περιορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της καθότι η αδικαιολόγητη δέσμευση της περιουσίας της, η οποία όπως προαναφέρθηκε έχει αξία πολλαπλάσια του ποσού της απαίτησης, θα παραβιάσει το δικαίωμα της εναγόμενης 2 στην εύλογη απόλαυση της ιδιοκτησίας της κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του Άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ως έχει κυρωθεί και βρίσκεται σε ισχύ στην Κυπριακή έννομη τάξη. Έχοντας επομένως υπ' όψιν όλα όσα πιο πάνω έχω εξηγήσει καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης κρίνοντας ότι είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να ασκηθεί εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση 2. Αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.