← Κύπρος

Χρίστου ν. Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, Αρ. Αγωγής: 2175/21, 8/10/2021

Χρίστου ν. Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, Αρ. Αγωγής: 2175/21, 8/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A557 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2175/21 Μεταξύ: XXXXX Χρίστου Ενάγοντας/Αιτητής και Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 8η Οκτωβρίου 2021 Αίτηση ημερ. 24/09/2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Ζαχαράκης Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κ. Ορφανίδης ------------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αν και η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε ex-parte, όταν πλέον τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ακούστηκε καθετί σχετικό από τον συνήγορο του ενάγοντα, ο οποίος ζήτησε την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων στην απουσία της άλλης πλευράς, τελικώς δόθησαν οδηγίες επίδοσης τούτης. Παρ' όλα ταύτα, λόγω ακριβώς της κατ' επείγουσας φύσης του ζητήματος που απασχολεί, εν προκειμένω τις εσωκομματικές διεργασίες των εναγομένων οι οποίες είναι προγραμματισμένες για την ερχόμενη Κυριακή 10/10/2021, η αίτηση ορίστηκε σε σύντομη ημερομηνία και παράλληλα δόθησαν οδηγίες για άμεση καταχώριση ένστασης όπερ και εγένετο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο άκουσε την αίτηση σε χρόνο πριν τη διεξαγωγή των εκλογών που αφορά. Σημειώνεται πως η αίτηση προωθείται από τον ενάγοντα, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο και στη συνέχεια θα καλείται ως «ο αιτητής». Στρέφεται δε κατά του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών, το οποίο αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι συνιστά πολιτικό κόμμα. Ως εκ τούτου στη συνέχεια οι εναγόμενοι θα καλούνται ως «το Κίνημα». Ό,τι ζητείται με την αίτηση είναι: «

  1. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να αναστέλλει τη διαγραφή του Ενάγοντα από Μέλος του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών που λήφθηκε από την Επαρχιακή Επιτροπή Λευκωσίας του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών την 19/07/21 και που επικυρώθηκε την 28/07/21 από την Εκτελεστική Γραμματεία του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής για να μην απολέσει ο Αιτητής το δικαίωμα του εκλέγειν εκλέγεσθαι στις επικείμενες εκλογές του κινήματος οι οποίες προβλέπεται να λάβουν χώρα την 10 Οκτωβρίου
  2. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών που λήφθηκε από την Επαρχιακή Επιτροπή Λευκωσίας του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών την 19/07/21 και που επικυρώθηκε την 28/07/21 από την Εκτελεστική Γραμματεία του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών είναι παράνομη και/ή αντικαταστατική και/ή αντισυνταγματική, καθότι δεν έτυχε μιας δίκαιης και δημοκρατικής διαδικασίας σύμφωνα με το καταστατικό του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών και τους κανόνες της ηθικής και της φυσικής δικαιοσύνης.
  3. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η περαιτέρω υλοποίηση της επίδικης απόφασης του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών που λήφθηκε από την Επαρχιακή Επιτροπή Λευκωσίας του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών την 19/07/21 και που επικυρώθηκε την 28/7/21 από την Εκτελεστική Γραμματεία του Κινήματος Οικολόγων, μ την οποία διεγράφη ο ενάγων από το Κίνημα.
  4. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να αναστέλλει τις επικείμενες εκλογές του κινήματος οι οποίες προβλέπεται να λάβουν χώρα την 10 Οκτωβρίου 2021 για περίοδο 60 ημερών για να μπορέσει ο Αιτητής να θέσει την υποψηφιότητα του για την προεδρία του Κινήματος Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών και για να του δοθεί το δικαίωμα να κάνει μια στοιχειώδη προεκλογική εκστρατεία για σκοπούς της ισότητας.
  5. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στα συλλογικά τους όργανα και/ή στα μέλη τους και/ή στους υπαλλήλους τους και/ή στους υπηρέτες τους, από του να έχει και/ή να απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα μέλους των Εναγομένων ως προνοεί το Καταστατικό τους.» Με δεδομένη τη φύση της αίτησης, εν προκειμένω αίτηση προσωρινού διατάγματος που εδράζεται στις διατάξεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60και της παγιωμένης πλέον δικαιϊκής αρχής πως εκείνο που εξετάζεται συναρτάται με αυτές τούτες τις προϋποθέσεις που ελέγχουν το εύλογο ή μη της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, σκόπιμο κρίνεται να συνοψιστούν εκ προοιμίου οι σχετικές νομολογιακές αρχές, ώστε να φωταγωγηθεί η νοητική διεργασία που θα ακολουθηθεί. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ" Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Όπως έχει λεχθεί σε διαδικασίες αυτού του είδους, ενδιάμεσες ούσες, δεν νοείται αξιολόγηση, ώστε να μην επηρεαστεί η ουσία του πράγματος που δεν είναι άλλο από το αντικείμενο της αγωγής. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι αν ήθελε κριθεί πως τέτοια αξιολόγηση είναι αναγκαία θα παραληφθεί. Κάθε άλλο. θα διενεργηθεί, όμως περιορισμένα και για σκοπούς μόνο της παρούσας διαδικασίας και αυτό με εκ πρώτης όψεως θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων, με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή που οφείλει να στοιχειοθετήσει όσα το άρθρο 32 του Ν.14/60 διαλαμβάνει (βλ. Δήμος Λάρνακας v. Royal Ris Restaurant Ltd, Πολ. Έφ. Ε187/17, 25/01/2019). Καίτοι δεν επιτρέπεται επιλογή εκδοχής κατόπιν εις βάθος εξέτασης λεπτομερειών υποκειμενικής συμπεριφοράς, επιτρέπεται επανεξέταση των ισχυρισμών του αιτητή «υπό το κράτος της θέσεως της ενιστάμενης πλευράς», με στόχο τη διερεύνηση του κατά πόσο οι ισχυρισμοί του δεύτερου (καθ' ου η αίτηση) εξ αντικειμένου ανατρέπουν όσα ο πρώτος ισχυρίστηκε (βλ. Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ. Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, 16/07/2019). Στα πιο πάνω τη δική της σημασία διαδραματίζει και η βασική αρχή ότι ισχυρισμοί που είτε δεν απαντήθηκαν είτε δεν αμφισβητήθηκαν άλλως πως, εκλαμβάνονται ως δεδομένοι (βλ. Παττούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118, 2124). Σχετική εν προκειμένω είναι και η υπόθεση Thinking Steel International BV v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ. 1460,
  1. Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο αιτητής. Στον αντίποδα η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ομνύει η XXXXX Σακαδάκη, η οποία δηλώνει ότι είναι οργανωτική λειτουργός του Κινήματος. Δεν είναι αναγκαία η εν συνόλω παράθεση των αιτιάσεων των ομνυόντων. Άλλωστε διεξοδική και προσεκτική ανάγνωση των όσων αναφέρονται στις δύο αυτές ένορκες δηλώσεις, αποκαλύπτει πως δεν τελεί υπό αμφισβήτηση το σύνολο των ισχυρισμών σε αμφότερες τις δηλώσεις. Τουναντίον, σημαντικό μέρος τούτων αποτελεί κοινό τόπο. Είναι λοιπόν πρόσφορο να παρατεθεί αυτό το πραγματικό πλαίσιο που βρίσκει τα μέρη σύμφωνα, ενώ σημειώνεται πως κατά την αυτή διεργασία θα επισημαίνεται και κάθε αντίθετη άποψη. Έχουμε και λέμε. ο αιτητής δηλώνει ότι είναι μέλος του Κινήματος από το
  2. Περί τούτου δεν υπάρχει αμφισβήτηση από την άλλη πλευρά, διατείνεται όμως πως για αρκετά χρόνια απομακρύνθηκε από το Κίνημα και όταν περί το 2018 τέθηκε σε εφαρμογή ο περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος, το Κίνημα επικοινώνησε με αριθμό μελών με σκοπό να εξακριβώσει κατά πόσο αποδέχονται τη χρήση των προσωπικών τους δεδομένων. Μεταξύ αυτών ήταν και ο αιτητής, ο οποίος αρνήθηκε να δώσει τέτοια συγκατάθεση και αποτέλεσμα ήταν να διαγραφεί από το μητρώο των μελών του Κινήματος. Παρ' όλα ταύτα, την 28/03/2021 ο αιτητής συμπλήρωσε αίτηση εγγραφής μέλους, η οποία εγκρίθηκε την 30/03/
  3. Συνεπώς έκτοτε ο αιτητής κατέστη και πάλι μέλος του Κινήματος. Με δεδομένο το αναμφισβήτητο της σχετικής θέσης του Κινήματος, όλα τα ανωτέρω υιοθετούνται ως ορθό πραγματικό πλαίσιο για σκοπούς της παρούσης. Περιπλέον, δεδομένο είναι, άλλωστε προκύπτει και από το τεκμήριο 1 στην αίτηση αλλά και από τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, πως την 28/03/2021, δηλαδή δύο μέρες προτού ο αιτητής καταστεί εκ νέου μέλος του Κινήματος, εξήγγειλε υποψηφιότητα για τη θέση του προέδρου του Κινήματος. Εντούτοις τα ανωτέρω δεν είναι παρά επιμέρους ζητήματα και όχι η ουσία του πράγματος. Εκεί όπου εστιάζονται οι θέσεις των δύο πλευρών είναι σε σχέση με τα τεκταινόμενα στη συνεδρίαση της Επαρχιακής Επιτροπής Λευκωσίας την 19/07/
  4. Η διεξαγωγή της περί ης ο λόγος συνεδρίασης αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός. Περιπλέον, αναμφισβήτητο είναι και το γεγονός πως την 16/07/2021 ο αιτητής έλαβε τηλεφώνημα από την γραμματέα της Επαρχιακής Επιτροπής Λευκωσίας, η οποία τον κάλεσε να παραστεί στη συνεδρία της 19ης Ιουλίου του
  5. Παρεμβάλλεται πως ο αιτητής ισχυρίζεται ότι επειδή δεν είναι μέλος της εν λόγω επιτροπής απόρησε και παρ' ότι ρώτησε τη γραμματέα ποιος είναι ο λόγος που καλείται να παρευρεθεί, δεν έλαβε οιανδήποτε εξήγηση. Στον αντίποδα το Κίνημα υποστηρίζει πως ο αιτητής ενημερώθηκε συναφώς και συγκεκριμένα ότι στην εν λόγω συνεδρία θα συζητείτο σχετικό αίτημα τούτου, εν προκειμένω ημερομηνίας 14/07/
  6. Μάλιστα το αίτημα αυτό του αιτητή, αποτυπωμένο σε σχετική επιστολή, αποκαλύφθηκε με την ένσταση. Είναι τούτο το τεκμήριο
  7. Δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης η εν λόγω επιστολή και εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενό της ομιλεί αφ' εαυτού. Με αυτά ως δεδομένα δεν μπορεί παρά για σκοπούς τούτης της διαδικασίας να θεωρηθεί γεγονός ότι το τεκμήριο 1 στην ένσταση είναι επιστολή του αιτητή και περαιτέρω, ότι την 16/07/2021 η γραμματέας της Επαρχιακής Επιτροπής Λευκωσίας όταν επικοινώνησε με τον αιτητή τον ενημέρωσε πως αυτή η επιστολή (14/07/2021) θα ήτο και το αντικείμενο συζήτησης της συνεδρίας, εφόσον άλλωστε απαίτηση του αιτητή με την επιστολή ήταν η σύγκληση έκτακτης επαρχιακής συνέλευσης. Επισημαίνεται εντούτοις ότι όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια, αυτό ήταν το μόνο θέμα για το οποίο ο αιτητής έτυχε ενημέρωσης από τη γραμματέα ότι θα συζητείτο στη συνεδρία της 19ης Ιουλίου του
  8. Αποτελεί γεγονός το οποίο όλες οι πλευρές αποδέχονται, ότι διεξήχθη η συνεδρία της 19ης Ιουλίου του 2021 και πως ο αιτητής παρέστη σε αυτήν. Πρόσθετο δε αποδεχτό γεγονός είναι και το ότι εκεί στη συνεδρία μετά τη συζήτηση σε σχέση με την επιστολή τεκμήριο 1 στην ένσταση, ανεφύη και δεύτερο ζήτημα και συγκεκριμένα η καταγγελία της XXXXX Ξάνθου, η οποία αιτείτο τη διαγραφή του αιτητή από μέλος του Κινήματος. Η εν λόγω καταγγελία είναι το τεκμήριο 2 στην αίτηση, δηλαδή επιστολή της Ξάνθου, η οποία είναι ημερομηνίας 16/07/21 και απευθύνεται προς την Επαρχιακή Γραμματέα της Λευκωσίας, δηλαδή τη γραμματέα που κάλεσε τον αιτητή να παραστεί στη συνεδρίαση της 19ης Ιουλίου του
  9. Τα ανωτέρω συνιστούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Διάσταση απόψεων διαπιστώνεται σε σχέση με εκείνο που έλαβε χώραν και τί ακριβώς διημείφθη όταν πλέον ανεφύη η καταγγελία της Ξάνθου στο πλαίσιο της συνεδρίας 19/07/
  10. Ο αιτητής αιτιάται πως με έκπληξη πληροφορήθηκε τη σχετική καταγγελία. Χωρίς καν να διαβαστεί το αίτημα του ζητήθηκε από την γραμματέα να αποχωρήσει, απαίτηση στην οποία αντέδρασε και ισχυρίστηκε ότι δικαιούται να παραμείνει. Τότε η γραμματέας έθεσε αίτημα πραγματοποίησης κλειστής συνεδρίας βάσει του άρθρου 43 του καταστατικού και κάλεσε τα λοιπά μέλη να ψηφίσουν. Η Επαρχιακή Επιτροπή ψήφισε υπέρ της σχετικής πρότασης και ζητήθηκε από τον αιτητή να αποχωρήσει. Συνεχίζει όμως ο αιτητής ότι δεν ζητήθηκε κάτι ανάλογο από τη XXXXX Ξάνθου (καταγγέλλουσα) που επίσης παρίστατο. Έπειτα από αντίδραση τόσο δική του όσο και άλλων μελών του Κινήματος αναφορικά με παραβίαση του δικαιώματός του να πληροφορηθεί το περιεχόμενο του αιτήματος για διαγραφή του και να του δοθεί χρόνος προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε άλλη συνεδρίαση, η Επαρχιακή Επιτροπή αποδέχτηκε να αναγνωστεί το αίτημα διαγραφής, να του δοθεί αντίγραφο τούτου και να αναβληθεί σε άλλη ημερομηνία η εξέταση διαγραφής του. Παρεμβάλλει ο αιτητής ότι αφότου έλαβε το αντίγραφο της καταγγελίας και ήτο έτοιμος να αποχωρήσει, δέχτηκε λεκτική επίθεση από μέλος της Επαρχιακής Επιτροπής με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς. Κατά τον εν λόγω χρόνο η γραμματέας της Επαρχιακής Επιτροπής όχι μόνο δεν προσπάθησε να εμποδίσει την παρεκτροπή του προαναφερόμενου μέλους, αλλά με διάφορα ειρωνικά σχόλια επέδειξε την ειρωνική της στάση απέναντί του. Όταν δε ο ίδιος επιχείρησε να απαντήσει στις κατηγορίες του μέλους που τον εξύβρισε καλώντας τηλεφωνικά τρίτο πρόσωπο ώστε να επιβεβαιώσει τη θέση του, η γραμματέας του άρπαξε το τηλέφωνο και το έκλεισε βίαια σπρώχνοντάς το στο γραφείο της συνεδρίασης. Εντός ολίγου ο ίδιος αποχώρησε, εφόσον είχε ήδη αποφασιστεί η αναβολή της εξέτασης του αιτήματος για διαγραφή του. Εντούτοις την επομένη, 20/07/2021, πληροφορήθηκε προφορικά από τον πρόεδρο του Κινήματος ότι η Επαρχιακή Επιτροπή συνέχισε την εξέταση του αιτήματος για διαγραφή του και μάλιστα αποφάσισε την οριστική διαγραφή του από μέλος του Κινήματος. Επίσης, από μέλος της Επαρχιακής Επιτροπής πληροφορήθηκε ότι ενώ δυο από τα μέλη ψήφισαν την προσωρινή αποβολή του για έξι
(6)μήνες και άλλα δυο την οριστική διαγραφή του από το Κίνημα, κατόπιν τηλεφωνικής παρέμβασης του προέδρου του Κινήματος ο οποίος ζήτησε να είναι ομόφωνη η απόφαση, οι πρώτοι δύο άλλαξαν την ψήφο τους σε οριστική διαγραφή. Επιπλέον, σε συνάντηση που είχε με τον πρόεδρο του Κινήματος, τη γραμματέα και άλλο μέλος της Επαρχιακής Επιτροπής, καθώς και τον XXXXX Περδίκη, πληροφορήθηκε ότι η καταγγέλλουσα ήταν παρούσα καθ' όλη τη διαδικασία και εξέφραζε τις απόψεις της. Στον αντίποδα η ομνύουσα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση υποστηρίζει πως «Λόγω του ότι στο μεσοδιάστημα (εννοείται της συνεδρίας της Επαρχιακής Επιτροπής) προέκυψε και η επιστολή/καταγγελία της κας Ξάνθου, αποφασίστηκε να συζητηθούν τα θέματα μαζί και του κοινοποιήθηκε η επιστολή/καταγγελία ημερομηνίας 16/09/2021 στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας της ως το όργανο που είχε εγγράψει τον ενάγοντα ως μέλος στις 30 Μαρτίου 2021». Υποστηρίζει ότι η Μενελάου (η γραμματέας) είπε στον αιτητή ότι αν επιθυμούσε θα είχε την ευκαιρία να απαντήσει και να συζητήσει σε άλλη συνεδρία, εντούτοις ο αιτητής επέμενε να ολοκληρωθεί αυθημερόν η διαδικασία. Προς υποστήριξη των ανωτέρω παραπέμπει στο τεκμήριο 2 στην ένσταση, δηλαδή στο πρακτικό της διαδικασίας. Αρνείται την ισχυριζόμενη παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του αιτητή και υποστηρίζει πως η επιτροπή επιθυμούσε να συζητήσει το θέμα εσωτερικά με μοναδικό γνώμονα να κληθεί ο αιτητής σε άλλη ειδική συνεδρία για εξέταση του ζητήματος. Είναι η δική του επιμονή που οδήγησε στη διεξαγωγή έντονης συζήτησης που διήρκησε 2 ώρες, κατά την οποία τέθηκαν οι διευκρινίσεις του αιτητή και εξέφρασε τη θέση του. Περαιτέρω, η ομνύουσα παραθέτει ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας της καταγγελίας, οι οποίοι όμως δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς του αιτήματος, κυρίως εφόσον η αίτηση δεν είναι κατά του ευλόγου της απόφασης που βάλλει, αλλά του κύρους και της νομιμότητας της διαδικασίας. Εις επίμετρον η ομνύουσα δέχεται πως η Ξάνθου παρέμεινε στη συνεδρία, εφόσον θα έπρεπε να ερωτηθεί και να τοποθετηθεί σε σχέση με την καταγγελία και περαιτέρω, βρισκόταν ως καλεσμένη παρατηρητής και για άλλα θέματα επί της ημερήσιας διάταξης. Εντούτοις είναι η θέση της πως «κανένα ενεργό ρόλο δεν είχε κατά τη λήψη της απόφασης». Υποστηρίζει ακόμη ότι ο αιτητής αποχώρησε αφότου παρέθεσε τη θέση του και απάντησε στα ερωτήματα που του τέθηκαν. Ακολούθησε η εξέταση του αιτήματος και η Επαρχιακή Επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα τη διαγραφή του. Τέλος, αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή περί προπηλακισμού του και προσθέτει πως αν πράγματι ίσχυαν αυτά τα γεγονότα θα προέβαινε σε καταγγελία στην αστυνομία, γεγονός που δεν έπραξε. Πέραν των ανωτέρω οι δυο πλευρές ομονοούν ότι την 04/08/2021 ο πρόεδρος του Κινήματος απέστειλε στον αιτητή την απόφαση της Επαρχιακής Επιτροπής για τη διαγραφή του. Αυτή η απόφαση είναι το τεκμήριο 4 στην αίτηση. Από την αίτηση και δη το τεκμήριο 5, προκύπτει πως είχε προηγηθεί της απόφασης επιστολή των συνηγόρων του αιτητή με την οποία καλείτο το Κίνημα να πληροφορήσει τον αιτητή σε σχέση με την προφορική ενημέρωση που έλαβε για τη διαγραφή του. Η εν λόγω επιστολή είναι ημερομηνίας 02/08/2021 και είναι το τεκμήριο 5 στην αίτηση. Συνεπώς η έκδοση της απόφασης και η επιστολή του αιτητή (τεκμήρια 4 και 5 στην αίτηση, αντίστοιχα), εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν το ορθό πραγματικό πλαίσιο. Είναι η θέση του Κινήματος πως ο αιτητής δεν εξάντλησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο καταστατικό, όταν την 24/09/2021 προχώρησε στην καταχώριση της επίδικης αγωγής. Εν πρώτοις σημειώνεται πως οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι οι πρόνοιες του καταστατικού είναι αυτές που φαίνονται στο τεκμήριο 8 στην αίτηση. Περαιτέρω, η ακροαματική διαδικασία φανέρωσε πως οι πλευρές δέχονται ότι στην προκείμενη περίπτωση η διαδικασία ελέγχεται από το άρθρο 62 του καταστατικού, το οποίο πέραν της διαδικασίας διαλαμβάνει ότι: «. Μέλος που .. νοιώθει την ανάγκη επανεξέτασης του θέματος του δύναται να αποταθεί γραπτώς στην Κεντρική Επιτροπή του Κινήματος ζητώντας την επανεξέταση του θέματος ..» Επ' αυτού δεν είναι πολλά τα όσα χρειάζεται να ειπωθούν ώστε να απαντηθεί το ζήτημα. Καίτοι η πλευρά του Κινήματος αρνείται τους σχετικούς ισχυρισμούς του αιτητή, δεν απαντά ειδικά τα τεκμήρια 6 και 7 στην αίτηση. Το μεν πρώτο, επιστολή ημερομηνίας 08/09/2021, αιτείτο την επανεξέταση της απόφασης. Το δε άλλο, επιστολή ημερομηνίας 23/09/2021, δηλαδή μετά πάροδο 15 ημερών, υπεδείκνυε ότι ουδεμία απάντηση έλαβε και πως ένεκα τούτου ο αιτητής επιφυλάσσετο να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Το ότι μέχρι τότε δεν είχε εξεταστεί το αίτημα επανεξέτασης που υποβλήθηκε επιβεβαιώνεται από τα λεχθέντα της ομνύουσας την ένορκη δήλωση της ένστασης, στην παράγραφο 37, όπου αναφέρεται ότι την 29/09/2021 εξετάστηκε το αίτημα επανεξέτασης και απερρίφθη. Συνεπώς υπεβλήθη τέτοιο αίτημα και με δεδομένο ότι δεν σχολιάζονται ειδικά οι επιστολές των συνηγόρων του αιτητή, τεκμήρια 6 και 7, δεν βλέπω λόγο γιατί να μην εκληφθεί ότι αυτές είναι που ενεργοποίησαν την προμνησθείσα διαδικασία του άρθρου 62. Υπό αυτή τη σκοπιά κρίνεται πως ο αιτητής εξάντλησε τα εσωκομματικά μέσα, απλώς το Κίνημα είναι εκείνο που δεν ανταποκρίθηκε εγκαίρως, ώστε να γνωρίζει και ο αιτητής τι δέον γενέσθαι. Με αυτά τα δεδομένα στρέφομαι πλέον σε ουσιαστική εξέταση του αιτήματος. Έχει νομολογηθεί ότι η πρώτη προϋπόθεση που εξετάζεται, εν προκειμένω σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δεν απαιτεί οτιδήποτε πέραν από το ότι αντικειμενικά το δικόγραφο αποκαλύπτει τέτοιο ζήτημα (βλ. Eurocypria v. Δημοκρατίας κ.α.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, 1793). Περιττό δε να σημειωθεί ότι το γεγονός πως στη δεδομένη περίπτωση το δικόγραφο του αιτητή είναι γενικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 κ.1, δεν διαφοροποιεί την οφειλόμενη εξέταση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 603). Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1235, 1241, όπου αναφέρθηκε ότι· « Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας.) Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 Α.Α.Δ. 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.»(Η υπογράμμιση είναι δική μας.) Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του.» (η υπογράμμιση δική μου) Γι' αυτή την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν έχει σημασία το ισχυριζόμενο πραγματικό πλαίσιο. Ζητούμενο είναι μόνο η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος από το δικόγραφο αυτό αφ' εαυτό. Στην προκείμενη περίπτωση το κλητήριο ένταλμα της αγωγής περιλαμβάνει ανάλογα αιτητικά με αυτά της αίτησης, με τη διαφορά ότι στο πρώτο αξιώνονται ως δηλωτικά στο διηνεκές, εις αντιδιαστολή του προσωρινού χαρακτήρα που πλείστα τόσα φέρουν στην αίτηση. Περιπλέον σημειώνεται πως στο κλητήριο ένταλμα δεν συμπεριλαμβάνεται αξίωση σε σχέση με την εκλογική διαδικασία, διεκδικούνται όμως αποζημιώσεις. Περιττό να μνημονευθεί ο λόγος της υπόθεσης Avila Management Services Limited κ.ά. v. Frantisek Steponek κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1403 πως το γεγονός ότι οι αιτούμενες θεραπείες σε αγωγή και αίτηση ταυτίζονται, αν και ανεπιθύμητο δεν είναι απαγορευτικό, εφόσον στην αίτηση οι θεραπείες παραμένουν ενδιάμεσες και ανά πάσα στιγμή αναθεωρήσιμες. Τώρα, επί της ουσίας του πράγματος σχετικά είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of Englands, 5η έκδ., που κάτω από το κεφάλαιο Clubs, στην παράγραφο 240, η οποία φέρει τίτλο Expulsion of members, σημειώνεται ότι δεν υφίσταται εγγενής εξουσία αποβολής μέλους και ότι η όποια αποβολή δεν μπορεί παρά να προβλέπεται στους κανονισμούς. Εννοείται βεβαίως ότι η αναφορά σε κανονισμούς παραπέμπει σε αυτό το καταστατικό του club, εδώ του Κινήματος. Η απάντηση εντούτοις του ερωτήματος κατά πόσο ο αιτητής αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, προκύπτει από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 241 του ιδίου συγγράμματος. Κάτω από τον τίτλο Strict observance of the rules as to expulsion αναφέρεται ότι: "A power of expulsion must be exercised in strict conformity with the rules by which it is given, otherwise the purported expulsion will be inoperative1." Το δε δικαίωμα που εγείρεται στο δικόγραφο από τον αιτητή και εν προκειμένω ικανοποιεί την πρώτη προϋπόθεση, συναρτάται με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 244 του ίδιου συγγράμματος, η οποία φέρει τίτλο Interference by court to prevent expulsion, σε συνδυασμό με την αμέσως επόμενη Wrongful expulsion from clubs. Αναφέρεται εκεί ότι: "Where the rules providing for expulsion have been strictly observed1, and the committee or the members have otherwise acted properly2, the court has no jurisdiction to interfere, even though it considers that the committee, or members voting for the expulsion, have in fact come to a wrong conclusion
  1. The burden of proving want of good faith lies on the person who alleges that he has been wrongfully expelled
  2. (και πιο κάτω) The remedy of a member irregularly or improperly expelled from a members' club (if he has such a right of property as is mentioned below) is by a claim, which may be brought against the committee or the trustees and committee, for a declaration that the expulsion is void and that the claimant is still a member of the club, and for an injunction to restrain the committee and their servants, and the servants of the club, from excluding him from the club premises, or preventing him from exercising the rights and privileges of membership1, and, it seems, for damages
  3. Unless, however, there has been a breach of contract, a claim for damages will not lie
  4. The foundation of the jurisdiction of the court to interfere at the instance of a member improperly expelled, in order to reinstate him, is the right of property (which need not be a beneficial right in land or chattels4 and may be a right in contract5) vested in the member, of which he is unjustly deprived by the unlawful expulsion6.". Στην προκείμενη περίπτωση είναι ηλίου φαεινότερον ότι ο αιτητής ο οποίος αιτιάται πως η αποβολή του από το Κίνημα είναι παράνομη, αντικαταστατική και κατά παράβαση της φυσικής δικαιοσύνης, ικανοποιεί πλήρως την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, εφόσον αυτές οι αιτιάσεις του αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα και αυτό είναι αρκετό για την ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Η δεύτερη προϋπόθεση, πιθανότητα επιτυχίας, έχει χαρακτηρισθεί και ως το πρωταρχικό κριτήριο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Θεμελιωμένο είναι πως σε αυτό το πλαίσιο δεν απαιτείται απόδειξη του ουσιαστικού αδικήματος, αλλά μόνο ενδείξεις πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. Φακοντή ν. Κακούτη, ECLI:CY:AD:2015:A444, Πολ. Έφ. 70/11, 23/06/2015). Σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση κρίνω πως αρμόζει να παρατεθούν τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 62 του καταστατικού. Αναφέρεται εκεί ότι: «Άρθρο 62 - Παραπτώματα Μελών και Οργάνων Οποιοδήποτε Μέλος του Κινήματος υποπέσει σε σοβαρό παράπτωμα, αρνείται να ακολουθεί τις θέσεις και απόψεις της πλειοψηφίας και με οποιοδήποτε τρόπο (δηλώσεις, άρθρα, συμπεριφορά) θεωρηθεί ότι βλάπτει το Κίνημα και τους στόχους του, είναι υπόλογος/η στο σώμα που τον/την έχει εγγράψει (Επαρχιακή Επιτροπή ή Εκτελεστική Γραμματεία) το οποίο έχει την ευθύνη της εξέτασης του παραπτώματος και με βάση όλα τα στη διάθεση του στοιχεία και μετά από προσωπικές ακροάσεις, μπορεί να επιβάλει την ανάλογη ποινή, ως ακολούθως:
  5. Επίπληξη
  6. Προσωρινή αποβολή από τις δραστηριότητες του Κινήματος για διάστημα μέχρι και έξι
(6)μηνών.
  1. Στέρηση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα του δικαιώματος συμμετοχής σε συλλογικά Όργανα ή αξιώματα στο Κίνημα.
  2. Οριστική διαγραφή από το Κίνημα. Σε περίπτωση οριστικής διαγραφής πλήρους Μέλους είναι απαραίτητη η επικύρωσή της από την Εκτελεστική Γραμματεία.» Εν πρώτοις σημειώνεται πως το άρθρο 62 του καταστατικού του Κινήματος αποκαλύπτει ότι διαλαμβάνει περί διαδικασίας αποβολής μέλους και συνεπώς αυτή η διαπίστωση διανοίγει το δρόμο της υπό κρίση διερεύνησης σε περαιτέρω εξέταση. Δεν κρίνεται χρήσιμο να σχολιασθεί σε αυτό το πλαίσιο η επάρκεια του άρθρου 62, βέβαιο όμως είναι πως αυτό θα απασχολήσει στη δίκη. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί οι θέσεις των ομνυόντων διαφέρουν σε σχέση με τα τεκταινόμενα στη συνεδρία της Επαρχιακής Επιτροπής 19ης Ιουλίου του
  3. Επαναλαμβάνω πως εκ πρώτης όψεως είναι που αντιπαραβάλλονται οι εκατέρωθεν θέσεις και όχι με σκοπό την εις βάθος ανάλυση. Ζητούμενο είναι το κατά πόσο οι αιτιάσεις του αιτητή ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του νόμου και αυτό κατόπιν διερεύνησης του κατά πόσο η αντικειμενική υπόσταση των αιτιάσεων του ενιστάμενου, εδώ του Κινήματος, αντικρούει τα όσα ο πρώτος ισχυρίστηκε. Είμαι της γνώμης πως γι' αυτό πάντα το στάδιο της διαδικασίας οι απαντήσεις του Κινήματος δια στόματος της ομνύουσας την ένσταση δεν απαντούν τις θέσεις του αιτητή. Και εξηγώ. το τεκμήριο 2 εμφανίζεται ως το πρακτικό της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στη συνεδρία. Άνευ άλλης επεξηγήσεως και γι' αυτό πάντα το στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί λειψό. Πρόκειται για έγγραφο εκτάσεως δύο μόλις σελίδες που κατά τα λεγόμενα του Κινήματος συναρτάται με διαδικασία δυο ωρών που ανεφύη μέσα από εντάσεις και αντιπαραθέσεις. Κυρίως όμως, δεν αναφέρει κατά πόσον εξετάστηκε και αντεξετάστηκε ο αιτητής και τίνι τρόπω, δηλαδή ποιος ήταν ο κατήγορος, ποιος υπέβαλε ερωτήσεις αλλά κυρίως, ποιες ήταν οι απαντήσεις που έδωσε. Ούτε και αναφέρεται κατά πόσο κλήθηκε η Ξάνθου και ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία και κυρίως, αν επετράπη στον αιτητή να την αντεξετάσει ή ακόμα αν επιθυμούσε να καλέσει μάρτυρες. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι είναι η θέση της ομνύουσας την ένορκη δήλωση της ένστασης πως η Ξάνθου κατέθεσε ως μάρτυρας, εντούτοις αυτό και δη η μαρτυρία της, δεν αποκαλύπτεται από το πρακτικό της διαδικασίας, τεκμήριο 2 στην ένσταση. Πέραν των ανωτέρω, το ίδιο το τεκμήριο 2 αλλά και η ομνύουσα για το Κίνημα, ρητά δηλώνουν πως η αποκάλυψη της καταγγελίας προέκυψε στο μεσοδιάστημα της συνεδρίας. Και διερωτάται κανείς. πως τότε διεξήχθη η όλη διαδικασία. Εν ολίγοις τίνι τρόπω το Κίνημα απεφάνθη για το πως θα χειρίζετο την καταγγελία. Ποιος θα υπείχε ρόλο κατηγόρου και ποιος θα παρουσίαζε ενώπιον της Επαρχιακής Επιτροπής τα στοιχεία. Παρεμβάλλεται εν προκειμένω πρόσθετο απόσπασμα από αυτό που αναφέρεται στην παρ. 242 των Halsbury's Laws of Englands, ανωτέρω όπου σημειώνεται πως: "The principles of natural justice2 and the right to a fair trial3 must also be observed in exercising a power of expulsion, unless it plainly appears, on the true construction of the rules, that the power was intended to be absolute
  4. If the rules refer the consideration of questions concerning the conduct of members to the committee, the committee is in a quasi-judicial position5, and must give reasonable notice to any member whose conduct is impugned, and also a reasonable opportunity of defending himself and meeting the accusations brought against him6; and it should not act on ex parte evidence7.". Στην υπό κρίση περίπτωση το πρακτικό της διαδικασίας που ακολουθήθηκε δεν επιβεβαιώνει, τουλάχιστον για σκοπούς αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας, τις αιτιάσεις του Κινήματος, εφόσον δεν αποκαλύπτεται η διαδικασία που ακολουθήθηκε και η παραδοχή ότι «στο μεσοδιάστημα προέκυψε και η επιστολή/καταγγελία» κρίνεται, για σκοπούς πάντα της παρούσας, ανίκανη να αντικρούσει τα λεχθέντα του αιτητή. Ερωτηματικά εγείρονται ως προς το κατά πόσο τηρήθηκαν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Η παραδοχή της ομνύουσας την ένσταση αλλά και των πρακτικών (τεκμήριο 2 στην ένσταση) πως η καταγγελία και η εξέταση της προέκυψε στο μεσοδιάστημα, συναρτάται με άλλο ένα θέμα. Το τεκμήριο 2, δηλαδή το πρακτικό, αποκαλύπτει πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, από τη συνεδρία απουσίαζαν δύο μέλη της Επαρχιακής Επιτροπής. Δεδομένου ότι το ζήτημα ανεφύη στο μεσοδιάστημα, ήτοι εκτάκτως, εύλογο είναι να υποτεθεί πως τα μέλη αυτά δεν έτυχαν ενημέρωσης ότι θα διεξάγετο η σχετική διαδικασία και με αυτό εννοώ την ακρόαση της καταγγελίας και όχι απλώς την πληροφόρηση του αιτητή. Εντούτοις στους Halsbury's Laws of Englands, αναφέρεται πως αυτό είναι ανεπίτρεπτο και συνιστά λόγο ακύρωσης της απόφασης. Στην παράγραφο 241, σημειώνεται ότι: "If the committee has power to expel a member of the club, notice of the calling of a meeting to exercise the power must be given to each member of the committee. The omission to summon a member of the committee who does not attend the meeting will render the proceedings invalid7, unless the absent member would be physically incapable of answering the summons
  5. Omission to send notice is not excused by reason of the fact that a member of the committee has intimated that he cannot attend the meeting
  6. The notice should state the object of the meeting with sufficient particularity10.". Συνεπώς για σκοπούς της αίτησης και αυτό αναδεικνύει πλημμέλεια της διαδικασίας που όμως δεν απαντήθηκε από την πλευρά του Κινήματος. Πέραν βεβαίως των αναφορών στους Halsbury's Laws of England τη δική τους βαρύτητα έχουν και τα λεχθέντα στην υπόθεση Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου και/ή μέσω του Δημάρχου Παραλιμνίου (Αρ. 1)
(1996)4 Α.Α.Δ. 1392, όπου υποδείχθηκε: «Η απουσία των γεγονότων που στοιχειοθετούν τις κατηγορίες υπήρξε παντελής. Αποτελεί, όπως και στην ποινική δίκη, προϋπόθεση για τη θεμελίωση του πειθαρχικού πταίσματος η γνωστοποίηση στον κατηγορούμενο των γεγονότων που το στοιχειοθετούν. Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 12
(5), αποτελούν και δικαιώματα του κατηγορουμένου στην πειθαρχική δίκη όπως έχει επανειλημμένα αποφασιστεί και διακηρυχθεί από το Δικαστήριο. (Βλέπε Haros v. Republic, 4 RSCC 39. Morsis v. Republic 4 RSCC 133. Menelaou v. Republic
(1980)3 C.L.R. 467. Petrou v. Republic
(1980)3 C.L.R. 203. Papacleovoulou v. Republic
(1982)3 C.L.R. 187. Matsas v. Republic
(1988)3(B) C.L.R. 1448.)». Δεν κρίνω σκόπιμο να συμπληρώσω οτιδήποτε περαιτέρω. Η πληρότητα των λεχθέντων στην υπόθεση Βασιλείου ανωτέρω, άπτεται της πεμπτουσίας του δικανικού γίγνεσθαι της χώρας μας. Τα δικαιώματα ενός κατηγορούμενου κατέχουν εξέχουσα θέση στο δίκαιο του τόπου μας, εξ ου και ο συντάκτης του Συντάγματος τα ενσωμάτωσε απευθείας σε αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτιάσεις του αιτητή δεν απαντήθηκαν σε αυτό τούτο το ενδιάμεσο στάδιο και είναι αυτή η διαπίστωση αρκετή για ικανοποίηση της δεύτερης και κυριότερης προϋπόθεσης που τάσσει το άρθρο 32. Τέλος, σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση είναι πλέον θεμελιωμένο ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με υποκατάσταση υλικής ζημίας, εφόσον η αποζημίωση δεν συνιστά τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, 11/09/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, 21/03/2019). Εδώ το αίτημα άπτεται βασικών πολιτικών δικαιωμάτων. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι επίσης κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα. Δεν διέλαθαν την προσοχή μου όλα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240 σε περιστάσεις ανάλογες με την παρούσα. Εντούτοις κρίνω πως η σύγχρονη αντιμετώπιση του πράγματος διέπεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος, ανωτέρω. Όπως έχει υποδειχθεί: "Ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου είναι το δικαίωμα στην προσωπικότητα του. Το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του προσώπου συνήθως καλείται δικαίωμα της προσωπικότητας (privacy). Στην Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, λέχθηκε ότι το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής καλύπτει ολόκληρο το χώρο που εξ' αντικειμένου εμπίπτει στην ιδιωτική λειτουργία του ατόμου και ταυτίζεται με τον όρο «right to privacy». Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Αστυνομία ν. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147. Η προσωπικότητα πρέπει να τυγχάνει σεβασμού σε όλες της τις εκφάνσεις. Το απαραβίαστο της αλληλογραφίας, το οποίο συνιστά μια από τις εκφάνσεις του δικαιώματος της προσωπικότητας, κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το Άρθρο 17 του Κυπριακού Συντάγματος, το οποίο ομιλεί για «απόρρητο της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας», έννοιες ευρείες. Μάλιστα, ο Περί Προστασίας του Απόρρητου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμος 92(Ι)/1996, τον οποίο η Ενάγουσα επίσης επικαλείται, καθιστά ποινικά κολάσιμες συγκεκριμένες συμπεριφορές και ενέργειες που αφορούν στην υποκλοπή, παρακολούθηση κλπ ιδιωτικής επικοινωνίας και στη χρήση ή αποκάλυψη περιεχομένου οποιασδήποτε ιδιωτικής επικοινωνίας (Άρθρο 3 του Νόμου). Καθίσταται σαφές ότι οι Εναγόμενοι δεν αντιμετωπίζουν με την παρούσα διαδικασία τέτοιες κατηγορίες. Κάθε παράνομη επέμβαση στην αλληλογραφία ή επικοινωνία, συνιστά όχι μόνο προσβολή του δικαιώματος της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης, αλλά και διείσδυση στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου.". Καίτοι εκεί η υπόθεση αφορούσε το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, ανάλογες ευαισθησίες πλήττονται στον άνθρωπο και σε σχέση με άλλα δικαιώματα, όπως είναι εδώ αυτά του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Κατάληξή μου είναι πως και στη δεδομένη περίπτωση, η τυχόν άρνηση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα στερήσει τον αιτητή από τα δικαιώματα του ως μέλος του Κινήματος. Ιδιαίτερα δε παραγνωρίζοντας τη δεδηλωμένη πρόθεσή του να είναι υποψήφιος. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος κρίνω πως και η τρίτη προϋπόθεση πληρούται. Τέλος η ανάλυση του ισοζυγίου της ευχέρειας κρίνω ότι με ενάργεια αποδόθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B Α.Α.Δ. 788, 795 όπου αναφέρθηκε πως: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Δεν χωρεί αμφιβολία πως στην προκείμενη περίπτωση η αναστολή της διαγραφής του αιτητή και περαιτέρω η παραχώρηση δικαιώματος ψήφου καθώς και εκλογής, απειροελάχιστη, εάν κάποια, ζημιά μπορεί να προκαλέσει στο Κίνημα, συγκριτικά πάντα με την απώλεια των δικαιωμάτων του αιτητή, που κατά γενική ομολογία θα επιφέρει κατακλυσμιαίες και ανεπανόρθωτες σε τούτον επιπτώσεις. Συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του αιτητή. Εν πάση όμως περιπτώσει, η δύναμη της ψήφου των μελών έχει πάντα την ευχέρεια να απαντήσει και να κρίνει την ορθότητα αμφοτέρων των ισχυρισμών. Κατά το αξίωμα vox populi, vox dei (φωνή λαού, φωνή Θεού). Για να απαντηθεί όμως τούτο προϋπόθεση είναι η έγκριση του αιτήματος, άλλως πως μετά την ολοκλήρωση των εκλογών η τυχόν αποκατάσταση του αιτητή δεν μπορεί παρά να είναι μερική μόνο. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η αίτηση επιτυγχάνει ως εξής. υπό την αίρεση ανάληψης εγγυήσεως από τον αιτητή ύψους €10.000 εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι 1, 3, 4 και 5 της αίτησης. Η παράγραφος 2 απορρίπτεται εφόσον άπτεται της ουσίας του πράγματος και αιτείται τελικό διάταγμα. Τα έξοδα της αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και σε βάρος του Κινήματος, καταβλητέα στο τέλος. (Υπ.) ......... Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.