Bonilla ν. Απέγητος κ.α., Αρ. Αγωγής: 6782/14, 27/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A563 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 6782/14 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Bonilla ενάγοντος -και-
- XXXXX Απέγητος
- XXXXX Πιστιόλης εναγόμενοι Ημερομηνία: 27/09/2021 Αίτηση ημερομηνίας 20/05/2021 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Μιχαηλίδης Για τον εναγόμενο 1/αιτητή: Η κα Πανταζή Για τον εναγόμενο 2: Καμία εμφάνιση ------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσης είναι η αίτηση του εναγόμενου 1 (στη συνέχεια «ο εναγόμενος») με την οποία αιτείται παραμερισμό και/ή διαγραφή της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αποκάλυψης εγγράφων, που καταχώρισαν οι ενάγοντες στις 06/05/
- Παρεμβάλλεται πως ο εναγόμενος 2 αφότου έλαβε ειδοποίηση της σχετικής αίτησης, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και δήλωσε πως δεν έχει ένσταση στο αίτημα και πως αφήνει τούτο στην κρίση του Δικαστηρίου. Από την πλευρά τους οι ενάγοντες, στην εδώ διαδικασία καθ' ων η αίτηση, ενίστανται στο αίτημα και προτάσσουν αριθμό λόγων. Κρίνω πως οι σκοποί της απόφασης δεν εξυπηρετούνται με επανάληψη των λόγων που αναφέρονται στο πρόσωπο της ένστασης, εφόσον πιο κάτω πραγματεύομαι καθετί σχετικό. Το δε πραγματικό πλαίσιο της αίτησης προκύπτει, εν πολλοίς, από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο ως γνωστό συνιστά πηγή άντλησης γεγονότων (βλ. Π. Εύζωνος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2016:A430, Πολ. Εφ. 284/11, 15/09/2016). Στην προκείμενη περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε την 30/12/
- Μετά την επίδοση τούτης σε ένα έκαστο των εναγομένων ακολούθησε η καταχώριση υπεράσπισης από μέρους των τελευταίων. Η ακριβής ημερομηνία καταχώρισης τούτων των δικογράφων δεν διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο. Αν είναι όμως κάτι το οποίο αξίζει να σημειωθεί, είναι πως την 04/01/2017 τα δικόγραφα είχαν πλέον συμπληρωθεί και οι ενάγοντες αιτήθηκαν τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες, όπερ και εγένετο την 20/02/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία όλες οι πλευρές συμφώνησαν στην έκδοση διατάγματος αποκάλυψης δια ενόρκων δηλώσεων. Εντούτοις οι πλευρές δεν συμμορφώθηκαν με το σχετικό διάταγμα και ως εκ τούτου δόθηκε νέα ημερομηνία, εν προκειμένω η 13/06/
- Η ένορκη δήλωση των εναγόντων καταχωρίστηκε την 03/03/
- Ακολούθησε η καταχώριση των ενόρκων δηλώσεων των εναγομένων και εν τέλει ο ορισμός της υπόθεσης για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες. Συνιστά γεγονός ότι την 03/12/2019 οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση με την οποία αιτούντο περαιτέρω ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, στην οποία ο εδώ αιτητής (εναγόμενος 1) έφερε ένσταση. Εντέλει την 20/02/2020 οι ενάγοντες απέσυραν την προειρημένη αίτηση άνευ βλάβης. Όπως αναφέρεται και στο αιτητικό της επίδικης αίτησης, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου, την 06/05/2021 οι ενάγοντες προέβησαν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Συνιστά απαρασάλευτο γεγονός ότι η τελευταία ένορκη αποκάλυψη, η οποία είναι και η επίδικη, διενεργήθηκε από τους ενάγοντες άνευ πρόσθετης διαταγής του Δικαστηρίου. Η ουσία τώρα της επίδικης αίτησης, εκφρασθείσα μέσω της ενόρκου δηλώσεως του εναγόμενου 1/αιτητή η οποία συνοδεύει την αίτηση, έγκειται στο ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 06/05/2021 είναι πανομοιότυπη με εκείνη της αίτησης 03/12/
- Σύμφωνα με τον εναγόμενο, οι ενάγοντες πέτυχαν τον σκοπό που επεδίωκαν με την προηγηθείσα αίτηση, παρακάμπτοντας μάλιστα τη δεδηλωμένη ένσταση του εναγομένου και περιπλέον, χωρίς την έκδοση σχετικού διατάγματος και την παράθεση οιουδήποτε λόγου που να δικαιολογεί το καθυστερημένο της αποκάλυψης. Με όλο το σεβασμό, είμαι όμως της γνώμης πως οι πάρα πάνω αιτιάσεις του εναγομένου συνιστούν στρέβλωση βασικής δικαιικής αρχής και ένεκα τούτου τα περιβάλλοντα γεγονότα αποτιμούνται λανθασμένα. Και εξηγώ. η νομολογία του Δικαστηρίου μας θέλει τον διάδικο να υποχρεούται σε ένορκη αποκάλυψη αφ' ής στιγμής το Δικαστήριο εξέδωσε σχετικό διάταγμα. Πρόκειται για υποχρέωση και όχι δικαίωμα. Η δε υποχρέωση αυτή είναι στο διηνεκές μέχρι αποπερατώσεως της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό οιεσδήποτε περιστάσεις και αν προέκυψε η μη αποκάλυψη, ακόμη και αν ο διάδικος παρέλειψε ή αμέλησε ή αδιαφόρησε ή άλλως πώς, να αποκαλύψει έγγραφα που έχει στην κατοχή του, μόλις συνειδητοποιήσει την πλημμέλεια αυτή, αυθωρεί υποχρεούται και οφείλει να συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα. Δεν έχει σημασία κατά πόσο ο διάδικος παρέλειψε ή αδιαφόρησε, όπως εδώ αιτιάται ο εναγόμενος για τους ενάγοντες. Μείζον εν προκειμένω είναι η συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου που επιβάλλει αποκάλυψη, ενέργεια η οποία συνεισφέρει στην εύρυθμη και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Αν όλα τα ανωτέρω χρειάζονται νομολογιακή υποστήριξη, δεν έχει παρά να παραπέμψει κανείς στα αναφερθέντα στην υπόθεση MARCEGAGLIA SpA ν. ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ «VYSOKOGORSK», ECLI:CY:AD:2016:D264, Αγωγή Ναυτ. 31/13, ημερ. 31/05/2016, όπου λέχθηκε ότι: «Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά με παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλιν στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46). Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και της παρεμβαίνουσας όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.». Περιπλέον, δεν συμφωνώ με τον εναγόμενο πως η υπόθεση OSCAR SHIPPING PTE LTD ν. ΤΟΥ ΦΟΡΤΙΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ASPHODEL
(2012)1 Α.Α.Δ. 2771 έθεσε διαφορετική αρχή. Και σε εκείνη την υπόθεση υπεδείχθη ότι «τα πράγματα ίσως να ήταν διαφορετικά αν η υπό κρίση αίτηση υποβαλλόταν στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας». Πέραν όμως τούτου, επαναλήφθηκε ακριβώς η υποχρέωση του διαδίκου να μην κατακρατεί έγγραφα και πως οφείλει να προβαίνει σε δέουσα αποκάλυψη. Ανάλογος είναι και ο λόγος (ratio) της υπόθεσης Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1 Α.Α.Δ. 798 με τη διαφορά ότι εκεί η αίτηση σκοπούσε σε εξαναγκασμό της άλλης πλευράς να αποκαλύψει έγγραφα και στο πλαίσιο των πραγματικών γεγονότων εκείνης της υπόθεσης η στάση του αιτητή κρίθηκε καταχρηστική. Επ' ουδενί όμως περιορίστηκαν οι βασικές αρχές σε σχέση με την υποχρέωση για ένορκη αποκάλυψη, ως πιο πάνω συνοψίστηκαν. Εκ των ανωτέρω είναι ηλίου φαεινότερον πως οι ενάγοντες δεν χρειάζετο να λάβουν άδεια του Δικαστηρίου ώστε να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, εφόσον η υποχρέωση τους αυτή υφίστατο από την 20/02/2017, ότε και εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Εν κατακλείδι δεν έχει σημασία ο λόγος που δεν προέβησαν σε τούτη την αποκάλυψη ενωρίτερα. Είναι αρκετό ότι προβαίνουν σε αυτήν σήμερα. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, καταλήγω πως η αίτηση του εναγομένου είναι προδήλως αβάσιμη και γι' αυτό τον λόγο απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου 1, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο