ΠΙΕΡΗ ν. ΤΣΟΥΠΑΝΗ, Αρ. Αγωγής: 1393/18, 25/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A566 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1393/18 Μεταξύ: XXXXX XXXXX ΠΙΕΡΗ Ενάγουσα και
- XXXXX XXXXX ΤΣΟΥΠΑΝΗ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 25η Οκτωβρίου 2021 Κλήση για οδηγίες και αίτηση ημερ. 07/04/2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Χρυσάνθου με κα Δημητρίου Για τις Εναγόμενες 1 και 2: Ο κ. Χατζηιωάννου -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Η υπό κρίση αγωγή καταχωρίστηκε την 30/05/2018 σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Την 14/06/2018 ακολούθησε η καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως από συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, για να γίνει όμως αλλαγή δικηγόρου στη συνέχεια, δηλαδή την 18/10/
- Ακολούθως, την 12/11/2019 καταχωρίστηκε η έκθεση απαιτήσεως, την 29/05/2020 η υπεράσπιση και εντέλει την 02/06/2020 η απάντηση. Κανονικώς εχόντων των πραγμάτων η πιο πάνω ημερομηνία, δηλαδή η 02/06/2020 που καταχωρίστηκε η απάντηση, είναι και η ημερομηνία κλεισίματος των δικογράφων όπως διαλαμβάνεται στον κ. 11 της Δ.26 και εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Γεωργίου κ.ά., Πολ. Έφ. 85/17, ημερ. 18/04/
- Μέχρι εδώ τα μέρη δεν διαφωνούν ούτε ως προς τα γεγονότα, ούτε ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται. Εκείνο όμως που φαίνεται να αναστάτωσε την πορεία της υπόθεσης, είναι η καταχώριση τροποποιημένης έκθεσης απαιτήσεως από την ενάγουσα, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όπως άλλωστε προβλέπεται στην Δ.25 για άπαξ τροποποίηση πριν την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Τούτο έγινε την 22/07/
- Παρεμβάλλεται ότι τα μέρη ομονοούν πως κατ' εκείνη την περίοδο και συγκεκριμένα μεταξύ 10/07/2020 και 31/07/2020, ίσχυε η εγκύκλιος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/04/2020, με την οποία οι θερινές διακοπές περιορίστηκαν μεταξύ 01/08/2020 και 31/08/
- Ως εκ τούτου την ημερομηνία που καταχωρίστηκε η τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως (22/07/2020) δεν ήτο θερινές διακοπές. Τώρα η ουσία της διαφοράς των διαδίκων έγκειται στο ότι η κλήση της ενάγουσας για οδηγίες βάσει της νέας Δ.30 που πλέον διέπει το ζήτημα, εκδόθηκε την 02/03/
- Είναι δε σε σχέση με αυτή την κλήση που η πλευρά των εναγομένων καταχώρισε ένσταση την 08/04/2021, ενώ παράλληλα καταχώρισε και την επίδικη αίτηση για απόρριψη της αγωγής (07/04/2021), καθώς και επιστολή με την οποία επίσης αιτείτο την απόρριψη της αγωγής (08/04/2021). Η προμνησθείσα τροποποίηση είναι εκείνη που κατά κύριο λόγο βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλονικίας των μερών. Και λέγω κατά κύριο λόγο καθ' ότι η θέση της πλευράς της ενάγουσας είναι δισυπόστατη κατά τον εξής τρόπο: αφενός υποστηρίζεται ότι ο χρόνος των θερινών διακοπών δεν προσμετράται στην προθεσμία των 90 ημερών για έκδοση της κλήσης και αφετέρου, ότι η τροποποίηση των δικογράφων επιδρά στον χρονικό ορίζοντα των 90 ημερών που προβλέπεται για έκδοση της κλήσης για οδηγίες μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Αντίθετη εν προκειμένω είναι και επί των δύο ζητημάτων η θέση της πλευράς των εναγομένων. Ως θέμα λογικής, η διερεύνηση οφείλει να αρχίσει από το τελευταίο ζήτημα. Υποδεικνύεται εν προκειμένω ότι οι παλαιοί αγγλικοί θεσμοί ανέκαθεν προνοούσαν δικαίωμα τροποποίησης άνευ αδείας του Δικαστηρίου, ασχέτως αν οι κυπριακοί θεσμοί δεν συμπεριέλαβαν τις αντίστοιχες διατάξεις. Περιόριζαν όμως τούτο πριν την καταχώριση απάντησης (βλ. Ο.28 r.2) και το ζήτημα ήταν καλυμμένο νομολογιακά πως τέτοια τροποποίηση δεν επέφερε ανάγκη νέας έκδοσης κλήσης οδηγιών (βλ. Annual Practice 1958, σελίδα 624). Συνεπώς, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα αγγλική δικονομία, η τροποποίηση άνευ αδείας δεν μετέθετε την υπόθεση σε στάδιο προ της έκδοσης κλήσεως για οδηγίες. Περιπλέον, όπως υπεδείχθη και κατά την ακρόαση του αιτήματος, γνωστή και δεδομένη είναι η νομολογία που επιτρέπει έναρξη ή συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας, ακόμα και χωρίς την καταχώριση του δικογράφου δια το οποίο εγκρίθηκε αίτημα τροποποίησης, γεγονός που υποδηλοί ότι η τροποποίηση δεν αλλοιώνει το στάδιο της διαδικασίας και συγκεκριμένα δεν επιβάλλει νέες οδηγίες σε πλαίσιο κλήσης οδηγιών (Νικολαΐδη ν. Χατζηευτυχίου
(2003)1Α Α.Α.Δ. 633). Αν τα πάρα πάνω χρειάζονται αυθεντική υποστήριξη, είμαι πεπεισμένος ότι αρκεί παραπομπή στα λεχθέντα της πρωτόδικης απόφασης στην αγωγή Lasala κ.ά. ν. Κυπριανού κ.ά., αγωγή 5581/05, ημερ. 14/12/2006, που σήμερα τέθηκε ενώπιον μου από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους εναγομένους. Λέχθηκε εκεί ότι: "Η εισήγηση δεν έχει έρεισμα διότι αφενός μεν, με βάση γνωστή νομολογία, οποιαδήποτε τροποποίηση ανάγεται χρονικά πίσω στην αρχική καταχώριση της αγωγής (Annual Practice 1958, σελ. 624, κάτω από τον υπότιτλο «Before the hearing»), αλλά και αφετέρου διότι επρόκειτο για μια εντελώς τυπική τροποποίηση, και μάλιστα στον τίτλο της αγωγής, αναφορικά με τη διεύθυνση του Ρόη Πογιατζή, και δεν είχε καμία αλλαγή επί της ουσίας. Άλλωστε το κλείσιμο της δικογραφίας δεν εξαρτάται ποσώς από οποιαδήποτε τροποποίηση που έχει ήδη επιτευχθεί ή η οποία ζητείται μεταγενέστερα. (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η Έκδ., σελ. 33). Αυτό συνάδει με το ότι η οποιαδήποτε τροποποίηση άρχεται το πρώτον από την καταχώριση του συγκεκριμένου δικογράφου.". Ήταν η θέση του κ. Χρυσάνθου πως τα πάρα πάνω ισχύουν στην παλαιά Δ.30, όχι όμως στη νέα. Ερωτηθείς δε υποστήριξε πως εάν ήθελε καταχωριστεί τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα την 89η ημέρα της προθεσμίας για έκδοση της κλήσης, αυτομάτως η προθεσμία ακυρώνεται, εφόσον αναλόγως του ποιος καταχώρισε τροποποιημένο δικόγραφο θα πρέπει να ακολουθήσει ο επόμενος, μέχρις ότου φτάσουμε εκ νέου στο στάδιο του κ.11 της Δ.26. Είμαι της γνώμης πως η πάρα πάνω θέση συνιστά στρέβλωση των κανονισμών τόσο σε γραμματικό όσο και σε τελεολογικό πλαίσιο. Η τελευταία επιφύλαξη της παραγράφου
(2)του κ.1 της Δ.25 αναφέρει ότι: «Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.». Αν ο συντάκτης του κανονισμού ήθελε την αναστολή των προθεσμιών σε σχέση με την κλήση, θα ανέφερε τούτο ρητά. Αυτή δε η επιφύλαξη της Δ.25, έχει ιδιαίτερη σημασία δοθέντος ότι η εκεί αναφερόμενη τροποποίηση διενεργείται ταυτοχρόνως της εκδόσεως της κλήσης για οδηγίες. Εντούτοις ουδεμία αναφορά γίνεται σε αναστολή ή διαφοροποίηση της κλήσης που εκδίδεται. Συνεπώς οι έγγραφες προτάσεις εξακολουθούν να θεωρούνται κλειστές παρά την τροποποίηση που ακολούθησε του κλεισίματος. Με τούτο ως δεδομένο αντιλαμβάνεται κανείς ότι το νομικό πλαίσιο που ίσχυε για το κλείσιμο των δικογράφων πριν τη θέσπιση της νέας Δ.30, εξακολουθεί να ισχύει και με τη νέα διαταγή. Εμμέσως συνάγεται αυτό και από τα λεχθέντα στην υπόθεση Χαραλάμπους πιο πάνω, όπου υποδείχθηκε ότι: «Ο χρόνος κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα ήταν το ορόσημο και στην αρχική Διαταγή 30 («Such summons shall be taken out within 10 days from the time when the pleadings shall be deemed to be closed.»). Η έννοια δε του όρου «συμπλήρωση των δικογράφων» στη Δ.30 οριζόταν πάντοτε[1] από τα προβλεπόμενα στη Δ.26, κ.11, με αναφορά στους αρχικούς διαδίκους: «Where a pleading subsequent to reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of defence or reply (if any)». Εξ ου και στην Οδηγία Πρακτικής ημερ. 28.7.2017 διευκρινίστηκε ότι τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα εν τη εννοία της Δ.30, κ.
(1)(α), ώστε να αρχίσει να τρέχει η προνοούμενη προθεσμία, όταν τα δικόγραφα συμπληρωθούν υπό την έννοια που προβλέπεται από τη Δ.26, κ.11 για όλους τους εναγόμενους. Η έννοια αυτή δεν περιλαμβάνει τα δικόγραφα που προκύπτουν σε σχέση με διαδικασία τριτοδιαδίκου. Συνεπώς, η διαδικασία της Δ.30, κ.1, έχοντας ως ορόσημο έναρξης των προθεσμιών της τη συμπλήρωση των δικογράφων υπό την παραπάνω έννοια, θα έπρεπε να προχωρήσει κατά τα προβλεπόμενα και σε διαφορετική περίπτωση να βρει εφαρμογή η αυστηρή, άνευ ετέρου, πρόνοια της Δ.30, κ.1(γ).». Το δε δίλημμα που έθεσε ο συνήγορος της ενάγουσας ήτοι. πως θα γνωρίζει κατά πόσο η άλλη πλευρά επίσης επιθυμεί να τροποποιήσει το δικόγραφό της, είναι πλασματικό και όχι πραγματικό. Εύστοχα και πάλιν η πλευρά των εναγομένων παραπέμπει στους Halsbury's Laws of England 3rd Edition κάτω από τον τίτλο "Pleading to amendments" όπου επαναλαμβάνεται η παγιωμένη αρχή πως αν δεν ήθελε καταχωριστεί νέο δικόγραφο σε σχέση με το τροποποιημένο της άλλης πλευράς, ισχύει το ήδη καταχωρισθέν. Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα, αυτό δεν αλλοιώνει το κλείσιμο των δικογράφων που έχει προηγηθεί. Εκ των ανωτέρω καταλήγω πως εκεί όπου η τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου διενεργείται μετά την καταχώριση απάντησης, δεν αλλοιώνεται το κλείσιμο των δικογράφων που συντελείται ως προβλέπεται στον κ.11 της Δ.
- Στην προκείμενη περίπτωση τα δικόγραφα έκλεισαν την 02/06/2020 που καταχωρίστηκε απάντηση και τότε ήταν που άρχισε να τρέχει η προθεσμία των 90 ημερών που τάσσει ο κ.1(α) της Δ.
- Στρέφομαι τώρα στο κατά πόσο ο χρόνος των θερινών διακοπών προσμετράται σε σχέση με την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Αναμφισβήτητο είναι πως ο χρόνος των θερινών διακοπών καθορίζεται από τη Δ.61 και στην υπό κρίση περίπτωση επηρεάζεται και από την εγκύκλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/04/2020, δια της οποίας οι θερινές διακοπές περιορίστηκαν στον μήνα Αύγουστο. Κυρίαρχες βεβαίως είναι οι διατάξεις του κ.3 της Δ.57 όπου αναφέρεται ότι: «
- Summonses may be issued and pleadings may be amended, delivered, or filed during the last seven days of the period mentioned in Order 61, Rule 1 (a), but pleadings shall not be amended, delivered or filed during any other part of that period, unless by order of the Court or a Judge to be obtained by summons.». Είμαι της γνώμης πως τα διαλαμβανόμενα στον πιο πάνω κανονισμό είναι ξεκάθαρα και αδιαφιλονίκητα. Η μόνη απαγόρευση κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών, έχει να κάνει με τα δικόγραφα και αφορά την καταχώριση, τροποποίηση και παράδοση τέτοιων. Κατά τα λοιπά οι προθεσμίες τρέχουν. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Σολιάτης ν. Χριστοδουλίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162, όπου εκλήφθηκε ως δεδομένο ότι οι θερινές διακοπές προσμετρώνται στην προθεσμία για έφεση, ως διαλαμβάνεται στον αντίστοιχο κανονισμό. Εν πάση περιπτώσει, στο Annual Practice και πάλιν, αυτή τη φορά στη σελίδα 663, όπου πραγματεύεται την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, αναφέρεται πως: "Issue in Long Vacation. - There is nothing in O.30, or elsewhere in the Rules, which precludes the issue of a summons for directions in the Long Vacation. It has not, however, been found practicable to give directions in the Long Vacation. Neither in Ch. D. nor Q. B. D. .". Καταλήγω συνεπώς ότι οι θερινές διακοπές βεβαίως και προσμετρώνται στο χρόνο των 90 ημερών για την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Με δεδομένα όλα τα ανωτέρω προκύπτει πως στην υπό κρίση περίπτωση τα δικόγραφα έκλεισαν την 02/06/2020 και η κλήση για οδηγίες ήταν οφειλόμενη μέχρι και την 31/08/2020. Εδώ δεν εκδόθηκε τέτοια μέχρι την 02/03/2021. Προφορικά ζητήθηκε από τον κ. Χρυσάνθου, ως διαζευκτικό αίτημα, τα ανωτέρω να εκληφθούν ως καλός λόγος που επιτρέπει την παράταση της έκδοσης τέτοιας κλήσης. Με όλο το σεβασμό αλλά δυσκολεύομαι να δω το εύλογο του διαζευκτικού χαρακτήρα του αιτήματος. Είτε η ενάγουσα διείδε το πρόβλημα, κάτι που θα εσήμαινε ότι ευθύς όφειλε να προχωρήσει σε σχετικό διάβημα διόρθωσης του, είτε απλώς εμμένει πεισματικά σε ένα έκπτωτο διάβημα. Σχετικά εν προκειμένω είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, όπου λέχθηκε ότι: «Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της*. Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2)), το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία ή το κατά πόσο θα επιτρέψει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.7. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία η ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς.». Εν πάση όμως περιπτώσει, τα ανωτέρω δεν συνιστούν καλό λόγο που να δικαιολογεί την αιτούμενη παράταση. Πλην της εσφαλμένης αντίληψης σε σχέση με τον υπολογισμό του χρόνου των θερινών διακοπών και του κλεισίματος των δικογράφων, τίποτα άλλο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν τούτοις στη Σολιάτης ανωτέρω, τέτοιος λόγος δεν κρίθηκε ικανός να δικαιολογήσει την παράταση της προθεσμίας για έφεση που είχε χαθεί. Ούτε και σε αυτή την περίπτωση κρίνεται ικανός. Ενόψει όλων των ανωτέρω η εκδοθείσα κλήση κρίνεται εκπρόθεσμη. Νομοτελειακή επίπτωση αυτής της διαπίστωσης είναι και η απόρριψη της αγωγής. Συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ των εναγομένων και σε βάρος της ενάγουσας. Περαιτέρω, μαζί με τα ανωτέρω, συμπαρασύρεται και η διαδικασία τριτοδιαδίκου, αυτή όμως με έξοδα, αν ήθελε ζητηθούν, υπέρ τριτοδιαδίκου και σε βάρος εναγομένων 1 και 2, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο