← Κύπρος

ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΑΜΜΑ, Αρ. Αγωγής: 1759/2016, 27/10/2021

ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΑΜΜΑ, Αρ. Αγωγής: 1759/2016, 27/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A567 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1759/2016 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντας και XXXXX ΚΑΜΜΑ Εναγόμενη Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Δ. Παυλίδης Για εναγόμενη: κ. Δ. Κακουλλής ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή ο ενάγοντας διεκδικεί το ποσό των €7.500 πλέον νόμιμο τόκο από την εναγόμενη, ως οφειλή από την εναγόμενη για παράνομη ιδιοποίηση περιουσίας ιδιοκτησίας του ενάγοντα και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η δικογραφημένη θέση που προβλήθηκε είναι ότι η εναγόμενη ήταν εξ αποφάσεως οφειλέτιδα στην αγωγή αρ. 76/

  1. Κατά ή περί την 30.9.2014 η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη με την οποία βεβαίωναν ότι με την καταβολή του ποσού των €7.500 το εξ αποφάσεως χρέος της εναγόμενης θα θεωρείται ότι έχει εξοφληθεί. Η εναγόμενη την 3.9.2014 εξουσιοδότησε τον ενάγοντα να διαχειρίζεται τον λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXXX8573 για τον οποίο εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αγωγή. Στις αρχές Οκτωβρίου 2014 ο ενάγοντας συμφώνησε να δανείσει στην εναγόμενη το ποσό των €7.500 και συμφώνησε το ποσό αυτό να το καταβάλει ο ίδιος στην τράπεζα με σκοπό να ξοφληθεί το εξ αποφάσεως χρέος. Αυτό έγινε και ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €7.500 για λογαριασμό της εναγόμενης. Ο ενάγοντας την κάλεσε να του αποπληρώσει το πιο πάνω ποσό και η εναγόμενη αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να το πράξει τούτο, με αποτέλεσμα να παραμείνει οφειλόμενο αυτό το ποσό. Με τη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης η εναγόμενη προβαίνει σε γενικές αρνήσεις και αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην εταιρεία XXXXX της οποίας ο ενάγοντας ήταν διευθυντής και μέτοχός της. Η εναγόμενη εξουσιοδότησε τον ενάγοντα και την υπάλληλο της τράπεζας XXXXX Ταουσιάνη να διαχειρίζονται τον λογαριασμό της. Η εξουσιοδότηση δόθηκε για να γίνει διευθέτηση της υπόθεσης. Δεν συμφώνησε με τον ενάγοντα να της δανείσει το ποσό των €7.500 και αυτή είναι που του παρέδωσε το ποσό και το κατέθεσε στην τράπεζα ως εκπρόσωπός της. Η Εναγομένη αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης και αναφέρει ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε την κάλεσε με οποιονδήποτε τρόπο και / ή της ανέφερε ότι του όφειλε το αναφερόμενο ποσό και/ή οποιοδήποτε ποσό και περαιτέρω αναφέρει τα ακόλουθα: (α) ότι η Εναγόμενη είχε εργοδοτηθεί από την εταιρεία XXXXX της οποίας ο Ενάγοντας ήταν διευθυντής και/ ή μέτοχος και / ή ένας εκ των μετόχων της, από την 1/5/2013 μέχρι τις 5/12/2014 που απολύθηκε από την εν λόγω εταιρεία, (β) λόγω της παράνομης και / ή αυθαίρετης απόλυσης της από την εταιρεία XXXXX, η Εναγόμενη είχε καταχωρήσει στις 20/2/2016 την Αίτηση αρ. XXXXX/2015, με την οποίαν αξίωνε δεδουλευμένα και αποζημίωση για παράνομη απόλυση. (γ) στην υπεράσπιση της η εν λόγω εταιρεία αναφέρεται σε δάνειο προς αυτήν ύψους €7.500- και έτσι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά περί του θέματος και το οποίο βέβαια αρνήθηκε, (δ) το Δικαστήριο στις 18/12/2015 έκδωσε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Εναγόμενης στην παρούσα για το ποσό των €3.200- πλέον δικηγορικά έξοδα, (ε) λόγω της παράλειψης της εταιρείας XXXXX, η Εναγόμενη στις 23/3/2016 καταχώρησε εναντίον της ένταλμα κατάσχεσης κινητών, (στ) μετά τα αναφερόμενα ο Εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης. Λόγω των πιο πάνω είναι η θέση της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα για λόγους εκδίκησης και/ή για άλλους συναφείς και/ή παρόμοιους λόγους και σε καμία περίπτωση γιατί την δανειοδότησε. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πρώτος μάρτυρας ήταν ο ενάγοντας, ο οποίος ανέφερε ότι το εξ αποφάσεως χρέος εναντίον της εναγόμενης στα πλαίσια της αγωγής 76/2013 αφορούσε το ποσό των €9.471,
  2. Με την εξόφληση του πιο πάνω χρέους η Τράπεζα Κύπρου θα μεταβίβαζε στο όνομα της εναγόμενης το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KYF
  3. Την 30.9.2014 η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη που τη διαβεβαίωνε ότι με την καταβολή του ποσού των €7.500,00 μέχρι τις 10.10.2014 το εξ αποφάσεως χρέος της εναγόμενης θα θεωρείτο πλήρως διευθετημένο. Εξουσιοδότησε τον ενάγοντα να διαχειρίζεται τον πιο πάνω λογαριασμό με αριθμό 357016728573 σε σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό που αφορούσε το εξ αποφάσεως χρέος και συμφώνησε να της δανείσει το ποσό να το καταβάλει η ίδια στην τράπεζα, με σκοπό να εξοφλήσει το χρέος της. Η εναγόμενη συμφώνησε να αποπληρώσει το δάνειο σε έναν χρόνο, μέχρι τον Οκτώβριο
  4. Η εναγόμενη αρνείται και/ή παραλείπει να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι πλήρωσε σε μετρητά το ποσό των €7.500,00 που το είχε στην κατοχή του. Αφορούσε δικά του χρήματα. Ανέφερε ότι ο ίδιος είναι η εταιρεία XXXXX παρόλο ότι πρόκειται για ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Δεν υπάρχει άλλος διευθυντής της εταιρείας πλην του εαυτού του. Η υπόθεση του Εργατικού Δικαστηρίου δεν έχει σχέση με την υπόθεση. Η εναγόμενη είχε συμφωνήσει να αποπληρώσει το δάνειο από τον μισθό της. Αρνήθηκε ότι η εναγόμενη του είχε δώσει τα χρήματα για να τα καταθέσει για λογαριασμό της. Η ΜΕ2 XXXXX Ταουσιάνη είναι η υπάλληλος στην τράπεζα που είχε την διαχείριση του λογαριασμού XXXXX8573 και που της δόθηκε εξουσιοδότηση από την εναγόμενη, δυνάμει του τεκμηρίου 2, μαζί με τον ενάγοντα να διαχειρίζεται τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Ανέφερε ότι την 3 Οκτωβρίου 2014 επήλθε πλήρης ξόφληση του δανείου. Το δάνειο αφορούσε ενοικιαγορά ( τεκμήριο 5). Υπήρχε διαγραφή του χρέους ύψους €891 για να κλείσει ο λογαριασμός. Η χρηματοδότηση αφορούσε ένα όχημα Volkswagen XXXXX58 και δεύτερο όχημα Mercedes Saloon XXXXX
  5. H πληρωμή των €7.500 έγινε στο κατάστημα σε μετρητά και το κατέθεσε το ποσό ο ενάγοντας. Είναι αλήθεια ότι εξουσιοδοτήθηκε να μιλάει με τον ενάγοντα για τον λογαριασμό αλλά ήρθε και η εναγόμενη τουλάχιστον μία φορά για να δώσει οδηγίες σε σχέση με τον λογαριασμό. Δεν γνωρίζει ποια ήταν η πηγή των χρημάτων. Μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η εναγόμενη, η οποία ανέφερε ότι την 1.5.2013 είχε προσληφθεί ως βοηθός φαρμακείου από την εταιρεία XXXXX και εργάστηκε μέχρι που απολύθηκε την 5 Δεκεμβρίου
  6. Μετά την απόλυση της καταχώρησε την αίτηση 78/2015 στο Εργατικό Δικαστήριο και ζητούσε αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και για άλλες οφειλές του εργοδότη της. Στην υπεράσπιση της στο Εργατικό Δικαστήριο η εργοδότης της XXXXX ισχυρίσθηκε ότι της δάνεισε το ποσό των €7.500 και ότι η αναλογία του μισθού της για την περίοδο από 1.12.2014 μέχρι 5.12.2014 αφαιρέθηκε έναντι του χρέους της (βλ. τεκμήριο 10). Ο ενάγοντας ουδέποτε υπήρξε αφεντικό της επειδή εργοδότης της ήταν η εταιρεία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο όφειλε το ποσό των €9.471,91 στην τράπεζα για την αγορά του αυτοκινήτου της και ο ενάγοντας προθυμοποιήθηκε εξαιτίας των σχέσεων του με την Τράπεζα να την βοηθήσει να πληρώσει μικρότερο ποσό και έτσι απέστειλε επιστολή με την οποία τον εξουσιοδότησε να διαχειρίζεται τον λογαριασμό χρέους. Ο ενάγοντας την ενημέρωσε ότι η τράπεζα θα αποδεχόταν αποπληρωμή του ποσού των €7.500 για να ξοφληθεί το δάνειο. Συγκέντρωσε το ποσό των €7.500 με την βοήθεια των συγγενών της και το παρέδωσε στον ενάγοντα που πλήρωσε την τράπεζα. Πληροφορήθηκε για τον ισχυρισμό ότι το ποσό ήταν δάνειο στα πλαίσια της υπεράσπισης στην υπόθεση του Εργατικού Δικαστηρίου. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ο λόγος που έδωσε τα χρήματα στον ενάγοντα είναι επειδή δεν της επέτρεπε να απουσιάζει από την εργασία της για να επισκεφθεί την τράπεζα να καταθέσει η ίδια τα χρήματα. Το δάνειο είχε γίνει το 2010 και το είχε ξοφλήσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα από την προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης του δανείου. Μάζεψε τα χρήματα από τον πατέρα της €2.000, την γιαγιά της €2.000, τον παππού της €2.000 και €1.500 από τον μισθό της. Μάζεψε τα χρήματα μέσα σε χρονικό διάστημα των έξι μηνών και κρατούσαν τα χρήματα στο πρόσωπο τους μέχρι να συμπληρωθεί το ποσό που έθεσε ως στόχο για να ξοφληθεί η τράπεζα. Ανέφερε ότι για όλες τις τραπεζικές τις εργασίες πάντα πήγαιναν άλλοι στην τράπεζα για λογαριασμό της. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν πήγαν οι γονείς της στην τράπεζα για να πληρώσουν το ποσό, ανέφερε ότι δεν πήγαν διότι εργάζονταν οι γονείς της. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν περίμενε τις διακοπές της για να μεταβεί στην τράπεζα να πληρώσει το ποσό, ανέφερε ότι δεν θα πήγαινε τότε επειδή ήταν διακοπές. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Ένα ήταν το πραγματικό ζήτημα προς αμφισβήτηση∙ το κατά πόσο ο ενάγοντας είναι αυτός που έδωσε το ποσό των €7.500 στην τράπεζα για να ξοφληθεί το δάνειο της εναγόμενης ή κατά πόσο πήγε στην τράπεζα να της κάνει εξυπηρέτηση με χρήματα που μάζεψε από τους συγγενείς της. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η εναγόμενη εξουσιοδότησε τον ενάγοντα να διαχειρίζεται τον λογαριασμό της με γραπτή επιστολή, τεκμήριο
  7. Δεν αμφισβητείται ότι ο ενάγοντας είναι το πρόσωπο που παρουσιάσθηκε στην τράπεζα για να καταθέσει €7.500 σε μετρητά, με αποτέλεσμα να ξοφληθεί το δάνειο που χρωστούσε. Δεν αμφισβητείται ότι η εναγόμενη καταχώρησε αίτηση στο εργατικό Δικαστήριο κατά της εταιρείας XXXXX που ήταν εργοδότης της δυνάμει του περί Ετησίων μετ' Απολαβών Νόμου 1967 και ότι η υπόθεση κατέληξε σε απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι διάδικοι στην αγωγή. Όλοι οι μάρτυρες που προσήλθαν στο Δικαστήριο για μαρτυρία αντεξετάσθηκαν επί μακρώ σε σχέση με κάθε πτυχή της υπόθεσης και έτσι είμαι σε θέση να διαπιστώσω κατά πόσο ήταν μάρτυρες της αλήθειας ώστε στη συνέχεια να προβώ στην εξαγωγή πραγματικών συμπερασμάτων στην αγωγή. Σχημάτισα μία γενική εντύπωση για την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Επιπρόσθετα, παρατήρησα τον αυθορμητισμό του κάθε μάρτυρα και την αμεσότητα με την οποία απαντούσε τις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από κάθε μάρτυρα ήταν σημαντική για την διαμόρφωση της άποψής μου. Η αποτίμηση μου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων, ασφαλώς δεν περιορίζεται στη φαινομενική εντύπωση που μου δημιούργησε εκ πρώτης όψεως ο κάθε μάρτυρας. Η πεποίθηση μου ότι ένας μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας βεβαιώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης. Το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία πρέπει να απαντηθεί με αυτοτέλεια, έτσι που να δημιουργείται η απαραίτητη εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας, την ποιότητα της και την πειστικότητα της σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατία

(2001)2 ΑΑΔ 506). Ως εκ τούτου έχω αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μάρτυρα σε σχέση με τα λεγόμενα του και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει για να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του. Επιπρόσθετα, έχω αναλύσει την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με αναφορά και την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης, ώστε σε κάθε περίπτωση η προφορική μαρτυρία να έχει διασταυρωθεί με άλλα στοιχεία ή να έχει καταρριφθεί από άλλα στοιχεία και/ή μαρτυρία που αποδεικνύονται ως αναντίλεκτα στην υπόθεση. Έλαβα υπόψη μου πιθανά ελατήρια που μπορεί να είχε κάθε μάρτυρας να πει ή να μην πει την αλήθεια, ώστε να διαπιστωθούν με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τα γεγονότα της υπόθεσης. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα για τον ενάγοντα ήταν ότι απέφευγε να απαντήσει τις ερωτήσεις και δεν αποκάλυψε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν ήθελε να απαντήσει ερωτήσεις που αφορούσαν την υπόθεση στο Εργατικό Δικαστήριο και δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο τους λόγους που υποκινήθηκε να βοηθήσει μία μέτρια, σε απόδοση, υπάλληλο στην επιχείρηση του με το δάνειο της και στην συνέχεια να καταβάλει ο ίδιος το ποσό στην τράπεζα για να ξοφληθεί το δάνειο. Εκείνο που είχε προβληθεί με τη δικογραφημένη υπεράσπιση της εταιρείας XXXXX στα πλαίσια της υπόθεσης ενώπιον του Εργατικού Δικαστηρίου, είναι ότι η εναγόμενη δεν ήταν καλή υπάλληλος και δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα της. Εφόσον έτσι είχαν τα πράγματα είναι αψυχολόγητη η ενέργειά του να της δανείσει χρήματα €7.500, εκτός και εάν υπήρχε μία άλλη σχέση μεταξύ τους που να δικαιολογούσε τέτοια γενναιόδωρη πράξη. Δεν ήταν πρόθυμος να αποκαλύψει αυτή τη σχέση στο Δικαστήριο και έτσι παρέμενε μετέωρο το ερώτημα γιατί να της κάνει τέτοια εξυπηρέτηση με την τράπεζα και γιατί να της δανείσει αυτά τα χρήματα. Παρόλο ότι δεν αποκάλυψε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο και απέφυγε να απαντήσει ερωτήσεις που αφορούσαν το Εργατικό Δικαστήριο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι αυτός είναι το πρόσωπο που εμφανίστηκε στην τράπεζα να καταθέσει τα χρήματα για να ξοφληθεί το δάνειο. Επίσης, η θέση ότι τα χρήματα ήταν δάνειο προβλήθηκε και στα πλαίσια της υπεράσπισης στο Εργατικό Δικαστήριο και ήταν θέση που είναι συνεπής με τις θέσεις που προβλήθηκαν στα πλαίσια της αγωγής. Η προέλευση των χρημάτων ήταν από την εταιρεία, αλλά ο μάρτυρας πήρε τα χρήματα από την εταιρεία επειδή αυτός είναι στην ουσία ιδιοκτήτης της εταιρείας και στην συνέχεια δάνεισε με την προσωπική του ιδιότητα τα χρήματα στην εναγόμενη. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ενάγοντας είναι κύριος μέτοχος και μοναδικός διευθυντής της εταιρείας και έτσι το γεγονός ότι η πηγή των χρημάτων είναι εν τέλει η εταιρεία, δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι αυτός είναι το πρόσωπο που συμφώνησε εν τέλει να δανείσει τα χρήματα στην εναγόμενη για να ξοφλήσει το δάνειο της. Το μόνο αναπάντητο ερώτημα που παρέμενε είναι κατά πόσο τα χρήματα δόθηκαν στην εναγόμενη χαριστικά ή ως δάνειο; Όμως από την στιγμή που ουδέποτε τέθηκε η θέση κατά την αντεξέταση ότι τα χρήματα τα χάρισε ο ενάγοντας στην εναγόμενη εξαιτίας μίας διαφορετικής σχέσης μεταξύ τους και ουδέποτε δικογραφήθηκε τέτοια υπεράσπιση, δεν έχω λόγο να απορρίψω τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι βοήθησε την εναγόμενη, για άγνωστο λόγο, με αποτέλεσμα να της δανείσει €7.500 για να ξοφλήσει το δάνειο της. Η ΜΕ2 ήταν τυπική και ανεξάρτητη μάρτυρας. Επιβεβαίωσε τα όσα προκύπτουν από το έγγραφο υλικό της υπόθεσης. Δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ στο σύνολο τη μαρτυρία της. Είναι σημαντικό ότι ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είδε την εναγόμενη τουλάχιστον μία φορά προσωπικά στο υποκατάστημα της τράπεζας για να της δώσει οδηγίες σε σχέση με τον χειρισμό του λογαριασμού δανείου. H εναγόμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Αυτά που ανέφερε έρχονται σε αντίθεση με τις θέσεις που προώθησε ο δικηγόρος της με την αντεξέταση του ενάγοντα. Ενώ η θέση της εναγόμενης είναι ότι ο ενάγοντας την βοήθησε με τη διαχείριση του λογαριασμού δανείου και την μεταφορά δικών της χρημάτων για να τα καταθέσει στην τράπεζα, κατά την αντεξέταση του ενάγοντα προωθήθηκε η θέση ότι η απαίτηση θα πρέπει να αποτύχει επειδή ο πραγματικός δανειολήπτης της εναγόμενης είναι το νομικό πρόσωπο XXXXX και όχι ο ενάγοντας. Δεν μπορεί να ισχύουν και οι δύο θέσεις και η μία εκδοχή ακυρώνει την άλλη. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με το ερώτημα από ποια πρόσωπα πήρε τα χρήματα, πότε της τα δώσανε και τι ποσά της δώσανε αυτά τα πρόσωπα, απάντησε αρχικά με υπεκφυγές. Μετά από επιμονή του κ. Παυλίδη απάντησε ότι όλοι οι συγγενείς μάζευαν τα χρήματα με σκοπό να της τα δώσουν για να εξοφλήσει το δάνειο. Όμως η θέση ότι μάζευε τα χρήματα όλη η οικογένεια για περίοδο 6 μηνών που ανέφερε, δεν μπορεί να είναι η αλήθεια διότι η συμφωνία που έκανε για λογαριασμό της ο ενάγοντας ώστε να ξοφλήσει ένα δάνειο πριν την λήξη του και για ποσό χαμηλότερο από το υπόλοιπο του δανείου, έγινε τον Σεπτέμβριο 2014, ήτοι έναν μήνα πριν από την κατάθεση των μετρητών στην τράπεζα. Επομένως, δεν μπορεί να μάζευε χρήματα για έξι μήνες σε σχέση με συμφωνία που έκανε με την τράπεζα έναν μήνα πριν από την ξόφληση του δανείου. Περαιτέρω, η θέση που προέβαλε για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν πήγε η ίδια να καταθέσει τα χρήματα επειδή δεν της επέτρεπε ο ενάγοντας να απουσιάζει λίγα λεπτά από την εργασία της, δεν στέκει στην κοινή λογική. Ένας άνθρωπος που έχασε πολύτιμο χρόνο να προβεί σε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα προκειμένου να της χαριστεί μέρος του οφειλόμενου ποσού, θα της επέτρεπε να απουσιάζει λίγα λεπτά από την εργασία της για να καταθέσει λεφτά στην τράπεζα. Η εναγόμενη άλλαξε την εκδοχή της σε σχέση με τον λόγο που δεν πήγε η ίδια στην τράπεζα να καταθέσει τα χρήματα. Είπε ότι έδινε τα χρήματα πάντα σε άλλους και όταν ρωτήθηκε για εποχή που ήταν με άδεια απάντησε ότι δεν ήθελε να χάσει από την άδειά της. Επίσης το ότι δεν πήγαινε ποτέ της στην τράπεζα έρχεται σε αντίθεση με την μοναδική ανεξάρτητη μαρτυρία της υπόθεσης της ΜΕ2 η οποία ανέφερε ότι είδε την εναγόμενη τουλάχιστον μία φορά όταν πήγε προσωπικά στην τράπεζα για να εξηγηθεί για την διαχείριση του λογαριασμού δανείου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτεται στο σύνολο της η μαρτυρία της εναγόμενης ως αναξιόπιστη και καταλήγω στα ακόλουθα πραγματικά ευρήματα με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει προσκομίσει ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας συμφώνησε να δανείσει τα χρήματα στην εναγόμενη για να ξοφλήσει το δάνειο της. Τον Σεπτέμβριο 2014 η εναγόμενη εξουσιοδότησε τον ενάγοντα να διαχειρίζεται τον λογαριασμό δανείου της προκειμένου αυτός να διαπραγματευτεί με την τράπεζα ώστε να εξοφληθεί το δάνειο. Στην συνέχεια, έγινε συμφωνία με την τράπεζα για την εξόφληση του δανείου και ο ενάγοντας έκανε χρήση των δικών του χρημάτων για να αποπληρώσει το δάνειο που είχε συμφωνήσει μαζί της. Αυτό το ποσό χρημάτων ήταν δάνειο και όχι ποσό που της το χάρισε. Ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων και αυτή αρνήθηκε να του τα επιστρέψει και αρνήθηκε ότι της είχε δώσει τέτοια χρήματα και γι' αυτό αναγκάστηκε να διεκδικήσει την επιστροφή των χρημάτων με την αγωγή. Ο ενάγοντας πλήρωσε αυτά τα χρήματα προς εξόφληση του δανείου της εναγόμενης επειδή συμφώνησε μαζί της να της δανείσει τα χρήματα και αυτός της κατέστησε σαφές ότι δεν είχε πρόθεση να της τα χαρίσει. Η εναγόμενη προσπορίστηκε το όφελος αυτών των χρημάτων και ο ενάγοντας ζήτησε επανειλημμένα την επιστροφή των χρημάτων. Ως εκ τούτου, ισχύουν οι πρόνοιες του άρθρου 70 του Κεφ. 149, πιο κάτω: «70. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.» Ως εκ τούτου, η εναγόμενη οφείλει να επιστρέψει τα χρήματα στον ενάγοντα. Αναφορικά με τη θέση ότι πραγματικός δανειστής της εναγόμενης ήταν η εταιρεία XXXXX και όχι ο ενάγοντας σημειώνω ότι τέτοια θέση δεν δικογραφήθηκε. Δεν δύναται το Δικαστήριο να ασχολείται και να επιλύει ζητήματα που δεν είναι δικογραφημένα με την αγωγή. Εκείνο που επεξηγήθηκε στην υπόθεση Πιττάλης ν Ianira Enterpises Ltd. κ.α.
(1997)1Β ΑΑΔ 814 είναι ότι η δίκη διεξάγεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων οι οποίες είναι δυνατό παραστατικά να χαρακτηρισθούν σαν οι ράγες στις οποίες κινείται ο σιδηροδρομικός συρμός. Έτσι, κάθε παρέκκλιση από τις ράγες, συνιστά εκτροχιασμό της δίκης. Περαιτέρω, η σωστή και ακριβής διατύπωση της απαίτησης είναι σημαντική ώστε να προσδιορισθούν τα επίδικα θέματα στην αγωγή. Όπως επεξηγήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Loveridge v Healey [2004] EWCA Civ 173 ακόμη και στην περίπτωση που διάδικος προωθεί ζητήματα που αποκλίνουν από την δικογραφημένη θέση δυνατόν να μην δημιουργείται θέμα εάν ο αντίδικος δεν έχει επηρεασθεί δυσμενώς από την απόκλιση: «It is on the basis of the pleadings that the parties decide what evidence they will need to place before the court and what preparations are necessary before the trial. Where one party advances a case that is inconsistent with his pleadings, it often happens that the other party takes no point on this. Where the departure from the pleadings causes no prejudice, or where for some other reason it is obvious that the court, if asked, will give permission to amend the pleading, the other party may be sensible to take no pleading point. Where, however, departure from a pleading will cause prejudice, it is in the interests of justice that the other party should be entitled to insist that this is not permitted unless the pleading is appropriately amended. That then introduces, in its proper context, the issue of whether or not the party in question should be permitted to advance a case which has not hitherto been pleaded.» Στην παρούσα περίπτωση, η εναγόμενη όχι μόνο δεν ανέπτυξε την θέση ότι ο ενάγοντας δεν έχει έννομο συμφέρον να εγείρει την αγωγή με την Έκθεση Υπεράσπισης, αλλά περίμενε μέχρι το στάδιο της αντεξέτασης του ενάγοντα να το εγείρει αυτό και ενώ είχε προβάλει αντίθετη θέση με την υπεράσπιση ήτοι, ότι τα χρήματα ήταν της εναγόμενης και ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μονάχα για να εκδικηθεί την εναγόμενη ο ενάγοντας. Συνεπώς, το θέμα που εγείρεται είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα και η επίκληση αυτού του ζητήματος από την υπεράσπιση στο τέλος της διαδικασίας μόνο αδικία μπορεί να προκαλέσει στον ενάγοντα, ο οποίος τελούσε υπό άγνοια μέχρι το στάδιο της δίκης σε σχέση με τις προθέσεις της εναγόμενης. Εξάλλου εκείνος που συμφώνησε να δανείσει τα χρήματα στην εναγόμενη και που έδωσε τα χρήματα στην εναγόμενη ήταν ο ενάγοντας. Το ποια η σχέση του ενάγοντα με την εταιρεία και κατά πόσο τα χρήματα με πηγή την εταιρεία ήταν δικά του κατά τον χρόνο που τα έδωσε στην εναγόμενη, καθώς και ποια ήταν η διευθέτηση του με την εταιρεία σε σχέση με την διαχείριση των χρημάτων, δεν αναπτύχθηκε με την υπεράσπιση ώστε με επιτυχία να προβληθεί ως βάσιμο επιχείρημα για να αρνηθώ την θεραπεία που ζητεί ο ενάγοντας με την αγωγή. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €7.500,00 πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον της εναγόμενης, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.