ΚΥΝΗΓΟΣ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2520/2017, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A568 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2520/2017 Μεταξύ: XXXXX ΚΥΝΗΓΟΣ Ενάγοντας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 1/6/2020 για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα Δ. Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κα Ρ. Μάρκου για Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση (στο εξής «ο Ενάγοντας») αξιώνει την έκδοση Διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η επιστροφή του πυροβόλου όπλου (ΜΟΚΟ) με αριθμό εγγραφής Ν61447 στον Ενάγοντα ή διαζευκτικά Διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η καταβολή στον Ενάγοντα του ποσού των €250 το οποίο αποτελεί την αξία του πυροβόλου όπλου το οποίο, όπως ισχυρίζεται, κατακρατείται παράνομα. Περαιτέρω αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του εν λόγω πυροβόλου όπλου από την 7/10/2010, ημερομηνία κατά την οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου διέταξε την επιστροφή του στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό XXXXX/2009. Αξιώνει επίσης γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση του Συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του στην ιδιοκτησία του εν λόγω όπλου και αναγνωριστική δήλωση με την οποία να δηλώνεται και ή να αναγνωρίζεται ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής (στο εξής «ο Εναγόμενος») ενήργησε κατά παράβαση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα και ή αδιαφόρησε για τα δικαιώματα του και ή επέδειξε αμέλεια και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην επιστροφή του πυροβόλου όπλου το οποίο κρατείται παράνομα από τον Εναγόμενο. Αξιώνει τέλος, οποιαδήποτε άλλη διαταγή και ή Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε διατάξει ως ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις, Νόμιμο τόκο από την 7/10/2010 και έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Με την αίτηση του ημερομηνίας 1/6/2020, ο Εναγόμενος εξαιτείται «όπως το νομικό σημείο (προδικαστική ένσταση) που ηγέρθη στην παρ. 1 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, προδικαστεί και/ή αποφασισθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο πρώτα ή/και προ της ακρόασης ολόκληρης της Αγωγής.» Η προδικαστική ένσταση της οποίας επιζητείται η προδικαστική εκδίκαση, εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου και σε αυτήν αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εφεξής καλούμενος ως «ο Εναγόμενος» εγείρει προδικαστική ένσταση δια της οποίας ισχυρίζεται η παρούσα Αγωγή εγείρεται καταχρηστικά ή και παράτυπα καθότι ο Ενάγων προωθεί το λανθασμένο ένδικο βοήθημα.» Η αίτηση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στις Δ.27 Κ. 1, 2, Δ.40, Δ.42Α, Δ.48 Κ. 1 - 3, 8
(1)-
(2), Δ.57, Δ.64 Κ. 1 - 2, στα άρθρα 170 και 171 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος ως επίσης και στις εγγενείς και συναφείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαμιλτιάδου, η οποία είναι Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄ στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Σε αυτήν αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα: Όπως πληροφορείται από την δικηγόρο που χειρίζεται την αγωγή, απόφαση του Δικαστηρίου επί του εγερθέντος στην παρ. 1 της Υπεράσπισης, νομικού σημείου θέτει εκτός συζήτησης ολόκληρη την αγωγή. Εξ όσων πληροφορείται, με την αγωγή του αυτό που ο Ενάγοντας ουσιαστικά αξιώνει είναι την παράδοση του ΜΟΚΟ τύπου Flobert, ως το Διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7/10/
- Εκφράζει την πεποίθηση της ότι ο Ενάγοντας όφειλε να προχωρήσει με αίτηση για παρακοή Διατάγματος αφού η ουσιαστική αξίωση του είναι η επιστροφή του όπλου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 42 με πλαγιότιτλο «Εξαναγκασμός υποταγής σε διατάγματα» του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
- Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Ενάγοντας όφειλε να ασκήσει το δικαίωμα του, ως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 170 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δικαίωμα όμως το οποίο παρήλθε ενόψει του ότι η αγωγή δεν εγέρθηκε εντός 6 μηνών από την έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 7/10/2010 ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19/6/2017, ήτοι 7 έτη μετά την έκδοση του Διατάγματος. Ο Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση του Εναγόμενου την 19/2/
- Με την ένσταση του προβάλλει 9 λόγους ένστασης οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι:
- Η Αίτηση προωθείται παράτυπα και κατά παράβαση των σχετικών θεσμών και νομολογίας από τον Αιτητή, εκ του γεγονότος ότι δεν έχει τεθεί το συμφωνημένο παραδεχτό υπόβαθρο των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, ώστε αυτό να μπορεί ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια, να αποφασίσει επί της Αίτησης.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική νομολογία για έκδοση της αιτούμενης Διαταγής του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα η Αίτηση έχει καταχωρηθεί καθυστερημένα ήτοι έχει καταχωρηθεί δύο
(2)και πλέον χρόνια μετά την Αίτηση για οδηγίες.
- Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήριχτη, αφού δεν προσδιορίζει με ακρίβεια το νομικό σημείο του οποίου επιδιώκεται η εκδίκαση πριν την ακρόαση της αγωγής.
- Το Άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14 / 1960) επιβεβαιώνει την ορθότητα της παρούσας αγωγής, ενώ το Άρθρο 170
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, εξ' όσον με συμβουλεύον οι δικηγόροι μου δεν τυγχάνει εφαρμογής ως είναι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
- Χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των γεγονότων βάση των οποίων εγείρεται η προδικαστική ένσταση το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει αrtό αυτό το στάδιο, ήτοι προδικαστικά επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτή. Κατά συνέπεια τα θέματα αυτά θα πρέπει να αποφασιστούν στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της αγωγής.
- Η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης στοχεύει στο να αποστερήσει τον ενάγοντα από του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του ή και να καλέσει μαρτυρία ή και να θέσει τα νομικά του επιχειρήματα ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης της υπόθεσης και αν γίνει αποδεχτή θα στερήσει από τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση την ευκαιρία να ακουστεί και να διεκδικήσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα του τα νόμιμα δικαιώματα ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Με την Αίτηση του ο Εναγόμενος/ Αιτητής στοχεύει να κερδίσει την υπόθεση του πριν ακόμη προσαχθεί μαρτυρία ή/ και πριν ακουστούν νομικά επιχειρήματα και να μην επιτρέψουν στον ενάγοντα να προωθήσει με τον τρόπο που επιθυμεί την υπόθεση του. Περαιτέρω με την αίτηση του, ο Αιτητής στοχεύει να προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής και για τον λόγο αυτό θα πρέπει η αίτηση του να απορριφθεί και να κληθεί να καταβάλει τα σχετικά έξοδα.
- Η αιτούμενη προδικαστική επίλυση νομικού σημείου στην παρούσα υπόθεση δεν οδηγεί σε επίλυση της ουσίας της υπόθεσης ή ενός σημαντικού ζητήματος, αλλά θα χρειαστεί η προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με τα ζητήματα που τίθενται. Με την εκδίκαση του προδικαστικού σημείου δεν θα διεκπεραιωθεί ολόκληρη η αγωγή.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και /ή κακόβουλα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στην οποία αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Δεν έχει τεθεί το συμφωνημένο παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της αίτησης. Εξ όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, νομικό σημείο, είναι δυνατό να εκδικαστεί μόνο πάνω στη βάση ξεκάθαρου παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Χωρίς να ακουσθεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει προδικαστικά επί των ζητημάτων που εγείρονται και κατά συνέπεια τα νομικά σημεία που εγείρονται πρέπει να αποφασιστούν στο πλαίσιο της κανονικής εκδίκασης της αγωγής. Με την εκδίκαση του προδικαστικού σημείου δεν θα διεκπεραιωθεί ολόκληρη η αγωγή. Αναφέρει περαιτέρω ότι η αίτηση, κατά παράβαση των Θεσμών και της Νομολογίας, καταχωρήθηκε 2 χρόνια μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Η προδικαστική εξέταση του νομικού σημείου θα του αποστερήσει το δικαίωμα του να προωθήσει την υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου και θα στερηθεί την ευκαιρία να ακουστεί και να διεκδικήσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα νόμιμα δικαιώματα του. Ο Εναγόμενος στοχεύει να κερδίσει την υπόθεση του πριν την προσαγωγή μαρτυρίας και πριν να ακουστούν νομικά επιχειρήματα. Στόχος της αίτησης, κατά τον Ενάγοντα, είναι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής. Τέλος αναφέρει ότι εξ όσων τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, η προδικαστική ένσταση είναι λανθασμένη, το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960επιβεβαιώνει την ορθότητα της αγωγής και το άρθρο 170
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα και επιβεβαιώνει την ορθότητα της αγωγής, όχι όμως το άρθρο 170
(2)αφού αυτό αφορά αγωγή για ανάκτηση περιουσίας εναντίον προσώπου που κατέχει περιουσία η οποία παραδόθηκε δυνάμει Διατάγματος, κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη. Νομική Πτυχή Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση βασίζονται, κατά κύριο λόγο, στην Δ.27 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στους Κ. 1 και 2, οι οποίοι προνοούν τα ακόλουθα: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» Από το λεκτικό των πιο πάνω προνοιών προκύπτει ότι η εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά είναι ζήτημα το οποίο εναπόκειται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Οι αρχές που καθορίζουν το πλαίσιο εντός του οποίου εξασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου έχουν καθοριστεί από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Malachtou v Armefti
(1984)1 CLR 548, λέχθηκαν τα εξής: «Only pure issues of law should be dealt with under Order 27, rule 1, which if decided in one way are going to be decisive of litigation between the parties; and the factual substratum thereof must not be in dispute. The Court called, upon to decide a preliminary point of law should first know the undisputed facts giving rise to the legal issues he is invited to resolve If the facts are not settled the best course is to proceed under Order 33 i.e the hearing of the whole action A decision under Order 27, rule 1 when the facts are not settled will inevitably lead to declarations in abstracto or to use the wording in the case of Georgallides (supra) to decide academic questions something impermissible and quite outside the task entrusted to the Courts.» Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι για την προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου είναι απαραίτητο το σημείο το οποίο το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και επί του οποίου καλείται να αποφασίσει να είναι αμιγώς νομικό. Πέραν τούτου, το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων δεν πρέπει να αμφισβητείται από τους διάδικους. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.» Περαιτέρω, καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Ιωάννης Νικόλα Χ'' Οικονόμου ν Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις αρχές που διέπουν την έκδοση Διαταγής για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά ως εξής: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Bibbs v P.P. Dolphin Boat Safari Ltd, ECLI:CY:AD:2021:A210, Πολιτική Έφεση αρ. 111/2014, απόφαση ημερομηνίας 2/6/2021, επαναλήφθηκε ότι «Όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, η Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις, και όχι σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα αμφισβητούνται ή είναι ασαφή (XXX XXX Χ΄΄ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992( 1(Β) ΑΑΔ, 949, Fayza Shipping Co Ltd v. Πλοίου M/V "HajAnies" κ.α.
(1996)1(Β) ΑΑΔ, 969 και Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Β) ΑΑΔ, 1609). Στην τελευταία αυτή υπόθεση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε, με τη συγκατάθεση και της άλλης πλευράς, γραπτή αίτηση για εκδίκαση «υπό τύπον προδικαστικής ένστασης των νομικών σημείων που εγείρονταν στην Υπεράσπιση». Στα πλαίσια εκδίκασης της εν λόγω αίτησης, απέρριψε, για τους λόγους που παρέθεσε, την αγωγή του Εφεσείοντα με έξοδα εναντίον του. Το Εφετείο με αναφορά στη Νομολογία, σημείωσε πως η συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν καθαρή περίπτωση, και κατ΄ επέκταση δεν ήταν κατάλληλη «για εκδίκαση στο προδικαστικό στάδιο δυνάμει της Δ.27».» Προκύπτει συνεπώς από τα ανωτέρω ότι η εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο το οποίο εφαρμόζεται σε περιπτώσεις οι οποίες είναι απλές υπό την έννοια ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι σαφή και παραδεκτά από τους διάδικους. Σε αντίθετη περίπτωση, η διαφορά των διαδίκων αποφασίζεται κατόπιν ακρόασης της υπόθεσης. Τέλος, επαναλαμβάνεται ότι σύμφωνα με την απόφαση στην Χ'' Οικονόμου (ανωτέρω) η εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά προσφέρεται σε περιπτώσεις όπου με την απόφαση επί του νομικού σημείου θα αποπερατωθεί η αγωγή ή ένα από τα ουσιώδη θέματα που εγείρονται με αυτήν. Η δε αίτηση για εκδίκαση του νομικού σημείου προδικαστικά πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο συμπλήρωσης των δικογράφων ή σε σύντομο χρόνο μετά την συμπλήρωση τους. Εξέταση της αίτησης Η διαδικασία της ακρόασης της παρούσας αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες επιχειρηματολογούν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Η συνήγορος του Ενάγοντα εισηγείται ότι η αίτηση υποβλήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Είναι γεγονός ότι η αίτηση, παρά το ότι η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης περιλαμβάνεται στα αιτήματα του Παραρτήματος Τύπος 25 ημερομηνίας 24/5/2018, καταχωρήθηκε τελικά την 1/6/2020. Η καταχώρηση της αίτησης την 1/6/2020 έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση των Ενόρκων Δηλώσεων Αποκάλυψης Εγγράφων και των Ονομαστικών Καταλόγων Μαρτύρων και Σύνοψης Μαρτυρίας των διαδίκων και αφότου αναβλήθηκε η ακρόαση της αγωγής στις 19/2/2020 για λόγο που δεν σχετίζεται με την πρόθεση καταχώρησης της αίτησης. Προκύπτει επίσης, βάσει του περιεχομένου του φακέλου, ότι έγιναν στο ενδιάμεσο διάστημα προσπάθειες για εξεύρεση διευθέτησης της αγωγής. Βάσει των ανωτέρω αλλά και δεδομένου ότι η ακρόαση της ουσίας της αγωγής δεν έχει ξεκινήσει, κρίνω ότι η καθυστέρηση που υπήρξε δεν ήταν τέτοιου βαθμού που να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα του Ενάγοντα ή που εν πάση περιπτώσει να πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Τα ζητήματα που προκύπτουν στην παρούσα είναι κατά πρώτον εάν υπάρχει παραδεκτό υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων το οποίο να καθιστά πρόσφορη την εξέταση της προδικαστικής ένστασης προδικαστικά και κατά δεύτερο κατά πόσο με την εκδίκαση του νομικού σημείου αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής[1]. Για να απαντηθεί το πρώτο από τα υπό εξέταση ζητήματα είναι απαραίτητη η εξέταση των σχετικών παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης, της Υπεράσπισης και της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι στις 7/10/2010 δόθηκαν ρητές οδηγίες από το δικαστήριο όπως το Τεκμήριο 2, δηλαδή το ΜΟΚΟ 10621 με αρ. εγγραφής Ν61447 επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο, ήτοι τον Ενάγοντα. Με την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση αρνείται και απορρίπτει ομού και κεχωρισμένα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στις παραγράφους 3, 4 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης και ακολούθως προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα. Στην υποπαράγραφο 5 x. της Υπεράσπισης γίνεται αναφορά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7/10/2010 και ακολούθως γίνεται αναφορά ότι το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες το τεκμήριο 2 να επιστραφεί στον νόμιμο κάτοχο και τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Περαιτέρω, στην υποπαράγραφο 5 xii. αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος ενημέρωσε δι' επιστολών του τον Ενάγοντα ότι το όπλο μπορούσε να επιστραφεί με αυτονόητη προϋπόθεση την προσκόμιση άδειας για την κατοχή του συγκεκριμένου όπλου. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, ο Ενάγοντας αναφέρει ότι η θέση του Εναγόμενου ότι το Δικαστήριο διέταξε όπως το επίδικο όπλο επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο που είναι ο Ενάγοντας, επιβεβαιώνει την θέση του Ενάγοντα και τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η απαίτηση του. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου εισηγείται ότι το γεγονός της έκδοσης του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 7/10/2010 σύμφωνα με το οποίο «το τεκμήριο 2 να επιστραφεί στον νόμιμο κάτοχο και τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν» αποτελεί κοινό τόπο και παραδεκτό γεγονός μεταξύ των δύο μερών. Εισηγείται συναφώς ότι το καίριο ερώτημα του κατά πόσο ορθά ασκήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή επί σκοπώ εξαναγκασμού συμμόρφωσης με το εν λόγω Διάταγμα, μπορεί να εξεταστεί. Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα εισηγείται ότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου περί αυτονόητης προϋπόθεσης για την προσκόμιση άδειας για κατοχή του πυροβόλου όπλου καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων ούτως ώστε να δύναται να εξεταστεί το νομικό σημείο της προδικαστικής ένστασης στο παρόν στάδιο. Παρά το γεγονός ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι το Δικαστήριο την 7/10/2010 έδωσε οδηγίες για την επιστροφή του Τεκμηρίου 2, δηλαδή του πυροβόλου όπλου, στον νόμιμο δικαιούχο, εντούτοις παρατηρείται διάσταση μεταξύ των μερών σε σχέση με την ερμηνεία και τον τρόπο εφαρμογής της διαταγής του Δικαστηρίου αφού η πλευρά του Εναγόμενου επικαλείται την ύπαρξη προϋπόθεσης προσκόμισης άδειας κατοχής του για σκοπούς επιστροφής του, σε αντίθεση φυσικά με τον Ενάγοντα ο οποίος δεν αποδέχεται την ύπαρξη οποιασδήποτε προϋπόθεσης για την παράδοση του όπλου. Η σχετική αρχή, ότι δηλαδή κάθε νομικό σημείο που αποφασίζεται προκαταρκτικά και κρίνεται στην βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου, διατυπώθηκε στην Πιερίδης ν Keshishian κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 224: «Τίθεται ζήτημα νομικού σημείου το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προκαταρκτικά μόνο πάνω στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Κάθε δε τέτοιο σημείο υποχρεωτικά κρίνεται με γνώμονα τη δοσμένη πραγματική θεμελίωση του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το νομικό σημείο πάνω σε διαφοροποιημένη, από το ίδιο, βάση αφού πρόσθεσε δεδομένο - την έγκριση των τελικών λογαριασμών από το Δικαστήριο - που δεν περιλαμβανόταν στα γεγονότα που το στοιχειοθετούσαν.» Παραπέμπω περαιτέρω στην υπόθεση Karic Banka D.D. v Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 530 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε το αίτημα. Επεσήμανε και εξήγησε, με αναφορά σε λεπτομέρειες, ότι δεν υπήρχε πλήρης εικόνα αδιαμφισβήτητων γεγονότων αναφορικά με τους όρους έκδοσης της εγγυητικής αλλά ούτε και το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν και, επομένως, σε εκείνο το στάδιο δεν καθίστατο εφικτή ή πρόσφορη η εξέταση νομικού σημείου. Συνόψισε ως εξής: "Γενικά φαίνεται να εγείρεται μέσω της αγωγής ένα όχι εύκολο για επίλυση λεπτό θέμα ισχυριζόμενης παρανομίας, σε σχέση με το οποίο η ακρίβεια των γεγονότων είναι σημαντική και το οποίο με τα ισχνοστοιχεία μαρτυρίας που είναι διαθέσιμα στο στάδιο τούτο θα ήταν κατά την άποψη μου πολύ παρακινδυνευμένο να οδηγηθεί σε προδικαστική εκδίκαση με αβέβαιη την δυνατότητα οριστικής απόληξης." Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι δεν υπήρχε επαρκής βάση γεγονότων για προδικαστική εξέταση των υπό αναφορά θεμάτων. Δεν νομίζουμε ότι χρειάζεται να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες. Με την παράγραφο 3
(3)της Υπεράσπισης γίνεται αναφορά σε τρία θέματα, τη φυσιογνωμία και το συσχετισμό των οποίων το Δικαστήριο πρωτόδικα συζήτησε. Δικαιολογημένα ήταν που εν τέλει η προσοχή επικεντρώθηκε στο θέμα της παρανομίας. Συμφωνούμε με την πρωτόδικη άποψη ότι, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα σε σχέση με αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο κατόπιν πλήρους διακρίβωσης του συνόλου των δεδομένων τα οποία συνέθεταν την περίπτωση και τα οποία δεν υπήρχαν στην ολότητά τους ως σταθερό σημείο αναφοράς σε εκείνο το στάδιο.» Πέραν όμως της πιο πάνω διάστασης που παρατηρείται στο πραγματικό υπόβαθρο εγείρεται και το δεύτερο ζήτημα, ήτοι κατά πόσο με την εκδίκαση του νομικού σημείου προδικαστικά θα αποφασισθεί εξ ολοκλήρου η υπόθεση ή ουσιώδες θέμα της. Με την προδικαστική ένσταση, ο Εναγόμενος ουσιαστικά προωθεί την θέση ότι ο Ενάγοντας λανθασμένα προχώρησε με αγωγή σε σχέση με την επιστροφή του όπλου σε αυτόν αντί με διαδικασία παρακοής βάσει του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960. Περαιτέρω είναι η θέση του Εναγόμενου ότι παρήλθε η προθεσμία των 6 μηνών βάσει του άρθρου 170
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 εντός του οποίου ο Ενάγοντας μπορούσε να εξασκήσει το δικαίωμα του για επιστροφή του όπλου. Το εύρος των ζητημάτων που μπορούν να επιλυθούν με την προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου περιορίζεται στο κατά πόσο ο Ενάγοντας ορθά ή λανθασμένα ήγειρε αγωγή ζητώντας επιστροφή του όπλου ή εάν όφειλε να προχωρήσει με άλλη διαδικασία για να «εξαναγκάσει» τον εναγόμενο σε υπακοή στις Οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο και κατά συνέπεια στην επιστροφή του. Επίλυση του νομικού αυτού ζητήματος δεν επιλύει εξ ολοκλήρου την ουσία της αγωγής όπως αυτή καθορίζεται από τα δικόγραφα η οποία ουσιαστικά περιστρέφεται γύρω από το κατά πόσο ο Εναγόμενος κρατεί το όπλο νόμιμα ή παράνομα. Το μόνο που επιλύει είναι το κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται σε Διάταγμα επιστροφής του ή διαζευκτικά αποζημίωσης εκ €250 για την αξία του στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ή εάν όφειλε να προβεί σε άλλο δικαστικό διάβημα για αυτό το σκοπό. Με την αγωγή του όμως ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του όπλου συνεπεία παράνομης κράτησης του. Αξιώνει περαιτέρω γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του ως επίσης και αναγνωριστική απόφαση με την οποία να δηλώνεται και ή να αναγνωρίζεται ότι οι ο Εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση των συνταγματικών και άλλων δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Συνεπώς, παραπέμποντας και πάλι στην απόφαση Χ΄΄Οικονόμου (ανωτέρω) κρίνω ότι δεν είναι, στην υπό εξέταση περίπτωση, πρόσφορη ή κατάλληλη (convenient) η προδικαστική εξέταση του νομικού σημείου που ο Εναγόμενος εγείρει με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισής του αφού δεν πρόκειται για σημείο το οποίο αποφασίζει την όλη υπόθεση ή ουσιώδες θέμα της αγωγής. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ...................................... Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ιωάννης Νικόλα Χ'' Οικονόμου ν Ελληνικής Τραπέζης Λτδ (ανωτέρω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο