← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5519/2016, 11/11/2021

ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5519/2016, 11/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A571 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5519/2016 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Ενάγουσας και XXXXX Μ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ XXXXX ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 05.3.2021, για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 11.11.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Γεωργιάδου Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κα Παρλάτα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας, ημερομηνίας 05.03.2021, με την οποία ζητεί όπως της επιτραπεί να προβεί σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής της. Η αιτούμενη τροποποίηση αφορά ουσιαστικά τον ισχυρισμό περί ύπαρξης Υποθήκης και την εξ αυτής αξίωση διατάγματος εκποίησής της. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.48 θ.θ. 1-3 και 8 και στις γενικές και στη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Κωνσταντινίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι εκ παραδρομής ή καλόπιστου λάθους δεν περιλήφθηκε το έγγραφο Υποθήκης στην Έκθεσης Απαίτησης. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση στις 30.6.2021 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Με την ένστασή της η πλευρά των Εναγομένων ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι η αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα και ότι αυτή καταχωρείται με υπέρμετρη καθυστέρηση. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση/Εναγόμενων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1. Διαδικασία - Γεγονότα Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ

(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v. Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι καταχωρήθηκε κλήση για οδηγίες στις 16.11.2017 και στις 2.2.2018 το Δικαστήριο επιλήφθηκε της σχετική κλήσης και εκδόθηκαν σχετικές οδηγίες προς αποκάλυψη έγγραφων και προς παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών από τους Εναγόμενους. Ακολούθως δόθηκαν οι αναγκαίες οδηγίες ως προς την καταχώρηση καταλογών μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Τέλος, στις 05.03.2021 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Νομική πτυχή - Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Τονίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση καταχωρήθηκε στο στάδιο μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 θ.
  2. Εντούτοις για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και τις τρεις κρίσιμες διατάξεις της νέας Διαταγής
  3. Η Δ.25 θ.θ. 1, 2 και 3 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: 1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Από το λεκτικό των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Όσο προχωρά η διαδικασία, το εύρος της ευχέρειας τροποποίησης στενεύει. Έτσι, στο στάδιο πριν την επίδοση του κλητηρίου, ο ενάγων μπορεί, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όποτε επιθυμεί και όσες φορές επιθυμεί να προβεί σε τροποποίηση αυτού. Στο επόμενο στάδιο, μετά την ανταλλαγή δικογράφων, και πριν την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, επιτρέπεται για μια φορά (άπαξ) η τροποποίηση δικογράφου χωρίς και πάλι την άδεια του Δικαστηρίου. Μετά όμως την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της Δ.25 θ.3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι για σκοπούς της νέας Διαταγής 25 θ.3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί πλήρως η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, αφού το λεκτικό της νέας Δ.25 θ.3 διαφοροποιείται ουσιωδώς από το λεκτικό της προηγούμενης Διαταγής
  1. Έτσι η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών, η οποία έχει ως βάση τις αρχές που διαπλάθηκαν από τη νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Αντίθετα, κρίσιμο στην υπό συζήτηση υπόθεση είναι να διαπιστωθεί το κατά πόσο η παρούσα υπόθεση εμπίπτει σε μια εκ των δυο εξαιρέσεων που καθιερώνει η Δ.25 θ.3, ώστε να είναι εφικτή η τροποποίηση. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι το γεγονός που αποτελεί το θεμέλιο της αιτούμενης τροποποίησης ήταν το έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 30.1.1990 με το οποίο ο XXXXX Γεωργίου υποθήκευσε προς όφελος της Ενάγουσας συγκεκριμένο ακίνητο. Επειδή, το εν λόγω έγγραφο αφορούσε υποθήκευση προς όφελος της ίδιας της Αιτήτριας σε σχέση με κατ' ισχυρισμόν εξασφάλιση του κατ' ισχυρισμόν χρέους, είναι προφανές ότι αυτό ήταν και εις γνώση της Ενάγουσας. Επομένως, τα γεγονότα επί των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί η τροποποίηση ήταν γνωστά στην Ενάγουσα πριν την συμπλήρωση της δικογραφίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 30.1.1990 αποτελεί δεδομένο μη υπαρκτό κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας Συνεπώς, δεν εφαρμόζεται η δεύτερη εξαίρεση της Δ.25 θ.
  2. Άλλωστε, στην υπό κρίση υπόθεση η πλευρά της Ενάγουσας αυτό που ισχυρίζεται είναι ότι, λόγω καλόπιστου λάθους δεν συμπεριλήφθηκε το έγγραφο Υποθήκης στην Έκθεση Απαίτησης. Ένεκα του πιο πάνω λάθους δεν συμπεριλήφθηκε στην Έκθεσή Απαίτησης ισχυρισμός αναφορικά με ύπαρξη Υποθήκης και η συνακόλουθη αξίωση για εκποίηση του ενυπόθηκου. Επομένως, αναδύεται το ερώτημα του κατά πόσο η πιο πάνω παράλειψη μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω με την τροποποιημένη Δ.25 θ.3, η τροποποίηση δικογράφου είναι πλέον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Πλέον, για να είναι εφικτή η τροποποίηση, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η σκοπούμενη τροποποίηση στοχεύει στη διόρθωση «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας». Δηλαδή το υπό διόρθωση λάθος θα πρέπει να είναι καλόπιστο και να οφείλεται σε παραδρομή στη σύνταξη της δικογραφίας. Έτσι, η έννοια του λάθους, που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τροποποίησης, προσδιορίζεται από το λεκτικό της δικονομικής διάταξης, ως οφειλόμενο σε παραδρομή και σχετιζόμενο με τη σύνταξη της δικογραφίας. Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι, όταν το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, στις αποφάσεις Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2C.L.R. 429 και Γεωργίου v. Total Properties Ltd
(2011)1B
  1. Στην υπό εξέταση δικονομική Διάταξη το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές και συνδέει το καλόπιστο του λάθους σε λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Αν ο νομοθέτης ήθελε η Δ.25 θ.3 να επιτρέπει την οποιαδήποτε τροποποίηση και διόρθωση οποιουδήποτε λάθους σε οποιαδήποτε έκταση ή εξ οιασδήποτε αίτιας δεν θα περιόριζε το λεκτικό του Νόμου σε καλόπιστο λάθος που προκύπτει κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι λάθη που είναι δεκτικά διόρθωσης, υπό τη Δ.25 θ
  2. συνδέονται με λεκτικές ασάφειες ή τυπογραφικά ή λεκτικά ή αριθμητικά ατοπήματα ή λάθη που εμφιλοχώρησαν στο δικόγραφο εκ παραδρομής και όχι στην μεταγενέστερη προσθήκη ουσιωδών ισχυρισμών και αξιώσεων. Στην υπό κρίση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν περιλήφθηκε ολόκληρο το έγγραφο συμφωνίας, υπό την έννοια ότι δεν δικογραφήθηκε καθόλου ο σχετικός ισχυρισμός. Κατά την κρίση μου, η έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας δεν συμπεριλαμβάνει και την παράλειψη προβολής ισχυρισμών ή την παράλειψη επίκλησης συμφωνίας, η οποία ήταν ή έπρεπε να ήταν εις γνώση του διαδίκου που την επικαλείται και την συνακόλουθη παράλειψη προβολής αξιώσεων όπως η αξίωση για εκποίηση υποθήκης. Η προσθήκη τέτοιων τροποποιήσεων ήταν δυνατή σε προγενέστερο στάδιο και όχι μετά την συμπλήρωση της δικογραφίας. Αντίθετη προσέγγιση, κατά την κρίση μου, θα άφηνε γράμμα κενό τις πρόνοιες της Δ.25 θ.3 και θα επέφερε ρήγμα στο όλο σύστημα και διαδικασία που θεσπίζει η νέα Δ.
  3. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν εμπίπτει στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιτραπεί. Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στην πρώτη εξαίρεση της Δ.
  4. θ.
  5. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων , ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Υπ. ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.