ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ κ.α. ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Εναρκτήριας Κλήσης: 108/20, 10/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A577 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Εναρκτήριας Κλήσης: 108/20 Αναφορικά με την γραπτή Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου - Φεβρουάριου 2019 με τίτλο «ΟΔΗΓΙΑ της ΚΤΚ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 59
(4)ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 2007 ΕΩΣ 2018», η οποία δεν τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα και στη σελ. 113, υπό τον τίτλο «6. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΗΡΗΣΗΣ ΑΡΧΕΙΟΥ», Παράγραφος 253, με πλαγιότιτλοι «Ο Νόμος Άρθρα 68
(1)και 68
(2)», δίνονται οδηγίες προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα σχετικά με συγκεκριμένες Διαδικασίες Τήρησης Αρχείου σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 68
(1)και 68
(2)του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188(Ι)/2007). Μεταξύ: XXXXX ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ XXXXX ΣΙΑΤΗΣ BILLITON LTD SITINEITHA LTD EDRINOTIO LTD KEYGE INVESTMENTS LTD STALEY HOLDINGS LTD VANISHA INVESTMENTS LTD XROMATIOJO LTD Αιτητών Και ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ης η αίτηση -------------------------------------- Αίτηση, ημερομηνίας, 9.12.2020 για διαγραφή της εναρκτήριας κλήσης Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Καθ' ης η αίτηση - Αιτήτρια στη υπό κρίση αίτηση: Δρ Π. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Αιτητές - Καθ' ων η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση: Βίκτωρ Φ. Ακάμας ΔΕΠΕ ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση, ημερομηνίας 09.12.2020, που καταχωρήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, για διαγραφή της εναρκτήριας κλήσης. Ένεκα της σημασίας που ενέχουν τα αιτητικά της επίδικης εναρκτήριας κλήσης στην έκβαση της παρούσας κρίνω σκόπιμο να τα παραθέσω αυτούσια, ώστε να είναι σαφές το πλαίσιο της επίδικης διαφοράς. Τα αιτητικά της εναρκτήριας κλήσης της οποίας επιδιώκεται η διαγράφη έχουν ως ακολούθως: «1) Κατά πόσο οι οδηγίες που αναφέρονται στη σελ. 113, Παρ.253, υπό τον τίτλο «6. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΗΡΗΣΗΣ ΑΡΧΕΙΟΥ» και τον πλαγιότιτλο «Ο Νόμος Άρθρα 68
(1)και 68
(2)» της «ΟΔΗΓΙΑ της ΚΤΚ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 59
(4)ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ2007 ΕΩΣ 2018» αναφορικά με τις πρόνοιες του Άρθρου 68
(1)και 68
(2)του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188
(1)/2007), είναι συμβατές με τις πρόνοιες : α) Των Άρθρων 68
(1)και 68(1Α) του του Περί της Παρεμπόδισης Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188(Ι)/2007), ως τροποποιήθηκε από το Νόμο που Τροποποιεί τους Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμους του 2007 ΕΩΣ (ΑΡ. 2) ΤΟΥ 2018 (88
(1)2019) και β) Του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ V, Άρθρο 40
(1)της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 2019 Μαΐου 2015 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής. γ) Του Άρθρου ΙΑ του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας 2) Κατά πόσο οι οδηγίες που αναφέρονται στη σελ. 113, Παρ.253, υπό τον τίτλο «6. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΗΡΗΣΗΣ ΑΡΧΕΙΟΥ» και τον πλαγιότιτλο «Ο Νόμος Άρθρα 68
(1)και 68
(2)» της «ΟΔΗΓΙΑ της ΚΤΚ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 59
(4)ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 2007 ΕΩΣ 2018» αναφορικά με τις πρόνοιες του Άρθρου 68
(1)και 68
(2)του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188
(1)/2007), είναι ελλιπείς ή/και αντίκεινται ή/και είναι ασυμβίβαστες με τις πρόνοιες : α) Των Άρθρων 68
(1)και 68(1Α) του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188
(1)/2007), ως τροποποιήθηκε από το Νόμο που Τροποποιεί τους Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμους του 2007 ΕΩΣ (ΑΡ. 2) ΤΟΥ 2018 (88
(1)2019) και β) Του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ V, Άρθρο 40
(1)της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ns Μαΐου 2015 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής. γ) Του Άρθρου ΙΑ του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας 3) Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου (Declaratory Order or Judgment) ότι οι οδηγίες στη σελ.113, Παρ.253, υπό τον τίτλο «6. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΗΡΗΣΗΣ ΑΡΧΕΙΟΥ» και τον πλαγιότιτλο «Ο Νόμος Άρθρα 68
(1)και 68
(2)» της «ΟΔΗΓΙΑ της ΚΤΚ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 59
(4)ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 2007 ΕΩΣ 2018» αναφορικά με τις πρόνοιες τού Άρθρου 68
(1)και 68
(2)του του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188
(1)/2007), είναι ελλιπείς σε σχέση με τις πρόνοιες των Άρθρων 68
(1)και 68(1 Α) ίου του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188
(1)/2007), ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ V, Άρθρο 40
(1)της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20nς Μαΐου 2015 και του Άρθρου ΙΑ του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 4) Επιπρόσθετα και/ ή διαζευκτικά, δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου (Declaratory Order or Judgment) ότι οι κ.κ. α) XXXXX Φιλιππίδης, β) XXXXX Σιάτης, γ) Billiton Ltd - HE 181968, δ) Sitineitha Ltd - HE252901, ε) Edrinotio Ltd - HE222031, στ) Keyge Investments Ltd - HE241331, ζ) Staley Holdings Ltd - HE 179335, η) Vanisha Investments Ltd - HE208633 και Θ) Xromatiojo Ltd - HE232147 από τη Λευκωσία, έχουν νόμιμο δικαίωμα εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 68 του Ν. 188(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε και του Άρθρου 40 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ns Μάϊου 2015, να απαιτήσουν την άμεση διαγραφή όλων των δεδομένων τους από τις υπόχρεες οντότητες, παρά τις πρόνοιες της «ΟΔΗΓΙΑ της ΚΤΚ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 59
(4)ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 2007 ΕΩΣ 2018». 5) Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου (Declaratory Order or Judgment) ότι ασχέτως των οδηγιών που εξέδωσε η ΚTK με την «ΟΔΗΓΙΑ της ΚΤΚ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 59
(4)ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΝΟΜΩΝ ΤΟΥ 2007 ΕΩΣ 2018», σχετικά με τα Άρθρα 68
(1)και 68
(2)του Ν. 188
(1)/2007, έχουν υποχρέωση να διαγράψουν όλα τα δεδομένα των κ.κ. α) XXXXX Φιλιππίδη, β) XXXXX Σιάτη, γ) Billiton Ltd - HE 181968, δ) Sitineitha Ltd ΗΕ252901, ε) Edrinotio Ltd - HE222031, στ) Keyge Investments Ltd - HE241331, ζ) Staley Holdings Ltd - HE179335, Vanisha Investments Ltd HE208633 και Θ) Xromatiojo Ltd - HE232147 από τη Λευκωσία, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 68 του Ν.188(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε και του Άρθρου 40 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ns Μαΐου 2015.» Με αφετηρία τα πιο πάνω αιτητικά η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, Αιτήτρια στην παρούσα, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι πρέπει να διαγραφεί, καθότι είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Επίσης, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εναρκτήρια κλήση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η υπό κρίση αίτηση ερείδεται στους επί των Δ.2 Θ.6, Δ.9, Δ.13, Δ.16, Δ.19 ΘΘ.1, 4, 5, 20, 21, 22, 23, 26, Δ.20 ΘΘ.1, 2, Δ.27 Θ.3, Δ.35 Θ.18, Δ.39, Δ.48 ΘΘ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 (j), (ο), Δ.55, Δ.63 ΘΘ. 1, 2, Δ.64 ΘΘ. 1, 2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των Άρθρων 1 - 28, 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, επί του Άρθρου 3 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, επί των Άρθρων 9, 11, 17 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις Νόμου, Ν. 33/64, επί του Άρθρου 59
(4)του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (Ν.188(Ι)/2007)ως έχει τροποποιηθεί, καθώς και επί των προνοιών της Οδηγίας ΕΕ 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015 που έχει ενσωματωθεί στην κυπριακή νομοθεσία με τον τροποποιητικό Νόμο 13(Ι) του 2018 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 3 Απριλίου 2018, επί των Άρθρων 2Β, 26, 26Α, 30 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Νόμους 1997 εώς 2016, Ν. 66(Ι)/1997, επί του άρθρου 3 των περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμων του 1963 μέχρι 2001, στην Οδηγία / Κ.Δ.Π. (Πέμπτη Έκδοση) της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου εκδοθείσα τον Φεβρουάριο 2019 προς τα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 59
(4)των περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων του 2007 - 2018 και ειδικότερα στο άρθρο 253 αυτής, επί των Άρθρων 1 - 74 του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, Ν. 138 (Ι)/2002, των Άρθρων 30
(2), 118, 121 και 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το Ν. 118/1968, επί του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας (equity law) καθώς και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες, στη γενική πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Δημοσθένους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην παρούσα. Οι Αιτητές στην κυρίως αίτηση και - Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα, στις 22.4.2021, καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Επίσης ισχυρίστηκαν ότι οι θεραπείες που επιζητούνται με την εναρκτήρια κλήση εμπίπτουν στα πλαίσια της Δ.55, αφού η οδηγία του Φεβρουαρίου του 2019 αποτελεί γραπτή πράξη ή έγγραφο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Φιλιππίδη. Ο ομνύων, στην ένορκή του δήλωση επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 επιστολή προς την Marfin Popular Bank με την οποία ζητούσε το κλείσιμο των λογαριασμών των Καθ' ω η αίτηση 3-
- Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 επιστολή με την οποία ζητούσε τη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων των Καθ' ων η αίτηση από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σύμφωνα με τον ομνύοντα οι Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα καταχώρησαν σχετική ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρείας Λτδ και των διοικητικών της συμβούλων, αλλά και υπάλληλων της. Επισύναψε το σχετικό κατηγορητήριο ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω αναφέρθηκε στην αλληλογραφία του συνηγόρου των Κατηγορουμένων στην πιο πάνω ποινική υπόθεση με τον Γενικό Εισαγγελέα την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στο Τεκμήριο 4 συμπεριλαμβάνεται και επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ημερομηνίας 31.10.2019, προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην οποία καταγράφεται η θέση ότι η οδηγία για τήρηση των αρχείων παραμένει ισχυρή. Τέλος αναφέρθηκε σε επιστολή των δικηγόρων του με την Κεντρική Τράπεζα την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ήταν η θέση του ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν απάντησε στα ερωτήματα που τέθηκαν με τις επιστολές των δικηγόρων του. Διαδικασία - Γεγονότα Στην υπό κρίση υπόθεση ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και κατά την ακρόαση οι δυο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ 195. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι αιτητές στην κυρίως αίτηση υπέβαλαν διάφορα αιτήματα προς την Marfin Popular Bank και την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επιπλέον, καταχωρήθηκε ιδιωτική ποινική υπόθεση από τους αιτητές, στην κυρίως αίτηση εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και διαφόρων στελεχών της σε σχέση με τη μη διαγραφή των προσωπικών δεδομένων των αιτητών. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με επιστολή της, ημερομηνίας 31.10.2019, προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ επέμεινε στη θέση ότι η οδηγία για τήρηση των αρχείων παραμένει ισχυρή. Επιπρόσθετα, οι δικηγόροι των αιτητών, στην εναρκτήρια κλήση, απέστειλαν επιστολές προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με περιεχόμενο παρεμφερές με τα αιτητικά της εναρκτήριας κλήσης. Στις επιστολές τους οι δικηγόροι των αιτητών στην εναρκτήρια κλήση επικαλέστηκαν το άρθρο 29 του Συντάγματος. Οι εισηγήσεις των διαδίκων Την 17η.09.2021, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων προώθησαν ο καθένας τη θέση του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων και αναφορές θα γίνουν όπου κριθεί σκόπιμο κατωτέρω. Νομική πτυχή Η επίδικη εναρκτήρια αίτηση αίτηση έχει ως υπόβαθρο την Δ.55.θ.1, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested. » Η φύση και ο μηχανισμός της Δ.55 έχουν επεξηγηθεί με ενάργεια στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση Junport International Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση 115/2017 ημερομηνίας 15.9.2017, όπου ο έντιμος τέως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση InreBusfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση InreFawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Στην απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εμβέλεια της Δ.55 με αναφορά σε νομολογία, (Inre E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716 και Consortia Estates Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014), θεωρώντας ότι θα πρέπει για τη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου να υπάρχει ειδική πρόνοια. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η Δ.55 θ. 1 προνοεί πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η διαδικασία, ενώ η χρήση της καθίσταται επιβεβλημένη και όταν ρητώς μνημονεύεται σε νομοθετική διάταξη, όπως τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ.
- Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. .. Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω.» Η πλευρά της Κεντρικής Τράπεζας, Αιτήτριας στην παρούσα, εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση είναι ενοχλητική και δέον όπως διαγραφεί και ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, στην εναρκτήρια κλήση, και Καθ' ων στην παρούσα, επικαλέστηκε την απόφαση της αδελφού Δικαστή Ν. Ταλαρίδου στην αίτηση του Ε/Δ Λευκωσίας Παπαδάκης ν. Κ.Σ ΕΔΕΚ κ.α., Αριθ. Αίτησης: 39/20, ημερομηνίας 8.1.
- Στην εν λόγω απόφαση η αδελφή Δικαστής προβαίνει σε εμπεριστατωμένη ανάλυση των περιπτώσεων που η Δ.55 είναι το κατάλληλο δικονομικό όχημα για επίλυση κάποιας αντιδικίας και εξηγεί την έννοια του όρου «written instrument». Στην εν λόγω απόφαση γίνεται παραπομπή στην Αγγλική απόφαση Lewis v Green [1905] 2 Ch. 340 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς την αντίστοιχη Αγγλική Διαταγή: «It is only intended to enable the Court to decide questions of construction where the decision of those questions, whichever way it may go, will settle the litigation between the parties. It is not intended that questions of construction which, if they are decided in one way only will settle the dispute between the parties, should come up for decision on an originating summons. It would be most inconvenient to resort to the order in a case where it is quite uncertain what may be the ultimate decision on the point of construction, and where if the decision is in one way it involves further litigation.» Προκύπτει, συνεπώς, πως η καταφυγή στον μηχανισμό της Δ.55 είναι εφικτή όταν επιδιώκεται η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Όμως, όπου τα ζητήματα ερμηνείας που εγείρονται δεν μπορούν να καταλήξουν σε διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ των μερών ή όταν η απάντηση στα ζητήματα που τίθενται θα έχει ως αποτέλεσμα επιπλέον εμπλοκή σε δικαστικές διαδικασίες, ο μηχανισμός της Δ.55 δεν είναι το κατάλληλο δικονομικό διάβημα. Έχοντας υπόψη την εμβέλεια της Δ.55 προχωρώ να εξετάσω τα ενώπιόν μου εγειρόμενα ζητήματα. Εν πρώτοις, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, η Δ.27 θ.3 εφαρμόζεται κατ΄ αναλογία προς διαγραφή εναρκτήριας κλήσης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση των Junport International Ltd Κ.Α. κ.ά ECLI:CY:AD:2018:A145, Πολιτική Έφεση Αρ. 321/2017, ημερομηνίας 2.4.2018 Η Δ.27 θ.3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. » Προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου είναι διακριτική. Το εύρος της Δ.27 θ. 3 έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Όπως έχει νομολογηθεί η Δ.27 θ. 3 παρέχει στο Δικαστήριο τον μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ. 1338. Ταυτόχρονα σύμφωνα με τη νομολογία, εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 A.A.Δ. 1119 και στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1959 στη σελίδα
- Επισκόπηση της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για διαγραφή της αγωγής ασκείται με φειδώ, περιορίζεται σε απλές και έκδηλες περιπτώσεις και δικαιολογείται μόνο, όταν είναι εμφανές πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής και η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ακόμα και εάν επιτραπούν εύλογες τροποποιήσεις αυτής. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Cyproman Services Ltd v. Martin John Coward, Πολιτική Έφεση αρ. 140/2012, ημερομηνίας 4.4.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, παρατηρώ ότι με τα αιτητικά 1 και 2 καλείται να απαντήσει η Κεντρική Τράπεζα στο κατά πόσο συγκεκριμένες οδηγίες της είναι συμβατές ή αντίκεινται με τις πρόνοιες του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (188
(1)/2007, Ευρωπαϊκών Οδηγιών και κανονισμών και του Συντάγματος. Επίσης, με το αιτητικό 3, ζητείται η έκδοση αναγνωριστικών, όπως αναφέρονται, διαταγμάτων σε σχέση με το ότι πρόνοιες των οδηγιών στη σελ.113, Παρ.253, υπό τον τίτλο «
- ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΤΗΡΗΣΗΣ ΑΡΧΕΙΟΥ» είναι ελλείπεις. Περαιτέρω, με τα αιτητικά 4 και 5 ζητείται η έκδοση αναγνωριστικών, όπως αναφέρονται, διαταγμάτων με τα οποία να αναγνωρίζεται το δικαίωμα των Aιτητών να ζητήσουν διαγραφή των προσωπικών τους δεδομένων και πως υπάρχει υποχρέωση, χωρίς προσδιορισμό του υπόχρεου, να διαγράφουν τα προσωπικά τους δεδομένα. Αυτό που προκύπτει αβίαστα από τα ενώπιον μου δεδομένα είναι ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε απευθείας σχέση μεταξύ των αιτητών, στην εναρκτήρια κλήση, και της Κεντρικής Τράπεζας. Ιδίως δε ως προς τα πρώτα δύο αιτητικά, ως είναι συνταγμένα, καλούν την Κεντρική Τράπεζα να εμφανιστεί για τη διασαφήνιση διαφόρων ζητημάτων συμβατότητας των οδηγιών που εξέδωσε με ημεδαπό Νομό, Ευρωπαϊκή οδηγία και Κανονισμό καθώς και με το Σύνταγμα. Με το τρίτο αιτητικό ζητείται από την Κεντρική Τράπεζα να προσέλθει για να διασαφηνιστεί το κατά πόσο συγκεκριμένη οδηγία είναι ελλιπής. Από το λεκτικό, ως έχει, συνάγεται ότι η Κεντρική Τράπεζα με τα αιτητικά 1, 2 και 3 της Αίτησης καλείται να δώσει γνωμάτευση επί των θέσεων των αιτητών στην εναρκτήρια κλήση. Τέτοια διαδικασία δεν είναι θεσμοθετημένη και η Κεντρική Τράπεζα δεν έχει αρμοδιότητα να γνωματεύει επί της συμβατότητας οδηγιών που εκδίδει είτε η ίδια είτε άλλο σώμα ή όργανο με οποιοδήποτε νόμο, Κ.Δ.Π ή άλλως πως. Εν πάση περιπτώσει, όπως και να διαβαστούν τα δύο πρώτα αιτητικά ζητείται απόφαση επί της συμβατότητας ή νομιμότητας ή επάρκειας συγκεκριμένων οδηγιών, χωρίς όμως να συναρτάται το πιο πάνω με συγκεκριμένη διαφορά ή νομική σχέση μεταξύ των αιτητών στην εναρκτήρια κλήση και της Κεντρικής Τράπεζας. Επομένως, η εμπλοκή της Κεντρικής Τράπεζας σε μια διαδικασία περί της εν γένει συμβατότητας συγκεκριμένων οδηγιών χωρίς η ίδια να σχετίζεται με τους αιτητές με οποιαδήποτε νομική σχέση προκαλεί ενόχληση σε αυτή και καθιστά τη διαδικασία ενοχλητική. Συνακόλουθα, κρίνω ότι σε σχέση με τα δυο πρώτα αιτητικά η αίτηση είναι ενοχλητική. Περαιτέρω, σε σχέση με τα αιτητικά 3, 4 και 5 ζητείται η έκδοση διαφορών διαταγμάτων, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αναγνωριστικά από τους αιτητές στην εναρκτήρια κλήση. Με τα αιτητικά 4 και 5 εγείρονται ζητήματα αναφορικά με τα δικαιώματα των Αιτητών στην εναρκτήρια κλήση και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των υπό την επίδικη οδηγία υπόχρεων οντοτήτων. Σημειωτέον σε κανένα σημείο διαφαίνεται να συνδέεται η Κεντρική Τράπεζα. Αποτελεί δε κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα υπόθεση, διαφοροποιείται από την απόφαση στην αίτηση του Ε/Δ Λευκωσίας Παπαδάκης ν. Κ.Σ ΕΔΕΚ κ.α., Αριθ. Αίτησης: 39/20, ημερομηνίας 8.1.
- Στην εν λόγω αίτηση ζητήθηκε ερμηνεία εγγράφου που αφορούσε τις υποχρεώσεις του εκεί αιτούντος με τον αντίδικο του. Αντίθετα στην υπό κρίση υπόθεση ουδεμία απευθείας διαφορά ή σχέση υφίσταται μεταξύ των αιτητών στην εναρκτήρια κλήση και της Κεντρικής τράπεζας της Κύπρου. Όπως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση του του XXXXX Φιλιππίδη οι αιτητές, στην εναρκτήρια κλήση, υπέβαλαν αιτήματα προς την Marfin Popular Bank και την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επίσης καταχώρησαν και ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρεία Λτδ και υπαλλήλων ή αξιωματούχων αυτής. Το γεγονός και μόνο ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου απέστειλε την επιστολή, ημερομηνίας 31.10.2019, προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με την οποία κατάγραφε τη θέση ότι η οδηγία για τήρηση των αρχείων παραμένει ισχυρή, δεν δημιουργεί διαφορά μεταξύ αυτής και των αιτητών στην εναρκτήρια κλήση. Επιπλέον, το γεγονός ότι απάντηση στα ζητήματα που εγείρει η επίδικη εναρκτήρια κλήση έχει ζητηθεί μέσω επιστολής των δικηγόρων των αιτητών και ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν έχει απαντήσει, δεν θεμελιώνει δικαίωμα στους αιτητές να προσφύγουν προς λήψη απάντησης με εναρκτήρια κλήση, αφού η άρνηση απάντησης δεν θεμελιώνει οποιαδήποτε νομική σχέση ή δικαίωμα που ανάγεται στο αστικό δίκαιο. Εάν όντως υπήρξε άρνηση απάντησης από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, αυτό που θεμελιώνει είναι δικαίωμα προσφυγής δυνάμει του άρθρου του άρθρου 146 του Συντάγματος, ως προνοεί το άρθρο 29 του Συντάγματος, που επικαλέστηκαν και οι αιτητές στην αλληλογραφία Τεκμήριο
- Όμως, το πιο πάνω ζήτημα συνιστά ζήτημα διοικητικού δικαίου και όχι αστικού. Εφόσον, λοιπόν, δεν υφίσταται οποιαδήποτε απευθείας διαφορά μεταξύ των μερών στην εναρκτήρια κλήση, έπεται ότι και η απάντηση στα ζητήματα που τίθενται, εκ των πραγμάτων, δεν θα καταλήξει σε διευθέτηση της διαφοράς των μερών. Άλλωστε δεν είναι νοητή η διευθέτηση ανύπαρκτης διαφοράς. Κατά τη κρίση του Δικαστηρίου αποτελεί διάβημα ενοχλητικό να καλείται κάποιος διάδικος να λάβει μέρος σε μια διαδικασία αναφορικά με την αναγνώριση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δεν αφορούν τον ίδιο και δεν σχετίζονται με οποιοδήποτε σχέση ή διαφορά του ιδίου με τον αντίδικο του. Υπό το φως των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι συνολικά με την επίδικη εναρκτήρια κλήση, δεν επιδιώκεται η επίλυση κάποιου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων στην εναρκτήρια κλήση. Επιπλέον, τυχόν απάντηση στα ζητήματα που τίθενται θα έχει ως αποτέλεσμα την εμπλοκή σε περαιτέρω δικαστικές διαδικασίες. Τα πιο πάνω θέτουν την υπό κρίση εκτός της εμβέλειας της Δ.55 και ως εκ τούτου την καθιστούν αβάσιμη και ενοχλητική. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η υπό εξέταση εναρκτήρια κλήση στην ολότητά της είναι επιπόλαια, αβάσιμη και ενοχλητική προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ως εκ τούτου πρέπει να διαγραφεί. Κατάχρηση της διαδικασίας Επιπρόσθετα, ως προς την ερμηνεία της Δ.27 θ.3, επειδή αυτή είναι πανομοιότυπη με την παλαιά Αγγλική Διαταγή Ο 25 r. 4, μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση και από τις σχετικές Αγγλικές Αυθεντίες επί του θέματος. Έτσι, τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1959 στη σελίδα 577, υπό τον τίτλο Inherent Jurisdiction, μπορούν να είναι διαφωτιστικά ως προς τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό εξέταση Διαταγής: «Apart from all Rules and Orders the Court has an inherent Jurisdiction to stay all proceedings before it which are obviously frivolous and vexatious or an abuse of process. In such cases........ and removes from its files any matter improperly placed theron.» Σύμφωνα δε με την καλά αποκρυσταλλωμένη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια δικαιοδοσία όπως και τα Αγγλικά Δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 και Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR
- Επιπρόσθετα, έχει αναγνωριστεί νομολογιακά ότι το Δικαστήριο διατηρεί σύμφυτη εξουσία επέμβασης, όταν η άσκηση μιας αγωγής ή ενός ενδίκου μέσου εκτρέπει την πορεία απονομής της δικαιοσύνης και καταχράται τις παρεχόμενες από το νόμο θεραπείες και διαδικασίες. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νάσας Παταπίου Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Πολ. Εφ. 226/12 ημερομηνίας 22.11.
- Συνεπώς, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο διατηρεί και σύμφυτη εξουσία να διαγράψει κάποιο διαδικαστικό διάβημα, όταν αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Makushin Victor
(2013)1 ΑΑΔ 2144, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας η επιδίωξη σκοπού που παραμένει άνευ αντικειμένου και η εμμονή σ' αυτόν αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Επιπλέον, υποδείχθηκε με παραπομπή στην σχετική πάγια νομολογία ότι, τα Δικαστήρια: «δεν ενεργούν επί ματαίω, ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα, ούτε και προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες είτε έχουν εκλείψει, είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών, η επίλυση τους δεν θα κατέληγε σε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα.» Στην υπό κρίση υπόθεση έχει διαπιστωθεί, ανωτέρω, ότι δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε σύνδεση ή σχέση των αιτητών, στην εναρκτήρια κλήση, με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Επιπλέον διεφάνη ότι επιζητείται δικαστική κρίση επί θεωρητικών ζητημάτων και όχι επί ζητημάτων που σχετίζονται με οποιαδήποτε σχέση ή διαφορά μεταξύ των αιτητών στην εναρκτήρια κλήση και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Επομένως, η εκδίκαση της υπό συζήτηση εναρκτήριας κλήσης δεν θα επιλύσει οποιοδήποτε πρακτικό ζήτημα μεταξύ των διαδίκων και αφορά ζητήματα θεωρητικά, αφού η επίλυσή τους δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε σχέση ή διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Επομένως, η προώθηση της επίδικης εναρκτήριας κλήσης και η επιμονή σε αυτή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με την κατάληξή μου στα ανωτέρω, κρίνω ότι παρέλκει η ενασχόληση με οποιαδήποτε άλλο ζήτημα έχει εγερθεί. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας στην παρούσα, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /MX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο