← Κύπρος

Φειδία κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αριθμός Αγωγής: 3151/2015, 8/11/2021

Φειδία κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αριθμός Αγωγής: 3151/2015, 8/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A575 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 3151/2015 Μεταξύ:

  1. XXXXX Φειδία
  2. XXXXX XXXXX Λοΐζου Εναγόντων και
  3. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  4. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
  5. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
  6. Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων Ημερομηνία: 8.11.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ε. Μιχαήλ, για Μαρίνα Νικολάου Για Εναγόμενη 1: κα Π. Λεάνδρου, για Άντης Πολυδώρου ΔΕΠΕ Για Εναγομένη 3: κα Μ. Φράγκου, για Αλέκος Ευαγγέλου & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 4: κ. Π. Σελίπας, για Γενικό Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ (Μόνο ως προς τα έξοδα) Η υπό κρίση αγωγή ήταν ορισμένη στις 04.10.2021, για ακρόαση. Κατά την εν λόγω ημερομηνία η συνήγορος των Εναγομένων ζήτησε άδεια όπως αποσύρει την αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1, 3 και
  7. Σημειωτέον ότι η αγωγή αποσύρθηκε μέσω επιστολής εναντίον της Εναγομένης 2 στις 3.6.2021 χωρίς έξοδα. Στις 4.10.2021 οι συνήγοροι των Εναγομένων 1,3 και 4 δεν έφεραν ένσταση στην απόσυρση της αγωγής αλλά ζήτησαν όπως επιδικαστούν τα έξοδα υπέρ των Εναγομένων. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίφθηκε και παρέμεινε το ζήτημα των εξόδων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αγόρευσαν σχετικά, προωθώντας ο κάθε ένας τις θέσεις του. Η συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση είναι ιδιόρρυθμη, αφού δεν υπήρξε κατάληξη στην διαδικασία και ως εκ τούτου η πιο δίκαιη διαταγή είναι να επωμιστεί ο κάθε διάδικος τα έξοδά του. Στον αντίποδα, οι συνήγοροι των Εναγομένων 1,3 και 4 εισηγήθηκαν ότι στην περίπτωση απόσυρσης της αγωγής, όπως και στην περίπτωση διακοπής της, κατά κανόνα, ο εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα πηγάζει από τον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60)άρθρο 43 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.59, Θ.
  8. Το άρθρο 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τίνα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» Περαιτέρω η Δ.59 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  9. Subject to the provision of any law or rules, the costs of and incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge, who may authorize an executor, administrator or trustee who has not unreasonable instituted, or carried on, or resisted any proceeding, to have his costs paid out of a particular estate or fund». Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για επιδίκαση εξόδων είναι διακριτική. Ασφαλώς η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά με βάση καθιερωμένες αρχές και όχι αυθαίρετα. Ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ιδιαίτερα διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1959 σελ. 1822, ως ακολούθως: «Discretion to be exercised Judicially: Wide though the discretion is, it is a judicial discretion, and must be exercised on fixed principles, that according to rules of reason and justice not according to private opinion.» Η Κυπριακή νομολογία επίσης αναγνωρίζει ότι η σχετική εξουσία είναι διακριτική και ότι αυτή ασκείται δικαστικά. Στην υπόθεση Γιαννάκης Φιλίππου v. Έλενας Φιλίππου

(1990)1 Α.Α.Δ. 890 κρίθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «. παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με έξοδα. Είναι καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική όμως αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκηση της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.» Περαιτέρω, το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η συμπεριφορά των διαδίκων κατά την διαδικασία δεν είναι στοιχείο άσχετο με την υπόθεση ώστε σε περίπτωση που λαμβάνεται υπόψη στην επιδίκαση εξόδων να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με κακή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστή( βλέπε σχετικά Bailiw Baxter Ltd v. Sabath, Papakokkinou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R 65, Saab and Another v. The Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1. C.L.R. 499)». Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο. Όπως τονίστηκε στη Georghios Ε. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides (1959 - 60) 24 C.L.R. 220, η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δε συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. » Σχετική επίσης είναι και η απόφαση Μαρία Μαυρονικόλα ν. Άντης Ξάνθου, ECLI:CY:DOD:2016:4, Πολ. Έφεση αρ. 9/2014, ημερομηνίας 7.6.2016. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι, σύμφωνα με την Κυπριακή νομολογία, καθοριστικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το αποτέλεσμα της δίκης, το οποίο καθορίζει το ποίος είναι ο επιτυχών διάδικος, ο οποίος κατά κανόνα δικαιούται τα έξοδα. Επιπλέον, σημαντικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η δικονομική διαγωγή των διαδίκων και η τυχόν υπαιτιότητά τους στην δημιουργία των εξόδων. Προς επίρρωση της θέσης ότι σε περίπτωση απόσυρσης της αγωγής ο εναγόμενος δικαιούται κατά κανόνα στα έξοδα, οι συνήγοροι των Εναγομένων 1,3 και 4 παρέπεμψαν στην απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση Εταιρείας PE Lithos Stone It (Natural Stones & Marbles) Ltd ν. Δημήτρη Δημητρίου
(2011)1 ΑΑΔ 1985. Στην πιο πάνω απόφαση το Εφετείο υπέδειξε ότι σε περιπτώσεις διακοπής της αγωγής κατά κανόνα ο εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι η πιο πάνω απόφαση δεν καταργεί την διακριτική ευχέρεια αλλά με δεδομένη αυτή παρέχει καθοδήγηση ως προς τον τρόπο άσκησής της σε περιπτώσεις διακοπής αγωγής υπό τη Δ.15 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει λάβει χωρά διακοπή της αγωγής, αλλά αυτή αποσύρθηκε. Επομένως, αναδύεται το ερώτημα του κατά πόσο η έννοια της διακοπής είναι ουσιωδώς διαφορετική από την έννοια της απόσυρσης της αγωγής. Επί του προκειμένου, θεμελιακές είναι οι αποφάσεις Πατσαλίδης v. Δίσπυρου
(2006)1 ΑΑΔ 17 και Μιχάλη Θεοδώρου v. Ανδρέα Γεωργίου Μάντη
(2010)1 Α.Α.Δ. 1036. Συγκεκριμένα στην απόφαση Μάντη (ανωτέρω) το Εφετείο υπέδειξε τα ακόλουθα σχετικά : «Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πατσαλίδη ν. Δίσπυρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 17, στην οποία, αφού τονίστηκε ότι ο μόνος τρόπος να επανέλθει διάδικος και να θέσει προς εκδίκαση τα ίδια επίδικα θέματα μετά από την απόσυρση της αγωγής του, προσφέρεται με την τήρηση της διαδικασίας που προνοείται για διακοπή (discontinuance) στη Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, ένα πρακτικό Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή ή αίτηση αποσύρεται και απορρίπτεται, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως να είχε υποβληθεί ρητή αίτηση για διακοπή της διαδικασίας με βάση τις πρόνοιες της Δ.15.2 και ότι παρασχέθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την απόσυρση ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια». Προκύπτει, συνεπώς, ότι η διακοπή της αγωγής συνιστά δικονομικό διάβημα, το οποίο επιφέρει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες ουσιωδώς διαφορετικές από τις συνέπειες που επιφέρει η απόσυρση αγωγής ακόμα και όταν συνοδεύεται με τη δήλωση ότι γίνεται άνευ βλάβης. Ενόψει ακριβώς αυτών των διαφορετικών συνέπειων, απόσυρση της αγωγής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διακοπή. Εφόσον, λοιπόν, η απόσυρση αγωγής δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διακοπή ο κανόνας που επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των Εναγομένων δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Επίσης, δεν μπορώ να δεχθώ ότι οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 θα αναδύονταν αναπόφευκτα ως επιτυχόντες διάδικοι, ώστε να δικαιολογείτο η επιδίκαση των εξόδων προς όφελος τους. Η κατάληξη στο πιο πάνω προϋποθέτει δικαστική κρίση, αφού είναι η σχετική δικαστική κρίση που υποστυλώνει και δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου καθιστώντας την πλέον αποτέλεσμα εφαρμογής κανόνων δικαιοσύνης και λογικής (according to rules of reason and justice). Ο προσδιορισμός δηλαδή του επιτυχόντος διαδίκου επέρχεται μόνο μετά από τη δικαστική κρίση και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πρόβλεψης ή πρόγνωσης. Κατά την κρίση μου, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την απόφαση της πλειοψηφίας στην απόφαση Μάριου Δημητράκη ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Πολ. Έφ. 341/2010, ημερομηνίας 15.10.2015, αφού στην εν λόγω υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Αντίθετα, στην υπό κρίση υπόθεση ουδεμία μαρτυρία τέθηκε σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, η οποιαδήποτε πρόγνωση περί του ποιος θα ήταν ο επιτυχών διάδικος, χωρίς σχετικό υπόβαθρο γεγονότων, και η εξ αυτής επιδίκαση εξόδων καθιστά την απόφαση αναφορικά με τα έξοδα αυθαίρετη και διακινδυνευμένη. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση της έντιμης δικαστού του Ανώτατου Δικαστηρίου Λ. Δημητριάδου (Α.Ε.Δ. ως ήταν τότε) στην υπόθεση Peter Cyril Day κ.ά. ν. Christiana Alexandrou Associates Ltd, αγωγή 2306/2014, του Ε/Δ Λάρνακος, απόφαση ημερομηνίας 24.11.2009. Στην πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκαν οι αρχές που έθεσε η Αγγλική απόφαση στην υπόθεση J.T. Stratford & Son Ltd v. Lindley and Others (No.2)
(1969)3 All E.R. 1122, ως καθοδηγητικές για τον τρόπο που το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, όταν μια υπόθεση δεν έχει προχωρήσει σε εκδίκαση και έχει αποσυρθεί. Συγκεκριμένα στην απόφαση J.T. Stratford & Son Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The plain fact is that, when the House of Lords made the order for "costs in the cause", they anticipated that the case would go to trial for adjudication on the merits. It was a case that was finely balanced. A slight turn in the evidence might make all the difference. So the House thought it right to make the costs of the interlocutory proceedings depend on who won or lost in the main action. But a situation has arisen which they never envisaged. Counsel for the plaintiffs has urged us to award the plaintiffs the costs because they would very probably have won if the action had been tried on its merits. I decline to go into that question. We cannot try the action at this stage. I put aside the respective merits of the dispute. I ask simply: what is to be done in a situation which the House of Lords did not envisage? I think that we should not dismiss the action under RSC, Ord 25 r 1
(5), for want of prosecution. I think that the court should give the plaintiffs leave under RSC, Ord 21 r 3
(1), to discontinue. That rule gives the court a wide discretion as to costs. It covers the costs which have been ordered to be "costs in the cause". In the new situation, we should deal with the costs as if they have been "costs reserved". Finding that neither side wishes to go on with this action, I think that the master and the judge exercised their discretion wisely in giving leave to discontinue on the footing that each side is to bear its own costs, including costs in the cause. The order should be that the action be discontinued, each side paying its own costs, including the costs in the cause. I would dismiss the appeals.» (η υπογράμμιση δική μου). Επίσης ο Lord Denning ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 1123 της εν λόγω υπόθεσης: « The action has never come for trial. No costs have ever been awarded in the action. Nobody has lost. Nobody has won. » Στη βάση των πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι δεν είναι επιτρεπτό το Δικαστήριο να προβαίνει από μόνο του, χωρίς υπόβαθρο γεγονότων, σε πρόγνωση ή πρόβλεψη του ποιος θα αναδύετο ως επιτυχών διάδικος στο τέλος. Καθοριστικό είναι το γεγονός ότι, στο παρόν στάδιο, οι Ενάγοντες εξεδήλωσαν διά του αιτήματος απόσυρσης της αγωγής την επιθυμία τους να μην δικάστει η υπόθεση και ότι οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 μη προβάλλοντας ένσταση στην απόσυρση αποδέχθηκαν ότι η αγωγή δεν θα προχωρήσει να εκδικαστεί. Συνακόλουθα προκύπτει ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιτρέπει οποιαδήποτε πρόγνωση σχετικά με το ποιος θα αναδύετο ως επιτυχών διάδικος στο τέλος. Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι η πιο δίκαιη διαταγή υπό τις περιστάσεις είναι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.