← Κύπρος

Public Joint-Stock Company Commercial Bank «PrivatBank» ν. PricewaterhouseCoopers Ltd κ.α., Aγωγή Αρ.: 886/2018, 26/11/2021

Public Joint-Stock Company Commercial Bank «PrivatBank» ν. PricewaterhouseCoopers Ltd κ.α., Aγωγή Αρ.: 886/2018, 26/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A590 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ.: 886/2018 Μεταξύ: Public Joint-Stock Company Commercial Bank «PrivatBank», εκ Ukraine Εναγόντων -και- 1. PricewaterhouseCoopers Ltd, εκ Λευκωσία 2. Limited liability company Audit firm "PricewaterhouseCoopers (Audit)", εκ Ukraine Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση Εναγόντων ημερ. 4.6.2020 για επιθεώρηση εγγράφων Ημερομηνία: 26/11/2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης με κ. Θ. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ και κ. Μ. Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co LLC. Για Εναγόμενους 1: Καμία εμφάνιση. Για Εναγόμενους 2 - Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ν. Γεωργιάδης με κ. Γ. Χαραλάμπους και κ. Σ. Κάσινο για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι 2 (στο εξής οι Καθ΄ ων η αίτηση) με Αίτηση τους ημερομηνίας 12.7.19 αιτήθηκαν τον παραμερισμό του Διατάγματος ημερομηνίας 10.5.18 με το οποίο δόθηκε η άδεια στους Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) για επίδοση της παρούσας αγωγής στους Καθ΄ ων η αίτηση εκτός δικαιοδοσίας. Η εν λόγω Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX XXXXX Gordon Latimir, ο οποίος αναφέρεται σε έγγραφα στα οποία αυτός βασίστηκε για να προσφέρει τη μαρτυρία του και ειδικότερα σε Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας (Audit Work Papers). Στις 11.12.19 οι Αιτητές επέδωσαν στους δικηγόρους των Καθ΄ ων η αίτηση Ειδοποίηση Επιθεώρησης των εν λόγω εγγράφων. Οι Καθ΄ ων η αίτηση μέχρι σήμερα δεν έχουν συμμορφωθεί και με Αίτηση τους ημερομηνίας 19.12.19 επιδιώκουν τον παραμερισμό της εν λόγω Ειδοποίησης Επιθεώρησης και διαζευκτικά την αναστολή της, στην οποία οι Αιτητές καταχώρισαν Ένσταση στις 4.6.20. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης στις 4.6.20 με την οποία οι Αιτητές αιτούνται την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Καθ΄ ων η αίτηση να προσφέρουν στους Αιτητές προς επιθεώρηση, με την αποκάλυψη αντιγράφων στους δικηγόρους των Αιτητών, εντός 20 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος, τα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 5, 8, 76 και 88 της ένορκης δήλωσης του XXXXX XXXXX Gordon Latimir ημερομηνίας 12.7.19, η οποία υποστηρίζει την Αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 12.7.19 και συγκεκριμένα: «(
  2. i)Τα ".έγγραφα της PwC Ουκρανίας για την εργασία που διεκπεραιώθηκε σε σχέση με τους λογιστικούς ελέγχους των Εναγόντων για τα έτη 2013, 2014, 2015" τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης Latimir. (
  3. ii)Τα "...πρωτότυπα αρχεία των εγγράφων ελεγκτικής εργασίας τα οποία τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή" της Εναγόμενης 2, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης Latimir. (iii) Τα "...ξεχωριστά έγγραφα εργασίας τα οποία τηρούνται σε ξεχωριστά αρχεία ..." και αναφέρονται στην παράγραφο 76 της ένορκης δήλωσης Latimir και τα οποία, σύμφωνα με τον κο Latimir, υποστηρίζουν ανεξάρτητα την ελεγκτική εργασία των αντίστοιχων γνωμοδοτήσεων που εκδόθηκαν. (
  4. iv)To "...αρχείο ελέγχου που τεκμηριώνει τους Ελέγχους του Ομίλου (Group Audits)" της ομάδας ελέγχου (engagement team) της Εναγόμενης 2, το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 76 της ένορκης δήλωσης Latimir. (ν) Τα "...έγγραφα ελεγκτικής εργασίας ..." της Εναγόμενης 2, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 88 της ένορκης δήλωσης Latimir. (συλλογικά, τα «Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας (Audit Work Papers)») Περαιτέρω, οι Αιτητές αιτούνται την έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει τους Καθ΄ ων η αίτηση να παράσχουν τα Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας σε ένα κρυπτογραφημένο υπολογιστή που χρησιμοποιεί τη διεπαφή/το λογισμικό (interface/software) των Καθ΄ ων η αίτηση. Η Αίτηση - η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.28 Θ.1-15 και Δ.48 θ. 1-9, ως και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Χαραλάμπους, ημερομηνίας 4.6.20 - προσέκρουσε σε Ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Βαρνάβα, ημερομηνίας 25.9.20. Ο XXXXX Χαραλάμπους είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, που ενεργεί ως ένας εκ των δικηγόρων των Αιτητών. Αναφέρθηκε στις παραγράφους 5, 8, 76 και 88 της ένορκης δήλωσης Latimir και επεσήμανε ότι όπως ο XXXXX XXXXX Ashley, εμπειρογνώμονας λογιστικού ελέγχου τον συμβουλεύει, τα Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας μπορούν να παρασχεθούν από τους Καθ΄ ων η αίτηση σε προσβάσιμη μορφή έτοιμη για επιθεώρηση και η παροχή τέτοιας πρόσβασης στα Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας δεν θα ήταν δυσανάλογη ή επαχθής, αφού τα εν λόγω έγγραφα θα παρέχονταν σε κρυπτογραφημένο ηλεκτρονικό υπολογιστή που επιτρέπει την επιθεώρηση στοιχείων επί της κατάλληλης διεπαφούς πλατφόρμας επιθεώρησης (interface and review platform). Επεσημαίνει ότι όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραγράφους της ένορκης δήλωσης Latimir, οι Καθ΄ ων η αίτηση επέλεξαν να αναφερθούν θετικά και να βασιστούν σ΄ αυτά τα έγγραφα και συνεπώς οι Αιτητές έχουν το δικαίωμα να τα επιθεωρήσουν, ως συνυφασμένα με την Αίτηση παραμερισμού της επίδοσης ημερομηνίας 12.7.19. Αναφέρθηκε και επεξήγησε τί πρέπει να περιλαμβάνουν τα Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας, ως ζήτημα γενικής πρακτικής, σύμφωνα με συμβουλή του Ashley (παρ. 11, ένορκης δήλωσης του). Ισχυρίστηκε ότι στην Αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης Επιθεώρησης ημερομηνίας 19.12.19, οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν επικαλεσθεί κανένα προνόμιο και εν πάση περιπτώσει κανένα προνόμιο εμπιστευτικότητας δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε τέτοια Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας. Ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι σχετικά και το παρόν αίτημα δεν είναι δυσανάλογο, αφού ο ίδιος ο Latimir, προκειμένου να προβεί στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 12.7.19 χρειάστηκε να μελετήσει τα Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας των Καθ΄ ων η αίτηση, σε σχέση με τον έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών των Αιτητών για τα έτη 2013-2015. Οι θέσεις που προωθεί βασίζονται μεταξύ άλλων, στα Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας. Περαιτέρω, οι Καθ΄ ων η αίτηση προωθούν τη θέση ότι οι έλεγχος επί του Υποκαταστήματος Κύπρου (Εναγόμενους 1), από τους Καθ΄ ων η αίτηση προς υποστήριξη του ελέγχου του Ομίλου, έγινε χωριστά και ανεξάρτητα και η θέση αυτή του Latimir υποστηρίζεται από Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας του Ομίλου. Συνεπώς θα πρέπει να δοθεί πρόσβαση στους Αιτητές σε αυτά τα έγγραφα, τα οποία θα αποκαλύψουν την έκταση του ελέγχου, τις επικοινωνίες και συνεργασία των Καθ΄ ων η αίτηση με τους Εναγόμενους 1 και κατά πόσο και σε ποια έκταση τα εν λόγω έγγραφα των Καθ΄ ων η αίτηση σχετίζονται και/ή καλύπτουν θέματα λογιστικού ελέγχου του Κυπριακού Υποκαταστήματος, ενόψει του γεγονότος ότι όλα αυτά τα θέματα είναι σχετικά με το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει σύμπτωση ή επικάλυψη του περιεχομένου των δύο αρχείων. Ενόψει του ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση στηρίζουν την Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 12.7.19 στην ύπαρξη ξεχωριστού αρχείου (ότι δηλαδή δεν υπήρξε επικάλυψη μεταξύ των εργασιών των Εναγομένων 1 και Καθ΄ ων η αίτηση), η επιθεώρηση του αρχείου των Καθ΄ ων η αίτηση είναι απόλυτα σχετική και αναγκαία. Ο XXXXX Βαρνάβας είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση. Επεσήμανε ότι η Ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα Αίτηση δεν θεωρείται αποδοχή της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου την οποία οι Καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητούν έντονα. Περαιτέρω, τονίζει ότι τα έγγραφα και πληροφορίες που επιδιώκεται η επιθεώρηση τους, δεν είναι αναγκαία ούτε σχετικά για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος διότι: 1. Οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν αναφέρθηκαν ούτε και βασίστηκαν σε έγγραφα που περιέχονται στα Ελεγκτικά Έγγραφα Εργασίας (Audit Work Papers), εκτός σε συγκεκριμένα έγγραφα που έχουν προσδιοριστεί ρητά και παρουσιαστεί δεόντως ως Τεκμήρια. 2. Η αιτούμενη επιθεώρηση αφορά τα Ελεγκτικά Έγγραφα Εργασίας τα οποία κατά παραδοχή των Αιτητών, είναι άσχετα με το ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. 3. Η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο έναντι των Καθ΄ ων η αίτηση, αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Οι Καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και κατά παραδοχή των Αιτητών, το ζήτημα αυτό (της δικαιοδοσίας) μπορεί να αποφασιστεί χωρίς την αιτούμενη επιθεώρηση. Συνεπώς η έγκριση του αιτούμενου Διατάγματος θα συνιστά πράξη καθ΄ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Θα ήταν επίσης πρόωρο να εγκριθεί από το Δικαστήριο η αιτούμενη επιθεώρηση, αφού ακόμα δεν έχει αποφασιστεί κατά πόσο έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει τις αξιώσεις των Αιτητών. 4. Το αιτούμενο Διάταγμα θα μπορούσε δυνητικά, να επεμβαίνει στη δικαιοδοσία και εξουσία των Ουκρανικών Δικαστηρίων, τα οποία, όπως ισχυρίζονται οι Καθ΄ ων η αίτηση, διατηρούν αποκλειστική δικαιοδοσία. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα επηρέαζε δυσμενώς και τελεσίδικα τα δικαιώματα των Καθ΄ ων η αίτηση. 5. Η αιτούμενη επιθεώρηση δεν είναι αναγκαία για την επίλυση των ζητημάτων που είναι επίδικα στην Δικαιοδοτική Αίτηση ημερομηνίας 12.7.19, τα οποία μπορούν να ακουστούν και αποφασιστούν χωρίς την αιτούμενη επιθεώρηση. 6. Τα Ελεγκτικά Έγγραφα Εργασίας περιλαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα που υπόκεινται σε περιορισμένη πρόσβαση, σύμφωνα με το Ουκρανικό Δίκαιο (νομική γνωμάτευση - Τεκμήριο 1). Οποιαδήποτε μελέτη από τους Καθ΄ ων η αίτηση των εγγράφων που περιλαμβάνονται στα Ελεγκτικά Έγραφα Εργασίας για να εξακριβωθεί ποιά από αυτά περιλαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα, θα ήταν εξαιρετικά χρονοβόρα, δαπανηρή και εντελώς δυσανάλογη σε αυτό το στάδιο. 7. Το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον απαιτεί να μην επιτραπεί η αιτούμενη επιθεώρηση και την αποθάρρυνση τέτοιων εκτεταμένων, αχρείαστων και δυσανάλογων αιτημάτων επιθεώρησης σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα παραβίαζε τις αρχές της διακρατικής αβρότητας και θα συνιστούσε υπονόμευση των σχέσεων με μια ξένη χώρα, με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνάψει διμερή Σύμβαση για νομική συνδρομή και συνεργασία σε αστικά θέματα. 8. Ο σκοπός της αιτούμενης επιθεώρησης δεν είναι η δίκαιη εκδίκαση της Δικαιοδοτικής Αίτησης ημερομηνίας 12.7.19, αλλά συνιστά προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας για τον αλλότριο σκοπό απόκτησης πρόσβασης σε υλικό που θα μπορούσε να ήταν σχετικό με μελλοντική εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. 9. Οι Αιτητές δεν ζητούν την επιθεώρηση των εγγράφων που θα ήταν αναγκαία και σχετικά για την δίκαιη και ορθή εκδίκαση της Δικαιοδοτικής Αίτησης ημερομηνίας 12.7.19. Αντίθετα ζητούν μια σαρωτική, ισοπεδωτική, ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε ολόκληρο το ηλεκτρονικό αρχείο των Καθ΄ ων η αίτηση που αφορά τα Group Audits και περιλαμβάνει τεράστιες ποσότητες πληροφοριών, δεδομένων και στοιχείων διαφόρων ειδών και κατηγοριών. 10. Υπήρξε αδικαιολόγητη και παράλογη καθυστέρηση από τους Αιτητές (5 μήνες από την καταχώριση της Δικαιοδοτικής Αίτησης ημερομηνίας 12.7.19) στην αποστολή της Ειδοποίησης Επιθεώρησης και στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης (11 μήνες από την καταχώριση της Αίτησης ημερομηνίας 12.7.19). Αναγνωρίζει ότι κατά την περίοδο των 11 μηνών υπήρξε περίοδος 2 μηνών κατά την οποία επεκτάθηκε η προθεσμία απάντησης των Καθ΄ ων η αίτηση στην Ειδοποίηση Επιθεώρησης δυνάμει Διατάγματος που εξασφαλίστηκε μονομερώς. Περαιτέρω υπήρξε ακόμα μια περίοδος 2 μηνών κατά την οποία δεν επιτρέποντο οι καταχωρίσεις στο Δικαστήριο λόγω της πανδημίας Covid 19. Ωστόσο η καθυστέρηση των 7 μηνών με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης είναι αξιοσημείωτη, αν ο πραγματικός σκοπός των Αιτητών ήταν να αιτηθούν την επιθεώρηση για να απαντήσουν στην Δικαιοδοτική Αίτηση ημερομηνίας 12.7.19. Επεξήγησε ότι η παρούσα Αίτηση αφορά την επιθεώρηση ογκωδέστατων εγγράφων και πληροφοριών που διατηρούν οι Καθ΄ ων η αίτηση για τους ελέγχους που έχουν προβεί στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις των Αιτητών για τα έτη 2013-2015 και αναφέρθηκαν στις παραγράφους 5, 8, 76 και 88 της ένορκης δήλωσης Latimir (αφορούν τα Audit Work Papers για τα Group Audits - Τεκμήριο 1, Annex 1). Αποτελούν ηλεκτρονικό αρχείο, μια βάση δεδομένων που περιέχει τεράστιο όγκο πληροφοριών και δεδομένων που μπορεί να είναι εμπιστευτικού ή απόρρητου χαρακτήρα. Ο Latimir δεν αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση του σε συγκεκριμένα έγγραφα εντός των Ελεγκτικών Εγγράφων Εργασίας που δεν παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια. Οι γενικές αναφορές του Latimir στα εν λόγω έγγραφα αφορούν τον τρόπο με τον οποίο διατηρούνταν, σε συνάρτηση με τα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα και όχι στο περιεχόμενο οποιουδήποτε συγκεκριμένου εγγράφου που περιέχεται σε αυτά. Η αιτούμενη επιθεώρηση δεν επιδιώκει πράγματι επιθεώρηση εγγράφων σύμφωνα με τη Δ.28 θ.6 αλλά μια ανεξέλεγκτη πρόσβαση των Αιτητών σε ολόκληρα τα ηλεκτρονικά αρχεία και βάσεις δεδομένων των Καθ΄ ων η αίτηση που αφορούν τα Group Audits και δεν είναι αναγκαία, σχετική, κατάλληλη ή αναλογική υπό τις περιστάσεις. Οι έμμεσες αναφορές του Latimir στα εν λόγω έγγραφα δεν είχαν σχέση με το περιεχόμενο τους αλλά έγιναν για να καταρρίψουν την λανθασμένη θέση των Αιτητών ότι οι δύο ελεγκτικές εταιρείες είχαν διενεργήσει ένα ενιαίο έλεγχο για τον ίδιο πελάτη. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην αιτούμενη επιθεώρηση βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σίγουρα δεν δικαιούται ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε ολόκληρα τα ηλεκτρονικά αρχεία και βάσεις δεδομένων των Καθ΄ ων η αίτηση. Το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει ακόμη ακούσει τη Δικαιοδοτική Αίτηση ούτε έχει αποφασίσει κατά πόσον θα διεξαχθεί ενώπιον του δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου, η έγκριση της αιτούμενης Επιθεώρησης σε αυτό το στάδιο θα συνιστούσε υπέρβαση της δικαιοδοσίας του ή, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν παντελώς πρόωρη και δυσανάλογη (με μη αναστρέψιμες συνέπειες για τους Καθ΄ ων η αίτηση), ενώ θα διακινδύνευε να υπονομεύσει ανεπανόρθωτα τη δικαιοδοσία και εξουσίες των Ουκρανικών Δικαστηρίων τα οποία έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση. Το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικό υπό τις περιστάσεις, ιδιαίτερα λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση υπόκεινται στο Ουκρανικό δίκαιο, ενώ η Ουκρανία είναι ένα κράτος με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνάψει διμερή συνθήκη για νομική συνεργασία, η οποία προϋποθέτει την επίδειξη αμοιβαίου σεβασμού (respect and deference) στους νόμους κάθε κράτους. Η Αιτούμενη Επιθεώρηση είναι εντελώς αχρείαστη και δυσανάλογη για τη δίκαιη εκδίκαση της Δικαιοδοτικής Αίτησης και αποτελεί μία καιροσκοπική προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας, η οποία έγινε με τεράστια καθυστέρηση και αρκετούς μήνες μετά που οι Αιτητές καταχώρισαν τη μαρτυρία τους σε απάντηση της Δικαιοδοτικής Αίτησης. Είναι επομένως αναγκαίο αυτό το αίτημα να απορριφθεί έτσι ώστε να διαφυλαχθεί το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στη Δ.28 θ.6-9, η οποία ορίζει ως ακολούθως: «6. Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. Any party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on his behalf in such cause or matter, unless he shall satisfy the Court that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not complying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just. 7. Notice to any party to produce any documents referred to in his pleading, particulars or affidavits shall be in Form 23. 8. The party to whom such notice is given shall, within five days from the receipt of such notice if all the documents therein referred to have been set forth by him in an affidavit of discovery under Rule 2 of this Order or within ten days from the receipt of such notice if any of the documents referred to therein have not been set forth in any such affidavit, deliver to the party requiring inspection of the documents a notice stating a time within three days from the delivery thereof at which the documents or such of them as he does not object to produce may be inspected at the office of his advocate, or in the case of bankers' books or other books of account or books in constant use for the purpose of any trade or business at their usual place of custody, and stating which (if any) of the documents he objects to produce and on what ground. Such notice shall be in Form 24. 9. If a party served with notice under Rule 6 of this Order omits to give such notice of a time for inspection or objects to give inspection, or offers inspection elsewhere than at the office of his advocate, the Court or a Judge may, on the application of the party desiring it, make an order for inspection in such place and in such manner as the Court or Judge may think fit : provided that the order shall not be made when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs.» Είναι νομολογημένο ότι η έκδοση Διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η έκδοση του αποσκοπεί στη διευκόλυνση της προετοιμασίας της ακρόασης και δεν θα πρέπει να γίνεται για σκοπούς αλίευσης μαρτυρίας (fishing of evidence) (βλ. Kipagrotiki Ltd v. Σάββα

(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1610). Η Δ.28 θ.6 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με την Δ.24 θ.10 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην υπόθεση Quilter v. Heatly
(1883)23 Ch. D. 42, αποφασίστηκε ότι: «These rules were evidently intended to give the opposite party the same advantage as if the documents referred to had been fully set out in the pleadings» Στην υπόθεση Rafidain Bank v. Agom Universal Sugar Trading Co Ltd κ.α.
(1987)1 WLR 1606, αποφασίστηκε ότι η δυνατότητα για επιθεώρηση που παρέχει η εν λόγω διαταγή προϋποθέτει ότι ο διάδικος που αναφέρεται σε κάποιο έγγραφο, το κάνει επειδή το θεωρεί ουσιώδες μέρος της υπόθεσης του: "The party who refers to the documents does so by choice, usually because they are either an essential part of his cause of action or defence or of significant probative value to him.» Τo κριτήριο για το κατά πόσον ένα έγγραφο έχει «αναφερθεί» σε δικόγραφο ή ένορκη δήλωση έχει αποφασιστεί τελεσίδικα από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Dubai Bank Ltd ν Galadari (Νο.3) [1990] 1 W.L.R. 731. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο θεσμός ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει άμεση αναφορά σε συγκεκριμένο έγγραφο. Στα πλαίσια αυτής της εξέτασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου τον σκοπό του θεσμού και να προσπαθεί να αποδώσει στις λέξεις ένα δίκαιο νόημα ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιούνται. Παράλληλα, προκύπτει μία σημαντική διάκριση μεταξύ, αφενός, μίας αναφοράς σε κάποιο γεγονός ή κατάσταση πραγμάτων που μπορεί να αποδειχθεί με κάποιο έγγραφο και αφετέρου, μίας αναφοράς στο ίδιο το έγγραφο. Οι αναφορές που εμπίπτουν στην πρώτη κατηγορία δεν θεωρούνται «αναφορές» εν τη έννοια του θεσμού. Τα ακόλουθα αποσπάσματα είναι σχετικά: «Το our minds, the phrase imports the making of a direct allusion to a document or documents. If the plaintiff were correct in its broad submission, this would oblige the court to enter into a process of inference and conjecture in order to determine whether a document or class of documents in question even existed; and indeed, the judge did so in the present case. We cannot think that this was what the makers of the rule had in mind. (...) "Before examining those items individually, we would make one further comment. A number of words or phrases, such as 'guarantee', 'mandate' or 'discretionary trust', will be capable of being read as a reference to a transaction in some contexts and as a reference to a document in others. In applying Ord 24, r 10 in such cases, the task of the court must always be to extract the fair meaning of the words used in their context. As to item (a), para 8 of Mr Escher's affidavit asserted that Fides had been 'instrumental in setting up a discretionary trust ... ' This was, in our judgment, in its context a reference to the setting up of a trust, not the actual execution of a document, even though in all probability the transaction had been effected by a document. As to item (c), para 8 asserted that certain funds were held in '4 accounts' and that these accounts were respectively opened on the dates therein specified. These were references to a state of affairs and to past transactions, in all probability evidenced by documents, but they were not references to documents themselves. As to items (
  1. d)and (g), para 14 asserted that certain sums had been debited to 'Larimore's loan account', and para 16 asserted that a payment was made to the debit of 'the account' of the appellant of Credit Suisse, London. Though a bank account will doubtless be evidenced by a document, it is not itself a document; it is a reckoning of debit and credit. Items (
  2. e)and (
  3. h)concern assertions that certain accounts were 'guaranteed'. These, in our judgment, are references to transactions, not documents. Similar observations to items (
  4. i)and (j), which concern references to transfers of various sums of money. In our judgment, on a fair reading, these are references to the acts of transfer, rather than any document.» Στην υπόθεση Masri ν Consolidated Contractors International Company SAL a.o [2010] EWHC 2640 (Comm), υποβλήθηκε αίτημα για επιθεώρηση όλων των εγγράφων που είχαν συλλεχθεί από ιδιώτες ντετέκτιβ. Οι σχετικές δηλώσεις στην ένορκη δήλωση ανέφεραν μεταξύ άλλων: "the enquiry agents were instructed to search for documents....I understand that where they identified documents which might be relevant, they made copies of those documents..." και "the documents held by my firm have not been used". To Δικαστήριο, αν και αποδέχθηκε ότι υπήρχε αναφορά στην ευρύτερη κατηγορία των εν λόγω εγγράφων, απέρριψε το αίτημα, εξηγώντας ότι: «While the overall class of documents is referred to in the affidavits, there is no direct or specific identification of any actual document.» Αυτή η αρχή εντοπίζεται και στο Σύγγραμμα Matthews and Malek, Disclosure, 5η έκδοση, στην παράγραφο 9.12: «A generic reference to a class of documents in an affidavit, in the absence of any direct or specific identification of any actual document, has been held to fall outside [0.28 R.6]» Σχετική είναι και η υπόθεση Burnden Holdings (UK) Ltd ν. Fielding [2014] EWHC 3356 (Ch), όπου εξετάστηκε αίτηση για επιθεώρηση εγγράφων στη βάση των νέων Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών (English Civil Procedure Rules). To Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι μία γενική δήλωση ότι είχαν μελετηθεί αρχεία, βιβλία ή έγγραφα δεν συνιστούσε αναφορά σε έγγραφα εν τη εννοία του θεσμού. Περαιτέρω, στην υπόθεση Culturecom Ltd and others v. Chin Kwok Chung, HCA006800/1990, ημερομηνίας 10.11.95, επεξηγήθηκε ότι, εάν γίνει αναφορά σε κάποια κατηγορία εγγράφων, αυτό δεν μπορεί να δώσει δικαίωμα επιθεώρησης κάθε εγγράφου εντός της κατηγορίας. Και αυτό διότι, σε κατηγορίες που περιέχουν ανόμοια έγγραφα, ακόμη και αν κάποια από αυτά δυνατό να είναι σχετικά με την υπόθεση και η επιθεώρηση τους να είναι θεωρητικά επιτρεπτή, άλλα έγγραφα πιθανόν να είναι εντελώς άσχετα και άρα η επιθεώρηση τους να είναι απαράδεκτη. Σε μία τέτοια περίπτωση, καμία επιθεώρηση δεν μπορεί να διαταχθεί, έτσι ώστε να αποφευχθεί η επιθεώρηση άσχετων εγγράφων: «13. It is not enough to show the possible relevance of some parts of a class of documents: it is necessary to identify the documents or show that the whole class must be relevant... It is not sufficient to speculate as to whether documents might be helpful. It is necessary to demonstrate that they satisfy the criteria.» «26. I am satisfied that the 3rd defendant has not made out a case for an order in the terms sought. As drafted, it is far too wide and would be quite unjust. It is not enough to say that a particular class of documents may be relevant: it is necessary to be much more specific and to identify the issue, the document and the manner in which it relates to the issue and is probative.» Στην υπόθεση Molnlycke AB a.o. v. Procter & Gamble Ltd a.o (Νο. 3) [1990] RPC 498, αποφασίστηκε ότι ένας διάδικος δεν δύναται να επιζητεί επιθεώρηση μίας ευρείας κατηγορίας εγγράφων, αφού αυτή μπορεί επίσης να περιέχει έγγραφα, η επιθεώρηση των οποίων δεν είναι απαραίτητη για την εκδίκαση των σχετικών επίδικων ζητημάτων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εξήγηση για αυτό είναι ότι μία ολόκληρη κατηγορία εγγράφων μπορεί επίσης να περιλαμβάνει άσχετα έγγραφα, η επιθεώρηση των οποίων προφανώς δεν είναι απαραίτητη για την εκδίκαση της αίτησης. Το Δικαστήριο στην Molnlycke εξήγησε ότι: «the documents sought to be discovered must be relevant to an issue in the action. It follows that, where there is a claim to see a class of documents, the class must not be defined or described so widely as to include documents which are not relevant to the issue. For example, it was held in Fuji Photo Film Co Ltd ν Carr's Paper Ltd [1989] RPC 713, that an application for all documents relating to the invention of the plaintiffs patent was too wide» Επιπρόσθετα, μία αόριστη Αίτηση δεν πρέπει να εγκρίνεται, στο βαθμό που η συμμόρφωση με το σχετικό διάταγμα θα είναι καταπιεστική για τον διάδικο που θα προβεί σε αποκάλυψη. Στην υπόθεση Science Research Council ν Nasse; BL Cars Ltd (formerly Leyland Cars) ν Vyas [1980] AC 1028, επισημάνθηκε ότι «α request for inspection of a great mass of documents, without any attempt at selection, could well be regarded as oppressive». Στην υπόθεση Molnlycke (ανωτέρω), το Δικαστήριο επισήμανε κατά παρόμοιο τρόπο ότι: «Αn order may be refused on the ground that it is unduly oppressive to the party giving discovery. The court takes account of such considerations as the value of the discovery to the person seeking it and the burden imposed on the party giving it, with a view to restricting the volume of documents and the labour and expense involved to that which is necessary for fairly disposing of the issues in the case» To Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας εξέφρασε την ίδια άποψη στην υπόθεση Framus Ltd & Ors v. CRH plc & Ors
(2004)1 ESC 25, όπου τόνισε ότι ένα τόσο ευρύ διάταγμα δυνατόν να είναι τόσο επαχθές για τους εναγόμενους, ούτως ώστε να είναι καταπιεστικό: «Also, to extend the ambit of the order in such an open ended way as suggested by the plaintiffs, would, in my view, be so burdensome on the defendants as to be oppressive (which I consider to be a consequence of its broad investigatory nature). It also seems to me that such an extended order would be disproportionate and I am not satisfied that it is necessary for advancing the plaintiffs case.» Στην προκειμένη περίπτωση, η παρούσα Αίτηση δεν είναι στοχευμένη αλλά με αυτήν επιζητείται η επιθεώρηση των Ελεγκτικών Εγγράφων Εργασίας (Audit Work Papers) στην ολότητά τους, χωρίς κανένα περιορισμό σε σχετικά έγγραφα εντός μιας εξαιρετικά ευρείας κατηγορίας. Οι Αιτητές δεν ζητούν την επιθεώρηση όσων εγγράφων θα τους επέτρεπαν να αντιληφθούν και απαντήσουν στη μαρτυρία των Καθ΄ ων η αίτηση. Αντί αυτού ζητούν γενική επιθεώρηση όλων των εγγράφων που περιέχονται στα Έγγραφα Ελεγκτικής Εργασίας. Οι Αιτητές επικεντρώνονται στο Κυπριακό υποκατάστημα - το οποίο είναι ένα από τα 2.589 υποκαταστήματα στην Ουκρανία - αποτυγχάνοντας και παραλείποντας να καταδείξουν την αξία ή σχετικότητα των εγγράφων που σχετίζονται με τον υπόλοιπο Όμιλο ή αφορούν την ελεγκτική εργασία που διεξάχθηκε για τον υπόλοιπο Όμιλο. Με αυτά τα δεδομένα είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα Αίτηση είναι εντελώς αόριστη, επιδιώκει επιθεώρηση των Ελεγκτικών Εγγράφων Εργασίας στην ολότητα τους, αφορά ένα ευρύ, αόριστο και δυσανάλογο όγκο εγγράφων, χωρίς καμία προσπάθεια εκ μέρους των Αιτητών περιορισμού των σχετικών εγγράφων που ανήκουν στην ευρεία κατηγορία. Ως εκ τούτου, με βάση την πιο πάνω νομολογία, δεν θα πρέπει να επιτραπεί στους Αιτητές να επιθεωρήσουν κανένα από τα εν λόγω έγγραφα (βλ. Culturecom (ανωτέρω)). Περαιτέρω, είναι νομολογημένο ότι όταν το αίτημα για επιθεώρηση εγγράφων υποβάλλεται στα πλαίσια Ενδιάμεσης Αίτησης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο για εκείνα τα έγγραφα που αποδεικνύονται ως αναγκαία για τη δίκαιη εκδίκαση της Ενδιάμεσης Αίτησης, η οποία συνιστά το "cause or matter" και που στην προκειμένη περίπτωση είναι η Δικαιοδοτική Αίτηση ημερομηνίας 12.7.19. Αυτό αποσαφηνίστηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο στην υπόθεση Fiona Trust Holding Corp a.o. ν Privalov a.o. [2007] All ER (D) 121 (Jan): «It is of course open to the court to order disclosure at any stage of the proceedings, including for the purpose of interlocutory proceedings. But it is well established under the previous procedural rules that such a power should be exercised sparingly and only for such documents as can be shown to be necessary for the fair disposal of the application.» To Δικαστήριο πρόσθεσε επίσης ότι, υπό περιστάσεις όπου ο Αιτητής ήταν πλήρως ικανός να αναπτύξει ("fully able to deploy") τα επιχειρήματα του χωρίς την αιτούμενη επιθεώρηση, δεν προκύπτει η απαιτούμενη αναγκαιότητα για έκδοση του διατάγματος. Περαιτέρω, το κριτήριο ότι η επιθεώρηση θα πρέπει να είναι απαραίτητη, πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά εκεί όπου η επιθεώρηση επιζητείται ενώ αμφισβητείται παράλληλα η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ryanair Ltd ν Unister GMBH a.o. [2013] 1 IR 177, είχαν ζητηθεί διατάγματα αποκάλυψης εναντίον αλλοδαπού εναγόμενου ο οποίος αμφισβητούσε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας έκρινε ότι, για να μπορεί να εξεταστεί έστω ως θέμα αρχής μία Αίτηση Αποκάλυψης υπό αυτά τα δεδομένα, είναι απαραίτητο να έχει στόχο να βοηθήσει το Δικαστήριο στην επίλυση του ζητήματος της δικαιοδοσίας και να ζητά αποκάλυψη μόνο γεγονότων άμεσα σχετικών με το ζήτημα της δικαιοδοσίας: «[34] It is for those reasons that it is important to attempt to characterise the disclosure application brought by Ryanair in these proceedings. If that application is properly characterised as an application designed to assist in determining the question of jurisdiction then it is, at least at the level of principle, an application which should be dealt with on its merits. The disclosure would, however, have to be directly concerned with facts which might be relevant to the question of jurisdiction rather than anything else.» Το Δικαστήριο έκρινε ότι, η αίτηση αποκάλυψης ήταν μόνο "marginally connected with the jurisdiction question" και δεν πείστηκε ότι ο πραγματικός σκοπός της ήταν να βοηθήσει στην επίλυση του ζητήματος της δικαιοδοσίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, έκρινε ότι δεν θα έπρεπε ούτε καν να εξετάσει την αίτηση: «[44] On that basis it seems to me that all of the indicators lead solely to the conclusion that the proper characterisation of the application brought by Ryanair before the High Court was one whose purpose was, to put it at its best from Ryanair's perspective, only marginally connected with the jurisdiction question. [58] However, for the reasons already analysed I am not satisfied that the primary, or even a significant, purpose of the disclosure application brought in this case was in aid of a resolution of the jurisdiction issue. (...) [63] In all those circumstances it seems to me to follow that the application brought by Ryanair for disclosure in this case was neither, in truth, an application in aid of the resolution of the jurisdiction issue nor an application which comes within the scope of article 31 of the Brussels Regulation. In those circumstances it seems to me that the Irish courts should not entertain such an application while the jurisdiction of the Irish courts is under challenge in the absence of very significant countervailing factors. I find no such factors to be present in the instant case». Στην υπόθεση Rome ν Punjab National Bank [1989] 2 All ER 136, στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης, το Δικαστήριο τόνισε ότι η εξουσία του να διατάξει αποκάλυψη ενώ η δικαιοδοσία του αμφισβητείται, μπορεί να ασκηθεί πολύ σπάνια και απαιτεί την πιο ξεκάθαρη απόδειξη από τον Αιτητή ότι η αποκάλυψη είναι απαραίτητη για τη δίκαιη επίλυση της Αίτησης: «The court will only exercise its powers under this heading very rarely, and will require the clearest possible demonstration from the party seeking discovery that it is necessary for the fair disposal of the application». Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητούν την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, εξ΄ ου και η Αίτηση ημερομηνίας 12.7.19 εκ μέρους τους. Ωστόσο, οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση τους δεν έχουν καταδείξει στο Δικαστήριο ότι η αιτούμενη επιθεώρηση είναι απαραίτητη για την δίκαιη εκδίκαση της Δικαιοδοτικής Αίτησης ημερομηνίας 12.7.19, ούτε και ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την αιτούμενη επιθεώρηση σ΄ αυτό το στάδιο. Κατά συνέπεια, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι, ενόσω δεν έχει καταδειχθεί από τους Αιτητές ότι η αιτούμενη επιθεώρηση είναι απόλυτα απαραίτητη για την εκδίκαση της Δικαιοδοτικής Αίτησης ημερομηνίας 12.7.19, τέτοιο Διάταγμα είναι πρόωρο και ανεπίτρεπτο, εφόσον αυτό θα έχει εκδοθεί προτού το παρόν Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αξιώσεις των Αιτητών στην ουσία τους εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση. Όπως είναι νομολογημένο, η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας θα πρέπει να καθορίζεται προτού οι διάδικοι ή το Δικαστήριο λάβουν οποιοδήποτε περαιτέρω διάβημα στη διαδικασία. Διαφορετική προσέγγιση θα σήμαινε ότι εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, ενώ αυτό το ζήτημα είναι επίδικο. (βλ. VTB Bank (Open Joint-Stock Company) v. Alekseyevich κ.ά., Πολ. Έφ. 206/14, ημερομηνίας 12.6.20). Συνακόλουθα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι εκκρεμούσης της Δικαιοδοτικής Αίτησης ημερομηνίας 12.7.19, με την οποία αμφισβητείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δεν είναι ορθό, ούτε επιτρεπτό για το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία επιθεώρησης, προτού αποφασισθεί η δικαιοδοσία του ως Κυπριακό Δικαστήριο. Διαφορετική προσέγγιση θα συνιστούσε πρόωρο διάβημα, που θα λαμβάνετο καθ΄ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και θα προκαλούσε ουσιαστική αδικία για τους Καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι θα ήταν υποχρεωμένοι να παράσχουν στους Αιτητές έγγραφα προς επιθεώρηση, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο δυνατόν να αποφασιστεί ότι το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι: α) το αίτημα επιθεώρησης, με δεδομένη την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, είναι πρόωρο και β) η ευρύτητα και η αοριστία του επίδικου αιτήματος για επιθεώρηση, χωρίς να προσδιορίζονται τα σχετικά έγγραφα, όπως επεξηγείται ανωτέρω, καθιστά την αιτούμενη επιθεώρηση εκτός του σκοπού της Δ.28 θ.6-9, σε μια προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας και εντοπισμού υλικού η πληροφοριών που δυνατόν να είναι χρήσιμα σε μελλοντική δίκη επί της ουσίας της αγωγής, ώστε να διαμορφωθεί ανάλογα η Έκθεση Απαίτησης των Αιτητών. Συνακόλουθα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος των Αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.