Jtrust Asia Pte Ltd ν. Aref holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1941/2021, 17/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A582 Αρ. Αγωγής: 1941/2021 Μεταξύ: Jtrust Asia Pte Ltd, εκ Σιγκαπούρης Ενάγουσας και
- Aref holdings Ltd (ΗΕ 351413), εκ Λευκωσίας
- Adalene Ltd (ΗΕ 343760), εκ Λευκωσίας
- Bellaven Ltd (ΗΕ 341825), εκ Λευκωσίας
- Baguera Ltd (ΗΕ 344754), εκ Λευκωσίας
- XXXXX konoshita, εξ Ιαπωνίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22/10/2021 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2021 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Ανδρέας Ερωτοκρίτου Για εναγομένους 1 - 4 - καθ' ων η αίτηση: κος Α. Δημητριάδης Για εναγομένη 5 - καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Γιωρκάτζη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων ανέρχεται στο ποσόν των 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής και αφορά αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αστικών αδικημάτων της συνομωσίας με παράνομα μέσα και της απάτης. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι μεταξύ Μαρτίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2017, πραγματοποίησε αριθμό επενδύσεων στην Group Lease Public Company Limited (GL), εταιρεία επενδύσεων Ταϊλάνδης εισηγμένη στο Ταϊλανδικό χρηματιστήριο, κυρίως στο πλαίσιο τριών Συμφωνιών Επένδυσης. Οι επενδύσεις αυτές περιλάμβαναν και μία επένδυση 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής, στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης που πραγματοποίησε η ενάγουσα με την GL, η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας αξίωσης. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για να λάβει την απόφαση της να επενδύσει στην GL, βασίστηκε σε ψευδείς παραστάσεις που έγιναν εκ μέρους της GL από τον εναγόμενο 5, Ιάπωνα επιχειρηματία με Κυπριακή υπηκοότητα, ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της GL κατά τον επίμαχο χρόνο. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο κατά την ενάγουσα σε σύναψη εικονικών δανειακών συμβάσεων της θυγατρικής της GL Σιγκαπουριανής εταιρείας GLH στις εναγόμενες 1 - 4 Κυπριακές εταιρείες και συνεπακόλουθα, σε αδικαιολόγητα και ψευδή θετικά αποτελεσμάτων της GL, προκειμένου να πειστεί η ενάγουσα να επενδύσει σημαντικά ποσά στην GL, τα οποία σε διαφορετική περίπτωση δεν θα επένδυε. Οι εναγόμενες 1 έως 4 ενάγονται ως μέρος της συνομωσίας αφού γνώριζαν κατά την ενάγουσα ότι τα δάνεια που αντλούσαν από την GLH ήταν εικονικά. Καταχωρήθηκαν ως εκ τούτου δικαστικές διαδικασίες στην Σιγκαπούρη από την ενάγουσα. Το Εφετείο της Σιγκαπούρης επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους 70 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής στην ενάγουσα για ανάκτηση των ζημιών της, στο πλαίσιο της πρώτης και της τρίτης Συμφωνίας Επένδυσης που πραγματοποιήθηκαν, αλλά δεν επέτρεψε την αξίωση ύψους περίπου 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής για ζημιές που προκλήθηκαν στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης. Το Εφετείο της Σιγκαπούρης απέρριψε την αξίωση αυτή, λόγω του ότι κατά τον χρόνο της απόφασης τον Οκτώβριο του 2020, η ενάγουσα δεν είχε ακόμη υποστεί πραγματική ζημιά, γιατί στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης, τα κεφάλαια κατέστησαν πληρωτέα τον Αύγουστο του
- Αφότου κατέστη ληξιπρόθεσμη η δεύτερη συμφωνία επένδυσης την 1η Αυγούστου του 2021 και η GL σύμφωνα με την ενάγουσα παρέλειψε να πληρώσει το αρχικό ποσό, η ενάγουσα κίνησε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητώντας τις ζημιές της που κατ' ισχυρισμό της προκλήθηκαν, στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης. Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα πέτυχε μονομερώς, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στους εναγομένους:
- Να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίας μέχρι USD 124,474,854.00 ή το ισόποσο σε Ευρώ · και
- Με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν, διαχειριστούν (deal with) ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι, μέχρι της πιο πάνω αξίας. Μεταξύ των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβάνονται τραπεζικοί λογαριασμοί που διατηρούνται στην Τράπεζα Κύπρου, οι οποίοι σημειώνονται στο Παράρτημα Α του Διατάγματος καθώς και τα ακόλουθα ακίνητα στην Κύπρο: (α) Villa Αρ. 9, "XXXXX" complex, XXXXX, Άγιος Αντώνιος, Λεμεσός (β) Villa Αρ. 2, "XXXXX" complex, XXXXX, Άγιος Αντώνιος, Λεμεσός (γ) Διαμέρισμα Αρ. 9, 1ος όροφος, XXXXX, XXXXX, Λευκωσία, Κύπρος, Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα/Φύλο 1/21, Σχέδιο 1012v01, Τεμάχιο XXXXX Με την αίτηση επιζητούνται επίσης και διατάγματα αποκάλυψης, για τα οποία όμως το Δικαστήριο ζήτησε όπως επιδοθεί η αίτηση στους εναγομένους προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις τους. Οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ένσταση στην οριστικοποίηση και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επικαλούνται μεταξύ άλλων, έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την ενάγουσα και απουσία των προϋποθέσεων της νομολογίας για έγκριση συντηρητικού διατάγματος. Στο μεταξύ καταχωρήθηκε και η αίτηση ημ. 3.11.21 με την οποία η XXXXX XXXXX Truong, από την Ταϊλάνδη, ζητά περιορισμένη παρέμβαση στην παρούσα διαδικασία προσωρινού διατάγματος, προκειμένου να αιτηθεί την εξαίρεση ενός ακινήτου από το προσωρινό διάταγμα, επικαλούμενη ότι αυτό της ανήκει. Είχε προηγουμένως καταχωρηθεί από την ενάγουσα, η παρούσα αίτηση με την οποία ζητά να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στο αίτημα της για προσωρινό διάταγμα, δυνάμει της Δ.48 Θ.4
(2)των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, υπάρχει καλός λόγος για δοθεί τέτοια άδεια, αφού η ενάγουσα θα πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα που προέκυψαν σε σχέση με την μεταβίβαση ακινήτων αλλά και με αναφορά σε επιμέρους λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμό συνομωσίας. Το αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση των εναγομένων, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία, οι συνήγοροι υπέδειξαν ότι δεν παρέχεται ευχέρεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προκειμένου η ενάγουσα να απαντήσει σε ισχυρισμούς της ένστασης. Όσον δε αφορά τα κατ' ισχυρισμό νέα στοιχεία που προέκυψαν με την μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας, πρόκειται κατά τους καθ' ων η αίτηση για ισχυρισμό που η ενάγουσα μπορούσε με ευχέρεια να αποκαλύψει με σχετική έρευνα στο κτηματολόγιο. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση µου µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημ. 03/11/2016 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 Θ.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Κουππά ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α, Π.Ε. 312/2010, ημ. 17.7.2014 στην οποία λέχθηκε ότι: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή. Ο αιτητής οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Συμπεράσματα Από μελέτη της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προκύπτει ότι η ενάγουσα επιθυμεί να προβάλει την θέση της και να απαντήσει επί συγκεκριμένων ισχυρισμών που εγέρθηκαν με τις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις των εναγομένων 1 - 4 και της εναγομένης 5 αντίστοιχα. Όμως τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μπορούν με ευχέρεια να ενταχθούν στην αγόρευση του συνηγόρου για την αιτήτρια - ενάγουσα αλλά δεν μπορούν με βάση την προαναφερθείσα νομολογία να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται στις εντάσεις των εναγομένων για ακύρωση του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τεκμηριώσει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πέραν των πιο πάνω, η αιτήτρια επιδιώκει με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να εισαγάγει γεγονότα που κατ' ισχυρισμό προέκυψαν μεταγενέστερα της έκδοσης του ενδιαμέσου διατάγματος και που κατά την άποψη της, ενισχύουν την θέση της για την διενέργεια απάτης σε βάρος της, η οποία συνεχίζεται. Γίνεται συγκεκριμένα αναφορά στο ότι στις 4.10.2021, οι δικηγόροι της στην Κύπρο έλαβαν μία επιστολή από δικηγορικό γραφείο εκ μέρους της κας XXXXX XXXXX Lien, η οποία ισχυρίζετο ότι η Έπαυλη Αρ. 2 του Συγκροτήματος XXXXX στη XXXXX θα πρέπει να εξαιρεθεί από την εμβέλεια του Διατάγματος Παγοποίησης, καθώς δεν ανήκει πλέον καθ' ης η αίτηση 1 και ότι από τις 07.2.2017 η κα XXXXX XXXXX Lien αποτελούσε τη νέα δικαιούχο της Έπαυλης Αρ.
- Μετά από έρευνα προέκυψε ότι η κα XXXXX XXXXX Lien είναι πρόσωπο συνδεδεμένο με τους καθ' ων η αίτηση και ότι, μεταξύ άλλων, η Έπαυλη Αρ. 2 δηλώθηκε ως η κατοικία της η κας XXXXX XXXXX Lien για σκοπούς εξασφάλισης Κυπριακής πολιτογράφησης στις 24/02/2016, δηλαδή σε χρόνο που η έπαυλη ήταν ακόμη εγγεγραμμένη στο όνομα της καθ' ης η αίτηση
- Όμως ούτε οι πιο πάνω ισχυρισμοί συνιστούν κατά την κρίση μου καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Η θέση της κας XXXXX XXXXX Lien ότι διεκδικεί την κατοχή και κυριότητα της Έπαυλης αρ. 2 είναι ήδη γνωστή στο Δικαστήριο αφού όπως προαναφέρθηκε, αυτή έχει καταχωρήσει στις 3.11.2021 αίτηση για παρέμβαση στην διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, υποστηρίζοντας αυτά ακριβώς που αναφέρονται στην επιστολή που απέστειλε στους συνηγόρους της αιτήτριας. Οι δε ισχυρισμοί της αιτήτριας για σύνδεση της εν λόγω κας XXXXX XXXXX Lien με τους καθ' ων η αίτηση, μπορούν να προβληθούν στα πλαίσια της αίτησης παρέμβασης της στην διαδικασία. Τελική κατάληξη μου είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όλα τα στοιχεία που πρέπει να διερευνηθούν προκειμένου να καταλήξει το Δικαστήριο στο κατά πόσον δικαιολογείται η οριστικοποίηση των υπό κρίση προσωρινών διαταγμάτων παγοποίησης, αλλά και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης, μπορούν να εντοπιστούν στα δικόγραφα και το υλικό που τέθηκε υπόψιν μου με την μορφή των εκατέρωθεν ένορκων δηλώσεων. Η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης για προσωρινά διατάγματα και ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να αποδεχθώ την καταχώρηση της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της εκδίκασης, της κυρίως αίτησης για προσωρινά διατάγματα. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο