TEMCO PANEL ADVERTISEMENTS LTD ν. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8395/2013, 22/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A585 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8395/2013 Μεταξύ: TEMCO PANEL ADVERTISEMENTS LTD Ενάγουσας και
- ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ XXXXX
- BAROLL LIMITED Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 1/6/2016 Μεταξύ: TEMCO PANEL ADVERTISEMENTS LTD Ενάγουσας και
- ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ XXXXX
- SEGAFREDO NICOSIA LTD Εναγομένων Αίτηση Τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 11/10/2021 Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χρ. Α Καμπούρης για KAMPOURI & GIALELI LLC Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση 1: κ. Π. Δ. Χατζησάββας Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση 2: κ. Γ. Παναγίδης για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής «η Ενάγουσα») αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «ο Εναγόμενος 1», «η Εναγόμενη 2» ή «οι Εναγόμενοι») το ποσό των €78.879,30 συνεπεία παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω αξιώνονται γενικές αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη και/ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ακρόαση της πιο πάνω αγωγής, ξεκίνησε στις 24/9/2021 με την μαρτυρία του XXXXX Τεμπριώτη, διευθυντή της Ενάγουσας. Κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα επιχειρήθηκε η κατάθεση γραπτής δήλωσης. Εγέρθηκαν ενστάσεις από τους συνηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με παραγράφους της γραπτής δήλωσης αφού σε αυτές γινόταν αναφορά σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα που έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2012 και δεν καλύπτονταν από τα δικόγραφα. Με ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν επιτράπηκε η μαρτυρία που αφορούσε την εν λόγω περίοδο καθότι κρίθηκε ότι ήταν εκτός του πλαισίου των δικογράφων. Ακολούθως, η αγωγή ορίστηκε στις 8/10/2021 για σκοπούς συνέχισης της ακρόασης. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του μάρτυρα και η αντεξέταση του από τον συνήγορο του Εναγόμενου
- Κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα, ο συνήγορος της Ενάγουσας εξέφρασε την πρόθεση του να προχωρήσει άμεσα με την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 11/10/
- Με αυτήν ζητείται η προσθήκη 6 νέων παραγράφων αναφορικά με γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα μεταξύ Ιανουαρίου 2012 και Μαΐου
- Ζητείται επίσης η αναρίθμηση παραγράφων και η διαγραφή και αντικατάσταση λέξεων φράσεων και μηνών που αναφέρονται στην υφιστάμενη παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Τεμπριώτη και βασίζεται στην Δ.25 Κ. 1, 2, 3, 4 και 5, Δ.48 Κ. 1, 2, 3 και 9 και Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στη Νομολογία και στη συμφυή και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση έχουν μελετηθεί και βρίσκονται υπόψη του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμη η παράθεση τους. Αμφότεροι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ενστάσεις στην πιο πάνω αίτηση στις 27/10/
- Με την ένσταση του, ο Εναγόμενος 1, προβάλλει τους εξής λόγους: α) Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου 1 και/ή η με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η προσθήκη και/ή δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγόμενου
- β) Ό,τι και/ή όσα η ενάγουσα προτίθεται και/ή επιχειρεί να εισαγάγει με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν σε γνώση της πριν την ημέρα καταχώρισης της αγωγής. γ) Τα γεγονότα που η ενάγουσα προτίθεται και/ή επιχειρεί να εισαγάγει με την αιτούμενη τροποποίηση πέραν του ότι ήταν σε γνώση της, δεν μπορούν καν να λογιστούν γεγονότα που θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντόπιζε έγκαιρα και/ή δεν είναι γεγονότα που τα εντόπισε σε μεταγενέστερο στάδιο. δ) Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για τούτο. ε) Με την αιτούμενη τροποποίηση δεν συγκεκριμενοποιούνται και/ή δεν διευκρινίζονται υφιστάμενα επίδικα θέματα αλλά επιχειρείται να εισαχθούν νέα τα οποία θα έχουν καταλυτικές συνέπειες για τον εναγόμενο
- στ) Από την αιτούμενη τροποποίηση θα προκύψει ανάγκη εντελώς διαφορετικής και/ή νέας υπεράσπισης από την υπάρχουσα και/ή θα αλλάξει εντελώς η γραμμή υπεράσπισης του εναγόμενου 1 και/ή ενδεχόμενα να προκύψει ανάγκη άλλων δικονομικών διαβημάτων κάτι που θα εκτρέψει περαιτέρω την πορεία της αγωγής. ζ) Η αίτηση είναι αστήρικτη ως προς τα πραγματικά γεγονότα και/ή τα αναφερόμενα πραγματικά γεγονότα δεν μπορούν βάσιμα να αιτιολογήσουν την αίτηση. η) Τα γεγονότα που αναφέρονται και στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι παραπλανητικά και/ή αναληθή και/ή άσχετα. θ) Ό,τι και/ή όσα επιχειρεί να εισαγάγει η ενάγουσα με την αιτούμενη τροποποίηση, επιχείρησε να τα καταθέσει μέσω του ΜΕ1 και αντιμετώπισαν την ένσταση των εναγόμενων 1 και 2 τόσο στην κύρια εξέταση όσο και στην αντεξέταση του ΜΕ1 από τον δικηγόρο του εναγόμενου
- ι) Η αιτούμενη τροποποίηση αν επιτραπεί θα ανατρέψει ήδη υπάρχουσες ενδιάμεσες αποφάσεις του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή συνιστά εκτροχιασμό της δίκης. ια) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη και/ή η κακοπιστία είναι υπό τις περιστάσεις εμφανής και διάχυτη. ιβ) Η αιτούμενη τροποποίηση στο χρόνο που υποβάλλεται θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον εναγόμενο 1 και/ή θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα του και/ή η εναγόμενος 1 δεν θα τύχει δίκαιης δίκης. ιγ) Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η αλλαγή των πραγματικών γεγονότων και/ή διόρθωση λαθών και/ή παραλείψεων και/ή η προσθήκη νέας βάσης αγωγής. ιδ) Η αιτούμενη τροποποίηση δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. ιε) Η ενάγουσα δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης για την αναγκαιότητα να επιτραπεί η τροποποίηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αναστάσιου Χρυσικού, δικηγόρου συνεργαζόμενου με τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1 και βασίζεται στην Δ.25 Κ. 1 - 5, Δ.48 Κ. 1 - 4, Δ.64, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση έχουν μελετηθεί και βρίσκονται υπόψη του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμη η παράθεση τους. Με την ένσταση της Εναγόμενης 2 προβάλλονται 8 λόγοι ένστασης, ως ακολούθως: (α) η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης, χωρίς προς τούτο να δίδεται οποιαδήποτε καλή και/ή ικανοποιητική εξήγηση. (β) οι Ενάγοντες-αιτητές θα μπορούσαν να υποβάλουν τα προς τροποποίηση ισχυριζόμενα γεγονότα εξ αρχής και/ή σε προηγούμενο στάδιο και/ή τα θέματα και/ή οι ισχυρισμοί που οι Ενάγοντες-αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν στην Έκθεση Απαίτησης τους με την παρούσα αίτηση, είναι θέματα και/ή ισχυρισμοί οι οποίοι, πάντα με βάση την φύση των ισχυρισμών των Εναγόντων, ήταν σε γνώση των Εναγόντων-αιτητών από την αρχή και/ή κατά τον χρόνο σύνταξης και καταχώρησης της Αγωγής τους. (γ) δεν δίδεται καμία εξήγηση και/ή αιτιολογία για ποιον λόγο οι Ενάγοντες-αιτητές δεν περιέλαβαν εξ αρχής στην αγωγή τους τα επικαλούμενα γεγονότα και/ή δεν δίδεται καμία εξήγηση πώς και/ή πότε έλαβαν γνώση αυτών των γεγονότων, ώστε αυτά να μην ήταν δυνατόν να συμπεριληφθούν εξ αρχής στο δικόγραφο τους. (δ) η αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική, αφού επί της ουσίας επιχειρείται να προστεθεί νέα βάση αγωγής εις βάρος των Εναγόμενων 2, ήτοι αυτή της παράνομης επέμβασης, ως εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση του κ. Τεμπριώτη και/ή η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει εκτροχιασμό των επίδικων θεμάτων και/ή συνεπάγεται την εισαγωγή εντελώς νέας βάσης αγωγής. (ε) οι Εναγόμενοι 2 ως εκ της σκοπούμενης τροποποίησης θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα τους και/ή θα υποστούν αδικία και/ή οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα δεν μπορεί να επανορθώσει τον επηρεασμό των δικαιωμάτων τους. (στ) η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική, αφού οι Ενάγοντες-αιτητές επιθυμούν να καλύψουν εκ των υστερών και/ή όψιμα, ηθελημένα και/ή εκούσια κενά στο δικόγραφο τους και/ή επιδιώκουν να καλύψουν κενά και αντιφάσεις που προέκυψαν από την ήδη δοθείσα μαρτυρία και/ή που προέκυψαν κατά την αντεξέταση του μάρτυρα τους και/ή επιδιώκουν δια της πλαγίας οδού να ανατρέψουν ενδιάμεσα rulings του Δικαστηρίου. (ζ) η αιτούμενη τροποποίηση δεν έχει σκοπό να καλύψει από άποψη δικογράφου ήδη δοθείσα μαρτυρία και/ή μαρτυρικό υλικό που ήδη δόθηκε, αφού τα προς προσθήκη νέα γεγονότα δεν έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο ως μαρτυρία και/ή τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. (η) Οι Ενάγοντες-αιτητές, πέραν γενικών και αόριστων αναφορών, δεν εξειδικεύουν και/ή δεν αιτιολογούν και/ή δεν καθορίζουν ποια είναι η πραγματική και/ή ουσιαστική ανάγκη τροποποίησης της αγωγής τους και/ή η μόνη αιτιολόγηση που παρέχουν είναι άσχετη και/ή δεν αφορά τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής και/ή η αιτούμενη τροποποίηση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις του εκ παραδρομής λάθους και/ή κενού και/ή αβλεψίας κατά τον χρόνο σύνταξης του δικογράφου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Νικολάου, δικηγόρου συνεργαζόμενης με τους δικηγόρους της Εναγόμενης 2 και βασίζεται στην Δ.25 Κ. 1 - 5, Δ.48 Κ. 1 - 4, Δ.64 Κ. 1 και 2, στο άρθρο 30
(3)(β) του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση έχουν μελετηθεί και βρίσκονται υπόψη του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμη η παράθεση τους. Διαδικασία Ενόψει του ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση ή η καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης θα βασιστεί, πέραν από το περιεχόμενο του φακέλου, στο περιεχόμενο της αίτησης, των ενστάσεων και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις μέσω των οποίων επιχειρηματολογούν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Αναφορά σε αυτό θα γίνει κατωτέρω εάν τούτο κριθεί σκόπιμο. Νομική Πτυχή Ενόψει του ότι πρόκειται για αγωγή η οποία καταχωρήθηκε το 2013, η αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής ως αυτή ίσχυε πριν την τροποποίηση 1/1/2015. Βάσει της Δ.25 Κ. 1 των Κανονισμών: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει σε οιονδήποτε εκ των διαδίκων να διαφοροποιήσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα του, με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους όπως θα είναι δίκαιο, και όλες οι τροποποιήσεις αυτές θα γίνονται ως πιθανόν να είναι απαραίτητο για τον σκοπό του προσδιορισμού των πραγματικών θεμάτων υπό αμφισβήτηση μεταξύ των μερών.» Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων είναι γνωστές, καλά καθιερωμένες και υπήρξαν αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η τάση που επικρατεί σε σχέση με την εξέταση τέτοιων αιτήσεων είναι ιδιαίτερα φιλελεύθερη. Οι γενικές αυτές αρχές έχουν εκτεθεί στην υπόθεση Φοινιώτης ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1Ε AAΔ.33 και ετυχαν ανάλυσης ως ακολούθως: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30. 2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Περαιτέρω, στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν Α. & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έτσι προσέγγισε το θέμα και το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο, μαζί με τα άλλα, αναφέρθηκε και στη νομολογία ως προς τη δυνατότητα έγκρισης αίτησης για τροποποίηση ακόμα και μετά την έναρξη της δίκης. Ο χρόνος που παρήλθε δεν κρίθηκε ως αυτοτελής λόγος απόρριψης της αίτησης. Θεωρήθηκε ότι αποκτούσε σημασία κυρίως ενόψει της φύσης των τροποποιήσεων.» Επίσης στην Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν Χαρίδη
(2011)1 ΑΑΔ 825 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην απόφαση του Εφετείου στην Federal Bank of Lebanon (SAL) v Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατά αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά στο 1998 δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως άρχισε και διεξαχθεί μερικώς δυο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικάζοντων Προέδρων ως δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου». Εξέταση της αίτησης και των λόγων ένστασης Αντλώντας καθοδήγηση από τις ανωτέρω αρχές της Νομολογίας, προχωρώ να εξετάσω την αίτηση καθώς επίσης και τους λόγους ένστασης που προβάλλονται από τους Εναγόμενους. Με παράγραφο 5 της αιτούμενης τροποποίησης ζητείται ουσιαστικά η δικογράφιση όρου της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 για την τοποθέτηση, κατοχή και χρήση από την Ενάγουσα διαφημιστικών πινακίδων στην οροφή του κτιρίου ιδιοκτησίας του και την ύπαρξη δικαιώματος πρόσβασης για σκοπούς αντικατάστασης τους. Ακολούθως, με τις παραγράφους 6 - 10, η Ενάγουσα ουσιαστικά επιδιώκει την προσθήκη ισχυρισμών οι οποίοι αφορούν τις επανειλημμένες προσπάθειες της από τον Ιανουάριο του 2012 για απόκτηση πρόσβασης στην οροφή του κτιρίου η οποία εμποδίστηκε από την Εναγόμενη 2 και/ή τους υπαλλήλους της. Γίνεται περαιτέρω αναφορά σε επιστολές και διαβήματα στα οποία προέβη προς τον Εναγόμενο 1 και τις αρμόδιες αρχές και στην παράνομη τοποθέτηση πινακίδων μπροστά στις δικές της από την Εναγόμενη 2. Τέλος, σε σχέση με την υφιστάμενη παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης επιδιώκεται η αντικατάσταση της φράσης «τηρείτο κανονικά και από τους δύο συμβαλλόμενους» και αντικατάσταση της με την λέξη «ίσχυε», ως επίσης και η αντικατάσταση του μήνα Ιούνιου με τον μήνα Μάϊο. Καθυστέρηση Η ύπαρξη καθυστέρησης είναι γεγονός αφού η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε 8 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και μετά την έναρξη της ακρόασης. Κρίσιμο χρονικό σημείο για την εξέταση της είναι ο χρόνος κατά τον οποίο προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση. Επί τούτου, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η μη συμπερίληψη όλων των ουσιωδών γεγονότων έγινε αντιληπτή κατά την 24/9/2021 όταν και ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης και διαφάνηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν περιλάμβανε το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων. Ακολούθως, στις 8/10/2021 εκφράστηκε για πρώτη φορά η πρόθεση για τροποποίηση και ακολούθησε η καταχώρηση της αίτησης στις 11/10/2021. Στην Νικολάου ν Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β ΑΑΔ 1005, λέχθηκε έστω και αν η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται επαρκώς, η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί νοουμένου πάντοτε ότι αυτή θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης: «Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δεν είναι γεγονός απαγορευτικό για την έγκριση αίτησης τροποποίησης. Τροποποιήσεις έχουν επιτραπεί σε περιπτώσεις όπου η ακρόαση της αγωγής είχε ήδη ξεκινήσει και ακούστηκαν αρκετοί μάρτυρες εφ' όσον κρίθηκε δικαιολογημένο το αίτημα. Συγκεκριμένα, στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 όπου η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουστεί επτά μάρτυρες. Το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας την Έφεση, με αναφορά σε παλαιότερη Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία κατέληξε στα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Επιτρέποντας δε την έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει όλα τα περιστατικά της υποθέσεως και έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι με βάση τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων δεν εδικαιολογείτο από τα γεγονότα η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστή εναντίον των εφεσειόντων. Μια τέτοια άδεια για τροποποίηση των δικογράφων ήταν αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους και η δυσχέρεια που θα μπορούσε να προκληθεί, χωρίς αμφιβολία μπορούσε, όπως φαίνεται από τα γεγονότα, να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα χαθούν λόγω της τροποποιήσεως.» Περαιτέρω, στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 τονίστηκε ότι: «Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Λαμβάνω υπόψη μου ότι η σύνταξη των δικογράφων και κατ' επέκταση η συμπερίληψη όλων των ουσιωδών ισχυρισμών αποτελεί ευθύνη των συνηγόρων των διαδίκων, ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε σε πολύ αρχικό στάδιο της δίκης και ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε εντός σχετικά σύντομου χρονικού διαστήματος από την ημέρα που η ανάγκη γι' αυτήν προέκυψε. Κρίνω συνεπώς ότι, παρά την ύπαρξη της, η καθυστέρηση που παρατηρείται δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι η αδικία που προκαλείται στους Εναγόμενους είναι τέτοια που μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά, ήτοι με την έκδοση σχετικής διαταγής ως προς τα έξοδα. Νέα βάση αγωγής Αμφότεροι οι συνήγοροι των Εναγομένων εισηγούνται ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής εναντίον τους. Από πλευράς Εναγόμενου 1 αναφέρεται ότι επιδιώκεται η προσθήκη και/ή δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του. Εκείνο το οποίο προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης στην υφιστάμενη της μορφή είναι ότι η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 ενήργησε αντισυμβατικά μέσω της συμβολής και ανοχής του στην παράνομη επέμβαση των Εναγομένων 2 επί των πινακίδων που η Ενάγουσα είχε τοποθετήσει στην οροφή του κτιρίου ιδιοκτησίας του στην βάση της μεταξύ τους συμφωνίας. Δεν διαφαίνεται από την τροποποίηση να προκύπτει οποιαδήποτε νέα βάση αγωγής εναντίον του. Η Εναγόμενη 2, σύμφωνα και με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, εισηγείται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση προστίθεται ως νέα βάση αγωγής εναντίον τους η παράνομη επέμβαση επί ακίνητης ιδιοκτησίας. Αυτό που διαφαίνεται να επιδιώκεται με την τροποποίηση είναι η αναφορά σε γεγονότα που κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα μεταξύ της περιόδου Ιανουαρίου 2012 με Μαΐου 2012 και αφορούν τις προσπάθειες πρόσβασης της Ενάγουσας στην οροφή η οποία εμποδίστηκε από την Εναγόμενη 2 και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους της. Περαιτέρω, εξειδικεύεται ο ισχυρισμός που ήδη προβάλλεται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης περί παράνομης συμπεριφοράς και επέμβασης της Εναγόμενης 2 επί των πινακίδων της Ενάγουσας με την τοποθέτηση των δικών της πινακίδων μπροστά τους. Κατά την κρίση μου δεν προστίθεται οποιαδήποτε νέα βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων, ούτε και πρόκειται εν πάση περιπτώσει για ριζική μετατροπή της αξίωσης της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων. Εκείνο που επιδιώκεται ουσιαστικά είναι η παράθεση γεγονότων σχετικών με τα επίδικα θέματα. Προς τούτο παραπέμπω στην Ανδρέου ν C. Ataliotis Niche Advertising Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 653 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Οι ισχυρισμοί τους οποίους ο ενάγων επιχειρεί να εισάξει με την αιτούμενη τροποποίηση, στην ουσία αφορούν σε γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα τα οποία έχουν ήδη προσδιοριστεί με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης και δεν εισάγουν νέα βάση αγωγής, ούτε και επιδιώκουν επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων όπως είναι η θέση των εναγομένων. Έχω ήδη παραθέσει αυτούσιες τις αιτούμενες τροποποιήσεις, όπως και τα αποσπάσματα της έκθεσης απαίτησης, των οποίων η τροποποίηση επιδιώκεται. Είναι πιστεύω αρκετό να τα διεξέλθει ένας για να διαπιστώσει ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν αλλοιώνουν με οποιοδήποτε τρόπο, είτε τις αιτίες αγωγής οι οποίες παραμένουν οι ίδιες, είτε τις βάσεις της αγωγής οι οποίες επίσης παραμένουν αναλλοίωτες. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν είναι ξένες ούτε άσχετες με τα επίδικα θέματα, όπως η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων εισηγείται. Έστω όμως και αν εκείνο που επιδιωκόταν με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν η εισαγωγή νέων θεμάτων, αυτό δεν θα συνεπαγόταν κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης. Το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής διατυπώνεται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1959, σελ. 625: "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbick v. Helms 56 L.J. Ch. P. 539) But it will do so where the amendment would change the action one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Releigh v. Goshen [1898] 1 Ch. 81)."» Καθοδηγητική επί του προκειμένου ζητήματος είναι η πρόσφατη απόφαση στην Forcan v Hemslade Trading Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2018:A479, Πολιτική Έφεση αρ. 43/2013, Απόφαση ημερομηνίας 6/11/2018 στην οποία, με αναφορά στην καθοδηγητική επί του συγκεκριμένου ζητήματος Saba & Co (ανωτέρω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 ΑΑΔ 426 αναφέρθηκε πως η προσθήκη δια της επιδιωκόμενης τροποποίησης συσχετιζόταν άμεσα με τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής και δεν επέφερε ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Παρείχε μόνο τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα, αν και μη συγκεκριμενοποιηθέντα ισχυρισμό, αναφορικά με τις συνέπειες του αστικού αδικήματος. Η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Είναι συνεπώς, κατά την κρίση μας, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις απλώς αναφορά σε ενέργειες των εφεσιβλήτων, υποστηρικτικές ή ενισχυτικές του υφιστάμενου αγώγιμου δικαιώματος και όχι νέα βάση αγωγής. Όπως ακριβώς στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω) αναφέρθηκε, τροποποιήσεις δεν επιφέρουν ριζική μετατροπή της φύσεως της αξίωσης, απλώς εισάγονται θέσεις που δεν είχαν συγκεκριμενοποιηθεί προηγουμένως αναφορικά με τις συνέπειες της μεταβίβασης των μετοχών. » Στην IKOS CIF LTD v Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013, απόφαση ημερομηνίας 20/3/2014, λέχθηκε ότι: «Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).» Τέλος στην Αρακελιάν ν Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση αρ. 51/2012, Απόφαση ημερομηνίας 11/2/2016 λέχθηκαν τα εξής: «Μπορεί ορισμένες από τις νέες αξιώσεις να θέτουν καινούργια θέματα, αλλά αυτά δεν έπρεπε να ήταν καθοριστικά στοιχεία στην έκβαση της αίτησης, εφόσον η νομολογία σαφώς δεν απαγορεύει εκ προοιμίου κάτι τέτοιο (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1Α ΑΑΔ 704). Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ. 627).» Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω και λαμβάνοντας καθοδήγηση από την σχετική Νομολογία, κρίνω ότι δεν προκύπτει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις νέα βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων ούτε και, επαναλαμβάνω, πρόκειται για ριζική μετατροπή της αξίωσης της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων. Επιδιώκεται, με την αίτηση, η προσθήκη ισχυρισμών για γεγονότα που αφορούν τα υφιστάμενα επίδικα θέματα χωρίς να αλλοιώνεται ο πυρήνας της διαφοράς μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων. Η μαρτυρία Η Ενάγουσα, δια μέσω των αναφορών του ενόρκως δηλούντα αλλά και μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της, εισηγείται ότι με την έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων η μέχρι σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία θα συνάδει με τα δικόγραφα. Η εισήγηση αυτή του συνηγόρου της Ενάγουσας εδράζεται σε δύο σημεία. Στην κατάθεση των επιστολών ημερομηνίας 9/5/2012 και 29/5/2012 ως Τεκμήρια 6 και 8 αντίστοιχα και κατά δεύτερο στην μαρτυρία που προέκυψε κατά την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα από τον συνήγορο του Εναγόμενου 1. Αντίθετα, οι Εναγόμενοι, αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία να καθιστά αναγκαία την έγκριση της τροποποίησης ούτως ώστε αυτή να καλύπτεται από τα δικόγραφα. Προς τούτο παραπέμπουν στις επανειλημμένες προσπάθειες της Ενάγουσας να παρουσιάσει την εν λόγω μαρτυρία οι οποίες συνάντησαν τις ενστάσεις των Εναγομένων. Οι ενστάσεις αυτές έγιναν δεκτές από το Δικαστήριο ενόψει του ότι κρίθηκε ότι η μαρτυρία αυτή ήταν εκτός των πλαισίων των δικογραφημένων ισχυρισμών με αποτέλεσμα να μην επιτραπεί. Είναι συνεπώς γεγονός ότι κατόπιν σχετικών ενστάσεων δεν επιτράπηκε η προσαγωγή μαρτυρίας σε σχέση με τα ισχυριζόμενα γεγονότα των οποίων ζητείται η συμπερίληψη στην Έκθεση Απαίτησης, μέσω της αιτούμενης τροποποίησης. Προκύπτει όμως ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν ήδη κατατεθεί ως Τεκμήρια οι επιστολές της Ενάγουσας ημερομηνίας 9/5/2012 και 29/5/2012 αναφορά στις οποίες γίνεται με τις παραγράφους των οποίων ζητείται η προσθήκη. Δεν είναι όμως μόνο η κατάθεση των πιο πάνω επιστολών ως τεκμηρίων που έχει καταλυτική σημασία στην παρούσα. Αυτό διότι, παρά την ύπαρξη ενστάσεων κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα σε σχέση με την μαρτυρία που επιδιώκετο να προσαχθεί, στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα από τον συνήγορο του Εναγόμενου 1, του υπεβλήθησαν ερωτήσεις οι οποίες αφορούσαν γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μεταξύ Ιανουαρίου 2012 και Μαΐου 2012, γεγονότα τα οποία τώρα επιδιώκεται να δικογραφηθούν για συνάδουν με την μαρτυρία. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο κάποιος λογικός άνθρωπος θα μπορούσε να συμπεράνει ότι από τις αρχές Ιανουαρίου και μετά κάτι δεν πήγαινε καλά. Στην ερώτηση αυτή απάντησε καταφατικά. Ανέφερε περαιτέρω, κατόπιν σχετικής ερώτησης, ότι οι παραβάσεις της συμφωνίας έγιναν κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2012 μέχρι και το τέλος Μαΐου 2012 όταν και τερματίστηκε η συμφωνία. Όταν του υποδείχθηκε φωτογραφία της επίδικης οροφής ανέφερε ότι αυτή λήφθηκε τον Μάρτιο του 2012 και ότι σε αυτήν φαίνεται στην πινακίδα να υπάρχει Χριστουγεννιάτικο περιεχόμενο γεγονός που επιβεβαιώνει ότι δεν τους επιτρεπόταν να ανέβουν στην οροφή του κτιρίου. Σε υποβολή ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012 έκαναν διαφημίσεις κανονικά ανέφερε ότι δεν τοποθετήθηκαν διαφημίσεις κατά το πρώτο εξάμηνο αφού επανειλημμένα δεν τους επιτρεπόταν να ανέβουν στην οροφή. Τέλος κατόπιν σχετική υποβολής ότι τα όσα αναφέρει δεν δικογραφούνται, ανέφερε ότι από τις 13/1/2012 είχαν αποστείλει επιστολή στον Εναγόμενο 1 και του ανέφεραν τα γεγονότα. Περαιτέρω ανέφερε ότι αποτάθηκε τηλεφωνικώς και προσωπικά στην αστυνομία καταγγέλλοντας ότι το συνεργείο του εμποδίζεται από το να ανέβει στην οροφή. Οι αρχές που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου επιδιώκεται η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έναρξη της δίκης, για να συνάδει με την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία παρατίθενται στην Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέας Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 704 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Εν πρώτοις δεν είναι εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Αυτό το κάμνει απόλυτα σαφές το εξής απόσπασμα από το Annual Practice
(1959)σελ. 625: "Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiff's case (Rainy v. Bravo, L.R. 4 P.C. 287). Βάσει των πιο πάνω, προκύπτει ότι η μαρτυρία σχετικά με την οποία επιδιώκεται η τροποποίηση του δικογράφου βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και ότι η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ούτως ώστε αυτή να συνάδει με την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι επιτρεπτή. Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και διατηρώντας υπόψη το σύνολο των σχετικών Νομολογιακών Αρχών που αναφέρθηκαν, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης και ότι δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αφού εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης ενόψει του ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση εκείνο το οποίο θα επιτευχθεί είναι ο πλήρης προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων. Περαιτέρω, δεν έχει, κατά την κρίση μου καταδειχθεί η ύπαρξη κακοπιστίας ή κατάχρησης από πλευράς Ενάγουσας ούτε και έχω ικανοποιηθεί ότι έχει παρουσιαστεί τέτοια μαρτυρία ή ότι προκύπτουν τέτοια γεγονότα που καταδεικνύουν την ύπαρξη τους. Επιπρόσθετα, παρά την ύπαρξη καθυστέρησης, συνυπολογίζοντας όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω ότι η ζημιά που θα προκληθεί στους Εναγόμενους συνεπεία της τροποποίησης είναι τέτοια που μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Συνεπακόλουθα, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί και να παραδοθεί στους Εναγόμενους εντός 7 ημερών από σήμερα. Οι Υπερασπίσεις στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθούν εντός 21 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης ως επίσης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), πλέον Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) ............................. Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο