← Κύπρος

Νικολαΐδη εκ Λευκωσίας ως κληρονόμου της περιουσίας της αποβιωσάσης Νικολαΐδου ν. Παπαθεοδώρου εκ Λευκωσίας ως εκτελεστή/διαχειριστή της περιουσίας τη

Νικολαΐδη εκ Λευκωσίας ως κληρονόμου της περιουσίας της αποβιωσάσης Νικολαΐδου ν. Παπαθεοδώρου εκ Λευκωσίας ως εκτελεστή/διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Νικολαΐδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 627/2015, 24/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A589 Αρ. Αγωγής: 627/2015 Μεταξύ: XXXXX Νικολαΐδη εκ Λευκωσίας ως κληρονόμου της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Νικολαΐδου, τέως εκ Λευκωσίας Ενάγοντος και

  1. XXXXX Παπαθεοδώρου εκ Λευκωσίας ως εκτελεστή/διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Νικολαΐδου, τέως εκ Λευκωσίας
  2. XXXXX Νικολαΐδου εκ Λονδίνου ως εκτελεστή/διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Νικολαΐδου, τέως εκ Λευκωσίας και ως κληρονόμου
  3. XXXXX Νικολαΐδου, τέως εξ ΗΠΑ ως κληρονόμου της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Νικολαΐδου, τέως εκ Λευκωσίας Εναγόμενων και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία Μεσεγγυούχων Αίτηση ημερ. 21.9.2020 υπό εναγομένου 1- αιτητή για αντεξέταση ενόρκως δηλούσας και για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2021 Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κος Στέφανος Παπαθεοδώρου Για εναγομένη 2 - καθ' ης η αίτηση: κος Λούκας Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 9.12.2015, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων, επιδικάζοντας ταυτόχρονα υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον του ενάγοντα, το ποσόν των €2432,00 ως έξοδα με τόκο προς 4% ετησίως από 17.2.15 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €76,00 έξοδα του διατάγματος πλέον το εκάστοτε σε ισχύ ΦΠΑ. Τα πιο πάνω έξοδα αποφασίστηκε να πληρωθούν από την περιουσία της αποβιώσασας XXXXX Νικολαΐδου, τέως εκ Λευκωσίας. Ακολούθησε μονομερής αίτηση του εναγομένου 1 ημ. 2.8.2019 με την οποία ζητά όπως εκδοθεί διάταγμα μεσεγγύησης και κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ήτοι της Ελληνικής Τράπεζας για το πιο πάνω ποσόν. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση μεσεγγύησης η οποία υπογράφεται από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 - αιτητή, αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσόν εξακολουθεί να οφείλεται. Αναφέρεται επίσης ότι η εναγομένη 2, η οποία είναι μαζί με τον αιτητή εκτελεστής/διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Νικολαΐδου δεν είναι συνεργάσιμη. Υπέβαλε δε την αίτηση αρ. XXXXX/14 στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία ζητά την παύση του αιτητή από διαχειριστή και η απόφαση έχει επιφυλαχθεί. Ήταν τέλος η θέση του αιτητή ότι είναι δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως δοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής δυνατό να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία με την απώλεια της ευκαιρίας όπως ικανοποιηθεί η υπέρ του εκδοθείσα δικαστική απόφαση ημερ. 9.12.
  4. Στα πλαίσια της πιο πάνω μονομερούς αίτησης, το Δικαστήριο στις 7.10.2019 εξέδωσε ένταλμα (garnishee order nisi). Στην συνέχεια, διέταξε στις 19.11.2019 την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης και του διατάγματος στην εναγόμενη 2, η οποία διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η εναγομένη 2 - καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό έχει ήδη καταβληθεί στον αιτητή και επιπλέον, η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος μεσεγγύησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της ιδίας της εναγομένης 2 - καθ' ης η αίτηση, η οποία διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και σύμφωνα με τους συνηγόρους της δεν μπορούσε να βρίσκεται στην Κύπρο, λόγω και των έκτακτων μέτρων που έχουν ληφθεί εξ' αιτίας της πανδημίας του covid
  5. Για τον λόγο αυτό, η ένορκη της δήλωση λήφθηκε στην Υπάτη Αρμοστεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η εν λόγω ένορκη δήλωση, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υπογράφεται από συνήγορο του γραφείου των δικηγόρων της εναγομένης 2, η οποία επίσης συνοδεύει την ένσταση στο διάταγμα μεσεγγύησης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της εναγομένης 2, αυτή έχει εξοφλήσει το ποσό των εξόδων του αιτητή από τις 19.6.
  6. Συγκεκριμένα, την εν λόγω ημερομηνία, ο αιτητής και η καθ' ης η αίτηση μετέβησαν στην Τράπεζα όπου διευθέτησαν την μεταφορά από τον λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση στον λογαριασμό του αιτητή, του ποσού των €5.000,
  7. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και το υπό κρίση ποσό των εξόδων που επιδικάστηκαν στον αιτητή. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση της συνηγόρου, ότι το τεκμήριο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή, ήτοι η απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή, φέρει λανθασμένη ημερομηνία έκδοσης την 9.12.
  8. Το γραφείο της συνηγόρου, προέβη σε έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης από την οποία διαπιστώθηκε ότι από λάθος κατά την σύνταξη της απόφασης, αναφέρθηκε ως ημερομηνία έκδοσης η 9.12.2015 ενώ ορθή ημερομηνία είναι η 9.6.
  9. Η συνήγορος επισύναψε στην ένορκη της δήλωση, αντίγραφο της διορθωμένης απόφασης και αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.6.2015 ως τεκμήρια 2 και
  10. Στην συνέχεια, η συνήγορος αναφέρει ότι σε διάστημα 10 ημερών από την έκδοση της απόφασης, στις 19.6.2015 πληρώθηκε στον αιτητή το ποσό των €5,000.00, στο οποίο περιλαμβάνετο το ποσό των εξόδων που θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και αφορούσαν την παρούσα αγωγή. Γι' αυτό και από τον Ιούνιο του 2015 μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης στις 2.8.2019, δηλαδή για περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ο αιτητής δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για είσπραξη του ποσού, αφού αυτό έχει εξοφληθεί. Ο αιτητής κατά την συνήγορο, καταχώρησε την παρούσα αίτηση εκδικητικά μετά που η καθ' ης η αίτηση μαζί με τους υπόλοιπους κληρονόμους XXXXX Νικολαΐδη και XXXXX Νικολαΐδου, καταχώρησαν αίτηση για απομάκρυνση του από Διαχειριστή στην αίτηση διαχείρισης της αποβιωσάσης με αριθμό XXXXX/
  11. Επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της συνηγόρου ως τεκμήριο 4, η αίτηση και η ένσταση στην αίτηση Διαχείρισης υπ' αριθμό 224/
  12. Η απόφαση στην πιο πάνω αίτηση επιφυλάχθηκε την 1.7.
  13. Ένα μήνα μετά την επιφύλαξη της απόφασης, ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση μεσεγγύησης, η οποία είναι ξεκάθαρο κατά την ομνύουσα ότι έγινε για αλλότριους σκοπούς. Η απόφαση στην πιο πάνω αίτηση στη διαχείριση εξεδόθη και η αίτηση απορρίφθηκε. Έχει όμως καταχωρηθεί έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ήταν ως εκ τούτου η θέση της ομνύουσας ότι η αίτηση μεσεγγύησης είναι καταχρηστική αφού το ποσό για το οποίο ο αιτητής ζητά το διάταγμα μεσεγγύησης και ένταλμα κατάσχεσης έχει εξοφληθεί από τον Ιούνιο του
  14. Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι η αίτηση μεσεγγύησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και θα έπρεπε να είχαν επιδοθεί και στους άλλους δύο κληρονόμους, την αδελφή της καθ' ης η αίτηση XXXXX Νικολαΐδου και τον αδελφό της XXXXX Νικολαΐδη, εφόσον το ποσό που ζητείται να πληρωθεί αφορά την περιουσία της αποβιωσάσης και τα πιο πάνω πρόσωπα είναι κληρονόμοι και έχουν συμφέρον στην περιουσία. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για αντεξέταση της εναγόμενης 2 αναφορικά με την ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ειδικότερα ζητείται όπως αντεξετασθεί αναφορικά με τα πιο κάτω συγκεκριμένα θέματα: (α) Από την παράγραφο 4 της «Ε/Δ» αναφορικά με τους ισχυρισμούς ότι ο εναγόμενος 2 - αιτητής ενήργησε πίσω από την πλάτη της εναγόμενης 3 και καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή 627/2015 μόνο για τον εαυτό του. (β) Από την παράγραφο 5 αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι έγινε συμφωνία ότι η αμοιβή του εναγομένου 1 - αιτητή αναφορικά με τα έξοδά του στην αγωγή 627/2015 θα καταβάλλονταν από την περιουσία της αποβιωσάσης. (γ) Από τις παραγράφους 6 και 7 αναφορικά με τους ισχυρισμούς της εναγομένης 2 ότι το καταβληθέν στον εναγόμενο 2 - αιτητή την 19.6.2015 ποσό των €5.000,00 θα κάλυπτε τα έξοδα που θα του εγκρίνονταν από τον Πρωτοκολλητή αναφορικά με τα έξοδα του εναγομένου 1 - αιτητή που αφορούσαν την υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή 627/
  15. Επιζητείται επίσης με την ίδια αίτηση, η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του αιτητή με την οποία να καταθέσει ως τεκμήρια τα τέσσερα πιο κάτω έγγραφα:

(1)Τον κατάλογο εξόδων με Αρ.476/15 που αφορά τα υπολογισθέντα έξοδα που αποτελούν τον αντικείμενο της επίδικης Αίτησης, ο οποίος κατάλογος εξόδων υπολογίσθηκε από τον Πρωτοκολλητή την 6.11.15 και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο την 11.11.2015.
(2)Την επιστολή - Email της XXXXX Λοϊζίδου ημερομηνίας 20.05.2015 δικηγόρου της Εναγομένης 2 XXXXX Νικολαϊδου ως και της Εναγομένης 3 στην Αγωγή 627/2015 και μια από τις τρείς κληρονόμους της αποβιωσάσης, προς τον XXXXX Παπαθεοδώρου Εναγόμενο 1, - Αιτητή με την οποία τον πληροφόρησε ότι η Εναγομένη 3 αποδέχεται όπως τα έξοδα του Εναγομένου 1 της Αγωγής 627/2015 πληρωθούν από την περιουσία της αποβιωσάσης.
(3)Επιστολή της Εναγομένης 2 - XXXXX Νικολαϊδου ημερομηνίας 8.11.2015 προς τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή με την οποία του ζητά όπως αναθεωρήσει - μειώσει το ποσό που εκτίθεται στον κατάλογο εξόδων της Αγωγής 627/2015.
(4)Την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 30.4.2020 στην Αίτηση 224/14 αναφορικά με την XXXXX Νικολαϊδου τέως από τη Λευκωσία. Την Αίτηση την καταχώρησαν οι
  1. XXXXX Νικολαϊδου
  2. XXXXX Νικολαϊδου και
  3. XXXXX Νικολαΐδης, Αιτητές για την παύση του Διαχειριστή Γεώργιου Παπαθεοδώρου, Εναγομένου 1 - Αιτητή στη παρούσα διαδικασία. Στην ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί της εναγομένης 2 των παραγράφων 4, 5, 6 και 7 της ενόρκου δηλώσεως της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι ως εκ τούτου αναγκαίο όπως αντεξεταστεί, ώστε να της υποβληθούν οι θέσεις του αιτητή επί των πιο πάνω θεμάτων. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι είναι αληθής ο ισχυρισμός ότι με την είσπραξη του ποσού των €5.000,00 από τον αιτητή στις 19.6.2015, είχε συμφωνηθεί ότι το ποσό αυτό θα αφορούσε και τα έξοδα που θα προέκυπταν από την εναντίον του ως εναγόμενου 1 παρούσα αγωγή. Τα έξοδα της αγωγής αυτής, εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο την 11.11.2015 δηλαδή πέντε
(5)μήνες μετά τη λήψη του ποσού των €5.000,
  1. Ούτε ήταν δυνατόν την 19.6.2015 να προβλεφθεί το ύψος των εξόδων της αγωγής 627/2015 η οποία ολοκληρώθηκε την 9.6.2015 και τα έξοδα καθορίστηκαν την 11.11.
  2. Αναφορικά με το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο αιτητής αναφέρει ότι αυτή είναι αναγκαία, προκειμένου να καταθέσει τα πιο πάνω έγγραφα που δεν βρίσκονται στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης και με τα οποία θα αντικρούονται οι εν λόγω ισχυρισμοί της εναγομένης
  3. Είναι η θέση του αιτητή ότι με την έγκριση της παρούσας αίτησης θα εξυπηρετηθούν οι σκοποί της δικαιοσύνης με την παρουσίαση ενώπιον του. Δικαστηρίου ολοκληρωμένης της πραγματικής κατάστασης που αφορά την υπόθεση αυτή με σκοπό την συνεκτίμηση από το Δικαστήριο όλων των παραγόντων και την απόδοση δικαιοσύνης. Η ένσταση Η εναγομένη 2 - καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην έγκριση των πιο πάνω αιτημάτων. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο αιτητής δεν δικαιούται να προωθεί με την παρούσα αίτηση παράλληλα δύο αιτητικά τόσο για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας όσο και για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για αυτό τον λόγο η αίτηση είναι αβάσιμη και ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική γιατί αποσκοπεί στο να φέρει την εναγόμενη 2 σε δυσμενή και μειονεκτική θέση αφού αυτή κατοικεί μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και λόγω της πανδημίας, αδυνατεί να ταξιδέψει για να βρίσκεται στο Δικαστήριο και να αντεξεταστεί. Αναφορικά με το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε καλός λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος. Επιπλέον, η αίτηση είναι ελλιπής αφού δεν συνοδεύεται από δείγμα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που προτίθεται να καταχωρήσει ο αιτητής. Επίσης, τα γεγονότα και/ή τα τεκμήρια τα οποία επιθυμεί να προσθέσει ο αιτητής ήταν ήδη γνωστά στον ίδιο και δεν έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης. Ο αιτητής επιδιώκει να διορθώσει λάθη και παραλείψεις του, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται. Αναφέρεται τέλος τους λόγους ένστασης ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λόγοι και δεν αποκαλύφθηκαν ικανοποιητικά στοιχεία και γεγονότα που να τεκμηριώνουν την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε στο στάδιο αυτό αναλυτικά στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Νομική πτυχή Η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2). Η εν λόγω διαταγή παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση µου µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημ. 03/11/2016 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 Θ.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Κουππά ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α, Π.Ε. 312/2010, ημ. 17.7.2014 στην οποία λέχθηκε ότι: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή. Ο αιτητής οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Αναφορικά με το αίτημα για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, είναι σαφές ότι αιτήσεις όπως η επίδικη αίτηση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, εκδικάζονται στην βάση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Το Δικαστήριο όμως διατηρεί την ευχέρεια να διατάξει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Δ.39 Θ.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου οι ανάγκες της υπόθεσης το επιβάλλουν. Η Δ.39 Θ.1 που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, έχει ως εξής: « Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination » Η έγκριση αιτήματος αντεξέτασης εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Annual Practice 1958 p.865, Halsbury's Laws of England 3rd ed. Vol 21 p 418,419 para 878 και Μήλου κα.
(2008)1 Α.Α.Δ 280). Στο Halsbury's Laws of England (ανωτέρω), κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.». Επίσης, στο Annual Practice 1956 (ανωτέρω), όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας, τονίζεται στη σελ. 677 ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας, λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην υπόθεση Μήλου (ανωτέρω), εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος αντεξέτασης με βάση τη Δ.39, Θ.1. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της.». Είναι ως εκ τούτου ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται αφού εξεταστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπόθεσης. Βασικό κριτήριο, είναι οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση που θα πρέπει να σχετίζονται, με τις ανάγκες της υπό κρίση διαδικασίας. Με αυτή την έννοια δεν παρέχεται ευχέρεια για έγκριση αιτήματος αντεξέτασης που δεν σχετίζεται αυστηρά με τις προϋποθέσεις εξέτασης των επίδικων θεμάτων στην κυρίως αίτηση. Συμπεράσματα Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, ισχυρίστηκε κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς αιτητή, επειδή στην ίδια αίτηση συμπεριλήφθηκαν δύο αιτήματα, αυτά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι από τους κανονισμούς, παρέχεται η δυνατότητα είτε αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντος, είτε καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, εφόσον βέβαια πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια είτε υπέρ του ενός είτε υπέρ του άλλου αιτήματος. Η παράλληλη όμως αξίωση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος και για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αποτελεί κατά τον συνήγορο, κατάχρηση των κανονισμών και της δικαστικής διαδικασίας. Με όλο το σέβας δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ορίζεται μεταξύ άλλων η υιοθέτηση από ένα διάδικο, παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών (βλ. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217). Σε αυτές τις περιπτώσεις, εξετάζεται ο σκοπός και η εμβέλεια των δύο δικαστικών διαδικασιών. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση όταν οι δικαστικές διαδικασίες δεν είναι ταυτόσημες με την έννοια ότι δεν επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και έχουν διαφορετικά επίδικα θέματα (βλ. Μιχαήλ ν. Δανού
(2008)1Α Α.Α.Δ 376). Στην παρούσα περίπτωση, το δικονομικό μέτρο της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα, είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το πρώτο αποσκοπεί κυρίως στο να πλήξει μέσω αντεξέτασης, την αξιοπιστία τους ενόρκως δηλούντα επί συγκεκριμένων ισχυρισμών του που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της ενδιάμεσης διαδικασίας ενώ με το δεύτερο, παρέχεται ευχέρεια στον ενόρκως δηλούντα όπου υπάρχει καλός λόγος, να διευκρινίσει μεταξύ άλλων ζητήματα τα οποία προέκυψαν μετά την αρχική του ένορκη δήλωση. Δεν υπάρχει κανένα κώλυμα να ζητηθούν και οι δύο αυτές θεραπείες αφού είναι εντελώς διαφορετικοί οι σκοποί τους. Ομοίως στην παρούσα με το αίτημα για αντεξέταση, επιδιώκεται μεταξύ άλλων να αμφισβητηθεί η θέση της καθ' ης η αίτηση για την εξόφληση του υπό κρίση ποσού του οποίου επιζητείται η κατάσχεση ενώ με το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο αιτητής επιδιώκει να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία για να αιτιολογήσει το αίτημα του για κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Είναι άσχετο ποια θα είναι η έκβαση των δύο αιτημάτων αφού ο αιτητής θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης τους. Όμως η ταυτόχρονη διαδικασία εξέτασης των δύο αιτημάτων δεν συνιστά κατά την κρίση μου κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε βέβαια συνιστά κατάχρηση, το γεγονός ότι και τα δύο αιτήματα συμπεριλαμβάνονται στην ίδια αίτηση όποτε ακούστηκαν στα πλαίσια μιας διαδικασίας και θα αποφασιστούν μαζί. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφορικά με το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι σωστή η επισήμανση του συνηγόρου για την καθ' ης η αίτηση ότι δεν επισυνάπτεται στην αίτηση αντίγραφο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιχειρείται να καταχωρηθεί. Γίνεται όμως επαρκής αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, στους ισχυρισμούς που επιθυμεί να συμπεριλάβει ο αιτητής στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην ουσία, ο αιτητής επιχειρεί να καταχωρήσει 4 έγγραφα. Δύο επιστολές της καθ' ης η αίτηση και της συνηγόρου της, τον κατάλογο εξόδων δυνάμει του οποίου ψηφίστηκαν τα υπό κρίση έξοδα αλλά και την απόφαση στην αίτηση XXXXX/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των καθ' ων η αίτηση στην παρούσα για παύση του από διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ζωής Νικολαΐδου. Έχω μελετήσει με προσοχή τα στοιχεία που ο αιτητής επιδιώκει να προσκομίσει με την προτεινόμενη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση. Κρίνω από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για να αποδεχθώ το αίτημα. Ο κατάλογος εξόδων που ψηφίστηκε υπέρ του αιτητή στην παρούσα διαδικασία, βρίσκεται εντός του φακέλου της υπόθεσης. Δεν αμφισβητείται εξ' άλλου η ψήφιση και το ύψος των εξόδων. Ούτε η απόφαση στην αίτηση XXXXX/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία απορρίφθηκε αίτημα για παύση του αιτητή από διαχειριστή θα προσθέσει οτιδήποτε στην παρούσα υπόθεση. Τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου σε εκείνη την υπόθεση δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο και δεν συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή ότι θα είναι βοηθητικά στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας αίτησης μεσεγγύησης . Ούτε η επιστολή της συνηγόρου για την καθ' ης η αίτηση ημ. 20.5.2015 θα προσθέσει οτιδήποτε στην παρούσα αίτηση. Το γεγονός που κατ' ισχυρισμό αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή ότι η καθ' ης η αίτηση αποδέχεται όπως τα έξοδα πληρωθούν από την περιουσία, προκύπτει και από την ίδια την απόφαση του Δικαστηρίου. Ούτε και η επιστολή με την οποία η καθ' ης η αίτηση κατ' ισχυρισμό ζητά την μείωση του ποσού είναι σχετική. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι τα τεκμήρια που επιθυμεί να καταθέσει ο αιτητής με την προτεινόμενη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, αναφέρονται είτε σε παραδεκτά γεγονότα όπως το ύψος του ποσού και η πληρωμή του από την περιουσία της διαχείρισης είτε σε άσχετα γεγονότα όπως το κατ' ισχυρισμό αίτημα για μείωση του ποσού των εξόδων αλλά και απόρριψη του αιτήματος παύσης του αιτητή από διαχειριστή. Το κύριο επίδικο θέμα της παρούσας αίτησης μεσεγγύησης το οποίο θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσον ευσταθούν οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση για εξόφληση του ποσού των εξόδων που επιδικάστηκαν στον αιτητή. Οι ισχυρισμοί και τα τεκμήρια που συμπεριλαμβάνονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν σχετίζονται με το πιο πάνω θέμα αλλά ούτε και με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος μεσεγγύησης. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωση. Αναφορικά με το δεύτερο αίτημα για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, αυτό επιζητείται επί συγκεκριμένων τριών ισχυρισμών της ένορκης της δήλωσης. Κρίνω ότι τα αιτήματα για αντεξέταση υπό αιτητικά (α) και (β) δεν δικαιολογούνται. Ο ισχυρισμός ότι ο αιτητής ενήργησε πίσω από την πλάτη της καθ' η αίτηση είναι άσχετος με τα επίδικα θέματα της παρούσας. Η δε αναφορά σε πληρωμή του ποσού των εξόδων από την περιουσία της αποβιωσάσης αναφέρεται στην ίδια της απόφαση του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και με το αιτητικό (γ) για την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης αναφορικά με το πότε εκδόθηκε η απόφαση για επιδίκαση των εξόδων της αγωγής στον αιτητή. Η ημερομηνία του σχετικού πρακτικού φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να είναι αντικείμενο αντεξέτασης. Το μόνο ζήτημα που παραμένει προς διευκρίνιση, είναι ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση ότι το επιδικασθέν από το Δικαστήριο ποσόν του οποίου επιζητείται η κατάσχεση, έχει ήδη εξοφληθεί με την πληρωμή του ποσού των €5.000,00. Ισχυρισμός ο οποίος αμφισβητείται από τον αιτητή. Η αντεξέταση επί του προκειμένου επιζητείται επίσης με το αιτητικό (γ) και αφορά την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση Όπως προαναφέρθηκε, το γεγονός αυτό είναι σημαντικό να διευκρινιστεί, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει στην συνέχεια αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των κανονισμών πολιτικής δικονομίας και της νομολογίας για κατάσχεση του επίδικου ποσού. Αν όντως ο εν λόγω ισχυρισμός ευσταθεί, ελλείπει το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης του αιτήματος αφού δεν θα υφίσταται εξ' αποφάσεως χρέος που να υπόκειται σε κατάσχεση. Με δεδομένο ότι οι απόψεις επί του εν λόγω κρίσιμου γεγονότος για την πορεία της αίτησης κατάσχεσης διίστανται, είναι κατά την κρίση μου επιβεβλημένο όπως αντεξεταστεί η καθ' ης η αίτηση για τον συγκεκριμένο ισχυρισμό της περί εξόφλησης του ποσού. Εκδίδεται ως εκ τούτου διάταγμα όπως η καθ' ης η αίτηση - εναγομένη 2 XXXXX Νικολαϊδου, ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση ημ.17.3.2020, η οποία επισυνάπτεται στη ένστασή της ημ.10.07.2020 όπως παρουσιασθεί στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης μεσεγγύησης ημ. 2.8.2019, προκειμένου να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της και συγκεκριμένα επί της παραγράφου 7, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι το καταβληθέν στον εναγόμενο 1 - αιτητή την 19.6.2015 ποσό των €5000.00 θα κάλυπτε τα έξοδα που θα του εγκρίνονταν από τον Πρωτοκολλητή όπως αυτά επιδικάστηκαν υπέρ του αιτητή από το Δικαστήριο στην παρούσα αγωγή. Οι υπόλοιπες θεραπείες που ζητά ο αιτητής, απορρίπτονται για τους λόγους που αναλυτικά επεξηγείται πιο πάνω. Αναφορικά με τα έξοδα ενόψει της έγκρισης μιας μόνο από τις πολλές θεραπείες που ζητά ο αιτητής δεν θεωρώ δίκαιο όπως εκδώσω οιανδήποτε διαταγή. Ως εκ τούτου δεν εκδίδεται καμία διαταγή για τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας. ................. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.